Κίμων Καλαμάρας: Ὁ γιατρός

.

Kalamaras,Kimon-OGiatros-Eikona-01

.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας

 

Ὁ για­τρός

.

03-EpsilonΞΕΤΑΣΕ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ πε­ρι­φέ­ρον­τας τὶς μπί­λι­ες τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­ρι­στε­ρὰ-δε­ξιά, ὅ­πως τὰ κουρ­δι­στὰ κου­κλά­κια ποὺ κοι­μί­ζουν τὰ παι­διά. Οἱ ἀ­νοι­χτό­χρω­μοι κι­τρι­νω­ποὶ τοῖ­χοι τὸν ὑ­πέ­βα­λαν σὲ ἕ­να εἶ­δος νο­σταλ­γί­ας καὶ ἀ­πά­θειας ταυ­τό­χρο­να. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­μί­α πρό­σφα­τη μνή­μη ποὺ ἄ­ξι­ζε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει. Ἔ­τσι, πρό­θυ­μα σχε­δόν, ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν κα­τα­πι­εῖ ἡ ἀ­πά­θεια. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς μι­σά­νοι­χτες κουρ­τί­νες, με­ρι­κὰ πεῦ­κα, μιὰ αὐ­λὴ στρω­μέ­νη μὲ χα­λί­κια, λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα παρ­κα­ρι­σμέ­να ἐ­δῶ καὶ κεῖ καὶ μιὰ πε­λώ­ρια λευ­κὴ πόρ­τα στὸ βά­θος, νὰ χά­σκει ὀρ­θά­νοι­χτη.

            Ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα ὁ για­τρός, ἔ­νι­ω­σε νὰ θέ­λει νὰ χα­μο­γε­λά­σει, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε στε­γνώ­σει ἀ­πὸ κά­θε συ­ναί­σθη­μα. Φό­ρα­γε τὴν λευ­κή του ρόμπα, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ το­νί­σει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ὑ­γεί­α του, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἀ­πὸ ὅλους, ἀπὸ τὸ κάθε τι. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν ρο­δα­λό, χα­ρού­με­νο,  ἐνῶ τὸ μέτωπό του γυάλιζε κάτω ἀπὸ τὰ ἀραιά του μαλλιά. Τὸν πλη­σί­α­σε μὲ κά­τι χαρ­τιὰ στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ ἔ­κα­τσε στὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι. Ἔ­ψα­ξε στὰ τυ­φλὰ τὴν τσέ­πη τῆς ρόμπας του καὶ κάρ­φω­σε ἐ­κεῖ τὸ στυ­λό. Ὁ ἀ­σθε­νὴς ἔ­δω­σε τό­τε μιὰ ὤ­θη­ση στὸ σῶ­μα του καὶ ἀ­να­ση­κώ­θη­κε. Κά­θι­σε ἀν­τι­κρι­στὰ ἀ­πὸ τὸν για­τρό, μὲ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη τὴν πλά­τη καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα του στε­γνό, πέν­θι­μο.

            «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ ἀ­πευ­θύν­θη­κε ὁ για­τρός. Δὲν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Μό­νο ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ νω­ρί­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐκ­φρά­σει, τώ­ρα ἔ­μοια­ζε νὰ παίρ­νει κά­ποι­α ὑ­πο­τυ­πώ­δη μορ­φή.

            «Θὰ ση­κω­θεῖς κα­θό­λου; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με ἐ­πί­σκε­ψη. Μό­νος μου θὰ τὴν κά­νω πά­λι;», ρώ­τη­σε μὲ ἀ­στεῖ­ο, θε­α­τρι­κὸ σχε­δὸν τό­νο ὁ για­τρός. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­σθε­νῆ συ­σπά­στη­κε, κοί­τα­ξε τὸν για­τρὸ στὰ μά­τια καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ γε­λά­σει. Ἦ­ταν σὰν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη αὔ­ρα νὰ ἐμ­φύ­ση­σε λί­γη ζω­ὴ καὶ κά­ποι­α δείγ­μα­τα χα­ρᾶς στὸ ξύ­λι­νο πρό­σω­πό του. Στιγ­μια­ία ἔ­νι­ω­σαν καὶ οἱ δύο μί­α ψυ­χι­κὴ σύν­δε­ση, τό­σο ἀ­δι­ό­ρα­τη, ὅ­σο καὶ τὸ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς κουρ­τί­νας κα­θὼς τὴν φυ­σά­ει ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος σου.

            Ὁ για­τρὸς ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ὁ ἀ­έ­ρας στα­μά­τη­σε. Ἡ κουρ­τί­να ἄ­ψυ­χη πά­λι, κρε­μό­ταν σὰν φάν­τα­σμα, κρύ­βον­τας κά­πως τὴν θέ­α στὴν αὐ­λή.

            Ὁ ἀ­σθε­νὴς τό­τε θυ­μή­θη­κε τὶς μέ­ρες ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν ἐ­πι­με­λη­τὴς στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα, ὅ­που τώ­ρα νο­ση­λευ­ό­ταν. Θέ­λη­σε νὰ ση­κω­θεῖ, νὰ βά­λει τὴν δική του ρόμπα. «Εἶναι τώ­ρα ἡ ὥ­ρα γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη»; ρώ­τη­σε τὸ για­τρό. «Θὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ αὔ­ριο, ποὺ θὰ εἶ­σαι κα­λύ­τε­ρα» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, καὶ φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ πρό­λα­βε νὰ συγ­κρα­τή­σει ὁ ἀ­σθε­νὴς ἦ­ταν ἡ ρόμπα ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε κα­θὼς πί­σω της ἔ­κλει­νε ἡ πόρ­τα. Ἄ­φη­σε τὸ σῶ­μα του νὰ πέ­σει στὸ κρε­βά­τι καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­ρευ­νᾶ τὸ τα­βά­νι μὲ τὰ κί­τρι­να μά­τια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀθή­να, 1976). Σπού­δα­σε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στικὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχο­λεῖται μὲ τήν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τήν ποί­η­ση.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: