Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὑπὲρ πατρίδος

.

19-DiigimataMe300Lekseis-IliasKoutsoukos-Eikona-01

.

Ἠλίας Κουτσοῦκος

 .

Ὑπὲρ πατρίδος

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΟ ΛΥ­ΚΕΙ­Ο Ο­ΡΟΣ. Κον­τὰ στὸ να­ὸ τοῦ Ἐ­πι­κού­ρει­ου Ἀ­πόλ­λω­να. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι τὸ χω­ριὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου. Καρ­φω­μέ­νο στὴν πλα­γιὰ πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ το­πί­ο ποὺ δέ­νει τὸ πρά­σι­νο μὲ τὸ γκρὶ τῆς πέ­τρας, τὸ γκρὶ καὶ τὸ πρά­σι­νο ποὺ μπλέ­κον­ται μὲ τὸ χα­μη­λὸ βα­ρο­με­τρι­κό, σύν­νε­φα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ται βι­α­στι­κὰ με­τα­φέ­ρον­τας σὰν τὸν Ἑρ­μῆ μη­νύ­μα­τα στοὺς θε­ούς.

       Ἀ­νη­φο­ρί­ζω μὲ τὸ πα­λιὸ Ζά­στα­βα ποὺ μουγ­κρί­ζει σὲ χί­λια ἑ­κα­τὸ ὑ­ψό­με­τρο. Περ­νῶ ἀ­π’ τὴν Κα­ρύ­ται­να. Πά­νω στὸ ψη­λὸ κά­στρο, δε­μέ­νο σὰν κα­σκὸλ στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ, ὁ στρα­τη­γὸς Κο­λο­κο­τρώ­νης συγ­κέν­τρω­νε τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τά­νιους τοῦ ἀ­γώ­να. Ἄ­γριος, μὲ τὰ μαλ­λιὰ νὰ ἀ­νε­μί­ζουν, φώ­να­ζε: «Μέ­χρι τοὺς Μύ­λους! Τὸ πο­λὺ μέ­χρι ἐ­κεῖ νὰ φτά­σει ὁ Ἰμ­πρα­ήμ, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα!»

       Θυ­μᾶ­μαι τὴ για­γιά μου, βά­ζον­τας πρώ­τη στὴν ἀ­πό­το­μη στρο­φή. Μ’ ἔ­βγα­ζε στὴ βε­ράν­τα —δέ­κα χρο­νῶν θὰ ἤ­μουν— καὶ μοῦ ‘­δει­χνε στὸ βά­θος τὸ πο­τά­μι, Νέ­δα τὸν λέ­νε, πνιγ­μέ­νο στὰ πλα­τά­νια. «Παι­δά­κι μου, ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε ὅ­λη ἡ Κα­βα­λα­ρί­α τοῦ πα­σᾶ. Μὲ πέ­τρες τοὺς τσά­κι­σαν οἱ παπ­ποῦ­δες μας.»

       Τώ­ρα στὴν ἴ­δια βε­ράν­τα κά­θε­ται ὁ πα­τέ­ρας μου ὅ­λα τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Πί­νει κρα­σί ἀ­π’ τὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Λύ­κει­ου καὶ ποῦ καὶ ποῦ σφυ­ρί­ζει ρυθ­μι­κά. Τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἕ­να ἀ­η­δό­νι ἀ­π’ τὸ δέν­τρο ἀ­πέ­ναν­τι.

       «Μι­λά­ω μὲ τ’ ἀ­η­δό­νια πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα», μοῦ λέ­ει κα­θὼς μὲ βλέ­πει ἔκ­πλη­κτος νὰ τὸν κοι­τῶ.

       Βλέ­πω τὴ μά­να μου ὄρ­θια ξαφ­νι­κὰ νὰ τρέ­χει ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αὐ­λὴ καὶ νὰ φω­νά­ζει σ’ ἕ­ναν ψη­λὸ του­ρί­στα ποὺ τρα­βά­ει γιὰ τὸ να­ό: «Κό­φι -κό­φι»

       Ἡ μά­να μου κερ­νά­ει ὅ­λους τοὺς ξέ­νους ποὺ περ­νοῦν στὴν πά­νω Μά­νη γιὰ νὰ θαυ­μά­σουν τὰ μάρ­μα­ρα ποὺ σμί­λε­ψε ὁ Ἰ­κτί­νος πά­νω στὸ βου­νό. «Παι­δά­κι μου», μοῦ λέ­ει, «ἄ­φη­σαν τὶς πα­τρί­δες τους γιὰ νά ‘ρ­θου­νε στὸν τό­πο μας. Ἕ­ναν κα­φὲ νὰ μὴν τοὺς δώ­σου­με;»

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του, κοι­τών­τας ἤ­ρε­μος στὸ βά­θος τὸν κάμ­πο τῆς Κυ­πα­ρισ­σί­ας καὶ ψι­θυ­ρί­ζει: «Γι­ές, κό­φι – κό­φι!»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 27 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: