Σωτήρης Σαράκης: Περίπατος στὴν τεθλασμένη ὁδό

.

Sarakis-PeripatosStinTethlasmeniOdo-Eikona(Foto=EydokiaIoannidou)-06b

.

Σω­τή­ρης Σα­ρά­κης

.

Πε­ρί­πα­τος στὴν τε­θλα­σμέ­νη ὁ­δό

.

05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΥΜΦΩΝΑ μὲ τὴν ἀ­ριθ­μη­σή της, ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου τοῦ Δή­μου Βύ­ρω­νος ἀρ­χί­ζει ἀ­π’ τὰ δυ­τι­κὰ ὅ­ρια τοῦ Δή­μου (πλα­τεῖ­α Μαρ­τά­κη, γνω­στὴ ὡς «Δε­λη­ο­λά­νη») καὶ τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἄλ­σος τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας ὅ­που ἀρ­χί­ζει ἡ ὁ­δὸς Γ. Πα­παν­δρέ­ου. Προ­σω­πι­κά, ὡ­στό­σο, ἔ­χω ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τη ἄ­πο­ψη ἐ­π’ αὐ­τοῦ: Ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου ἀρ­χί­ζει ἐ­λά­χι­στα πρὶν τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ αἰχ­μὴ τοῦ ἄλ­σους τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας καὶ ἐκ­βάλ­λει στὰ δυ­τι­κὰ ὅ­ρια τοῦ Δή­μου, ἐ­πὶ τῆς πλα­τεί­ας Μαρ­τά­κη (γνω­στῆς ὡς «Δε­λη­ο­λά­νη»).

       Δι­ό­τι, ὅ­πως δη­λώ­νει ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α της (τε­θλα­σμέ­νη ὁ­δός, μὲ ἀρ­κε­τὰ ἔν­το­νη κλή­ση, ἑ­λισ­σό­με­νη στὸ χα­μη­λό­τε­ρο ἐ­δα­φι­κὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς πε­ρι­ο­χῆς) ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὶς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν πα­λαι­ο­τέ­ρων, ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου, στὴν προ­η­γού­με­νη ζω­ή της, ἦ­ταν ρέ­μα. Καί, ὡς γνω­στόν, τὰ ρέ­μα­τα δὲν ἀρ­χί­ζουν ἀ­π’ τὰ χα­μη­λὰ καὶ ν’ ἀ­νε­βαί­νουν τὸν ἀ­νή­φο­ρο. Ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ κά­ποι­ο λί­γο ἢ πο­λὺ ψη­λό­τε­ρο ση­μεῖ­ο καὶ κα­τη­φο­ρί­ζουν. Ὁ ἴ­διος, βέ­βαι­α, λό­γος ἐ­ξη­γεῖ καὶ τὴν ἄλ­λη μου ἐμ­μο­νὴ ὡς πρὸς τὴν ὁ­δὸ Με­σο­λογ­γί­ου – νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὸ ρῆ­μα «ἐκ­βάλ­λει» γιὰ δρό­μο. Ναί, δρό­μος, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει πὼς δι­και­ού­μα­στε νὰ ξε­χνᾶ­με ἀ­σε­βῶς τὴν ἱ­στο­ρί­α του.

       Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ πὼς καὶ ἄλ­λοι, πρὸ ἐ­μοῦ, καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­νά­πο­δη ἀ­ρίθ­μη­σῃ, σε­βά­στη­καν αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Πρῶ­τον, ὁ ὀ­νο­μα­το­δό­της, ὁ νου­νὸς τοῦ δρό­μου. Βέ­βαι­α, ἕ­νας Δῆ­μος Βύ­ρω­νος ὄ­φει­λε νὰ δι­α­θέ­τει μιὰν ὁ­δὸ Με­σο­λογ­γί­ου. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ εὔ­στο­χο νὰ δο­θεῖ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ὄ­νο­μα σ’ ἕ­ναν δρό­μο ποὺ προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε ὡς σκο­πό του τὴν ἔ­ξο­δο τῶν νε­ρῶν τῆς στε­ριᾶς στὴ θά­λασ­σα. Καί, δεύ­τε­ρον, ἡ Τρο­χαί­α (ἢ ὅ­ποι­α, τέ­λος πάν­των, Υ­πη­ρε­σί­α κα­τα­γί­νε­ται μὲ τὶς λε­γό­με­νες μο­νο­δρο­μή­σεις). Δὲν γνω­ρί­ζω ἂν καὶ πό­σο ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ὁ­δοῦ ὡς ὁ­δοῦ ὑ­δά­των ἐ­πη­ρέ­α­σε τὴν ἀ­πό­φα­σή της νὰ τὴν ὁ­ρί­σει κά­θο­δο τῶν ὀ­χη­μά­των, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως ἐ­πρό­κει­το, γιὰ εὐ­νο­ή­τους λό­γους, πε­ρὶ ὀρ­θῆς α­πο­φά­σε­ως.

.

Κα­τοί­κη­σα στὸν Βύ­ρω­να τὸ 1972, συ­νε­πῶς βρῆ­κα τὴν ὁ­δὸ Με­σο­λογ­γί­ου δρό­μο ἀν­θρώ­πων καὶ ὄ­χι νε­ρῶν. (Πα­ρό­τι, ὅ­ταν ἔ­χου­με ρα­γδαῖ­ες βρο­χές, αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α μᾶς θυ­μί­ζουν δι­α­κρι­τι­κὰ τὸ πα­ρελ­θόν της, δι­εκ­δι­κών­τας τὰ δι­και­ώ­μα­τά τους.) Δρό­μος λοι­πὸν γιὰ μέ­να σὰν ὅ­λους τοὺς δρό­μους. Προ­σέ­τι, δρό­μος ἀ­π’ αὐ­τούς ποὺ δὲν περ­πά­τη­σα ὡς παι­δὶ – καὶ εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὅ­λοι οἱ δρό­μοι τῆς γῆς, τυ­πο­ποι­η­μέ­νοι καὶ μή, χω­ρί­ζον­ται σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: Σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ περ­πα­τή­σα­με παι­διά, καὶ σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν περ­πα­τή­σα­με παι­διά. Τὴν ξε­χώ­ρι­σα, ὡ­στό­σο, καὶ τὴ συμ­πά­θη­σα ἀ­μέ­σως, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τάς την με­τα­ξὺ τῶν δρό­μων ὅ­που ἀ­γα­πῶ νὰ βα­δί­ζω. Ἴ­σως βο­ή­θη­σαν καὶ τὰ ἄ­νε­τα πε­ζο­δρό­μιά της, πιὸ πο­λὺ ὅ­μως πι­στεύ­ω πὼς μὲ τρά­βη­ξε τὸ ὑ­γρό της πα­ρελ­θόν: Τὰ ρέ­μα­τα τοῦ χω­ριοῦ μου ὑ­πῆρ­ξαν οἱ κα­λο­και­ρι­νοὶ πα­ρά­δει­σοι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων.

       Συ­νή­θως ξε­κι­νά­ω ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φή της καὶ κα­τε­βαί­νον­τας τὴν ἐ­ξαν­τλῶ· δὲν πρό­κει­ται ἄλ­λω­στε γιὰ δρό­μο ἰ­δι­αί­τε­ρα μα­κρύ: Τὸ κα­τα­λη­κτι­κὸ νού­με­ρο τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς (κα­τ’ ἐ­μὲ δε­ξιᾶς) της πλευ­ρᾶς εἶ­ναι τὸ μᾶλ­λον μέ­τριο 87. Στὴ δε­ξιά (κα­τ’ ἐ­μὲ ἀ­ρι­στε­ρή) της πλευ­ρά, δὲν θὰ δοῦ­με πα­ρα­πλή­σιο (ζυ­γὸ) ἀ­ριθ­μό: Τὰ κτή­ρια, μα­ζὶ μὲ τοὺς α­ριθ­μούς τους, στα­μα­τᾶ­νε κάμ­πο­σο χα­μη­λό­τε­ρα, α­φοῦ ἡ ἐν λό­γῳ πλευ­ρὰ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸ ἄλ­σος τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας. Έ­τσι, ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου μοῦ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ὑ­πο­δο­χὴ ἐν­τυ­πω­σια­κή. Τὸ μά­τι πέ­φτει μὲ λα­χτά­ρα στὰ πα­νύ­ψη­λα πεῦ­κα καὶ στοὺς τε­ρά­στιους εὐ­κα­λύ­πτους τοῦ ἄλ­σους. Βα­δί­ζω συ­νή­θως στὴν (κα­τ’ ἐ­μὲ) δε­ξιὰ ὄ­χθη, ὥ­στε νὰ βλέ­πω πιὸ ἄ­νε­τα τὰ δέν­τρα. Τὸ μέ­γε­θός τους κά­νει νὰ δεί­χνουν ε­ξαι­ρε­τι­κὰ πυ­κνά. Ὑ­πάρ­χουν καὶ κάμ­πο­σοι θά­μνοι ποὺ ὅ­μως δὲν πο­λυ­φαί­νον­ται ἀ­π’ τὸ δρό­μο. Ἀν­τί­θε­τα, τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ στὸ κιγ­κλί­δω­μα ὅ­λο καὶ πυ­κνώ­νουν κα­τε­βαί­νον­τας. Νά καὶ δυ­ὸ-τρί­α κυ­πα­ρίσ­σια, μιὰ συ­στά­δα σκί­νων καὶ (θαυ­μά­σιο!) μιὰ ζω­η­ρό­τα­τη πι­κρο­δάφ­νη.

       Ἡ κά­θο­δος συ­νε­χί­ζε­ται· μιὰ πι­να­κί­δα μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πὼς πρό­κει­ται ὄν­τως γιὰ τὸ ἄλ­σος τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας, μὲ παι­δι­κὴ χα­ρά, γή­πε­δο μπά­σκετ κ.λπ., καὶ λί­γο πιὸ κά­τω μιὰ μι­κρό­τε­ρη πι­να­κί­δα ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τὴν εἴ­σο­δο στὰ σκυ­λιά. Ἄ­λυ­το, ἐν­νο­εῖ­ται, κι ἐ­δῶ τὸ πρό­βλη­μα μὲ τ’ ἀ­δέ­σπο­τα ποὺ δὲ γνω­ρί­ζουν ἀ­νά­γνω­ση.

       Μὲ τὸ ποὺ τε­λει­ώ­νει τὸ ἄλ­σος, πάν­τα ἀ­ρι­στε­ρά μου, τὰ σχο­λεῖ­α, νη­πι­α­γω­γεῖ­α καὶ δη­μο­τι­κά. Βλέ­πω τὰ πι­τσι­ρί­κια ποὺ σχο­λᾶ­νε, θυ­μᾶ­μαι ποὺ κι ἐ­γὼ στὴν ἡ­λι­κί­α τους περ­νοῦ­σα ἕ­να ρέ­μα γιὰ νὰ φτά­σω στὸ σχο­λεῖ­ο μου, θυ­μᾶ­μαι καὶ τὴν ἀ­γω­νί­α ζω­γρα­φι­σμέ­νη στὸ πρό­σω­πο τῆς μά­νας μου ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νος (τὰ κα­τε­βα­σμέ­να ρέ­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς εἴ­χα­νε φά­ει πολ­λὰ παι­δά­κια τὸν και­ρὸ ποὺ πε­ρίσ­σευ­αν ἐ­κεῖ τὰ παι­διὰ καὶ σπά­νι­ζαν τὰ γε­φύ­ρια). Πά­ω νὰ πῶ «εὐ­τυ­χῶς, τώ­ρα…», βλέ­πω ὅ­μως ἔν­τρο­μος τὸ ρεῦ­μα τῶν αὐ­το­κι­νή­των, θυ­μᾶ­μαι τὴ δι­κή μου ἀ­γω­νί­α ὅ­ταν ἡ κό­ρη μου πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τοῦ­τα τὰ δη­μο­τι­κά, καί μοῦ ’ρ­χε­ται νὰ φω­νά­ξω: Παι­διά, τὸ νοῦ σας, τὰ ρέ­μα­τα εἶ­ναι πάν­τα ἐ­πι­κίν­δυ­να!

.

Λέ­ω ε­δῶ, στὰ μι­σὰ πε­ρί­που τοῦ δρό­μου, να δι­α­κό­ψω. Ἢ μᾶλ­λον, νὰ συ­νε­χί­σω μό­νος μου ὣς τὶς ἐκ­βο­λές. Ὅ­που, κά­θε φο­ρὰ ποὺ φτά­νω, ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν βά­δι­σα δρό­μο ἢ ρέ­μα. «Ἦρ­θα ὁ­λό­ρε­μα» λέ­γα­με κά­πο­τε στὰ μέ­ρη μου κι ἐν­νο­ού­σα­με ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό: Εἴ­χα­με κά­μει δρό­μο μας τὸ φι­λι­κὸ ρέ­μα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σω­τή­ρης Σα­ρά­κης (Ἀμ­πέ­λια Ἀ­γρι­νί­ου, 1949). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές του, οἱ τρεῖς πρῶ­τες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες συγ­κρο­τοῦν τὸν πρῶ­το τό­μο τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του (Δο­κι­μα­σί­ες καὶ δο­κι­μές, ἐκδ. Κουκ­κί­δα, Ἀ­θή­να 2011).

Εἰκόνα: Ἡ ὁδὸς Μεσολογγίου στὸν Βύρωνα, ὅπως εἶναι σήμερα (15-09-2014, 12:24 μμ.). Φωτογραφία: Εὐδοκία Ιωαννίδου.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: