Ἀντώνης Σουρούνης: Λόλα

.

20-DiigimataMe300Lekseis-AntonisSourounis-Eikona-01

.

Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης

 .

Λό­λα

 .

Y-[Ypsilon]-SomataΠΕΓΡΑΦΑ σ’ ἕ­να βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μου βι­βλί­ο καὶ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου τὴν εἶ­δα νὰ στέ­κει πα­ρά­με­ρα καὶ νὰ πε­ρι­μέ­νει μὲ τὸ βι­βλί­ο στὰ χέ­ρια. Δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ φα­να­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια καὶ ὑ­πέ­θε­σα πὼς θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φα­να­τι­κὴ παί­χτρα, ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ χά­νουν νιά­τα καὶ πε­ρι­ου­σί­α στὴ ρου­λέ­τα καὶ βρῆ­κε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου.

       — Δὲν μὲ θυ­μᾶ­σαι; ρώ­τη­σε φθά­νον­τας μπρο­στά μου.

       Τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν ὑ­γρὸ καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της λυ­πη­μέ­νο. Μὲ κοι­τοῦ­σε, ὅ­πως κοι­τοῦ­σε ἕ­να δέν­τρο, ποὺ στὸν κορ­μό του κά­πο­τε στη­ρι­χτή­κα­με γιὰ νὰ φι­λη­θοῦ­με.

       — Ὥ­στε δὲν μὲ θυ­μᾶ­στε… ψι­θύ­ρι­σε.

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα της ἕ­να δι­πλω­μέ­νο φά­κε­λο καὶ μοῦ τὸ ἔ­δω­σε. Δὲν εἶ­χε γραμ­μα­τό­ση­μο, ἀ­να­γνώ­ρι­σα ὅ­μως τὰ γράμ­μα­τά μου. Ἀ­πό­ρη­σα μὲ τὸ πό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἦ­ταν ἡ γρα­φή μου τό­τε. «Λο­χί­ας Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης», ἔ­γρα­φε πά­νω-κά­τω. Τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο ὄ­νο­μα τῆς πα­ρα­λή­πτριας δὲν μοῦ ἔ­λε­γε τί­πο­τα.

       — Συ­γνώ­μη… εἶ­πα μὲ ἀρ­κε­τὴ ντρο­πή. Μὲ βο­η­θᾶ­τε λί­γο;

       — Εἶ­μαι ἡ Λό­λα, εἶ­πε μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ντρο­πὴ ἀ­πὸ μέ­να.

       Εἶ­χαν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια, ὅ­μως θά ‘­πρε­πε νὰ τὴ θυ­μᾶ­μαι. Για­τὶ ἦ­ταν ἡ Λό­λα ποὺ ἕ­να πρω­ὶ πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὸ σλὶπ ποὺ φο­ροῦ­σα καὶ πέ­τα­ξε στὰ χέ­ρια μου ἕ­να πα­κέ­το ἀ­με­ρι­κά­νι­κα σώ­βρα­κα.

       — Αὐ­τὰ πρέ­πει νὰ φο­ρᾶς ἐ­σὺ κι ὄ­χι ἐ­κεῖ­να τὰ βρα­κιά!

       Ἦ­ταν κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ μέ­να καὶ σκέ­φτη­κα, ἀ­φοῦ ἤ­ξε­ρα τί πρέ­πει νὰ μὴ φο­ρά­ω, θά ‘­ξε­ρε καὶ τί πρέ­πει νὰ φο­ρᾶ. Κα­νο­νι­κὰ θά ‘­πρε­πε νὰ τὴ θυ­μᾶ­μαι καὶ δυ­ὸ καὶ πέν­τε φο­ρὲς τὴ μέ­ρα. Ὅ­πως θυ­μᾶ­μαι, ὅ­ταν φο­ρά­ω γρα­βά­τα, ἐ­κεί­νη ποὺ μοῦ τὴν ἔ­λυ­σε. Ἦ­ταν τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ τὴν εἶ­χα φο­ρέ­σει γιὰ νὰ δεί­χνω συ­νο­μή­λι­κός της καὶ ὄ­χι γυ­μνα­σι­ό­παι­δο. Τὴν ἔ­βγα­λα μὲ προ­σο­χὴ γιὰ νὰ μὴ χα­λά­σω τὸν κόμ­πο καὶ ἀ­μέ­σως μοῦ τὴν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ τὴν δι­έ­λυ­σε.

       — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; ρώ­τη­σα τρο­μαγ­μέ­νος. Πῶς θὰ τὴ δέ­σω τώ­ρα;

       — Θὰ μά­θεις!… εἶ­πε ἥ­συ­χα, κα­θὼς ξεν­τυ­νό­ταν. Ἔ­χεις ὅ­λα τὰ χρό­νια μπρο­στά σου, νὰ μά­θεις.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 27 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1942). Πε­ζο­γρά­φος. Με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε στὴ Γερ­μα­νί­α ὅ­που, ὕστερα ἀ­πὸ με­ρι­κὰ ἑ­ξά­μη­να σὲ γερ­μα­νι­κὰ καὶ αὐ­στρια­κὰ πα­νε­πι­στή­μια, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­στα­σια­κὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ συμ­παῖ­χτες (1977). Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀρ­κε­τὰ ἀ­κό­μη μὲ δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο του ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Νύ­χτες μὲ οὐ­ρά (Κα­στα­νι­ώ­της, 2010).

 .

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: