Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Στὸν Δημοτικὸ Κῆπο (I)

.

02-Altenberg,Peter-StonDimotikoKipo-Eikona-02

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

. 

Στὸν Δημοτικὸ Κῆπο (I)

(Im Volksgarten I)

 .

10-Iota-Century_Mag_Illuminated_I_-_2ΟΥΛΙΟ μήνα στὸν Δη­μο­τι­κὸ Κῆ­πο. Ἡ εὐ­χά­ρι­στη δρο­σιὰ τῶν φυ­τῶν ἔ­χει χα­θεῖ. Τώ­ρα ἀν­θί­ζουν τὰ ρό­δα C­r­i­m­s­on R­a­m­p­l­er* σὰν βα­θυ­κόκ­κι­νοι θά­μνοι. Στὴ λι­μνού­λα, μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ μνη­μεῖ­ο τῆς Ἐ­λι­σά­βετ, ἁ­πλώ­νον­ται τὰ μα­ρα­μέ­να νού­φα­ρα. Μό­νο τὰ φύλ­λα ξα­πλώ­νουν ἐ­πί­πε­δα στὸ νε­ρὸ ποὺ ἰ­ρι­δί­ζει πρα­σι­νω­πό. Στὶς τε­ρά­στι­ες ἀ­νοι­χτοῦ φαι­οῦ χρώ­μα­τος πή­λι­νες γλά­στρες ἀν­θί­ζουν ρὸζ ὀρ­ταν­σί­ες. Τὰ μαρ­μά­ρι­να παι­δι­κὰ πρό­σω­πα στὰ συν­τρι­βά­νια ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν γλυ­κύ­τη­τα χω­ρὶς προ­η­γού­με­νο. Θὰ εἶ­ναι τὰ παι­διὰ τοῦ ἴ­διου τοῦ γλύ­πτη. Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος! Ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἐν­νιὰ χρο­νῶ δεί­χνει σὲ ὅ­λους μας τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μα­ε­στρί­α του. Φο­ρά­ει μό­νο ἄ­σπρο που­κα­μι­σά­κι κι ἔ­χει ἕ­να χον­τρὸ κόκ­κι­νο με­τα­ξέ­νιο κορ­δό­νι. Παί­ζει σχοι­νά­κι τρέ­χον­τας σὰν ἕλ­λη­νας μα­ρα­θω­νο­δρό­μος. Παί­ζει ντι­άμ­πο­λο σὰν πρω­τα­θλή­τρια. Δου­λεύ­ει ταυ­το­χρό­νως μὲ δυ­ὸ ρα­κέ­τες καὶ δυ­ὸ κόκ­κι­νες λα­στι­χέ­νι­ες μπά­λες. Τὴν ἐ­πευ­φη­μῶ: Μπρά­βο, μπρά­βο! σὰν νὰ βρι­σκό­μουν σὲ Βα­ριε­τέ. Γυ­μνὰ πο­δα­ρά­κια γα­ζέ­λας. Συ­νε­παρ­μέ­νη ἀ­π’ τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα κά­νει τώ­ρα τὰ πάν­τα γιὰ μέ­να καὶ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ φί­λη μου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­νου­με τὴ μιὰ μπά­λα της ἀ­πὸ κά­τω. Τὸ ξέ­ρει, εἶ­ναι ἡ εὐ­νο­ού­με­νή μας. Ἔ­χει πά­ρει μὲ τὸ μέ­ρος της ξέ­νους ἀν­θρώ­πους. Ἔ­χει πε­τά­ξει πά­νω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ σφαί­ρα τοῦ μπαμ­πά, τῆς μα­μᾶς, τοῦ θεί­ου, τῆς θεί­ας, καὶ δι­εισ­δύ­σει στὴ χώ­ρα τῆς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης.

       Καὶ τό­τε ἡ μα­μὰ τῆς λέ­ει: «Παῖ­ξε πρὸς τὰ μέ­να, θέ­λω νὰ βλέ­πω κι ἐ­σέ­να, ὄ­χι μό­νο τὴν πλά­τη σου.»

       Τό­τε τὸ παι­δὶ μᾶς ἀ­φή­νει ἐ­μᾶς, γυ­ρί­ζει καὶ παί­ζει πρὸς τὴ μα­μά. Ρί­χνει ὅ­μως κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στοὺς ξέ­νους θαυ­μα­στές του.

       Λί­γο με­τὰ ἔρ­χε­ται ὁ μπαμ­πάς, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­π’ τὶς δου­λειές.

       «Δι­α­σκε­δά­ζεις, Ἄν­να;­!;» λέ­ει στὸ κο­ρι­τσά­κι του.

       «Δι­α­σκε­δά­ζω, δι­α­σκε­δά­ζω» —θὰ σκέ­φτη­κε ἡ Ἄν­να—, «μὲ κα­μα­ρώ­νουν, μὲ θαυ­μά­ζου­νε».

 .

* R­o­sa C­r­i­m­s­on R­a­m­p­l­er: Εἶ­δος ἰ­α­πω­νι­κοῦ μὴ ἀ­ρω­μα­τι­κοῦ ρό­δου ποὺ ἔ­φε­ρε πρῶ­τος στὴν Εὐ­ρώ­πη τὸ 1893 ὁ C­h­a­r­l­es T­u­r­n­er. Βα­θιοῦ πορ­φυ­ροῦ χρώ­μα­τος, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κό, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τοί­χους καὶ πέρ­γκο­λες.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: W­i­e­n­er G­e­s­c­h­i­c­h­t­en (Βι­εν­νέ­ζι­κες ­στο­ρί­ες). Ἐ­πιμ. B­u­r­k­h­a­rd S­p­i­n­n­en. Sch­öf­fling & Co., F­r­a­n­k­f­u­rt <M.> 1997, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὰ λουτρά. Καρεδάκι ἀπὸ τὸ βίντεο Altenberg. The little Pocket Mirror [http://www.atomictv.com/altenberg_02.html].

.

Διαφημίσεις

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Ὁ Peter Altenberg καὶ τὰ «ἤρεμα τηλεγραφήματα τῆς ψυχῆς»

.

01-Stampoulou,Symeon-OPeterAltenberg...-Eikona-01

.

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

. 

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg

καὶ τὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς»

 .

Στιγ­μι­ό­τυ­πα τοῦ βί­ου του καὶ γρα­φὴ τοῦ στιγ­μι­ό­τυ­που

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ τοῦ Peter A­l­t­e­n­b­e­rg (1859-1919), ὁ­ρι­σμέ­νως ἑ­βραί­ου, ὁ­ρι­σμέ­νως κο­σμο­πο­λί­τη καὶ ἀ­νέ­στιου σκι­τσο­γρά­φου τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, εἶ­ναι R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er. Μό­νι­μος πλέ­ον κά­τοι­κος τῆς Βι­έν­νης καὶ θα­μώ­νας τοῦ C­a­fé Cen­tral, ὅ­που μᾶς ὑ­πο­δέ­χε­ται σή­με­ρα ὑ­πὸ μορ­φὴν πε­πι­ε­σμέ­νου χαρ­τιοῦ, ἐν­δε­δυ­μέ­νος ροῦ­χα ἐ­πο­χῆς, ἀ­νέγ­γι­χτος στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸν θαύ­μα­σαν ὁ K­a­rl K­r­a­us, ὁ A­r­thur Schni­tzler, ὁ H­u­go v­on H­o­f­m­a­n­n­s­t­h­al, ἡ Βι­έν­νη τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸν Rilke εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τῆς μον­τέρ­νας Βι­έν­νης: κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἡ πό­λη χτί­ζε­ται πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ μὲ θε­μέ­λια τὰ ἐ­σώ­τε­ρα στοι­χεῖ­α της. Τὸν ἔ­κρι­ναν μὲ συμ­πά­θεια ὁ T­h­o­m­as M­a­nn καὶ μὲ κα­τα­νό­η­ση οἱ συμ­πο­λί­τες φί­λοι ποὺ συν­τή­ρη­σαν μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες τὴν πέννα του, τὴν ἀν­θρω­πι­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ τα­πει­νὸ καὶ τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἥ­ρω­ές του οἱ ἀ­νώ­νυ­μοι, οἱ πα­ρα­δο­μέ­νοι στὴ φθο­ρά, οἱ σι­ω­πη­λοί. Ἕ­νας θυ­μό­σο­φος Σω­κρά­της τῶν βι­εν­νέ­ζι­κων δρό­μων καὶ κα­φε­νεί­ων, αὐ­τοῦ τοῦ ὑ­πο­δο­χέ­α καὶ ἀν­τη­χεί­ου τῶν θο­ρύ­βων τῆς B­e­l­le É­p­o­q­ue, τοῦ F­in de s­i­è­c­le, τοῦ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ πλη­θω­ρι­σμοῦ. Περ­πά­τη­σε στὴ με­σαί­α γραμ­μὴ τῆς Βι­έν­νης, ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­βλε­παν στὴν πό­λη τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα, καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ τὴν θε­ω­ροῦ­σαν προ­κε­χω­ρη­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα αὐ­το­α­ναί­ρε­σης τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Λη­σμο­νη­μέ­νος, τὴν ἐ­παύ­ριο κι­ό­λας τοῦ θα­νά­του του, ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg (τὸ ὄ­νο­μά του ση­μαί­νει τὴν πέ­τρα, τὸ ἀρ­χαῖ­ο βου­νό, τὸν σκλη­ρὸ ὄγ­κο) ἐ­πι­στρέ­φει μὲ τὸ πι­κρό, εἰ­ρω­νι­κό του χα­μό­γε­λο στὸ γύ­ρι­σμα τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν στὴν Γερ­μα­νί­α ἅ­παν­τα τὰ σκί­τσα του σὲ κα­λαί­σθη­τη τρί­το­μη ἔκ­δο­ση (D­as B­u­ch d­er B­ü­c­h­er, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009).

       Καλ­λι­έρ­γη­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τὴ «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α», αὐ­τὴν ποὺ δι­α­σώ­ζει τὸ τυ­χαῖ­ο ἀ­νά­με­σα στὰ θο­ρυ­βώ­δη θραύ­σμα­τα τῶν πα­ράλ­λη­λων μο­νο­λό­γων τῶν θα­μώ­νων τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἀ­παι­τών­τας τὴ μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τὴ δα­πά­νη. Ἄ­θε­λά του (;) ὑ­πο­νό­μευ­σε τὴ μα­κρό­πνο­η ἀ­φή­γη­ση, τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνί­α, τὴ σύν­θε­τη πλο­κή, προ­κρί­νον­τας τὸ σύν­το­μο, νευ­ρῶ­δες, αἱ­ρε­τι­κὸ ἀ­φή­γη­μα κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τοῦ P­oe καὶ τοῦ B­a­u­d­e­l­a­i­re. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν τά­ξη τῶν γι­γάν­των τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀ­πὸ τὸν D­o­s­t­o­j­e­v­s­ki ὣς τὸν T­h­o­m­as M­a­nn, εἶ­ναι ὁ k­l­e­i­n­er M­a­nn, ὁ βρα­χύ­σω­μος γρα­φιὰς τῶν ἄ­ναρ­χων f­e­u­i­l­l­e­t­o­ns, τῶν ἀλ­λε­πάλ­λη­λων ὁ­μοι­ω­μά­των καὶ ἀν­τι­γρά­φων ποὺ κα­ταρ­γοῦν τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πρω­το­τύ­που. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μο­σι­ο­γρα­φῶν ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg, αὐ­τὸς ὁ «ἀ­φρο­ε­ρευ­νη­τὴς τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας», πε­ρι­ό­ρι­σε τὶς ἔμ­μο­νες ἰ­δέ­ες του σὲ ἀγ­γε­λί­ες τοῦ ἡ­με­ρή­σιου τύ­που, σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα πρὸς ἀ­νώ­νυ­μους δυ­νη­τι­κοὺς ἀ­γο­ρα­στές, σὲ ἀ­ναλ­φά­βη­τους καὶ σὲ ὦ­τα μὴ ἀ­κου­όν­των.

       Στὸν πρα­κτι­κὸ το­μέ­α τῆς ζω­ῆς δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει κά­τι. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὶς σπου­δὲς στὴ Νο­μι­κὴ καὶ μιὰ κα­λὴ θέ­ση σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο οἰ­κο­γε­νεια­κοῦ φί­λου. Πρώ­τη ἰ­α­τρι­κὴ δι­ά­γνω­ση: «Ὑ­πε­ρευ­αί­σθη­το νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα». Εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ μο­να­χι­κοῦ δρό­μου ἑ­νὸς γνή­σιου μπο­έμ. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (W­ie i­ch es s­e­he [Ὅ­πως τὸ βλέ­πω ἐ­γώ]) κυ­κλο­φο­ρή­θη­κε τὸ 1896: πέ­να λε­πτὴ ποὺ δι­στά­ζει ἀ­νά­με­σα στὸ ρε­πορ­τὰζ καὶ τὴ χα­μη­λὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φω­νή. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ο­τυ­πί­α (στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς θυ­μί­ζει τὸν Μη­τσά­κη τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να) θὰ τὸν ἀ­να­γο­ρεύ­σει σύν­το­μα σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους αὐ­στρια­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να. Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ ρεῦ­μα τοῦ S­i­m­p­l­i­c­i­s­s­i­m­us, συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ D­ie F­a­c­k­el (Ὁ πυρ­σός) τοῦ K­a­rl K­r­a­us καὶ D­ie Schaubü­h­ne (Ἡ σκη­νή, Βε­ρο­λῖ­νο). Ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­νει μία μο­νο­γρα­φί­α. Τί­τλος: E­c­ce p­o­e­ta. Πα­ρα­με­ρί­ζουν καὶ στὴν Βι­έν­νη, «γιὰ νὰ πε­ρά­σει ὁ ποι­η­τής». Ὑ­περ­βο­λές; Ὁ A­l­b­an B­e­rg με­λο­ποι­εῖ «πέν­τε εἰ­κό­νες» του. T­ὶς ἐ­νορ­χη­στρώ­νει ὁ Ar­nold S­c­h­ö­n­b­e­rg. Εἰ­σό­δια στὸν να­ὸ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Γρή­γο­ρα, ὅ­μως, θὰ τὸν κα­τα­βά­λουν τὸ πο­τό, ἡ ἀ­νέ­χεια, ἡ ἐν­δο­γε­νὴς μό­νω­ση. Ἀ­πὸ τὸ 1910 πε­ρι­φέ­ρε­ται σὲ κλι­νι­κὲς καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Κύ­κνει­ον ἀ­σμά­τιον: M­e­in L­e­b­e­n­s­a­b­e­nd. Ἡ δύση τῆς ζω­ῆς μου (1919).

.

Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἐ­πι­τα­γὴ τοῦ F­in de s­i­è­c­le;

. 

Ὅ­ταν τοῦ ζη­τή­σουν νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὴν ἐμ­μο­νή του στὴ «μι­κρὴ φόρ­μα», ἀ­παν­τᾶ: «Οἱ ἐν­τυ­πώ­σεις μου δὲν ἔ­χουν διά­ρκεια. Εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ‘ὀρ­γα­νι­κῆς ἀ­δυ­να­μί­α­ς’ […­]. Ὁ κό­σμος πα­ρα­έ­γι­νε πλού­σιος, γιὰ νὰ χά­νει τὸν και­ρό του μὲ ὁ­τι­δή­πο­τε. Ἔ­χω ἕ­ναν ἐ­πι­τα­χυ­μέ­νο με­τα­βο­λι­σμό! Δὲν μπο­ρῶ νὰ μα­κρη­γο­ρῶ. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δα­νι­κὸς κι­νη­μα­το­γρά­φος» (ἀ­χρο­νο­λό­γη­τη ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν μου­σι­κο­λό­γο R­o­b­e­rt H­i­r­s­c­h­f­e­ld [1857-1914]). Πύ­κνω­ση τῆς ποι­η­τι­κῆς του ἀλ­λὰ καὶ σύμ­πτω­μα τῆς ἐ­πο­χῆς του, τοῦ F­in de s­i­è­c­le ποὺ ἐ­πέ­βα­λε τὴ σύν­το­μη φόρ­μα πλά­ϊ στὸ σύν­το­μο (ἀν­τι­ε­πι­κὸ) ποί­η­μα, τὸν ἀ­φο­ρι­σμό, τὸ πε­ζο­τρά­γου­δο, τὸ συ­νο­πτι­κὸ δο­κί­μιο. Ἐ­δῶ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ λο­γο­τέ­χνη συ­ναν­τι­έ­ται μὲ τὸ Z­e­i­t­g­e­i­st, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ‘χρο­νι­κὴ λι­τό­τη­τα’. Λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἀρ­χὴ ἑ­νὸς με­τα­να­του­ρα­λι­στι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ ὑ­πο­κει­με­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τῆς «νε­α­ρό­τα­της Γερ­μα­νί­ας» [D­as jüng­ste D­e­u­t­s­c­h­l­a­nd], οἰ­κο­δο­μη­μέ­νης μὲ κρα­τί­δια-θραύ­σμα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τῆς νε­α­ρῆς Βι­έν­νης [D­as j­u­n­ge W­i­en] μὲ ἰ­σχυ­ρὰ ἀ­κό­μη τὰ ἐ­ρεί­σμα­τα τοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ. Ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς πα­ρα­τεί­νε­ται ὣς τὸ τέ­λος τοῦ αἰ­ώ­να, ἐ­νῶ τὸ κο­σμο­εί­δω­λο δί­νει τὴ θέ­ση του στὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο. Ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πο­λι­τι­κή, τε­χνο­λο­γι­κή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὁ­λό­τη­τα ὁ τε­θραυ­σμέ­νος ψυ­χι­κὸς ‘μι­κρό­κο­σμο­ς’ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σύν­θε­τος καὶ πα­ρά­λο­γος. Τὸ θραῦ­σμα ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ γρα­φή. Τὴν ὀ­νο­μά­ζουν, ἐλ­λεί­ψει εἰ­δο­λο­γι­κοῦ προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ, «S­t­u­d­ie», «F­r­a­g­m­e­nt», καί, προ­πάν­των, «S­k­i­z­ze». Ὁ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­νο­εῖ ἀ­κό­μη τὸν ὅ­ρο «πεν­τά­λε­πτη σκη­νή», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χουν δι­α­λο­γι­κὰ χω­ρί­α. Σὲ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν φί­λο του H. B­a­hr μι­λᾶ γιὰ «ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς». Ἐ­πι­τεί­νει τὴ σύγ­χυ­ση καὶ μὲ ἄλ­λα βα­πτι­στι­κά: πα­ρα­μύ­θι, μῦ­θος, μπα­λάν­τα, ἔκ­θε­ση ἢ πα­ρα­βο­λή. Ἀ­κό­μη καὶ «ἄ­νυδ­ρη πραγ­μα­τεία». Ἐ­πι­κρα­τεῖ ὅ­μως τὸ «σκί­τσο» ποὺ τὸ 1900 φαί­νε­ται νὰ ἀ­πο­δί­δει τὴν πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, ἐ­πί­και­ρη, στυ­λι­ζα­ρι­σμέ­νη ἐκ­φρα­στι­κὴ μορ­φή. Ἄλ­λοι συγ­κρί­νουν τὴ γρα­φή του μὲ τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φι­κὴ ἀ­φαί­ρε­ση. «Εἶ­ναι ἕ­νας Ἰ­ά­πω­νας, ἢ γνή­σιο βλα­στά­ρι τῶν Ἰ­α­πώ­νων, ἕ­νας προρ­ρα­φα­η­λί­της» (O. S­t­o­e­s­sl, D­as M­a­g­a­z­in f­ür Li­te­ra­tur, 1896). Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, κρί­νει ὁ E. F­r­i­e­d­e­ll, «ἀ­νοί­γει ὁ δρό­μος γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ μι­κροῦ σχή­μα­τος, ἐ­πει­δὴ ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος δὲν θέ­λει ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ λη­στεύ­ει τὸν χρό­νο, ἀλ­λὰ τὸν ἐ­ξοι­κο­νο­μεῖ. Βι­βλί­ο ‘ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ’ ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει, δὲν κα­τα­πο­νεῖ καὶ ‘συγ­κρα­τεῖ’ τὸν χρό­νο». Ἡ ἀ­κρι­βὴς στὰ μέ­τρα γρα­φῆς τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg γρα­φή.

.

Ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τά, στὸ νέ­ο F­in de s­i­è­c­le, ἡ ἔ­κρη­ξη τοῦ μι­κροῦ (ἢ ὑ­πέρ­μι­κρου) δι­η­γή­μα­τος (βλ. «Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ‘ὅ­ρου’», Πλα­νό­διον, Ἰ­ού­νιος 2011, τχ. 50, 296) ἀ­να­γνω­ρί­ζει πολ­λοὺς θι­α­σῶ­τες ἀλ­λὰ ὄ­χι γεν­νή­το­ρες. Στὸν μᾶλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νο σή­με­ρα P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg (καὶ τὸν βι­εν­νέ­ζι­κο κύ­κλο του) θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ἡ τι­μὴ τοῦ θιασώτη, του­λά­χι­στον γιὰ τὸ πά­θος καὶ τὴ συ­νέ­πεια ποὺ ἔ­δει­ξε, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­λι­κρι­νὴ ἀ­φο­σί­ω­σή του στὸ τα­πει­νό, ἀ­νώ­νυ­μο ὑ­πη­ρε­τι­κὸ προ­σω­πι­κὸ τῶν μι­κρῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Στὴν ἐ­πο­χή μας τὸν θαύ­μα­σε ὁ T­h­o­m­as Bern­hard (1931-1989), θι­α­σώ­της καὶ αὐ­τὸς τοῦ βι­εν­νέ­ζι­κου κα­φε­νεί­ου, ἀ­να­χω­ρη­τὴς τοῦ G­m­u­n­d­en (ὅ­που πέ­θα­νε), ὁ­δη­γη­μέ­νος ἐ­κεῖ πι­θα­νὸν ἀ­πὸ τὰ ἐ­ξαί­σια «σκί­τσα» τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg. Ἡ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ στά­ση, ἡ ρο­ϊ­κή, θραυ­σμα­τι­κὴ γρα­φὴ τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg ἐ­πι­βι­ώ­νουν καὶ στὸν χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τῆς E­l­f­r­i­e­de J­e­l­i­n­ek (1946). Γρα­φὴ βι­ω­μα­τι­κή, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη στά­ση καὶ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ψυ­χι­σμὸ τῶν τρι­ῶν (τοῦ A­l­t­e­n­b­e­rg, τοῦ B­e­r­n­h­a­rd, τῆς J­e­l­i­n­ek) ἀ­πέ­ναν­τι στὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο καὶ τὰ ἐ­πί­μο­να αἰ­τή­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς των.

.

Λι­ψί­α, Ἰ­ού­λιος 2011

.

Πη­γές:

Egon Friedell, Das Altenberg-Buch, Wien 1922.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie L­e­b­e­n­s­m­a­s­c­h­i­n­e­r­ie. Ἐ­πί­με­τρο E­l­ke E­rb, R­e­c­l­am, L­e­i­p­z­ig 1980.

I­r­e­ne K­ö­w­er, P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg a­ls A­u­t­or d­er l­i­t­e­r­a­r­i­s­c­h­en K­l­e­i­n­f­o­rm [ P.A. ὡς συγ­γρα­φέ­ας τῆς μι­κρῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας]. Ἐκδ. P­e­t­er L­a­ng, F­r­a­n­k­f­u­rt <M.­>, B­e­rn, N­ew Y­o­rk, P­a­r­is 1987.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, S­o­m­m­e­r­a­b­e­nd in G­m­u­n­d­en. Ἐ­πί­με­τρο B. S­p­i­n­n­en, Schöf­fling & Co., Frank­furt <M.> 1997.

P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg, D­ie S­e­l­b­s­t­e­r­f­i­n­d­u­ng e­i­n­es D­i­c­h­t­e­rs. B­r­i­e­fe u­nd D­o­k­u­m­e­n­te 1892-1896. Ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐ­πί­με­τρο L­e­on A. L­e­n­s­i­ng, W­a­l­l­s­t­e­in V­e­r­l­ag, G­ö­t­t­i­n­g­en 2009.

Rainer Maria Rilke, «Μο­ντέρ­να ποί­η­ση» [1898], Μι­κρὰ δο­κί­μια γιὰ τὴν τέ­χνη. Μτφρ. Ἰ. Πα­ρα­σκε­λί­δη, ἐ­πιμ. Π. Τσι­νά­ρη, Printa, Ἀ­θή­να 2010.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σταμ­που­λοῦ, Συ­με­ὼν Γρ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Πορτραῖτο τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ. Ἔργο (1909) τοῦ ζωγράφου Gustav Ja­ger­spacher (; -1929).

Δεῖτε τὸ βίντεο Altenberg. The little Pocket Mirror τῆς Gemma Blackshaw καὶ τοῦ David Bickerstaff:

http://www.atomictv.com/altenberg_02.html

.

Σωτήρης Σαράκης: Περίπατος στὴν τεθλασμένη ὁδό

.

Sarakis-PeripatosStinTethlasmeniOdo-Eikona(Foto=EydokiaIoannidou)-06b

.

Σω­τή­ρης Σα­ρά­κης

.

Πε­ρί­πα­τος στὴν τε­θλα­σμέ­νη ὁ­δό

.

05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΥΜΦΩΝΑ μὲ τὴν ἀ­ριθ­μη­σή της, ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου τοῦ Δή­μου Βύ­ρω­νος ἀρ­χί­ζει ἀ­π’ τὰ δυ­τι­κὰ ὅ­ρια τοῦ Δή­μου (πλα­τεῖ­α Μαρ­τά­κη, γνω­στὴ ὡς «Δε­λη­ο­λά­νη») καὶ τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἄλ­σος τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας ὅ­που ἀρ­χί­ζει ἡ ὁ­δὸς Γ. Πα­παν­δρέ­ου. Προ­σω­πι­κά, ὡ­στό­σο, ἔ­χω ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τη ἄ­πο­ψη ἐ­π’ αὐ­τοῦ: Ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου ἀρ­χί­ζει ἐ­λά­χι­στα πρὶν τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ αἰχ­μὴ τοῦ ἄλ­σους τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας καὶ ἐκ­βάλ­λει στὰ δυ­τι­κὰ ὅ­ρια τοῦ Δή­μου, ἐ­πὶ τῆς πλα­τεί­ας Μαρ­τά­κη (γνω­στῆς ὡς «Δε­λη­ο­λά­νη»).

       Δι­ό­τι, ὅ­πως δη­λώ­νει ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α της (τε­θλα­σμέ­νη ὁ­δός, μὲ ἀρ­κε­τὰ ἔν­το­νη κλή­ση, ἑ­λισ­σό­με­νη στὸ χα­μη­λό­τε­ρο ἐ­δα­φι­κὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς πε­ρι­ο­χῆς) ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὶς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν πα­λαι­ο­τέ­ρων, ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου, στὴν προ­η­γού­με­νη ζω­ή της, ἦ­ταν ρέ­μα. Καί, ὡς γνω­στόν, τὰ ρέ­μα­τα δὲν ἀρ­χί­ζουν ἀ­π’ τὰ χα­μη­λὰ καὶ ν’ ἀ­νε­βαί­νουν τὸν ἀ­νή­φο­ρο. Ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ κά­ποι­ο λί­γο ἢ πο­λὺ ψη­λό­τε­ρο ση­μεῖ­ο καὶ κα­τη­φο­ρί­ζουν. Ὁ ἴ­διος, βέ­βαι­α, λό­γος ἐ­ξη­γεῖ καὶ τὴν ἄλ­λη μου ἐμ­μο­νὴ ὡς πρὸς τὴν ὁ­δὸ Με­σο­λογ­γί­ου – νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὸ ρῆ­μα «ἐκ­βάλ­λει» γιὰ δρό­μο. Ναί, δρό­μος, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει πὼς δι­και­ού­μα­στε νὰ ξε­χνᾶ­με ἀ­σε­βῶς τὴν ἱ­στο­ρί­α του.

       Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ πὼς καὶ ἄλ­λοι, πρὸ ἐ­μοῦ, καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­νά­πο­δη ἀ­ρίθ­μη­σῃ, σε­βά­στη­καν αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Πρῶ­τον, ὁ ὀ­νο­μα­το­δό­της, ὁ νου­νὸς τοῦ δρό­μου. Βέ­βαι­α, ἕ­νας Δῆ­μος Βύ­ρω­νος ὄ­φει­λε νὰ δι­α­θέ­τει μιὰν ὁ­δὸ Με­σο­λογ­γί­ου. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ εὔ­στο­χο νὰ δο­θεῖ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ὄ­νο­μα σ’ ἕ­ναν δρό­μο ποὺ προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε ὡς σκο­πό του τὴν ἔ­ξο­δο τῶν νε­ρῶν τῆς στε­ριᾶς στὴ θά­λασ­σα. Καί, δεύ­τε­ρον, ἡ Τρο­χαί­α (ἢ ὅ­ποι­α, τέ­λος πάν­των, Υ­πη­ρε­σί­α κα­τα­γί­νε­ται μὲ τὶς λε­γό­με­νες μο­νο­δρο­μή­σεις). Δὲν γνω­ρί­ζω ἂν καὶ πό­σο ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ὁ­δοῦ ὡς ὁ­δοῦ ὑ­δά­των ἐ­πη­ρέ­α­σε τὴν ἀ­πό­φα­σή της νὰ τὴν ὁ­ρί­σει κά­θο­δο τῶν ὀ­χη­μά­των, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως ἐ­πρό­κει­το, γιὰ εὐ­νο­ή­τους λό­γους, πε­ρὶ ὀρ­θῆς α­πο­φά­σε­ως.

.

Κα­τοί­κη­σα στὸν Βύ­ρω­να τὸ 1972, συ­νε­πῶς βρῆ­κα τὴν ὁ­δὸ Με­σο­λογ­γί­ου δρό­μο ἀν­θρώ­πων καὶ ὄ­χι νε­ρῶν. (Πα­ρό­τι, ὅ­ταν ἔ­χου­με ρα­γδαῖ­ες βρο­χές, αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α μᾶς θυ­μί­ζουν δι­α­κρι­τι­κὰ τὸ πα­ρελ­θόν της, δι­εκ­δι­κών­τας τὰ δι­και­ώ­μα­τά τους.) Δρό­μος λοι­πὸν γιὰ μέ­να σὰν ὅ­λους τοὺς δρό­μους. Προ­σέ­τι, δρό­μος ἀ­π’ αὐ­τούς ποὺ δὲν περ­πά­τη­σα ὡς παι­δὶ – καὶ εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὅ­λοι οἱ δρό­μοι τῆς γῆς, τυ­πο­ποι­η­μέ­νοι καὶ μή, χω­ρί­ζον­ται σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: Σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ περ­πα­τή­σα­με παι­διά, καὶ σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν περ­πα­τή­σα­με παι­διά. Τὴν ξε­χώ­ρι­σα, ὡ­στό­σο, καὶ τὴ συμ­πά­θη­σα ἀ­μέ­σως, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τάς την με­τα­ξὺ τῶν δρό­μων ὅ­που ἀ­γα­πῶ νὰ βα­δί­ζω. Ἴ­σως βο­ή­θη­σαν καὶ τὰ ἄ­νε­τα πε­ζο­δρό­μιά της, πιὸ πο­λὺ ὅ­μως πι­στεύ­ω πὼς μὲ τρά­βη­ξε τὸ ὑ­γρό της πα­ρελ­θόν: Τὰ ρέ­μα­τα τοῦ χω­ριοῦ μου ὑ­πῆρ­ξαν οἱ κα­λο­και­ρι­νοὶ πα­ρά­δει­σοι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων.

       Συ­νή­θως ξε­κι­νά­ω ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φή της καὶ κα­τε­βαί­νον­τας τὴν ἐ­ξαν­τλῶ· δὲν πρό­κει­ται ἄλ­λω­στε γιὰ δρό­μο ἰ­δι­αί­τε­ρα μα­κρύ: Τὸ κα­τα­λη­κτι­κὸ νού­με­ρο τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς (κα­τ’ ἐ­μὲ δε­ξιᾶς) της πλευ­ρᾶς εἶ­ναι τὸ μᾶλ­λον μέ­τριο 87. Στὴ δε­ξιά (κα­τ’ ἐ­μὲ ἀ­ρι­στε­ρή) της πλευ­ρά, δὲν θὰ δοῦ­με πα­ρα­πλή­σιο (ζυ­γὸ) ἀ­ριθ­μό: Τὰ κτή­ρια, μα­ζὶ μὲ τοὺς α­ριθ­μούς τους, στα­μα­τᾶ­νε κάμ­πο­σο χα­μη­λό­τε­ρα, α­φοῦ ἡ ἐν λό­γῳ πλευ­ρὰ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸ ἄλ­σος τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας. Έ­τσι, ἡ ὁ­δὸς Με­σο­λογ­γί­ου μοῦ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ὑ­πο­δο­χὴ ἐν­τυ­πω­σια­κή. Τὸ μά­τι πέ­φτει μὲ λα­χτά­ρα στὰ πα­νύ­ψη­λα πεῦ­κα καὶ στοὺς τε­ρά­στιους εὐ­κα­λύ­πτους τοῦ ἄλ­σους. Βα­δί­ζω συ­νή­θως στὴν (κα­τ’ ἐ­μὲ) δε­ξιὰ ὄ­χθη, ὥ­στε νὰ βλέ­πω πιὸ ἄ­νε­τα τὰ δέν­τρα. Τὸ μέ­γε­θός τους κά­νει νὰ δεί­χνουν ε­ξαι­ρε­τι­κὰ πυ­κνά. Ὑ­πάρ­χουν καὶ κάμ­πο­σοι θά­μνοι ποὺ ὅ­μως δὲν πο­λυ­φαί­νον­ται ἀ­π’ τὸ δρό­μο. Ἀν­τί­θε­τα, τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ στὸ κιγ­κλί­δω­μα ὅ­λο καὶ πυ­κνώ­νουν κα­τε­βαί­νον­τας. Νά καὶ δυ­ὸ-τρί­α κυ­πα­ρίσ­σια, μιὰ συ­στά­δα σκί­νων καὶ (θαυ­μά­σιο!) μιὰ ζω­η­ρό­τα­τη πι­κρο­δάφ­νη.

       Ἡ κά­θο­δος συ­νε­χί­ζε­ται· μιὰ πι­να­κί­δα μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ πὼς πρό­κει­ται ὄν­τως γιὰ τὸ ἄλ­σος τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δας, μὲ παι­δι­κὴ χα­ρά, γή­πε­δο μπά­σκετ κ.λπ., καὶ λί­γο πιὸ κά­τω μιὰ μι­κρό­τε­ρη πι­να­κί­δα ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τὴν εἴ­σο­δο στὰ σκυ­λιά. Ἄ­λυ­το, ἐν­νο­εῖ­ται, κι ἐ­δῶ τὸ πρό­βλη­μα μὲ τ’ ἀ­δέ­σπο­τα ποὺ δὲ γνω­ρί­ζουν ἀ­νά­γνω­ση.

       Μὲ τὸ ποὺ τε­λει­ώ­νει τὸ ἄλ­σος, πάν­τα ἀ­ρι­στε­ρά μου, τὰ σχο­λεῖ­α, νη­πι­α­γω­γεῖ­α καὶ δη­μο­τι­κά. Βλέ­πω τὰ πι­τσι­ρί­κια ποὺ σχο­λᾶ­νε, θυ­μᾶ­μαι ποὺ κι ἐ­γὼ στὴν ἡ­λι­κί­α τους περ­νοῦ­σα ἕ­να ρέ­μα γιὰ νὰ φτά­σω στὸ σχο­λεῖ­ο μου, θυ­μᾶ­μαι καὶ τὴν ἀ­γω­νί­α ζω­γρα­φι­σμέ­νη στὸ πρό­σω­πο τῆς μά­νας μου ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νος (τὰ κα­τε­βα­σμέ­να ρέ­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς εἴ­χα­νε φά­ει πολ­λὰ παι­δά­κια τὸν και­ρὸ ποὺ πε­ρίσ­σευ­αν ἐ­κεῖ τὰ παι­διὰ καὶ σπά­νι­ζαν τὰ γε­φύ­ρια). Πά­ω νὰ πῶ «εὐ­τυ­χῶς, τώ­ρα…», βλέ­πω ὅ­μως ἔν­τρο­μος τὸ ρεῦ­μα τῶν αὐ­το­κι­νή­των, θυ­μᾶ­μαι τὴ δι­κή μου ἀ­γω­νί­α ὅ­ταν ἡ κό­ρη μου πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τοῦ­τα τὰ δη­μο­τι­κά, καί μοῦ ’ρ­χε­ται νὰ φω­νά­ξω: Παι­διά, τὸ νοῦ σας, τὰ ρέ­μα­τα εἶ­ναι πάν­τα ἐ­πι­κίν­δυ­να!

.

Λέ­ω ε­δῶ, στὰ μι­σὰ πε­ρί­που τοῦ δρό­μου, να δι­α­κό­ψω. Ἢ μᾶλ­λον, νὰ συ­νε­χί­σω μό­νος μου ὣς τὶς ἐκ­βο­λές. Ὅ­που, κά­θε φο­ρὰ ποὺ φτά­νω, ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν βά­δι­σα δρό­μο ἢ ρέ­μα. «Ἦρ­θα ὁ­λό­ρε­μα» λέ­γα­με κά­πο­τε στὰ μέ­ρη μου κι ἐν­νο­ού­σα­με ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό: Εἴ­χα­με κά­μει δρό­μο μας τὸ φι­λι­κὸ ρέ­μα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σω­τή­ρης Σα­ρά­κης (Ἀμ­πέ­λια Ἀ­γρι­νί­ου, 1949). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές του, οἱ τρεῖς πρῶ­τες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες συγ­κρο­τοῦν τὸν πρῶ­το τό­μο τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του (Δο­κι­μα­σί­ες καὶ δο­κι­μές, ἐκδ. Κουκ­κί­δα, Ἀ­θή­να 2011).

Εἰκόνα: Ἡ ὁδὸς Μεσολογγίου στὸν Βύρωνα, ὅπως εἶναι σήμερα (15-09-2014, 12:24 μμ.). Φωτογραφία: Εὐδοκία Ιωαννίδου.

.

Χούλιο Τόρι (Julio Torri): Στὴν Κίρκη

.

Torri,Julio-StinKirki-Eikona-03

.

Χούλιο Τόρι (Julio Torri)

.

Στὴν Κίρκη

(A Circe)

 .

01-OmegaΚΙΡ­ΚΗ, σε­βα­στὴ Θε­ά! Ἀ­κο­λού­θη­σα πι­στὰ τὶς ὁ­δη­γί­ες σου. Ὅ­μως δὲν ἔ­βα­λα νὰ μὲ δέ­σουν στὸ κα­τάρ­τι ὅ­ταν δι­α­κρί­να­με τὸ νη­σὶ τῶν Σει­ρή­νων, για­τὶ ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ χα­θῶ. Στὴ μέ­ση τῆς σι­ω­πη­λῆς θά­λασ­σας βρι­σκό­ταν ὁ μοι­ραῖ­ος λει­μώ­νας. Ἔ­μοια­ζε μὲ φορ­τί­ο ἀ­πὸ βι­ο­λέ­τες ποὺ πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν στὸ πέ­λα­γος.

 .

       Ὤ Κίρ­κη, εὐ­γε­νι­κὴ Θε­ὰ μὲ τὴν ἐ­ξαί­σια κό­μη! Ἡ μοί­ρα μου εἶ­ναι σκλη­ρή. Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν νὰ χα­θῶ, οἱ Σει­ρῆ­νες δὲν τρα­γού­δη­σαν γιὰ μέ­να.

.    

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Χού­λιο Τό­ρι (J­u­l­io T­o­r­ri) (Σαλ­τί­γιο τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1889 – Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1970). Ἦ­ταν μέ­λος τῆς Με­ξι­κα­νι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Γραμ­μά­των. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο βι­βλί­ο του θε­ω­ρεῖ­ται τὸ P­r­o­s­as d­i­s­p­e­r­s­as (1964). Τὸ «A C­i­r­ce» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ T­r­es l­i­b­r­os, Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, F­CE, 1981.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι 2014. Τετραετὲς ἀπάνθισμα.

.

Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'14-Anthologia-200dpi

.

[Μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14. 83 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 368). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 19-11-2014). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]

.

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης

.

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι 2014

Τε­τρα­ε­τὲς Ἀ­πάν­θι­σμα

.

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaA Ο­ΓΔΟΝ­ΤΑ ΤΡΙΑ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου συ­νι­στοῦν μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὰ 566 δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ἐκ­κί­νη­σής της στὶς 5 Ἀ­πρι­λίου τοῦ 2010 ἕ­ως καὶ τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2014, τῆς χρο­νιᾶς ποὺ δι­α­νύ­ου­με.

       Ὡ­ρι­σμέ­νως, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πάν­θι­σμα ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν οὐ­σί­α του μιὰ ἀν­θο­λο­γία ἀν­θο­λο­γί­ας, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει ὁ ἀρ­χι­κὸς σχε­δια­σμὸς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: νὰ εἶ­ναι στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ βαθ­μὸ τὸ ἴ­διο μιὰ διαρ­κὴς ἀν­θο­λο­γί­α. Ὁ χα­ρα­κτή­ρας αὐ­τός, κρί­σι­μος γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν δη­μο­σι­ευ­ό­με­νων κει­μέ­νων, δι­α­σφα­λί­ζε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τρεῖς τρό­πους: (α) μὲ τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἀ­πό­θε­μα τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἐ­κεί­νων τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ ὡς ἔρ­γα τῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου θε­ω­ροῦ­με ὡς κα­λύ­τε­ρα· (β) μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες συ­νερ­γα­σί­ες ποὺ μᾶς στέλ­νουν ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους νέ­οι λο­γο­τέ­χνες, τῶν πε­ζῶν ἐ­κεί­νων ποὺ κρί­νου­με ἀ­ξι­α­νά­γνω­στα, δί­χως νὰ λεί­πουν συ­χνά ἀ­πὸ αὐ­τά —ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ τὴν πα­ρού­σα συ­να­γω­γή— καὶ τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δείγ­μα­τα, ποὺ δὲν ἔ­χουν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα κα­τα­ξι­ω­μέ­νων λο­γο­τε­χνῶν, Ἑλ­λή­νων καὶ ξέ­νων· (γ) μὲ τὴν ἔκ­κλη­σή μας πρὸς τοὺς συ­νερ­γά­τες μας με­τα­φρα­στὲς νὰ δι­α­λέ­γουν γιὰ τὶς με­τα­φρά­σεις τους τὰ κα­λύ­τε­ρα καὶ πά­ντως ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρα δείγ­μα­τα τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα δι­α­βά­σμα­τά τους· στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πε­ριτ­τὸ νὰ θυ­μί­σου­με ὅ­τι οἱ με­τα­φρά­σεις γί­νον­ται αὐ­στη­ρὰ ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ἐ­νῶ μνη­μο­νεύ­ε­ται σχο­λα­στι­κὰ ἡ ξε­νό­γλωσ­ση πη­γὴ τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του.

       Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας πα­ρα­πά­νω τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση αὐ­τὴ ὡς «πε­ρι­ε­κτι­κή», ἐν­νο­οῦ­με πὼς προ­σπα­θή­σα­με ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν κει­μέ­νων νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ κρι­τή­ριο τῆς ποι­ό­τη­τας καὶ σει­ρὰ ἄλ­λων:

       — Νὰ πε­ρι­έ­χει με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα ξέ­νες γλῶσ­σες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν γί­νει μέ­χρι στιγ­μῆς με­τα­γλωτ­τί­σεις στὸ ἱ­στο­λό­γιο, ἐ­νῶ ἡ σχέ­ση τῶν με­τα­φρα­σμέ­νων πρὸς τὰ ἐλ­λη­νι­κὰ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη.

       — Νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ ἔ­κτα­ση ὅ­λα τὰ ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ κρι­τή­ρια ποὺ ἡ δι­ε­θνὴς βι­βλι­ο­γρα­φί­α καὶ πρα­κτι­κὴ θέ­τει γιὰ τὸ «εἶ­δος» «μι­κρὸ δι­ή­γη­μα»: ἀ­πὸ τὸ ὑ­πέρ­μι­κρο (μέ­χρι 200 λέ­ξεις) καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) ἕ­ως τὸ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις). Ἔ­τσι, ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ «μη­δε­νό­λε­ξο» καὶ ὡς ἐκ τού­του «ἀ­ό­ρα­το» —πλὴν τοῦ τί­τλου— μπον­ζά­ι τοῦ Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο «Τὸ Φάν­τα­σμα», ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν σε­λί­δων αὐ­τῶν θὰ συ­ναν­τή­σει με­γά­λη ποι­κι­λί­α σμι­κρό­τη­τας: ἀ­πὸ τὸ λι­λι­πού­τει­ο «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» μὲ τέσ­σε­ρις λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο τοῦ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν —ποὺ στὴν ἑλ­λη­νι­κή του ἀ­πό­δο­ση συρ­ρι­κνώ­θη­κε ἔ­τι πε­ραι­τέ­ρω σέ.­.. δύ­ο!— ἕ­ως τὸν μι­κρὸ «γί­γαν­τα» τῶν δύ­ο χι­λιά­δων λέ­ξε­ων τοῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὸν ἰ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο «Πα­ρά­θυ­ρα τῶν τε­λευ­ταί­ων στιγ­μῶν» τοῦ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

       — Νὰ ἐκ­τυ­λίσ­σει ἐ­κτε­νὲς ὑ­φο­λο­γι­κὸ φά­σμα, ποὺ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὸ φαν­τα­στι­κό, τὸν ρε­α­λι­σμό, τὴν ψυ­χο­γρα­φί­α, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μο­νό­λο­γο, τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α, τὸ μυ­στή­ριο, τὴν δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, τὸ ἀ­πρό­ο­πτο, τὴν ἀ­να­τρο­πή. Ἀν­τι­στοί­χως πλα­τειὰ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοια ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῶν κει­μέ­νων μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα πάν­τα τὴν κρίση στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς καὶ ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις

       Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κεί­με­να, ἀ­να­ζη­τών­τας προ­δρο­μι­κὲς μορ­φὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, δι­ευ­ρύ­να­με τὸν χρο­νο­λο­γι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας πρὸς τὰ πί­σω, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας, ἔ­στω καὶ δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς, κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, ὅ­σο καί ἀ­πὸ τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους, τὸν 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, σὲ ποι­κί­λες γλωσ­σι­κὲς μορ­φές: ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ τὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα ἕ­ως τὴν τρέ­χου­σα κα­θο­μι­λου­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ου­με τὰ το­πι­κὰ ἰ­δι­ώ­μα­τα, μὲ τέσ­σε­ρα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ γλωσ­σι­κὰ δείγ­μα­τα γραμ­μέ­να σ’ αὐ­τά (λε­σβια­κό, κερ­κυ­ρα­ϊ­κό, κρη­τι­κὸ καὶ πε­λο­πον­νη­σια­κό).

       Ὡς πρὸς τὴν κα­τά­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἀρ­χὴ ἁ­πλὴ καὶ ἑ­νια­ία, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποῖ­α ἀν­τι­με­τω­πί­σα­με ὅ­λα τὰ πε­ζά, πρω­τό­τυ­πα ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σα με­τα­φρα­σμέ­να, ὡς ἰ­σό­τι­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα τῆς γλώσ­σας ὑ­πο­δο­χῆς, το­πο­θε­τών­τας τα σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ μὲ βά­ση τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν δη­μι­ουρ­γῶν τους. Στὸν κοι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, ἀ­φή­σα­με ἔ­τσι τὶς συμ­πτώ­σεις νὰ ἀ­να­δεί­ξουν —μα­ζὶ μὲ τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­χρο­νι­κό του χα­ρα­κτή­ρα— τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τοῦ εἴ­δους, πα­ρα­κι­νών­τας ἐμ­μέ­σως τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἐ­πι­στρο­φι­κή, αὐ­το­σχέ­δια, ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ μὴ γραμ­μι­κὴ σχέ­ση μὲ τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να τοῦ τό­μου.

       Τέλος, γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ών μας ὡς πρὸς τὸ «εἶ­δος» τοῦ «μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» καὶ τὴν σχέ­ση του μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν γραμ­μά­των καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κα­θὼς καὶ γιὰ τὸν ὅ­ρο «μπον­ζά­ι» ποὺ προ­τεί­νου­με γι’ αὐ­τό, προ­σθέ­σα­με ἕ­να μι­κρὸ σχε­τι­κὸ ἐ­πί­με­τρο στὸ τέ­λος.

. 

* * *

.

Ἡ ἐ­πα­να­φο­ρὰ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὸν νέ­ο κό­σμο τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου στὸν «ἀ­περ­χό­με­νο» πα­ρα­δο­σια­κὸ τοῦ Τυ­πω­μέ­νου Βι­βλί­ου, ἔ­χει γιὰ μᾶς ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ὅ­σο καὶ κρί­σι­μο χα­ρα­κτή­ρα: συμ­βο­λί­ζει τὴν βα­θύ­τε­ρη συγ­γέ­νεια αὐ­τῶν τῶν δύ­ο ἠ­πεί­ρων τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κά­τι ποὺ συ­νη­θέ­στα­τα πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται στὸ δι­α­δί­κτυο. Ἔ­χου­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐπέ­φε­ραν τὰ Νέ­α Μέ­σα στὴ Τυ­πο­γρα­φί­α ἔρ­χε­ται ὄ­χι τό­σο γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει, ὅ­σο γιὰ νὰ «ὁ­λο­κλη­ρώ­σει» τὴν με­γά­λη γου­τεμ­βέρ­γεια ἐ­πα­νά­στα­ση, δι­α­νοί­γον­τάς την σὲ ἕ­να συ­ναρ­πα­στι­κὸ ὅ­σο και ἄ­γνω­στο μέλ­λον.­.. Τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ ἐν­τέ­λει συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν κό­σμων ὑ­πο­στη­ρί­ξα­με ἐμ­πρά­κτως στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­κεῖ, στὸν δι­α­δι­κτυα­κὸ κό­σμο, τὶς αἰ­σθη­τι­κές, τυ­πο­τε­χνι­κὲς καὶ δε­ο­ντο­λο­γι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ κό­σμου τοῦ ἐ­ντύ­που.

       Τώ­ρα, μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό —ποὺ ἐ­πι­θυ­μί­α μας εἶ­ναι ὡς ἀν­θο­λο­γί­α ἀν­θο­λο­γί­ας νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ἀ­νὰ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα—, ὁ φαν­τα­στι­κὸς τυ­πο­γρα­φι­κὸς Ἰ­α­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ νεανικὸ καὶ ρευ­στὸ πρόσωπο ἀ­νέ­δει­ξε πρὶν δύο μό­λις δε­κα­ε­τί­ες τὸ Δι­α­δί­κτυο, ἔρ­χε­ται τώ­ρα νὰ ἐ­ξι­σο­ρ­ρο­πη­θεῖ ἀ­να­δρο­μι­κῶς ἀ­πὸ τὸ στε­ρε­ό­τε­ρο καὶ ἐ­γκυ­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἔντυπης Πα­ρά­δο­σης.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’14. 83 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 368), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-15.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε δέ­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.

 .

Ἄννα Ἀμίλητου: 141 Lumen

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Ἄν­να Ἀ­μί­λη­του

 

141 Lumen

 

08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ οἱ σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς φω­τί­ζον­ται σὲ λοῦ­μεν. Ὑ­πάρ­χει ἡ ἀ­πο­βά­θρα καὶ ἡ κί­τρι­νη γραμ­μή της, πί­σω ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α στέ­κε­ται μιὰ ἐγ­κα­τά­λει­ψη, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸν ἑ­πό­με­νο συρ­μό. Ἀ­νοι­χτὰ καὶ κλει­στὰ τραύ­μα­τα τα­ξι­δεύ­ουν στὰ βα­γό­νια, ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νουν κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, στὸ τρέ­νο τῶν 11.32’ ἀ­πὸ Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο μιὰ φυ­γὴ μὲ κάρ­τα ἀ­πε­ρι­ο­ρί­στων δι­α­δρο­μῶν πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­πο­βι­βα­στεῖ στὴν Κο­ρα­ή. Στὰ νό­τια προ­ά­στια, τρυ­πᾶ­νε τὴ γῆ γιὰ νὰ χω­ρέ­σουν ἕ­να κυ­λιν­δρι­κὸ κε­νὸ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τα­κι­νοῦν­ται χι­λιά­δες ἐ­πι­βά­τες μη­νια­ίως καὶ θὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν­ται ταυ­τό­χρο­να οἱ ἀ­πο­ρί­ες τους καὶ ἐ­ναλ­λὰξ οἱ ἀ­μη­χα­νί­ες τους. Στὴ δι­α­δρο­μὴ πρὸς τὴ θά­λασ­σα θε­ω­ρη­τι­κὰ μπο­ροῦν νὰ θά­ψουν μιὰ-δυ­ὸ θλί­ψεις τους ἤ νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στοῦν καὶ με­ρι­κὲς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις τους, ἂν τὸ εἰ­σι­τή­ριο ἦ­ταν με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς.

            Πα­λιὰ ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι ἄ­κου­γα τὸ βα­γό­νι τοῦ τράμ, νὰ γλύ­φει τὶς ρά­γες, κου­δου­νί­ζον­τας πρὸς τὸ φα­νά­ρι μὲ τὸ χα­ρω­πό του καμ­πα­νά­κι. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι αὐ­τὸ τὸ καμ­πα­νά­κι, κα­θό­μουν σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να, ὑ­γρὴ ἀ­πὸ νε­ό­τη­τα, γκρί­ζα ἀ­πὸ ὡ­ρι­μό­τη­τα, ἄ­κου­γα τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο καὶ κου­δού­νι­ζα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κὴ φυ­γή. Εἶ­χα δυ­ὸ χῶ­ρες καὶ δὲ χω­ροῦ­σα σὲ κα­μιά. Εἶ­χα δυ­ὸ ξέ­νες γλῶσ­σες καὶ λέ­ξεις-μω­ρὰ ὀρ­φα­νὲς ἀ­πὸ πα­τέ­ρα. Ἤ­θε­λα νὰ χορ­δί­σω τὶς λέ­ξεις στὸ κλει­δὶ τοῦ φά. Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν βρό­χι­νη, ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη, τὸ χι­ό­νι φρυ­γά­νι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πα­πού­τσια μου.

            Μὲ αὐ­τὴν τὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς φυ­γῆς τα­ξί­δευ­α ἀ­συ­νό­δευ­τη. Ὕ­στε­ρα κα­τά­λα­βα. Ὅ­λες οἱ σύν­θε­τες λέ­ξεις ποὺ πε­ρι­έ­χουν τὸ -γρά­φος πο­νᾶ­νε. Τὸ ὁ­λο­γρά­φως ἔ­χει ἕ­να χτυ­πο­κάρ­δι. Τὸ δι­κό­γρα­φο ζεῖ μὲ ἀ­ναλ­γη­τι­κά, δὲν τὸ ξέ­ρε­τε;

            Εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ μά­να μου ἤ­μουν ἐ­γώ. Κρα­τοῦ­σα ἕ­να λά­στι­χο ποὺ ἐκ­σφεν­δό­νι­ζε τὰ γράμ­μα­τα τῆς ἀλ­φα­βή­του.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­μί­λη­του Ἄν­να (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ Νέ­α Μέ­σα.

.

Andreas Karkavitsas: The Gorgon

.

KarkabitsasAndreas-IGorgona-Eikona-01

.

Andreas Karkavitsas

 

The Gorgon

 

02-Iota WAS SAILING amidst sea with the brig of captain Farasis that night. What an exquisite night! The first and last, I think, in my life. What did we have loaded in the hold? What else but wheat. Where were we going? Where else but the port of Piraeus. These two things, I had already done at least twenty times. That very night, though, I was feeling such a burden on my soul, that I thought I was going to faint. I didn’t know what was wrong with me; perhaps it was the serene seas, perhaps the unclouded sky, perhaps the biting sun; I could not tell. But my soul was so heavy and I found life so pointless, that if someone grabbed me and threw me in the water, I wouldn’t say no.

      The sun had already set now. The gold and crimson little clouds, accompanying the sunset, were stopped on their tracks and turned black, like the big black-rust. The evening star looked as shiny as the crystal snow in the dark. The constellations appeared high up in the sky one by one. The waters had acquired that dark white colour, the cold but desirable of the steel. The young sailor turned the lanterns on; the captain went downstairs to sleep; Bulberis sat on the wheel. Brahamis, our dog, crawled up at the base of capstan to get some sleep.

      I couldn’t rest at all. Neither sleep nor stay awake. I tried to make small talk with the helmsman; but the talk was so tasteless, that it was extinguished like fire lit with green wood. I tried to play with Brahamis; but the dog stuck its muzzle between its feet even more and it growled as if it was bored, as if it was saying: Leave me alone! I don’t want your games! Then, bored as I was myself, I went and lay with my face down in the middle of the deck and covered my eyes with my hand. I wanted to see nothing, to lose the feeling of life. And gradually I succeeded. I felt a spark of life inside me, like a dim lampion and my body started becoming one and get embedded in the lifeless wooden boards of the deck.

     I do not know how long I stayed in this position. I cannot remember whether I had any thoughts. All of a sudden, though, I started shivering; as if some kind of magnet was stimulating my nerves, like the humidity which forces the birds into twittering. And immediately a crimson wave poured all over me. I thought I was drowning in blood. And as the sleeping man in a dark room immediately awakes in the bright light of day, I too opened my eyes. I opened or closed them, I can’t remember. I only remember that I stayed still. My first thought was that I had woken up in the belly of a fish, which swallowed our boat. But it wasn’t a fish. The sky was still above and the sea below. Everything, though, above and below were covered with a bright red wavy garment, painting with a pleasant light even the kelson of our boat. Somewhere at the edge of the world, a fire was exploding its heat high up in the sky and was spreading its horrible crying around. But, where was the crying and where was its smoke? Both were missing.

      In the depths of northern wind, an amaranthine cloud reached and covered the stars in light blue colour and hidden them inside its thick head cover. And an arch spread white and yellow and poured dark and green rivers amidst the sky, and also golden red and blue, as if it wanted to paint the firmament. The arch, moving like a windblown curtain, was blowing the fringes forward, spreading its gossamery lace and proceeding, just like the flood proceeds and covers a sandy beach with foam and tongues of water. The airy rivers were running fast, swelling and flowing always dark or green, golden red or blue, glowing like electricity in fat and unexpended rays. The sea was still, reflecting all those colours that looked surprised within the bright glow. But I myself was more surprised. I did not know what to do and what to think. It is the end of the world, I said to myself. Such an end, though, could satisfy everyone. The Earth is willing to die in the rosy waves!

      I was suddenly startled. Deep down, from within the violet-coloured cloud, I saw a gigantic shadow appearing. A big body and the towering head looked like the Holy Mountain. Its two eyes were throwing bright circles and gazed proudly at the World before they kick it into doom. There he is, I said, the God-sent angel, the destroyer and saviour! I was watching him and my soul was trembling. I was anticipating the terrible blow to fall like a hammer on the world. There goes the Earth with its fruit, there also goes the sea with its wood! No more songs, no more travels, no more kisses!

      But I did not hear the blow. The shadow was walking the waters with fiery leaps. And the faster it walked, the smaller its body got. And suddenly the terrible huge body was turned into a woman of immense beauty standing before me. She was wearing a diamond crown on her head and her lush hair was falling blue on her back and touching the waves. The wide forehead, the almond shaped eyes, the coral lips were sending forth an immortality glow and a regal pride. From her crystal neck a golden scaly armour was hung and in her left hand she was holding a shield and in her right, a Macedonian sarisa spear.

       I had not recovered from my scare and I heard a voice sweet, soft and calm asking:

       — Sailor, oh good sailor, is King Alexander alive?

      King Alexander! I whispered even more surprised. How is it possible for king Alexander to be alive? I didn’t know what kind of question it was and what to reply, when the voice asked again:

       — Sailor, oh good sailor, is King Alexander alive?

      — Now, my lady! I replied without even thinking. Now, King Alexander! Not even the soil that covered him is on this earth anymore.

        Alas! What disaster befell upon me!

       .

      The gorgeous woman turned immediately into an abomination. A cyclops emerged from the water showing its scaly half body. The silky hair turned into live snakes, which rose in the air, stuck out their tongues and their poisonous stings and started hissing terribly. The armoured chest and the virgin face changed right away and she looked like the One-breast monster woman from the fairy tale. Now I realized who was standing before me! It was the Great Ripper of the Earth, the destroyer and saviour angel. It was the Gorgon, Alexander’s sister, who stole the water of immortality and was scouring the seas alive and almighty. She was the Glory of the great conqueror and emperor, untouched by time and eternal in both land and sea. And only for her coming, did the Pole poured its glow, so as to fill her ether with colour purple. She wasn’t of course asking about the mortal body, but about the memory of her master. And now, in my uninformed reply she furiously darted a bushy and heavy hand on the railing, she waved her tail and showed the ocean.

      .

       — No, my lady, I lied! I cried with shaking knees.

       She gave me a stern look and she asked again with a shaky voice:

       — Sailor, oh good sailor, is King Alexander alive?

       — He lives, he is lord, and dominates the whole world.

.

       She heard my kind words. As if my voice became the water of immortality and poured through her veins, she was immediately transformed into a gorgeous virgin. She raised her lily white hand from the railing and smiled, spreading rose petals through her lips. And suddenly in the purple air a war song started booming, as if the Macedonian army was returning from the lands of the Ganges and the Euphrates river.

       I lifted my eyes and I saw the airy rivers, the dark and green, the golden red and blue, meet high up in the sky and form a gigantic crown. Was it a weather phenomenon or was it a reply to the question of the immortal? Who knows? But slowly the rays started dimming and fade away one after another, as if the Gorgon was taking their beauty into the abyss with her.

        Now, neither crown nor arch could be seen anywhere. Some scattered clouds only, ash grey and pale, and inside my soul, dim and faded, the blood red of my homeland.

       I was sailing amidst sea with the brig of captain Farasis that night.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Source: From the short story collection Words from the Bow, Nefeli editions, 1991. 1st edition: Athens, 1899.

Andreas Karkavitsas (Lechaina 1865-Marousi 1922). Fiction and travel writer. He studied in the Medical School of the university of Athens and served as a military doctor. He was one of the pioneers of ethography. His first book was titled Short Stories (Athens, 1892). Other works: The Lissom Girl (1896), The Beggar (1897), Old loves (1900), The Archaeologist (1904).

 

Translated from the greek by

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He holds a Ph.D. in Contemporary American Poetry. He currently teaches at the Hellenic American University in Athens.