Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Σὰν σινεμά


Banargiotis,Aleksandros-SanPalioSinema-Eikona-01

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Σὰν σινεμά


02-HttaΤΑΝ Ο ΘΕΙΟΣ ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μ’ ἐ­μᾶς τὰ παι­διά. Στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς συ­να­θροί­σεις, κυ­ρί­ως τὴν Πρω­το­χρο­νιά, μᾶς μά­ζευ­ε γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι καὶ μᾶς ἐ­ξέ­πλητ­τε μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὰ κόλ­πα χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μιὰ τρά­που­λα. Ἐ­μεῖς ρω­τού­σα­με γε­μά­τοι θαυ­μα­σμὸ ποῦ τὰ ἔ­μα­θε τό­σα κόλ­πα. Τοῦ δί­να­με ἔ­τσι τὴν εὐ­και­ρί­α, ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας τὴν τρά­που­λα δια­ρκῶς καὶ πε­ρί­τε­χνα σὰν ἕ­νας ἐ­πι­δέ­ξιος κρου­πι­έ­ρης, νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ πε­ρι­στα­τι­κὰ ἀ­πὸ τὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια, ὅ­ταν δε­κα­ε­ξά­χρο­νος ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ καὶ ἔ­πι­α­σε δου­λειὰ σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο στὴν Ἀ­θή­να. Ἀρ­χι­κὰ ὡς λαν­τζέ­ρης, στὴ συ­νέ­χεια ὡς σερ­βι­τό­ρος, μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α μά­λι­στα, για­τί πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα μα­γα­ζιά, καὶ ἔ­τσι γνώ­ρι­σε τὴ ζω­ή, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ – στὴ φρά­ση αὐ­τὴ μας ἔ­κλει­νε συ­νή­θως τὸ μά­τι μὲ νό­η­μα. Ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι, ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­χε ἐκ­θέ­σει μιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ θε­ω­ρία, τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει γιὰ τὸ πῶς θὰ εἶ­ναι ὁ κό­σμος στὸ μέλ­λον ἢ γιὰ τὸν τρί­το παγ­κό­σμιο πό­λε­μο ἢ γιὰ τὰ παι­χνί­δια κα­τα­σκο­πεί­ας με­τα­ξύ των με­γά­λων δυ­νά­με­ων, στη­ρί­ζον­τας τὶς ἀ­πό­ψεις του στὸ με­γά­λο σχο­λεῖο, ὅ­πως ἔ­λε­γε, στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο – ὁ ἴ­διος, λό­γῳ πο­λέ­μου, μὲ τὸ ζό­ρι εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ δη­μο­τι­κό. Λά­τρευ­ε τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι πάν­τα προ­η­γοῦν­ταν τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ προ­φή­τευ­ε πράγ­μα­τα ποὺ λί­γο με­τὰ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­πα­ρέγ­κλι­τα. Μὲ κα­μά­ρι ἀ­να­φε­ρό­ταν στὶς μέ­ρες ποὺ συμ­με­τεῖ­χε ὡς κομ­πάρ­σος σὲ ἐ­πι­κὲς ται­νί­ες, ὅ­πως «Τρω­ι­κὸς πό­λε­μος» καὶ «Ἡ­ρα­κλῆς», ὅ­ταν κά­ποι­ες σκη­νὲς γυ­ρί­ζον­ταν στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ τὸν ἔ­βα­ζαν, παίρ­νον­τας λή­ψεις ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ γω­νί­α, νὰ σκο­τώ­νε­ται τρεῖς καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρές.

       Ὡς κο­ρύ­φω­ση στὶς ἀ­φη­γή­σεις του ἔ­βγα­ζε προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι καὶ μᾶς ἔ­δει­χνε μιὰ ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α μὲ αὐ­τό­γρα­φη ἀ­φι­έ­ρω­ση τῆς Anne Lonnberg, τῆς πε­ρί­φη­μης Ἄ­ναμ­πελ, γνω­στῆς ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α «Κο­ρί­τσια στὸν ἥ­λιο», τὸ ἴν­δαλ­μα τό­τε χι­λιά­δων νέ­ων. —Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος ἔ­στελ­νε μη­νύ­μα­τα ξε­γνοια­σιᾶς καὶ ἀ­θω­ό­τη­τας, τὴν ὥ­ρα ποὺ πολ­λοὶ συμ­πα­τρι­ῶ­τες μας «ἀ­πο­λάμ­βα­ναν» τὶς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὲς δι­α­κο­πὲς στὰ κα­τά­ξε­ρα νη­σιὰ τῆς ἐ­ξο­ρί­ας—. Ὁ θεῖ­ος εἶ­χε «ἕ­να πέ­ρα­σμα» σὲ μιὰ ται­νί­α τοῦ ’68, μὲ τὸν τί­τλο «Ραν­τε­βοὺ μὲ μιὰ ἄ­γνω­στη», στὴν ὁ­ποία ἡ Lonnberg κρα­τοῦ­σε ἕ­ναν δεύ­τε­ρο ρό­λο.

       Κα­θὼς με­γα­λώ­να­με, ὁ θεῖ­ος Μη­νᾶς ἐμ­πλού­τι­ζε τὶς ἱ­στο­ρί­ες μὲ σκη­νές, ποὺ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὸ ἔρ­γο ὡς κα­τάλ­λη­λο ἄ­νω τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων. Ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­γρά­φει συμ­πλο­κὲς μὲ ἀν­θρώ­πους τῆς νύ­χτας καὶ μα­χαι­ρώ­μα­τα, κυ­νη­γη­τὰ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας, κυ­ρί­ως ὅ­μως τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες κα­τα­κτή­σεις του στὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο.

       «Ὅ­λα αὐ­τὰ βέ­βαι­α μέ­χρι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴ θεί­α σας», κα­τέ­λη­γε. «Αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ νὰ ἀλ­λά­ξει ἡ ζω­ή μου. Μό­λις τὴν εἶ­δα, εἶ­πα ”Μ’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω”. Τὰ ἄ­φη­σα ὅ­λα καὶ ἦρ­θα καὶ ἄ­νοι­ξα τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ἐ­δῶ».

       Ὅ­ταν κά­πο­τε τὸν ρώ­τη­σα για­τί ἔ­κλει­σε τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἄρ­χι­σε νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τὸν συ­νέ­ται­ρό του ὅ­τι ἔ­κλε­βε λε­φτὰ καὶ ἔ­ρι­ξε τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἔ­ξω. «Εὐ­τυ­χῶς ποὺ κα­τά­φε­ρα καὶ μπῆ­κα στὸ στρα­τό, μὲ ἔ­βα­λε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἀν­θρω­πά­κος καὶ σώ­θη­κα», πρό­σθε­σε καὶ ἀ­νέ­φε­ρε τὸ ὄ­νο­μα ἑ­νὸς ταγ­μα­τάρ­χη ποὺ τὸν τα­κτο­ποί­η­σε ὡς μά­γει­ρα στὴ λέ­σχη τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν. «Εὐ­τυ­χῶς, ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν ἔ­χει πάν­τα κα­λὰ καὶ αὐ­τὸν καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του», ξα­να­εῖ­πε.

       Ὡς παι­διὰ πο­τὲ δὲν ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με γιὰ τὴν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν ὅ­σων ἔ­λε­γε ὁ θεῖ­ος Μη­νᾶς. Ὁ λό­γος του γλα­φυ­ρὸς στὴν ἀ­φή­γη­ση σὰν ἕ­να κα­λο­δου­λε­μέ­νο σε­νά­ριο, μᾶς ἔ­πει­θε. Οὔ­τε ἀρ­γό­τε­ρα ἀμ­φι­σβη­τή­σα­με τὶς κα­τα­κτή­σεις του, ἂν καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ὑ­περ­βο­λὴ ἕ­νας γε­ρο­δε­μέ­νος μέν, ἀλ­λὰ κον­τό­χον­τρος καὶ μέ­τριας ὀ­μορ­φιᾶς ἄν­δρας νὰ καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­χε γνω­ρί­σει κι εἶ­χε σχε­τι­στεῖ στὴν ἐ­πο­χή του μὲ τὶς πιὸ ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες. Ἴ­σως πι­στεύ­α­με ἐ­κεῖ­νο ποὺ συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε «μὴν κοι­τᾶ­τε πῶς κα­τάν­τη­σα τώ­ρα, στὰ νιά­τα μου νὰ δεῖ­τε πὼς ἤ­μουν, Μάρ­λον Μπράν­το, θὰ σᾶς δεί­ξω κα­μιὰ φο­ρὰ φω­το­γρα­φί­ες καὶ θὰ μὲ θυ­μη­θεῖ­τε».

       Ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­δρω­θοῦ­με, νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με τὶς δι­κές μας ἐμ­πει­ρί­ες στὴ ζω­ὴ γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­θη­λώ­σου­με τὸν θεῖ­ο Μη­νᾶ ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ πο­λύ­ξε­ρου καὶ πο­λύ­πει­ρου «Δὸν Ζου­άν» καὶ νὰ τὸν δοῦ­με στὶς πραγ­μα­τι­κές του δι­α­στά­σεις. Ἦρ­θαν μὲ τὸν και­ρὸ καὶ κά­ποι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ δι­έρ­ρευ­σαν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο του τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, οἱ ὁ­ποῖ­ες μᾶς με­τέ­βα­λαν αὐ­το­μά­τως ἀ­πὸ θαυ­μα­στὲς σὲ αὐ­στη­ροὺς κρι­τές του.

       Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες αὐ­τὲς ἔ­ρι­ξαν φῶς σὲ σκο­τει­νὲς καὶ ἀ­νερ­μή­νευ­τες πλευ­ρὲς τοῦ θεί­ου, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ πα­θη­τι­κὴ στά­ση τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι στὴν τσα­ού­σα θεί­α Μα­ρί­α. Ἡ θεί­α μου συ­χνὰ τὸν ἀ­πό­παιρ­νε καὶ τοῦ μι­λοῦ­σε προ­σβλη­τι­κὰ μπρο­στὰ μας κι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τι­δροῦ­σε. Ἐ­πι­πλέ­ον τὸν βλέ­πα­με νὰ κά­νει ἕ­να σω­ρὸ δου­λει­ὲς στὸ σπί­τι ποὺ δὲν ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νες τό­τε γιὰ ἕ­ναν ἄν­τρα. Μα­γεί­ρευ­ε, ἔ­στρω­νε τρα­πέ­ζι, ἐ­πλέ­νε τὰ πιά­τα καὶ σκού­πι­ζε τὴν κου­ζί­να, ἐ­νῶ ἡ θεί­α πή­γαι­νε καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ, παίρ­νον­τας πα­ρα­μά­σχα­λα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μό­δας. Πολ­λὲς φο­ρὲς ὅ­μως ἡ σκλη­ρό­τη­τα τῆς θεί­ας ἔ­φτα­νε σὲ ἀ­κραῖα ση­μεῖ­α. Ἀ­πέ­φευ­γε πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν νὰ τὸν φρον­τί­ζει ὅ­ταν ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, μὲ τὴν δι­και­ο­λο­γία μὴν κολ­λή­σει κι αὐ­τή. Ἤ, ἂν τὸν πο­νοῦ­σε ἡ μέ­ση ἀ­πὸ τὴν ὀρ­θο­στα­σί­α στὴ δου­λειὰ καὶ τὰ βα­ριὰ κα­ζά­νια ποὺ σή­κω­νε, ἀρ­νοῦν­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ νὰ τὸν τρί­ψει μὲ vix, για­τί μύ­ρι­ζαν ἄ­σχη­μα τὰ σεν­τό­νια. Ἀρ­χι­κὰ ἀ­πο­δώ­σα­με τὴ στά­ση αὐ­τὴ στὴ μπερ­μπάν­τι­κη ζω­ὴ τοῦ θεί­ου, ἡ ὁ­ποί­α δὲν φαί­νε­ται νὰ εἶ­χε πο­τὲ στα­μα­τή­σει. Πι­θα­νό­τα­τα ἡ θεί­α τὸ πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ τὸ ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­ταν κά­νον­τάς τον ὅ,τι ἤ­θε­λε.

       Τε­λι­κά, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν πιὸ σύν­θε­τα. Τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ θεῖ­ος Μη­νᾶς ζοῦ­σε στὴν Ἀ­θή­να, εἶ­χε ἀ­φή­σει ἔγ­κυ­ο μί­α κο­πέ­λα, τὴν ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἤ­θε­λε γιὰ γυ­ναί­κα του. Ἡ κο­πέ­λα τὸν πῆ­γε στὰ δι­κα­στή­ρια, ὅ­που ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­θω­ω­θεῖ, καὶ γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει πε­ραι­τέ­ρω μπε­λά­δες καὶ πι­έ­σεις ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να καὶ γύ­ρι­σε πί­σω στὰ Τρί­κα­λα.

       Μιὰ ξα­δέλ­φη του τὸν προ­ξέ­νε­ψε στὴ θεί­α μου, ποὺ εἶ­χαν πε­ρά­σει λί­γο τὰ χρό­νια της, ἀλ­λὰ δι­έ­θε­τε μιὰ ἀ­ξι­ό­λο­γη προί­κα. Ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε ὁ κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας καὶ ὁ ἐ­σπευ­σμέ­νος γά­μος. Ἡ προί­κα τῆς θεί­ας με­τὰ τὰ στέ­φα­να ἀ­πο­τέ­λε­σε καὶ τὸ βα­σι­κὸ κε­φά­λαι­ο γιὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου.

       Ἡ ἐγ­κυ­μο­νού­σα κο­πέ­λα ὅ­μως ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ παι­δί. Γέν­νη­σε ἕ­να ἀ­γό­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­σε, σπού­δα­σε καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸν πα­τέ­ρα του. Κα­τά­φε­ρε νὰ ἔ­χει μιὰ τη­λε­φω­νι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί του καὶ ζή­τη­σε νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἴ­διο καὶ τὰ ἀ­δέλ­φια του. Ὁ θεῖ­ος ἀρ­νή­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ καὶ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ τὸ ὅ­τι ἦ­ταν παι­δί του. Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ βέ­βαι­α ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ ἀ­πὸ τὴ θεί­α Μα­ρί­α, στὴν ὁ­ποί­α δι­και­ο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι κά­πο­τε εἶ­χε πά­ει μὲ μιὰ «πόρ­νη» ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τοῦ φορ­τώ­σει τὸ παι­δί. Ὅ­ταν τὸν πῆ­γε στὰ δι­κα­στή­ρια, πα­ρου­σί­α­σε τρεῖς φί­λους του ὡς μάρ­τυ­ρες ποὺ ὑ­πο­στή­ρι­ξαν ὅ­τι εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί της, καὶ ἔ­τσι ἀ­θω­ώ­θη­κε.

       Ἀ­πὸ τό­τε ἄλ­λα­ξε ἐν­τε­λῶς ἡ στά­ση τῆς θεί­ας. Φυ­σι­κὰ ἄλ­λα­ξε καὶ ἡ δι­κή μου, ὅ­ταν ἔ­μα­θα τὰ σχε­τι­κά. Ἀ­πέ­φευ­γα νὰ πη­γαί­νω στὸ σπί­τι τους. Ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴν ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α τοῦ θεί­ου μου. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ μὲ εἶ­χε πει­ρά­ξει ποὺ ἡ θεί­α Μα­ρί­α δὲν ἔ­δει­ξε γεν­ναι­ο­ψυ­χί­α καὶ δὲν ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σε ἡ ἴ­δια μὲ τὸ παι­δί, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς ἐ­πέ­λε­ξε σι­ω­πη­ρά τα ἔμ­με­σα βα­σα­νι­στή­ρια τοῦ θεί­ου.

       Τὸν θεῖ­ο Μη­νᾶ τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, με­τὰ τὸν θά­να­το τῆς θεί­ας Μα­ρί­ας. Ἦ­ταν μό­νος. Τὰ παι­διά του ριγ­μέ­να μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ βι­ο­πά­λη, πά­λευ­αν στὶς λα­ϊ­κὲς τῆς Ἀ­θή­νας νὰ ζή­σουν τὶς δι­κές τους οἰ­κο­γέ­νει­ες. Εἶ­χε ἤ­δη ὑ­πο­στεῖ δύ­ο ἐγ­κε­φα­λι­κὰ ποὺ τοῦ ἄ­φη­σαν κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὸ δε­ξὶ πό­δι καὶ χέ­ρι. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ με­γά­λη στρο­φή του πρὸς τὴν ἐκ­κλη­σί­α. Στὸ κο­μο­δί­νο δί­πλα στὸ κρε­βά­τι του εἶ­χε τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ ἕ­να σω­ρὸ πα­τε­ρι­κὰ βι­βλί­α.

       «Αὐ­τὰ δι­α­βά­ζω τώ­ρα», εἶ­πε δεί­χνον­τάς μου τὴ στοί­βα μὲ τὰ βι­βλί­α. Κα­θὼς κου­βεν­τι­ά­ζα­μέ μου πε­ρι­έ­γρα­ψε σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ τὸν ἄγ­γι­ξαν.

       Φεύ­γον­τας, ὡς ἀ­να­λαμ­πὴ ἄ­στρα­ψε μέ­σα μου ἡ σκέ­ψη ὅ­τι, ὅ­σα μοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε, δὲν ἦ­ταν χω­ρί­α τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ἀλ­λὰ σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α «ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πὸ τὴν Να­ζα­ρὲτ» τοῦ Τζε­φι­ρέ­λι.

 
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Εἰ­κό­να: σκη­νὴ ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α Ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πὸ τὴν Να­ζα­ρέτ (1977) τοῦ Φράν­κο Τζε­φι­ρέ­λι (1923). Στὸν ρό­λο τοῦ Ἰ­ω­σὴφ (εἰ­κό­να) ὁ ἕλ­λη­νας ἠ­θο­ποι­ὸς Γιῶρ­γος Βογιατζής.


			
Διαφημίσεις

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Ἡ ἐκδοχή

.

06-Altenberg,Peter-IEkdochi-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

.

ἐκδοχή

(Die Auffassung)

 .

08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΓΡΑΨΑ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα γιὰ τὴν θελ­κτι­κὴ χο­ρεύ­τρια Χέν­τι Βά­ιν­γκάρ­τνερ· ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα πα­ρου­σί­α­σε γε­νι­κῶς καὶ εἰ­δι­κῶς τὴν χα­ρι­τω­μέ­νη βι­εν­νέ­ζα. Ὁ ἐ­πί­λο­γος εἶ­χε ὡς ἑ­ξῆς: «Κι ὅ­μως, πλά­ϊ στὴν κα­θο­λι­κὴ εὐ­θυ­μί­α, ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή της χροι­ὰ βα­θιὰ με­λαγ­χο­λι­κή! Πά­νω σὲ τί; Ρω­τῆ­στε τὸν Φρὰν­τς Σοῦμ­περτ καὶ τὸν Χοῦγ­κο Βόλφ

       Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ μὲ σερ­βί­ρει στὸ δω­μά­τιο, μοῦ λέ­ει: «Θέ μου, τί ὡ­ραῖ­ο πά­λι αὐ­τὸ ποὺ γρά­ψα­τε γιὰ τὴν βι­εν­νέ­ζα! Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν κύ­ριο Βὸλφ καὶ τὸν ἄλ­λο τὸν κύ­ριο!»

       «Πῶς τὸ ἐν­νο­εῖς;!» τὸν ρώ­τη­σα.

       «Νά, οἱ δυ­ὸ κύ­ριοι ποὺ ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­νε τὸ φτω­χὸ κο­ρί­τσι!»

       «Ὄ­χι, ἄ­κου, εἶ­ναι δυ­ὸ πε­θα­μέ­νοι ἀ­πὸ και­ρὸ δι­ά­ση­μοι βι­εν­νέ­ζοι συν­θέ­τες τρα­γου­δι­ῶν, ποὺ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἦ­ταν εὔ­θυ­μοι στὰ τρα­γού­δια τους ἀλ­λὰ βα­θιὰ με­λαγ­χο­λι­κοί!»

       «Ἀ­χά… ἔ­τσι πρέ­πει νὰ τὸ πά­ρου­με! Κύ­ρι­ε φὸν Ἄλ­τεν­μπεργκ, γιὰ νά ’­μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ δι­κή μου ἐκ­δο­χὴ μοῦ ἀ­ρέ­ζει πιὸ πο­λύ!»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie ( μη­χα­νι­σμὸς τῆς ζω­ῆς) F­e­u­i­l­l­e­t­o­ns. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke Erb. R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980, σ. 103.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁμοίωμα τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὸ Café Central τῆς Βιέννης. Φω­το­γρα­φία τραβηγμένη στὶς 6 Σεπτεμβρίου 2005, στὶς 21.35’.

.

 

Νικόλας Σεβαστάκης: Μετὰ τὸ χαμό

.

Sebastakis,Nikolas-MetaToChamo-02

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

.

Με­τὰ τὸ χα­μό

.

02-Htta ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΚΑΦΕ βγά­ζει ἕ­ναν γλυ­κὸ θό­ρυ­βο βρα­σμοῦ. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ βρα­χνά­δα καὶ τὸ γουρ­γου­ρη­τὸ τοῦ ἀ­τμοῦ, τὸ αὐ­τὶ τοῦ Παύ­λου ἀ­νι­χνεύ­ει τὴν κρυ­φὴ με­λω­δί­α. Ἡ με­λω­δί­α πλη­σί­α­ζε πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὅ­πως ὁ βόμ­βος ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ ἐ­πι­βα­τη­γοῦ «Κα­νά­ρης», ὅ­ταν, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρεις δε­κα­ε­τί­ες, ξά­πλω­νε στὴν ἐ­πά­νω κου­κέ­τα μιᾶς πνι­γη­ρῆς καμ­πί­νας. Πό­σες μά­χες εἶ­χε δώ­σει μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ μο­να­δι­κὸ πό­στο! Μά­χες γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­τα­φύ­γιο ἀ­π’ ὅ­που χά­ζευ­ε κα­νεὶς μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του τὸ φι­νι­στρί­νι μὲ τὶς πυ­κνὲς στάμ­πες τοῦ νε­ροῦ, σὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­φρί­σμα­τα τῆς θα­λασ­σο­τα­ρα­χῆς.

       Πί­σω ἀ­πὸ τὸ μπάρ, ὁ Σί­μος θυ­μί­ζει πο­λὺ τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν κυ­λι­κεί­ων σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ γλι­τσι­α­σμέ­να φέρ­ρυ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70. Ἔ­χει καὶ αὐ­τὸς χλω­μό, σπα­σμέ­νο πρό­σω­πο καὶ στὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ φο­ρά­ει ἕ­να τε­ρά­στιο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο δα­χτυ­λί­δι. Συ­χνὰ μι­λά­ει μό­νος του, βρί­ζον­τας κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς πρό­σφα­τες με­τα­γρα­φὲς τοῦ Δι­κέ­φα­λου ποὺ ἀ­πο­δεί­χτη­κε παν­τε­λῶς ἄ­χρη­στη. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ὶ ὡ­στό­σο δὲν βγά­ζει μι­λιά. Φο­βᾶ­ται πὼς ὅ,τι κι ἂν πεῖ θὰ εἶ­ναι ἀ­νάρ­μο­στο γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Βρέ­χει τὸ πα­νί, σκου­πί­ζον­τας καὶ ξα­να­σκου­πί­ζον­τας τὸ σκοῦ­ρο κα­φὲ ξύ­λο τῆς μπά­ρας καὶ ἀλ­λά­ζει κά­θε τό­σο θέ­σεις στὰ μπου­κά­λια τοῦ μπου­φέ.

       Ὁ Παῦ­λος ἔ­χει πιά­σει τὸ γω­νια­κὸ τρα­πέ­ζι, δί­πλα στὴ με­γά­λη τζα­μα­ρία. Αὐ­τὸ τὸ κα­φὲ εἶ­ναι δι­κή του ἀ­να­κά­λυ­ψη. Μὲ τὴν Ἔλ­σα δὲν εἶ­χαν ἔλ­θει πο­τέ, για­τί ἐ­κεί­νη ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ­ρη πιὸ φω­τει­νὰ καὶ χα­ρού­με­να. Στοὺς πρώ­τους μῆ­νες τῆς ἀρ­ρώ­στιας της, πρὶν ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς κα­τά­κλι­σης, ὁ Παῦ­λος φρόν­τι­ζε νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ὅ­λες της τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες: ἔ­κα­ναν τρί­α τα­ξί­δια, τὸ ἕ­να στὴν Αἴ­γυ­πτο, καὶ τὰ ἄλ­λα δυ­ὸ στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὶς νό­τι­ες ἀ­κτὲς τῆς Γαλ­λί­ας.

       Ὁ Σί­μος με­τα­κι­νεῖ τὶς κα­ρέ­κλες στὸ βά­θος καὶ ἀρ­χί­ζει τὸ σκού­πι­σμα μὲ τὸ βε­τὲξ στὰ τρα­πέ­ζια. Τοῦ κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ἡ σι­ω­πὴ τοῦ Παύ­λου: ἂν βρι­σκό­ταν στὴ θέ­ση του, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει ἀ­σά­λευ­τος σὲ μιὰ γω­νιά. Ξέ­ρει φυ­σι­κὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι ποὺ πεν­θοῦν χω­ρὶς πο­λὺ σα­μα­τά, πε­ρισ­σό­τε­ρο σκε­φτι­κοὶ πα­ρὰ χα­μέ­νοι. Ξέ­ρει ἀ­κό­μα ὅ­τι, ἂν τὸ κα­κὸ εἶ­χε τύ­χει στὸν ἴ­διο, θὰ τὰ ἔ­βα­ζε μὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ θὰ γι­νό­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος.

       Ὁ Παῦ­λος κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α τὴ θο­λὴ καὶ ὑ­γρὴ μέ­ρα. Ἡ ἀ­σχή­μια τοῦ δρό­μου μὲ τὴ μά­ζα τῶν παρ­κα­ρι­σμέ­νων δὲν τὸν ἐ­νο­χλεῖ κα­θό­λου. Οἱ οὐ­ρα­νοὶ τῶν αὐ­το­κι­νή­των μοιά­ζουν μὲ φρε­σκο­πλυ­μέ­νες πι­α­τέ­λες στρω­μέ­νες σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι γε­μά­το ἀ­πο­φά­για καὶ μι­σο­τε­λει­ω­μέ­να μπου­κά­λια κρα­σί. Οἱ πρω­ι­νοὶ δι­α­βά­τες, βι­α­στι­κοὶ ἀλ­λὰ νη­φά­λιοι, δι­α­περ­νοῦν σὰν ἀ­γα­θὰ φαν­τά­σμα­τα τὴν τζα­μα­ρί­α τοῦ κα­φὲ καὶ ἔρ­χον­ται νὰ τὸν χτυ­πή­σουν φι­λι­κὰ στὸν ὦ­μο: γέ­ροι μὲ τὶς πά­νι­νες τσάν­τες-δῶ­ρο τοῦ φαρ­μα­κο­ποι­οῦ καὶ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να γυ­μνα­σι­ό­παι­δα μὲ τὰ φοῦ­τερ καὶ τὶς κου­κοῦ­λες τους, μὲ σκυ­φτοὺς ὤ­μους γιὰ νὰ δη­λώ­σουν τὴν προ­αι­ώ­νια βα­ρε­μά­ρα τους γιὰ τὸν κό­σμο —ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ κό­σμος δὲν βα­ρι­έ­ται πο­τέ—, ὁ κό­σμος, σκέ­φτε­ται ὁ Παῦ­λος, δὲν εἶ­ναι σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου μὲ τὴν ἄ­πλε­τη θέ­α στὸ δά­σος, ἀλ­λὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μὲ ὅ­λο του τὸ με­γα­λεῖ­ο σὲ αὐ­τὸ τὸ φα­σκι­ω­μέ­νο στε­νό, σὲ τού­τη τὴν ἀ­σή­μαν­τη πτύ­χω­ση τῆς πό­λης ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο κεν­τρι­κοὺς ἐμ­πο­ρι­κοὺς δρό­μους.

       Στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο δύ­ο ὄ­μορ­φες πω­λή­τρι­ες κα­πνί­ζουν, ἐ­νῶ τὰ στό­ρια τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων κα­τα­στη­μά­των εἶ­ναι ἀ­κό­μα κα­τε­βα­σμέ­να. Καὶ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ὁ Σί­μος κα­τα­βάλ­λει προ­σπά­θει­ες νὰ πα­ρα­μεί­νει δι­α­κρι­τι­κός. Καί­γε­ται νὰ ρω­τή­σει πράγ­μα­τα καὶ νὰ πεῖ λό­για πα­ρη­γο­ριᾶς στὸν ἄν­θρω­πο πού, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, φά­νη­κε ὅ­τι δὲν σή­κω­νε κου­βέν­τα. Ὁ Παῦ­λος εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος, ναί. Ἔ­χει τὴν κού­ρα­ση τῶν νο­σο­κο­μεια­κῶν δι­α­δρό­μων μὲ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἀ­να­μο­νῆς τοῦ μοι­ραί­ου πλά­ι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ οὐρ­λιά­ζει ἀ­πὸ τοὺς πό­νους. Θὰ τῆς κρα­τοῦ­σε μὲ τὶς ὧ­ρες τὸ χέ­ρι, ἕ­να κο­κα­λι­ά­ρι­κο χέ­ρι μὲ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὶς ἐ­νέ­σεις. Θὰ τοῦ ἔ­λει­παν ἄ­πει­ρες ὧ­ρες ὕ­πνου, ἐ­νῶ οἱ χη­μι­κὲς μυ­ρου­δι­ὲς τοῦ θα­λά­μου καὶ τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων θὰ ἔ­κα­ναν και­ρὸ νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

       Συ­νε­χί­ζει ὅ­μως νὰ κοι­τά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α· ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ μὴ βρί­σκει τί­πο­τα πα­ρά­ται­ρο στὴ δι­ά­τα­ξη τῶν πραγ­μά­των καὶ στὰ σχή­μα­τα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ βρο­χὴ στὴν ὄ­ψη τῆς πό­λης. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ βρέ­χει ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀλ­λά, λί­γα βή­μα­τα μα­κρύ­τε­ρα, στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­κυ­μαί­ας, ἡ ὁ­μί­χλη φρά­ζει τὴν ὁ­ρα­τό­τη­τα τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ. Τὸ μυα­λὸ τοῦ Παύ­λου μου­διά­ζει καὶ γα­λη­νεύει στὴ σκέ­ψη αὐ­τῆς τῆς ὁ­μί­χλης ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι τὶς πα­ρα­λί­ες τῆς Πι­ε­ρί­ας καὶ τὴ σβη­σμέ­νη γραμ­μὴ τοῦ Ὀ­λύμ­που, ὅ­που θὰ ἔ­χει ἤ­δη φτά­σει ἡ ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­να­μνή­σεις της ἀ­κέ­ραι­ες. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­ται ἄ­ρα­γε γιὰ πάν­τα; Ὁ Παῦ­λος ἀ­φή­νει μιὰ τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ κα­φὲ νὰ τοῦ πι­κρί­σει τὴ γλώσ­σα καί, βγά­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό, ἀ­να­κου­φί­ζε­ται στιγ­μια­ῖα ἀ­πὸ κά­θε σκέ­ψη. Ὅ­λα συ­νέ­βη­σαν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Τί­πο­τα ὅ­μως δὲν μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει οὔ­τε γιὰ τὸ πιὸ βέ­βαι­ο πράγ­μα, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­δι­ά­ψευ­στο γε­γο­νός.

       Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπα­θεῖ, ἡ σκέ­ψη δὲν δι­α­λύ­ε­ται ἐν­τός του. Ἡ σκέ­ψη εἶ­ναι σὰν τὸ βόμ­βο τῶν μη­χα­νῶν τοῦ ἐ­πι­βα­τη­γοῦ «Κα­νά­ρης» σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­νε­λέ­η­τα μπο­φὸρ τοῦ Ἰ­κά­ριου πε­λά­γους: λί­κνι­σμα ποὺ συ­νο­δεύ­ει τοὺς θνη­τοὺς ἕ­ως τὴν τε­λι­κή τους ἔ­ξο­δο, ἀ­πὸ μνή­μη σὲ μνή­μη καὶ ἀ­πὸ λή­θη σὲ λή­θη.

       «Ζεῖ ἀ­κό­μα ἐ­κεί­νη ἡ νό­στι­μη πορ­το­κα­λό­πι­τα, ρὲ Σί­μο;»

       Ὁ Σί­μος τι­νά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ ἡ­μί­φως τοῦ μπὰρ καὶ μὲ ἕ­να κύ­μα χα­ρᾶς νὰ τὸν δι­α­τρέ­χει, ἐ­πει­δὴ προ­φα­νῶς ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἡ δι­α­τα­ρα­χθεῖ­σα τά­ξη τοῦ κό­σμου, ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια ψη­λὰ καὶ ἀ­μέ­σως ὑ­πο­κλί­νε­ται στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πε­λά­τη. «Γιὰ τοὺς κα­λύ­τε­ρους τα κα­λύ­τε­ρα» λέ­ει, καί, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἐν­νο­εῖ…

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.

Μαρία Γκέκη: Δωρικὲς Κυκλάδες

.

Gkeki,Maria-DorikesKyklades-Eikona-01

.

Μα­ρί­α Γκέ­κη

 .

Δω­ρι­κὲς Κυ­κλά­δες

.

01-TaphΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ, μαυ­ρο­τσού­κα­λο. Φο­ροῦ­σε ρι­χτὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα, ἴ­σα νὰ τὸ κα­λύ­ψει μὲ τὸ πέν­θος τῆς κοι­νό­τη­τας, τῆς θε­μω­νιᾶς ὅ­πως τὴν ἔ­λε­γαν στὰ μέ­ρη τους. Τὸ σῶ­μα της, ξε­ρὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο τῆς Φο­λε­γάν­δρου. Μιὰ κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ ξυ­ρα­φι­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ Βο­ριά, πα­λαι­ό τους συμ­παί­χτη στὶς μου­σι­κές, ὄ­χι σὰν τὸν ἄλ­λο τὸν θε­ομ­παί­χτη τὸν Γαρ­μπή. Αὐ­τὸν τὸν τρέ­μαν στὸ Κα­ρα­βο­στά­σι.

       Τὸ πέν­θος βα­ρύ, γιὰ ἕ­να παι­δὶ ἐ­τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων ποὺ στού­κα­ρε μὲ τὸ μη­χα­νά­κι, βού­τη­ξε ἀ­π’ τὰ ψη­λά, στὴ Χρυ­σο­σπη­λιὰ νὰ γρά­ψει τὸ ὄ­νο­μά του κα­τὰ τὸ ἔ­θι­μο τ’ ἀρ­χαῖ­ο. Χά­ρης – Χά­ρος, αἰ­ώ­νιοι ἀ­γα­πη­μέ­νοι. Τὸ κα­κὸ σα­ράν­τα μέ­ρες ἔ­κλει­νε, τὸ δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο. Νέ­κρω­σε τὰ πα­νη­γύ­ρια τοῦ Ἰ­ου­λί­ου, ὅ­πως πέ­θα­ναν τὰ κα­λο­καί­ρια στὰ νη­σιά, ἀ­π’ ὅ­ταν ἔ­κα­ναν τὸν του­ρι­σμό, βα­ριὰ βι­ο­μη­χα­νί­α. Οἱ ξέ­νοι ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να ἤρ­θα­νε νὰ τοὺς συμ­βου­λέ­ψουν τί εἴ­δους «φου­γά­ρα» νὰ στή­σουν στὸ νη­σί. «Ἀ­να­τυ­πω­μέ­να λευ­κὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια μὲ λου­λα­κὶ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­λου­μι­νί­ου. Ἴ­σι­ες τα­ρά­τσες.»

       Ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς φι­λέ­ψουν, ἔ­σφα­ξε τὸ πρω­ὶ τὸν κό­κο­ρα, ξά­να­ψε τὸ αἷ­μα της, τό ’σβῆ­σε μὲ κρα­σί. Ξε­ρό, δι­κό της. Τὸ βρά­δυ πῆ­ρε θέ­ση πλά­ι στὸν ἄν­τρα της ποὺ ἔ­παι­ζε τὴ τσαμ­πού­να. Ἦ­ταν καὶ τ’ ἄλ­λα ὄρ­γα­να ἐ­κεῖ πα­ρόν­τα, κι οἱ μαῦ­ρες ται­νί­ες στὰ που­κά­μι­σά τους. Ἀλ­λὰ εἴ­χα­νε κλεί­σει οἱ ξέ­νοι το τρα­πέ­ζι ἕ­να μή­να καὶ βά­λε πρὶν γί­νει τὸ κα­κό. Ὑ­πο­χρέ­ω­ση κι ἡ μιά, κι ἄλ­λη με­γα­λύ­τε­ρη. Συμ­φώ­νη­σαν νὰ μὴ χο­ρέ­ψουν οἱ ντό­πιοι γιὰ νὰ συμ­βι­βά­σουν τ’ ἀ­συμ­βί­βα­στα.

       Οἱ ξέ­νοι γλέν­τα­γαν, στρι­φο­γύ­ρι­ζαν ἄλ­λος βή­μα­τα κα­λα­μα­τια­νοῦ ἄλ­λος πα­ρα­πα­τή­μα­τα ζε­ϊμ­πέ­κι­κου στὸν ἴ­διο κύ­κλο. Κά­τι κυ­ρά­δες, πέ­τα­ξαν τὰ λι­γο­στά τους ροῦ­χα, εἶ­δε τὰ κάλ­λη τους τὸ φεγ­γά­ρι, πῆ­γαν μα­ζὶ νὰ πέ­σουν στὰ νε­ρά, στὴν Ἀγ­κά­λη. Γδυ­τοί, Θε­έ μου ’σχώ­ρα με καὶ στὸ δεῖ­πνο, εἶ­πε μιὰ γριὰ κι ἔ­φτυ­σε στὸν κόρ­φο της. Τὸ σῶ­μα της, σα­ράν­τα χρο­νῶν, δὲ βού­τη­ξε στὴ θά­λασ­σα. Πό­τε κρύ­ω­νε πό­τε κά­ψω­νε. Τὸ ὕ­φα­νε σὰν ἀρ­γα­λει­ὸς ἡ ἁρ­μύ­ρα ποὺ χω­νό­ταν μέ­σα στὸ κρεβ­βά­τι της. Τὸ ἔ­ψη­νε ὁ ἥ­λιος, μὲ τὶς ἀ­φά­νες στὸν πυ­ρο­φοῦρ­νο. Ἄ­να­βε λαμ­πά­δα, στὸ χο­ρό.

       Κρα­σὶ δὲν ἤ­πι­ε, μπου­κιὰ δὲν ἔ­φα­γε, ἡ μου­σι­κὴ ἀ­γρί­ε­ψε τὰ πό­δια της. Ὄρ­θια τὴν σή­κω­σαν. Φεύ­γω εἶ­πε, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Σι­γα­νά, θυ­μω­μέ­να, γε­μά­τη ντρο­πή, «ἔ­χου­με πέν­θος, δὲν ἀ­κοῦ­τε;» συμ­πλή­ρω­σε. Κα­τέ­βη­κε μιὰ σκά­λα στὴ δη­μο­σιὰ κι ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα στὸ πρῶ­το στε­νο­σό­κα­κο. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα. Μέ­σα στὴ νύ­χτα δὲ μ’ εἶ­δε. Ἀ­νέ­μι­σε τὸ μαν­τή­λι. Δυ­νά­μω­σαν σὰ ταμ­ποῦρ­λα τὰ τρι­ζό­νια. Στρίγ­γλι­ζε τὸ βι­ο­λὶ καὶ τσούγ­γρι­ζε τὰ ξάρ­τια τῶν ἱ­στι­ο­φό­ρων ἡ τσαμ­πού­να.

       Τὸ σῶ­μα της ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο. Ἄ­στρα­ψαν τὰ ροῦ­χα της στὸ φῶς τῆς σε­λή­νης. Ἀ­πο­γει­ώ­θη­κε. Τὸ μαν­τή­λι της πι­ά­στη­κε στὸ καμ­πα­να­ριό. Ὁ χο­ρός της πά­τη­σε τὸ θά­να­το. Ὁ χο­ρός της ἀ­νέ­στη­σε τὸν Χά­ρη. Χα­μο­γέ­λα­σε. Εἶ­χε ἕ­να δόν­τι, δα­νει­κὸ ἀ­π’ τὴν Ἐ­νυ­ώ, γριὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ της.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Νί­και­α, 1961). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ δη­μό­σιο Νη­πι­α­γω­γεῖ­ο. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Δι­η­γή­μα­τά της ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἀρ. 3 κα­θὼς καὶ στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, δι­α­δρο­μὴ 2014.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν Χρυ­σο­σπη­λιὰ Φο­λε­γάν­δρου. Δι­α­κρί­νον­ται ἀρ­χαί­α χα­ράγ­μα­τα ὀνομάτων.

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Γιὰ τὸ γράψιμο

.

05-Altenberg,Peter-GiaToGrapsimo-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Γιὰ τὸ γράψιμο

(Übers Schreiben)

 .

18-MiΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ καὶ φι­λι­κό­τα­του φί­λου μου, τοῦ Φρ. Β. (γρά­φει ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ σβελ­τά­δα σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κα­λύ­τε­ρες γρα­φο­μη­χα­νές), δι­α­πί­στω­σα μό­λις (ἀ­κα­ρια­ία, ἁ­πλού­στα­τη δι­α­πί­στω­ση) ὅ­τι τὸ νὰ γρά­φεις κα­λὲς ἐ­πι­στο­λὲς μπο­ρεῖ ἁ­πλῶς νὰ ση­μαί­νει, νὰ γρά­φεις κα­τὰ τέ­τοι­ον τρό­πο, σὰν ὁ πα­ρα­λή­πτης, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει τὴν ἐ­πι­στο­λή, νὰ ­κού­ει μὲ τρό­πον ἄ­με­σο τὸν συν­τά­κτη της κα­θι­σμέ­νον δί­πλα του νὰ τοῦ μι­λᾶ δυ­να­τά, ἀ­πο­φα­σι­στι­κά! Ἂν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πεῖς πλή­ρως σὲ μιὰν ἐ­πι­στο­λὴ αὐ­τὴ τὴ δι­α­φο­ρὰ τοῦ ἐν σι­ω­πῇ γρά­φον­τος καὶ ἠ­χη­ρῶς ὁ­μι­λοῦν­τος, ση­μαί­νει ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­φεις ἐ­πι­στο­λές! Ὅ­λα τὰ ἄλ­λα εἶ­ναι λο­γο­τε­χνι­κὸ σκου­πι­δα­ρει­ὸ στε­φα­νω­μέ­νο μὲ δάφ­νες à la γου­ρου­νο­κε­φα­λή. Ταμ­πε­ρα­μέν­τα, ἀ­κα­λαι­σθη­σί­ες, πα­ρα­ξε­νι­ές, ἰ­τα­μό­τη­τες, ἀ­νο­η­σί­ες, ὅ­λα πρέ­πει νὰ βγαί­νουν στὴ φό­ρα, νὰ βο­οῦν, νὰ βο­οῦν· δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὸ γρά­ψι­μο κα­ταν­τᾶ τε­χνη­τή, κάλ­πι­κη καὶ ὡς ἐκ τού­του ἀ­νια­ρὴ ὑ­πό­θε­ση! Ἐ­πι­στο­λι­κὴ στιγ­μια­ία φω­το­γρα­φί­α!

       Ἦρ­θε κά­πο­τε ἕ­νας φί­λος μου, ὁ ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ὸς Γι­ό­ζεφ T. Εἶ­χε μό­λις κη­δέ­ψει τὴν ὑ­πέ­ρο­χη 23χρονη ἀ­γα­πη­μέ­νη του.

       «Πέ­τερ, ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μὲ βο­η­θή­σεις, βο­ή­θη­σέ με! Ἕ­να ἐ­πι­τύμ­βιο ἀ­πὸ σέ­να γιὰ τὴ μαρ­μά­ρι­νη τα­φό­πλα­κα! Πό­τε νὰ ἐλ­πί­ζω ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σοῦ ἔρ­θει κά­τι ται­ρια­στό;­!­;»

       «Ἀ­μέ­σως τώ­ρα», τοῦ ἀ­πάν­τη­σα στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου, «ἢ πο­τέ!»

       Τρά­βη­ξε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό του.

       Τοῦ ὑ­πα­γό­ρευ­σα:

       «Ἤ­μουν ὁ ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ὸς Γι­ό­ζεφ T.,

       Καὶ ὕ­στε­ρα βρέ­θη­κα στὸν πα­ρά­δει­σο μέ­σα ἀ­πὸ Σέ­να – – -.

       Καὶ τώ­ρα εἶ­μαι πά­λι ὁ ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ὸς

       Γι­ό­ζεφ T. – – – .»

       Τό­σο ἄ­με­σα, τό­σο ἀ­πό­το­μα πρέ­πει κα­νεὶς νὰ ἀ­νοί­γει τὴν καρ­διά του· ἐ­πει­δὴ με­τὰ θὰ γί­νει μιὰ ἄ­νο­στη σα­λά­τα! Ἔ­τσι ἐ­ξη­γοῦν­ται οἱ πολ­λὲς ἄ­νο­στες σα­λά­τες – – -.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie ( μη­χα­νι­σμὸς τῆς ζω­ῆς) F­e­u­i­l­l­e­t­o­ns. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke Erb. R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980, σ. 79.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὸ Café Central τῆς Βιέννης τὸ 1907.

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Γιὰ τὶς πέννες

.

04-Altenberg,Peter-GiaTisPennes-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Γιὰ τὶς πέννες

(Über Schreibfedern)

.

05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΕ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΜΕΝΟΣ ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει μιὰ πέ­ν­να συν­δε­δε­μέ­νη κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο μὲ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του! Καὶ μὲ τὸ δί­κιο του δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἁ­πλῶς νὰ φαν­τα­στεῖ πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει μὲ μιὰν ἄλ­λη. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸν εὐ­θέ­ως τρο­χο­πέ­δη τῆς σκέ­ψης, συρ­ρί­κνω­ση τοῦ αἰ­σθή­μα­τος! Ἐ­νῶ ἡ αὐ­τῷ συ­να­νή­κου­σα πέννα θὰ με­τέ­φε­ρε τρό­πον τι­νὰ πνεῦ­μα καὶ ψυ­χὴ στὸ χαρ­τί, θὰ τὰ με­τέ­τρε­πε σὲ γρα­πτό!

       Ἡ δι­κή μου πέννα εἶ­ναι ἡ μπλὲ πέννα K­u­hn 201. Ὅ­πως ἕ­να βι­ο­λὶ ἀ­πὸ τὴν Κρε­μώ­να, ἔ­τσι κι αὐ­τὴ γί­νε­ται μὲ τὴν χρή­ση ὅ­λο καὶ πιὸ ἁ­πα­λή, πιὸ ἀ­πο­δο­τι­κή. Συ­χνὰ δεί­χνει νὰ προ­τρέ­χει σχε­δὸν καὶ τῶν «φτε­ρου­γι­σμά­των», ὅ­πως λέ­νε, «τῆς σκέ­ψης». Πάν­τως, ἐ­γὼ ἀ­φή­νο­μαι στὴ δι­ά­θε­σή της, ὅ­πως ἀ­φή­νε­ται κα­νεὶς σὲ μιὰ ἀ­σφα­λή, εὐ­γε­νι­κὴ ξε­να­γό.

       Ἕ­νας ἀλ­λο­δα­πὸς ψυ­χο­λό­γος μοῦ ἔ­γρα­ψε πρὶν ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια: «Τὸ χρει­ά­ζο­μαι γιὰ μία βα­σι­κὴ με­λέ­τη – – – τί ση­μαν­τι­κὸ ἔ­χε­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε γιὰ τὸν τρό­πο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας σας;­!­;»

       Ἀ­πάν­τη­σα ἀ­μέ­σως: «Μπλὲ πέννα K­u­hn 201, χαρ­τὶ με­γά­λου —ὀρ­θο­γώ­νιου— σχή­μα­τος, σκλη­ρὴ χαρ­το­νέ­νια βά­ση, γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ γρά­φω στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­ρε­μη ψυ­χὴ καὶ γλί­σχρον ὀ­βο­λόν. Τὰ λοι­πὰ πα­ρέλ­κουν!»

       Ἂν μιὰ νε­α­ρὴ κυ­ρί­α μοῦ πεῖ: «Ἐ­γὼ γρά­φω τὰ πάν­τα μό­νο μὲ τὴν πέννα μ’ αὐ­τὸν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο», τὴ νι­ώ­θω ἀ­μέ­σως γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ ψυ­χι­κὰ πιὸ κον­τά μου. Ἂν μοῦ τὸ πεῖ αὐ­τὸ μιὰ γη­ραι­ὰ κυ­ρί­α, τὴν βλέ­πω σὰν γρη­ὰ κα­ρα­κά­ξα.

       Ἀλ­λὰ νὰ μὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖς συγ­κε­κρι­μέ­νη πέννα, ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μά­δι «ἐλ­λειμ­μα­τι­κῆς ἀ­το­μι­κό­τη­τας», θὰ ἔ­κρι­νε ἀ­φο­ρι­στι­κὰ ἕ­νας νε­ω­τε­ρι­στής.

       Ἐ­γὼ ὅ­μως λέ­ω μὲ τρό­πο ἤ­ρε­μο καὶ σε­μνό: Μπλὲ ἀ­τσά­λι­νη πέννα K­u­hn 201, καὶ ἔ­σο εὐ­γνώ­μων!

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: W­i­e­n­er G­e­s­c­h­i­c­h­t­en (Βι­εν­νέ­ζι­κες ­στο­ρί­ες). Ἐ­πιμ. B­u­r­k­h­a­rd S­p­i­n­n­en. Sch­öf­fling & Co., F­r­a­n­k­f­u­rt <M.> 1997, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ μὲ τὸν αὐστριακὸ μοντερνιστὴ ἀρχιτέκτονα Ἄ­ντολφ Λώς (Μπρνὸ τῆς Μοραβίας, 1870-Κάλκσμπουργκ, κοντὰ στὴν Βιέννη, 1933). Φω­τογραφία τοῦ 1905.

.

Κίμων Καλαμάρας: Ὁ γιατρός

.

Kalamaras,Kimon-OGiatros-Eikona-01

.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας

 

Ὁ για­τρός

.

03-EpsilonΞΕΤΑΣΕ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ πε­ρι­φέ­ρον­τας τὶς μπί­λι­ες τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­ρι­στε­ρὰ-δε­ξιά, ὅ­πως τὰ κουρ­δι­στὰ κου­κλά­κια ποὺ κοι­μί­ζουν τὰ παι­διά. Οἱ ἀ­νοι­χτό­χρω­μοι κι­τρι­νω­ποὶ τοῖ­χοι τὸν ὑ­πέ­βα­λαν σὲ ἕ­να εἶ­δος νο­σταλ­γί­ας καὶ ἀ­πά­θειας ταυ­τό­χρο­να. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­μί­α πρό­σφα­τη μνή­μη ποὺ ἄ­ξι­ζε νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει. Ἔ­τσι, πρό­θυ­μα σχε­δόν, ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν κα­τα­πι­εῖ ἡ ἀ­πά­θεια. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς μι­σά­νοι­χτες κουρ­τί­νες, με­ρι­κὰ πεῦ­κα, μιὰ αὐ­λὴ στρω­μέ­νη μὲ χα­λί­κια, λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα παρ­κα­ρι­σμέ­να ἐ­δῶ καὶ κεῖ καὶ μιὰ πε­λώ­ρια λευ­κὴ πόρ­τα στὸ βά­θος, νὰ χά­σκει ὀρ­θά­νοι­χτη.

            Ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα ὁ για­τρός, ἔ­νι­ω­σε νὰ θέ­λει νὰ χα­μο­γε­λά­σει, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε στε­γνώ­σει ἀ­πὸ κά­θε συ­ναί­σθη­μα. Φό­ρα­γε τὴν λευ­κή του ρόμπα, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ το­νί­σει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ὑ­γεί­α του, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἀ­πὸ ὅλους, ἀπὸ τὸ κάθε τι. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν ρο­δα­λό, χα­ρού­με­νο,  ἐνῶ τὸ μέτωπό του γυάλιζε κάτω ἀπὸ τὰ ἀραιά του μαλλιά. Τὸν πλη­σί­α­σε μὲ κά­τι χαρ­τιὰ στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ ἔ­κα­τσε στὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι. Ἔ­ψα­ξε στὰ τυ­φλὰ τὴν τσέ­πη τῆς ρόμπας του καὶ κάρ­φω­σε ἐ­κεῖ τὸ στυ­λό. Ὁ ἀ­σθε­νὴς ἔ­δω­σε τό­τε μιὰ ὤ­θη­ση στὸ σῶ­μα του καὶ ἀ­να­ση­κώ­θη­κε. Κά­θι­σε ἀν­τι­κρι­στὰ ἀ­πὸ τὸν για­τρό, μὲ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη τὴν πλά­τη καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα του στε­γνό, πέν­θι­μο.

            «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ ἀ­πευ­θύν­θη­κε ὁ για­τρός. Δὲν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Μό­νο ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ νω­ρί­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐκ­φρά­σει, τώ­ρα ἔ­μοια­ζε νὰ παίρ­νει κά­ποι­α ὑ­πο­τυ­πώ­δη μορ­φή.

            «Θὰ ση­κω­θεῖς κα­θό­λου; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με ἐ­πί­σκε­ψη. Μό­νος μου θὰ τὴν κά­νω πά­λι;», ρώ­τη­σε μὲ ἀ­στεῖ­ο, θε­α­τρι­κὸ σχε­δὸν τό­νο ὁ για­τρός. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­σθε­νῆ συ­σπά­στη­κε, κοί­τα­ξε τὸν για­τρὸ στὰ μά­τια καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ γε­λά­σει. Ἦ­ταν σὰν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη αὔ­ρα νὰ ἐμ­φύ­ση­σε λί­γη ζω­ὴ καὶ κά­ποι­α δείγ­μα­τα χα­ρᾶς στὸ ξύ­λι­νο πρό­σω­πό του. Στιγ­μια­ία ἔ­νι­ω­σαν καὶ οἱ δύο μί­α ψυ­χι­κὴ σύν­δε­ση, τό­σο ἀ­δι­ό­ρα­τη, ὅ­σο καὶ τὸ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς κουρ­τί­νας κα­θὼς τὴν φυ­σά­ει ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος σου.

            Ὁ για­τρὸς ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ὁ ἀ­έ­ρας στα­μά­τη­σε. Ἡ κουρ­τί­να ἄ­ψυ­χη πά­λι, κρε­μό­ταν σὰν φάν­τα­σμα, κρύ­βον­τας κά­πως τὴν θέ­α στὴν αὐ­λή.

            Ὁ ἀ­σθε­νὴς τό­τε θυ­μή­θη­κε τὶς μέ­ρες ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν ἐ­πι­με­λη­τὴς στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα, ὅ­που τώ­ρα νο­ση­λευ­ό­ταν. Θέ­λη­σε νὰ ση­κω­θεῖ, νὰ βά­λει τὴν δική του ρόμπα. «Εἶναι τώ­ρα ἡ ὥ­ρα γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη»; ρώ­τη­σε τὸ για­τρό. «Θὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ αὔ­ριο, ποὺ θὰ εἶ­σαι κα­λύ­τε­ρα» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, καὶ φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἡ τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ πρό­λα­βε νὰ συγ­κρα­τή­σει ὁ ἀ­σθε­νὴς ἦ­ταν ἡ ρόμπα ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε κα­θὼς πί­σω της ἔ­κλει­νε ἡ πόρ­τα. Ἄ­φη­σε τὸ σῶ­μα του νὰ πέ­σει στὸ κρε­βά­τι καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­ξε­ρευ­νᾶ τὸ τα­βά­νι μὲ τὰ κί­τρι­να μά­τια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀθή­να, 1976). Σπού­δα­σε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στικὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχο­λεῖται μὲ τήν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τήν ποί­η­ση.

.