Εὐγενία Μακαριάδη: Τὰ δερμάτινα

.

Makariadi,Eygenia-TaDermatina-Eikona-03

.

Εὐ­γε­νί­α Μα­κα­ριά­δη

 

Τὰ δερ­μά­τι­να

 

04-MiΕΓΑΛΩΣΑ ΣΕ ΠΟΛΥΜΕΛΗ καὶ φτω­χὴ οἰ­κο­γέ­νεια, για­γιά, παπ­πούς, γο­νεῖς καὶ πέν­τε παι­διά· ὅ­λα ἀ­γό­ρια. Ἐ­γὼ τε­λευ­ταῖ­ος.

            Και­νούρ­γιο ροῦ­χο δὲ φό­ρε­σε σχε­δὸν κα­νέ­νας μας. Οἱ με­γά­λοι ἀ­δελ­φοὶ φο­ροῦ­σαν τὰ ἀ­πο­φό­ρια τοῦ πα­τέ­ρα καὶ οἱ μι­κρό­τε­ροι τῶν με­γα­λυ­τέ­ρων· ἔ­τσι πή­γαι­νε ἡ ἱ­στο­ρί­α καὶ στὰ πα­πού­τσια, ἄλ­λες φο­ρὲς με­γά­λα, ἄλ­λες φο­ρὲς στε­νά, βο­λευ­ό­μα­σταν. Ἀ­πὸ τὰ πα­λιὰ καὶ πα­ρά­ται­ρα ροῦ­χα δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο, για­τί ἀ­σου­λού­πω­τα ἦ­ταν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ χω­ριοῦ. Ἀ­πὸ πα­πού­τσια ὅ­μως προ­τι­μοῦ­σα νὰ περ­πα­τά­ω ξυ­πό­λη­τος, πα­ρὰ νὰ φο­ρά­ω τὰ στρα­βο­πα­τη­μέ­να πα­πού­τσια τῶν με­γά­λων. Μέ­χρι ποὺ πῆ­γα σχο­λεῖ­ο. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸ νὰ φο­ρᾶ­νε οἱ μα­θη­τὲς πα­πού­τσια.

            Τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν κι ἐ­γὼ περ­νοῦ­σα ὅ­λους στὸ μπό­ι· κα­νέ­να ροῦ­χο δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κι αὐ­τὸ δὲ μὲ πεί­ρα­ζε. Τὸ πρό­βλη­μά μου ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εὕ­ρι­σκα πα­πού­τσια στὸ νού­με­ρό μου. Κα­νεὶς στὸ χω­ριὸ δὲ φο­ροῦ­σε πα­πού­τσι πά­νω ἀ­πὸ σα­ράν­τα νού­με­ρο καὶ τὸ δι­κό μου ἦ­ταν σα­ράν­τα τρί­α.

            Ἕ­να χρό­νο πε­ρί­με­να τὸ πα­νη­γύ­ρι, ὅ­που θὰ μοῦ ἀ­γό­ρα­ζαν πα­πού­τσια. Κόν­τευ­ε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ πα­νη­γύ­ρι, ἕ­ως ὅ­του βρεῖ ὁ πα­τέ­ρας πα­πού­τσι νὰ ται­ριά­ζει ὄ­χι στὸ πό­δι μου, ἀλ­λὰ στὴν τσέ­πη του. Πα­κε­τα­ρι­σμέ­να σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα ἔ­φε­ρε στὸ σπί­τι «τὰ δερ­μά­τι­να» ὁ πα­τέ­ρας καὶ δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ τὰ πεῖ πο­τέ, πα­πού­τσια.

            Μπρο­στὰ σ’ ὅ­λους τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σαν κα­τά­πλη­κτοι —βλέ­πε­τε ἐ­κτὸς ἀ­πὸ γου­ρου­νο­τσά­ρου­χα, ἄλ­λα πα­πού­τσια δὲν εἶ­χαν μα­τα­δεῖ—, ἅ­πλω­σα τὰ κα­νιά μου κι ὁ πα­τέ­ρας προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τὸ «κό­κα­λο» νὰ χώ­σει τὸ πό­δι μου στὸ πα­πού­τσι. Ση­κώ­θη­κα ὄρ­θιος κι ἔ­κα­να φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ τὸ φο­ρέ­σω, ὅ­μως μὲ τί­πο­τα δὲν ἔμ­παι­νε· ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι στυ­λώ­σα­με τὰ μά­τια στὰ δερ­μά­τι­να ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ μὲ χω­ρέ­σουν.

            Τὰ βά­λα­με γιὰ μῆ­νες στὸ κα­λα­πό­δι, ὅ­μως αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν στὶς δι­α­στά­σεις τους. Ἕ­ως ὅ­του ὁ πα­τέ­ρας πῆ­ρε τὴ φαλ­τσέ­τα, ἔ­κο­ψε τὶς μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν καμ­πυ­λω­τὰ καὶ μοῦ τὰ φό­ρε­σε. Με­τὰ δυ­σκο­λί­ας τὰ δά­χτυ­λά μου πε­ρά­σα­νε τὴν τρύ­πα καὶ πε­σμέ­να σὰ μα­ρα­μέ­να μα­ρού­λια, ἄγ­γι­ξαν τὸ πά­τω­μα.

            Τὰ πα­πού­τσια αὐ­τὰ τὰ φο­ροῦ­σα χρό­νια, για­τί ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ μα­κα­ρί­της πα­τέ­ρας μου, «Εἶ­ναι δερ­μά­τι­να. Πε­τι­οῦν­ται βρὲ τὰ δερ­μά­τι­να;»

            Τώ­ρα κοι­τά­ζω τὰ πό­δια μου καὶ χα­μο­γε­λῶ στὰ στρα­βὰ καὶ γε­μά­τα κά­λους δά­χτυ­λά μου.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­γε­νί­α Μα­κα­ριά­δη. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Βαγ­γέ­λη Ρα­πτό­που­λο καὶ Ἀ­μάν­τα Μι­χα­λο­πού­λου. Τε­λευ­ταί­α πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Μι­σὲλ Φά­ις. Ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἕνα βι­βλί­ο της «Μύ­ριαμ καὶ Χάν­να» (μυθιστόρημα, ἐκδ. Λι­βά­νη). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς σε­λί­δες το­πι­κῶν ἐ­φη­με­ρί­δων.

 .

Εἰκόνα κειμένου: «Τὰ παπούτσια», ἔργο τοῦ Βὰν Γκόγκ.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: