Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 .

Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

 .

16-Mi-Magnus_Berrfoetts_saga-Initial-G_MuntheΗΝ ΜΠΕΙ­ΤΕ στὸ θέ­α­τρο, ἔ­χει ὀ­χι­ές», εἶ­πε ὁ βο­σκός. Σή­κω­σε τὴν γκλί­τσα ἀ­πει­λη­τι­κά.

«“Σέρ­νουν”* αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Ἅ­μα σὲ τυ­λί­ξουν δὲν ξε­φεύ­γεις.»

       Οἱ δύ­ο ἄν­τρες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νο­μι­λοῦ­σε, χα­μο­γέ­λα­σαν. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ἔ­λει­πε τὸ κέ­φι. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸν ἀ­νή­φο­ρο τῆς ἀρ­χαί­ας πό­λης. Τὰ χα­λά­σμα­τα ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­να ἀ­πὸ κά­θε λο­γῆς χορ­τά­ρια καὶ ἡ εἴ­σο­δος ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο ἦ­ταν πε­σμέ­νη. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε ρί­γα­νη καὶ θυ­μά­ρι. Οἱ δυ­ὸ φί­λοι κα­τέ­βη­καν ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­να­σαί­νον­τας βα­θιά. Εἶ­χαν και­ρὸ νὰ βρε­θοῦν καὶ ὁ γά­μος τοῦ Ἀ­νέ­στη, κοι­νοῦ τους φί­λου ἀ­πὸ τὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοὺς ἔ­σμι­ξε ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα. Κα­τα­πι­έ­στη­καν ἀρ­κε­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κού­γον­τας εὐ­χὲς γιὰ τὴν δι­κή τους τύ­χη. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν τοὺς νι­ό­παν­τρους κι ἔ­τρε­ξαν στὸ ξε­νο­δο­χεὶ­ο νὰ ἀλ­λά­ξουν.

       Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ ἄρ­χι­ζε με­τὰ τὰ στε­φα­νώ­μα­τα καὶ τὰ κου­φέ­τα. Ἐ­κεῖ πέ­ρα στὴν πα­ρα­λί­α, μὲ τὰ πεῦ­κα καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια.

      «Ὄ­μορ­φα ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ», εἶ­πε ὁ Τά­κης. «Λέ­ω νὰ μα­ζέ­ψω χα­μο­μή­λι γιὰ τὴ μά­να μου. Θὰ χα­ρεῖ πο­λύ».

       Ὁ Θω­μᾶς προ­χώ­ρη­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ξε­ρο­λι­θι­ές.

       «Ἐ­γὼ θὰ ξα­πλώ­σω. Μὲ κού­ρα­σε ἡ τε­λε­τή.»

       «Δὲν φο­βᾶ­σαι τὰ φί­δια; Ἄ­κου­σες τὸ βο­σκό;» εἶ­πε ὁ Τά­κης.

       Ὁ Θω­μᾶς γέ­λα­σε καὶ σχο­λί­α­σε:

       «Κα­λὰ ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς νὰ φο­βί­ζει τοὺς ἀρ­χαι­ο­κά­πη­λους.»

      Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σβέρ­κο ἀ­γναν­τεύ­ον­τας στὴν κα­τη­φο­ριὰ τὸ μό­λο. Ὕ­στε­ρα το ἥ­συ­χα θρα­κι­κὸ πέ­λα­γος. Γα­λή­νη. Ὁ Τά­κης εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ μπου­φάν κι ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀγ­κα­λι­ὲς χα­μο­μή­λι. Κι­τρί­νι­σε ὁ τό­πος καὶ μο­σχο­βό­λη­σε.

       Μιὰ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­καν νὰ φύ­γουν. Ὁ Τά­κης κρα­τοῦ­σε τὸν μπό­γο μὲ τὸ χα­μο­μή­λι στὴν ἀγ­κα­λιά του σὰν μω­ρό. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἔ­και­γε. Ἔ­ρι­ξαν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸ μπου­φὰν καὶ ξε­κί­νη­σαν. Μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια καὶ πά­λι ὁ χω­μά­τι­νος δρό­μος. Ἄν­θρω­πος που­θε­νά.

       Μό­νο ποὺ κά­τι ἄρ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­νά­με­σα στὰ χα­μό­μη­λα. Ἕ­να φί­δι δρα­πέ­τευ­ε ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι τοῦ μπου­φὰν ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὸν ἀρ­χαῖ­ο τό­πο του.

* Σέρ­νουν· βο­ρει­ο­ελ­λα­δύ­τι­κη ἔκ­φρα­ση γιὰ τὸ “ζευ­γα­ρώ­νουν”.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 20 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Θεό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Πα­λαι­ο­χώ­ρι Παγ­γαί­ου, 1956). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κρυμ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι (1990). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Ὁ ναύ­της (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1993), Τὰ νε­ρὰ τῆς Χερ­σο­νή­σου (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1998), Τὸ παρ­τά­λι (μυ­θι­στό­ρη­μα, 2001), Χάρ­τες (δι­η­γή­μα­τα, 2007) κ.ἄ.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: