Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου: Καύκα (Kawka)

.

21022011334-1024x768

.

Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου

.

Καύκα (Kawka)

.

06-Delta-Chronica_Polonorum_D

ΟΥΛΕΥΕ μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του, τὸν θυ­ρω­ρὸ στὸ συγ­κρό­τη­μα τῶν κα­τοι­κι­ῶν ποὺ μέ­να­με. Ὅ­πως ὅ­λα τῆς πε­ρι­ο­χῆς τῶν λευ­κῶν, κά­λυ­πτε πε­ρι­φε­ρεια­κὰ ἕ­να οἰ­κο­δο­μι­κὸ τε­τρά­γω­νο καὶ στὸ ἐν­δι­ά­με­σο κε­νὸ δι­έ­θε­τε με­γά­λο κῆ­πο. Ὁ Καύκα ἐρ­χό­ταν τὸ πρω­ὶ κι ἔ­φευ­γε τὸ βρά­δυ μα­ζί του. Ἔκα­νε τὰ θε­λή­μα­τα τῶν ἐ­νοί­κων. Συ­νή­θως τὸν ἔ­παιρ­ναν μα­ζί τους στὴν μαρ­κέ­τα, ὅ­που πε­ρί­με­νε ἀ­κί­νη­τος, ὡς ὄ­φει­λε στὴ γω­νί­α, μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν γιὰ νὰ κου­βα­λή­σει ὅ­λα τὰ ψώ­νια. Ἄλ­λο­τε τὸν ἔ­στελ­ναν νὰ πε­τά­ξει τὰ σκου­πί­δια. Κα­θη­με­ρι­νὰ ἔπρεπε νὰ τα­ΐ­­σει τὶς χε­λῶ­νες, τοὺς πα­πα­γά­λους, τὰ πα­γώ­νια καὶ τὶς πά­πι­ες τοῦ κή­που μας καὶ νὰ πε­ρι­ποι­η­θεῖ τὰ δέν­τρα καὶ τὰ λου­λού­δια. Ὅ­ταν δὲν εἶ­χε τί νὰ κά­νει κούρ­νια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὴν τυ­φλὴ κου­πα­στὴ τῆς σκά­λας ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο. Καὶ πε­ρί­με­νε. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τοὺς ἀ­ει­κί­νη­τους βολ­βούς του στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­ταν ἤ­μουν ἄρ­ρω­στη ἢ ἔ­κλει­νε λόγῳ ταραχῶν τὸ σχο­λεῖ­ο, ξέ­φευ­γα ἀ­πὸ τὴν τρο­φό μου,  τρύ­πω­να κά­τω ἀ­πὸ τὴν κου­πα­στὴ καὶ πε­ρί­με­να μα­ζί του. Ἔ­βγα­ζα κι ἐ­γὼ τὰ πα­πού­τσια μου καὶ τὰ ἄ­φη­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κρυ­ψώ­να. Μὲ τὸν και­ρὸ μὲ ἄ­φη­σε νὰ κά­θο­μαι κον­τά του, μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σα νὰ ἀ­κουμ­πῶ τὸ μπρά­τσο μου στὸ μπρά­τσο του. Ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με νὰ τὸν φω­νά­ξει κά­ποιος, προ­σπα­θοῦ­σα νὰ συγ­χρο­νί­σω τὴν κί­νη­ση τῶν βλε­φά­ρων μου καὶ τὴν ἀ­να­πνο­ή μου μὲ τὴ δι­κή του. Πα­ρα­τη­ροῦ­σα τὰ δά­χτυ­λα. Τὰ νύ­χια. Τὸ σχῆ­μα τῶν πο­δι­ῶν του, μὲ τὶς ὧ­ρες. Ἔ­ψα­χνα νὰ ἐν­το­πί­σω ση­μά­δια ἀ­πὸ χτυ­πή­μα­τα στὶς κνῆ­μες, συγ­κρί­νον­τάς τες μὲ τὶς δι­κές μου, ποὺ οἱ με­λα­νι­ὲς ἦ­ταν ἐμ­φα­νεῖς καὶ με­τρή­σι­μες. Ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με,  σταυ­ρώ­να­με τὶς πα­λά­μες μας καὶ τὶς ἀ­κουμ­πού­σα­με στὰ λυ­γι­σμέ­να γό­να­τά μας. Ὅ­ταν μυρ­μήγ­κια­ζαν τὶς τι­νά­ζα­με μὲ ἕ­ναν ἀλ­λο­πρό­σαλ­λο βου­βὸ σπα­σμὸ τοῦ κε­φα­λιοῦ καὶ τῶν χε­ρι­ῶν μας. Ἔ­πει­τα μέ­να­με πά­λι ἀ­κί­νη­τοι πνί­γον­τας τὰ γέ­λια μας.

            Ἕ­να πρω­ί, ὁ πα­τέ­ρας του, ὁ θυ­ρω­ρός μας, κα­τέ­βη­κε ἀ­θό­ρυ­βα τὴ σκά­λα ἀ­πὸ πά­νω μας κι ἔ­χω­σε ξαφ­νι­κὰ τὸ κε­φά­λι του μέ­σα στὴν κρυ­ψώ­να μας. Μᾶς τσά­κω­σε νὰ πε­ρι­μέ­νου­με κουρ­νια­σμέ­νοι στὸ σκο­τά­δι, τὸ μπρά­τσο του νὰ ἀ­κουμ­πά­ει τὸ δι­κό μου.  Μᾶς κό­πη­κε ἡ ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ πα­ρα­μεί­να­με ἀ­κί­νη­τοι κι ἑ­νω­μέ­νοι, ὅ­σο τὸν κα­τσά­δια­ζε στὰ σου­α­χί­λι.

            Ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα δὲν τὸν ξα­να­έ­φε­ρε μα­ζί του. Λί­γες ἑ­βδο­μά­δες με­τά, ση­κώ­θη­κα ἕ­να πρω­ὶ νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου καὶ ἤ­πια μο­νο­ρού­φι τὸ ρὸζ σι­ρό­πι γιὰ τὸ βή­χα ποὺ βρῆ­κα στὸ μπά­νιο μας. Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μᾶς με­τέ­φε­ρε ὁ θυ­ρω­ρός μας, ὁδη­γών­τας, ὁ τρε­λός,  χω­ρὶς ἄ­δεια τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μας.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουργκ). Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση, Τμῆ­μα Μέ­σων, Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ, Σχο­λὴ Δι­ε­θνῶν Σπου­δῶν καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τῶν Κοι­νω­νι­κῶν καὶ Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν, Πάν­τει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἀ­πό­φοι­τη Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­κτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸς Πο­λι­τι­σμός, Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tan­der, Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: