Νικόλας Σεβαστάκης: Μετὰ τὸ χαμό

.

Sebastakis,Nikolas-MetaToChamo-02

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

.

Με­τὰ τὸ χα­μό

.

02-Htta ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΚΑΦΕ βγά­ζει ἕ­ναν γλυ­κὸ θό­ρυ­βο βρα­σμοῦ. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ βρα­χνά­δα καὶ τὸ γουρ­γου­ρη­τὸ τοῦ ἀ­τμοῦ, τὸ αὐ­τὶ τοῦ Παύ­λου ἀ­νι­χνεύ­ει τὴν κρυ­φὴ με­λω­δί­α. Ἡ με­λω­δί­α πλη­σί­α­ζε πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὅ­πως ὁ βόμ­βος ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ ἐ­πι­βα­τη­γοῦ «Κα­νά­ρης», ὅ­ταν, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρεις δε­κα­ε­τί­ες, ξά­πλω­νε στὴν ἐ­πά­νω κου­κέ­τα μιᾶς πνι­γη­ρῆς καμ­πί­νας. Πό­σες μά­χες εἶ­χε δώ­σει μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ μο­να­δι­κὸ πό­στο! Μά­χες γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­τα­φύ­γιο ἀ­π’ ὅ­που χά­ζευ­ε κα­νεὶς μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του τὸ φι­νι­στρί­νι μὲ τὶς πυ­κνὲς στάμ­πες τοῦ νε­ροῦ, σὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­φρί­σμα­τα τῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς.

       Πί­σω ἀ­πὸ τὸ μπάρ, ὁ Σί­μος θυ­μί­ζει πο­λὺ τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν κυ­λι­κεί­ων σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ γλι­τσι­α­σμέ­να φέρ­ρυ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70. Ἔ­χει καὶ αὐ­τὸς χλω­μό, σπα­σμέ­νο πρό­σω­πο καὶ στὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ φο­ρά­ει ἕ­να τε­ρά­στιο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο δα­χτυ­λί­δι. Συ­χνὰ μι­λά­ει μό­νος του, βρί­ζον­τας κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς πρό­σφα­τες με­τα­γρα­φὲς τοῦ Δι­κέ­φα­λου ποὺ ἀ­πο­δεί­χτη­κε παν­τε­λῶς ἄ­χρη­στη. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ὶ ὡ­στό­σο δὲν βγά­ζει μι­λιά. Φο­βᾶ­ται πὼς ὅ,τι κι ἂν πεῖ θὰ εἶ­ναι ἀ­νάρ­μο­στο γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Βρέ­χει τὸ πα­νί, σκου­πί­ζον­τας καὶ ξα­να­σκου­πί­ζον­τας τὸ σκοῦ­ρο κα­φὲ ξύ­λο τῆς μπά­ρας καὶ ἀλ­λά­ζει κά­θε τό­σο θέ­σεις στὰ μπου­κά­λια τοῦ μπου­φέ.

       Ὁ Παῦ­λος ἔ­χει πιά­σει τὸ γω­νια­κὸ τρα­πέ­ζι, δί­πλα στὴ με­γά­λη τζα­μα­ρία. Αὐ­τὸ τὸ κα­φὲ εἶ­ναι δι­κή του ἀ­να­κά­λυ­ψη. Μὲ τὴν Ἔλ­σα δὲν εἶ­χαν ἔλ­θει πο­τέ, για­τί ἐ­κεί­νη ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ­ρη πιὸ φω­τει­νὰ καὶ χα­ρού­με­να. Στοὺς πρώ­τους μῆ­νες τῆς ἀρ­ρώ­στιας της, πρὶν ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς κα­τά­κλι­σης, ὁ Παῦ­λος φρόν­τι­ζε νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ὅ­λες της τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες: ἔ­κα­ναν τρί­α τα­ξί­δια, τὸ ἕ­να στὴν Αἴ­γυ­πτο, καὶ τὰ ἄλ­λα δυ­ὸ στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὶς νό­τι­ες ἀ­κτὲς τῆς Γαλ­λί­ας.

       Ὁ Σί­μος με­τα­κι­νεῖ τὶς κα­ρέ­κλες στὸ βά­θος καὶ ἀρ­χί­ζει τὸ σκού­πι­σμα μὲ τὸ βε­τὲξ στὰ τρα­πέ­ζια. Τοῦ κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ἡ σι­ω­πὴ τοῦ Παύ­λου: ἂν βρι­σκό­ταν στὴ θέ­ση του, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει ἀ­σά­λευ­τος σὲ μιὰ γω­νιά. Ξέ­ρει φυ­σι­κὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι ποὺ πεν­θοῦν χω­ρὶς πο­λὺ σα­μα­τά, πε­ρισ­σό­τε­ρο σκε­φτι­κοὶ πα­ρὰ χα­μέ­νοι. Ξέ­ρει ἀ­κό­μα ὅ­τι, ἂν τὸ κα­κὸ εἶ­χε τύ­χει στὸν ἴ­διο, θὰ τὰ ἔ­βα­ζε μὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ θὰ γι­νό­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος.

       Ὁ Παῦ­λος κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α τὴ θο­λὴ καὶ ὑ­γρὴ μέ­ρα. Ἡ ἀ­σχή­μια τοῦ δρό­μου μὲ τὴ μά­ζα τῶν παρ­κα­ρι­σμέ­νων δὲν τὸν ἐ­νο­χλεῖ κα­θό­λου. Οἱ οὐ­ρα­νοὶ τῶν αὐ­το­κι­νή­των μοιά­ζουν μὲ φρε­σκο­πλυ­μέ­νες πι­α­τέ­λες στρω­μέ­νες σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι γε­μά­το ἀ­πο­φά­για καὶ μι­σο­τε­λει­ω­μέ­να μπου­κά­λια κρα­σί. Οἱ πρω­ι­νοὶ δι­α­βά­τες, βι­α­στι­κοὶ ἀλ­λὰ νη­φά­λιοι, δι­α­περ­νοῦν σὰν ἀ­γα­θὰ φαν­τά­σμα­τα τὴν τζα­μα­ρί­α τοῦ κα­φὲ καὶ ἔρ­χον­ται νὰ τὸν χτυ­πή­σουν φι­λι­κὰ στὸν ὦ­μο: γέ­ροι μὲ τὶς πά­νι­νες τσάν­τες-δῶ­ρο τοῦ φαρ­μα­κο­ποι­οῦ καὶ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να γυ­μνα­σι­ό­παι­δα μὲ τὰ φοῦ­τερ καὶ τὶς κου­κοῦ­λες τους, μὲ σκυ­φτοὺς ὤ­μους γιὰ νὰ δη­λώ­σουν τὴν προ­αι­ώ­νια βα­ρε­μά­ρα τους γιὰ τὸν κό­σμο —ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ κό­σμος δὲν βα­ρι­έ­ται πο­τέ—, ὁ κό­σμος, σκέ­φτε­ται ὁ Παῦ­λος, δὲν εἶ­ναι σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου μὲ τὴν ἄ­πλε­τη θέ­α στὸ δά­σος, ἀλ­λὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μὲ ὅ­λο του τὸ με­γα­λεῖ­ο σὲ αὐ­τὸ τὸ φα­σκι­ω­μέ­νο στε­νό, σὲ τού­τη τὴν ἀ­σή­μαν­τη πτύ­χω­ση τῆς πό­λης ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο κεν­τρι­κοὺς ἐμ­πο­ρι­κοὺς δρό­μους.

       Στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο δύ­ο ὄ­μορ­φες πω­λή­τρι­ες κα­πνί­ζουν, ἐ­νῶ τὰ στό­ρια τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων κα­τα­στη­μά­των εἶ­ναι ἀ­κό­μα κα­τε­βα­σμέ­να. Καὶ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ὁ Σί­μος κα­τα­βάλ­λει προ­σπά­θει­ες νὰ πα­ρα­μεί­νει δι­α­κρι­τι­κός. Καί­γε­ται νὰ ρω­τή­σει πράγ­μα­τα καὶ νὰ πεῖ λό­για πα­ρη­γο­ριᾶς στὸν ἄν­θρω­πο πού, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, φά­νη­κε ὅ­τι δὲν σή­κω­νε κου­βέν­τα. Ὁ Παῦ­λος εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος, ναί. Ἔ­χει τὴν κού­ρα­ση τῶν νο­σο­κο­μεια­κῶν δι­α­δρό­μων μὲ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἀ­να­μο­νῆς τοῦ μοι­ραί­ου πλά­ι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ τοὺς πό­νους. Θὰ τῆς κρα­τοῦ­σε μὲ τὶς ὧ­ρες τὸ χέ­ρι, ἕ­να κο­κα­λι­ά­ρι­κο χέ­ρι μὲ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὶς ἐ­νέ­σεις. Θὰ τοῦ ἔ­λει­παν ἄ­πει­ρες ὧ­ρες ὕ­πνου, ἐ­νῶ οἱ χη­μι­κὲς μυ­ρου­δι­ὲς τοῦ θα­λά­μου καὶ τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων θὰ ἔ­κα­ναν και­ρὸ νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

       Συ­νε­χί­ζει ὅ­μως νὰ κοι­τά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α· ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ μὴ βρί­σκει τί­πο­τα πα­ρά­ται­ρο στὴ δι­ά­τα­ξη τῶν πραγ­μά­των καὶ στὰ σχή­μα­τα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ βρο­χὴ στὴν ὄ­ψη τῆς πό­λης. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ βρέ­χει ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀλ­λά, λί­γα βή­μα­τα μα­κρύ­τε­ρα, στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­κυ­μαί­ας, ἡ ὁ­μί­χλη φρά­ζει τὴν ὁ­ρα­τό­τη­τα τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ. Τὸ μυα­λὸ τοῦ Παύ­λου μου­διά­ζει καὶ γα­λη­νεύει στὴ σκέ­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­μί­χλης ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι τὶς πα­ρα­λί­ες τῆς Πι­ε­ρί­ας καὶ τὴ σβη­σμέ­νη γραμ­μὴ τοῦ Ὀ­λύμ­που, ὅ­που θὰ ἔ­χει ἤ­δη φτά­σει ἡ ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­να­μνή­σεις της ἀ­κέ­ραι­ες. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­ται ἄ­ρα­γε γιὰ πάν­τα; Ὁ Παῦ­λος ἀ­φή­νει μιὰ τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ κα­φὲ νὰ τοῦ πι­κρί­σει τὴ γλώσ­σα καί, βγά­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό, ἀ­να­κου­φί­ζε­ται στιγ­μια­ῖα ἀ­πὸ κά­θε σκέ­ψη. Ὅ­λα συ­νέ­βη­σαν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Τί­πο­τα ὅ­μως δὲν μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει οὔ­τε γιὰ τὸ πιὸ βέ­βαι­ο πράγ­μα, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­δι­ά­ψευ­στο γε­γο­νός.

       Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπα­θεῖ, ἡ σκέ­ψη δὲν δι­α­λύ­ε­ται ἐν­τός του. Ἡ σκέ­ψη εἶ­ναι σὰν τὸ βόμ­βο τῶν μη­χα­νῶν τοῦ ἐ­πι­βα­τη­γοῦ «Κα­νά­ρης» σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­νε­λέ­η­τα μπο­φὸρ τοῦ Ἰ­κά­ριου πε­λά­γους: λί­κνι­σμα ποὺ συ­νο­δεύ­ει τοὺς θνη­τοὺς ἕ­ως τὴν τε­λι­κή τους ἔ­ξο­δο, ἀ­πὸ μνή­μη σὲ μνή­μη καὶ ἀ­πὸ λή­θη σὲ λή­θη.

       «Ζεῖ ἀ­κό­μα ἐ­κεί­νη ἡ νό­στι­μη πορ­το­κα­λό­πι­τα, ρὲ Σί­μο;»

       Ὁ Σί­μος τι­νά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ ἡ­μί­φως τοῦ μπὰρ καὶ μὲ ἕ­να κύ­μα χα­ρᾶς νὰ τὸν δι­α­τρέ­χει, ἐ­πει­δὴ προ­φα­νῶς ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἡ δι­α­τα­ρα­χθεῖ­σα τά­ξη τοῦ κό­σμου, ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια ψη­λὰ καὶ ἀ­μέ­σως ὑ­πο­κλί­νε­ται στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πε­λά­τη. «Γιὰ τοὺς κα­λύ­τε­ρους τα κα­λύ­τε­ρα» λέ­ει, καί, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἐν­νο­εῖ…

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: