Ἡρὼ Νικοπούλου: Δεκαπενταύγουστος

.

14

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στος

.

01-Omegaχ, ἡ πι­α­τέ­λα! Εὔ­η, Εὔ­η πρό­σε­χε, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ εἶ­ναι πιὸ χα­μη­λό.

Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πα­νω­τοὶ κρό­τοι, γυ­α­λι­κὰ ποὺ θρυ­ψα­λι­ά­στη­καν, μα­χαι­ρο­πή­ρου­να κρο­τά­λι­σαν στιγ­μια­ῖα στὶς πλά­κες κα­ρύ­στου τοῦ κή­που, μιὰ πα­ρα­τε­τα­μέ­νη στριγ­γλιὰ καὶ ἀ­π’ τὸ βά­θος μιὰ μι­σο­πνιγ­μέ­νη χρι­στο­πα­να­γί­α.

          Ἡ Εὔ­η χά­μω ἀ­νά­σκε­λα στη­ριγ­μέ­νη στοὺς ἀγ­κῶ­νες ξέ­μει­νε νὰ κοι­τᾶ τρι­γύ­ρω της τὰ σκορ­πι­σμέ­να με­ζε­δά­κια, λου­κά­νι­κα Φραγ­κφούρ­της, Με­τσο­βί­τι­κο κα­πνι­στό, Μπλὲ τυ­ρὶ ποὺ τὸ πλα­σά­ρι­ζαν στοὺς κα­λε­σμέ­νους γιὰ ροκ­φόρ, ἀγ­γου­ρά­κια καὶ πα­στὲς σαρ­δέλ­λες. Τὸ φου­στά­νι της εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ ψη­λὰ στὰ πό­δια καὶ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸ ρο­δα­κι­νὶ της ἐ­σώ­ρου­χο. Ὁ Λε­ω­νί­δας ἔ­τρε­ξε καὶ τὴ σή­κω­σε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

          Εὐ-αγ­γε­λί­α σοῦ λέ­ει…, τε­λι­κὰ δὲν ἀ­πο­δεί­χθη­κε καὶ τό­σο …εὐ­χά­ρι­στη ἀγ­γε­λί­α… Ἐ­γὼ ξέ­ρω πὼς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μπῆ­κε στὸ σπί­τι μας τὸν ἔ­χα­σα. Ὅ­λο μα­ζί της ἀ­σχο­λεῖ­ται. Ὅ­σο ἦ­ταν μὲ τὴ μά­να της εἴ­μα­σταν ἥ­συ­χοι, ἀλ­λὰ βλέ­πεις δὲν προ­γραμ­μα­τί­ζον­ται ὅ­λα. Ποῦ νὰ τὸ ΄ξε­ρα πὼς θὰ τὴ φορ­τω­νό­μου­να καὶ μά­λι­στα στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἡ­λι­κί­α, στὴν πιὸ ἀν­τι­δρα­στι­κή. Καὶ κεί­νος μὲς στὶς τύ­ψεις νὰ τρέ­χει ἀ­πὸ πί­σω της, νὰ τὴν μα­ζεύ­ει μὴ καὶ τοῦ πη­δη­χτεῖ. Καὶ εἶ­ναι καὶ θρη­σκευ­ά­με­νοι· καὶ οἱ δυ­ό. Νη­στεί­α, με­τά­λη­ψη καὶ ἀ­πο­χὴ ὁ με­γά­λος. Νη­στεί­α, με­τά­λη­ψη καὶ κα­μιὰ ξε­πέ­τα ἡ μι­κρή. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα πὼς τὰ τα­χτο­ποι­οῦν ἔ­τσι, ποὺ τὰ χω­ρᾶ­νε καὶ τὰ δυ­ό. Νο­μί­ζω κά­νουν σκόν­το πό­τε στὸ ἕ­να, πό­τε στὸ ἄλ­λο, μιὰ τὸ σῶ­μα, μιὰ ἡ ψυ­χή. Λοι­πόν, αὐ­τὸ πο­τὲ πρὶν δὲν τὸ ἀ­ξι­ο­λό­γη­σα. Κα­κῶς! Ὁ Λε­ω­νί­δας κοι­μᾶ­ται ὄρ­θιος τὸν ὕ­πνο τοῦ δι­καί­ου, ἐ­γὼ ὅ­μως τὴν κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­πο­τε γυρ­νά­ει ἀ­πὸ ραν­τε­βου­δά­κι, πὼς λάμ­πει ὁ­λό­κλη­ρη. Κι ἄλ­λο­τε πὼς μα­ραί­νε­ται σὰν ἀ­πό­τι­στο γι­α­σε­μί. Κλει­στὸ κο­ρί­τσι ὅ­μως, στρεί­δι, λέ­ξη δὲν χα­ρί­ζει. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ φτά­σου­με στὰ ἄ­κρα.

          Καὶ  κά­θε χρό­νο στὴ γι­ορ­τή μου ἡ ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, συγ­γε­νεῖς, τρα­πε­ζώ­μα­τα, τὸ τε­ρά­στιο σό­ι τοῦ Λε­ω­νί­δα κι ὅ­λα στὴν πλά­τη μου. Ποὺ νὰ μὴ γι­όρ­τα­ζα, ξι­νό μοῦ βγαί­νει. Κι ἡ Εὔ­η το­πο­τη­ρη­τής, νὰ κό­βει κί­νη­ση, τί πά­ει στρα­βά, τί πά­ει λά­θος. Εἶ­ναι καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νη, δὲν κου­νά­ει τὸ χε­ρά­κι της νὰ μὲ βο­η­θή­σει λί­γο. Ὁ­ρί­στε, μιὰ δου­λειὰ εἶ­πε νὰ κά­νει καὶ τὰ ‘κά­νε μαν­τά­ρα. Νὰ μοῦ ‘λειπε. Ὅ­λα ἕ­τοι­μα τὰ πε­ρι­μέ­νει, σὰν τὸν μπαμ­πά­κα της. Ἔμ­πλε­ξα! Ἔμ­πλε­ξα ἄ­σχη­μα. Ἐ­γὼ ποὺ καυ­χι­ό­μου­να γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μου —κά­νον­τας τὰ ξι­νὰ γλυ­κὰ βέ­βαι­α—, ὅ­τι παι­διὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­χω κι ὅ­που θέ­λω πά­ω – μὲ τὸ Λε­ω­νί­δα πάν­τα, τώ­ρα πού μᾶς κα­τσι­κώ­θη­κε ἡ μι­κρὴ πριγ­κί­πι­σα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νή­σου­με ρού­πι. Νὰ τὰ φρον­τι­στή­ρια, ἄν­τε τὰ δι­α­βά­σμα­τα, κα­θη­με­ρι­νὸ μα­γεί­ρε­μα καὶ τε­λει­ω­μὸ δὲν ἔ­χουν. Γιὰ τὸ σι­δέ­ρω­μα δὲν θὰ μι­λή­σω…Εὐ­τυ­χῶς ποὺ τε­λει­ώ­νει φέ­τος νὰ μπεῖ σὲ κα­μιὰ σχο­λὴ νὰ ἠ­συ­χά­σου­με, ἂν προ­λά­βει βέ­βαι­α για­τί ἔ­τσι ὅ­πως τὴν κό­βω θὰ ‘χου­με ἄλ­λα.

          Νὰ μὲ συμ­πα­θοῦ­σε του­λά­χι­στον λι­γου­λά­κι…Κι εἶ­ναι κι ὄ­μορ­φο πα­νά­θε­μά το. Ὅ­ταν γε­λά­ει —σπα­νί­ως— κά­νει κά­τι λακ­κά­κια στὰ μά­γου­λα σὰν νε­ρο­λι­μνοῦ­λες. Ἀλ­λὰ δὲν μὲ χω­νεύ­ει, δυ­στυ­χῶς. Τί νὰ κά­νου­με; Οὔ­τε κι ἐ­γώ… ἄλ­λω­στε.

          Ὁ ἀ­στρά­γα­λος τῆς Εὔ­ης κοκ­κί­νι­σε καὶ πρή­στη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως. Αὐ­τὸ τὸ πέ­σι­μο ἦ­ταν ὅ­τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς συμ­βεῖ γιὰ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως βα­ρι­ό­ταν θα­νά­σι­μα τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς μα­ζώ­ξεις, ὅ­που τὰ σό­για ξι­φουλ­κοῦ­σαν μὲ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να στό­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ σου­βλι­στὰ ἀρ­νιὰ καὶ χον­το­κομ­μέ­να ἀ­στεῖ­α, ὁ­πό­τε χά­ρι­σε στὴν ὁμή­γυ­ρη ἕ­να πο­νε­μέ­νο πλὴν ἡ­ρω­ι­κὸ χα­μό­γε­λο ὅ­λο λακ­κά­κια καὶ ζή­τη­σε νὰ τὴν ρυ­μουλ­κί­σουν στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ὁ Λε­ω­νί­δας τὴν ἀ­νέ­βα­σε στὸ δω­μά­τιό της, τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να πα­ρη­γη­ρη­τι­κὸ φι­λὶ καὶ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σύν­το­μα. Τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ δω­μα­τί­ου δι­έ­κο­πτε ἡ ἀρ­γό­συρ­τη ὑ­πνω­τι­σμέ­νη κραυ­γὴ τῶν τζιτ­ζι­κι­ῶν. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ὅ­λο τὸ χρό­νο νὰ προ­βλη­μα­τι­στεῖ γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή της. Με­τὰ ἀ­πὸ ὤ­ρα ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πὼς γί­νε­ται μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κραυ­γὴ στὸ τέ­λος νὰ ἀ­κού­γε­ται ὑ­πνω­τι­κὴ κι ὑ­πνω­τι­σμέ­νη.

          Ἤ­ξε­ρε πο­λὺ κα­λὰ πὼς ἡ Δέ­σποι­να δὲν τὴν χώ­νευ­ε, πό­σο μᾶλ­λον τώ­ρα ποὺ τῆς ἔ­σπα­σε καὶ τὴν κα­λὴ πι­α­τέ­λα. Κι ἦ­ταν κρί­μα για­τί ἐ­κεί­νη ἀ­π’ ὅ­ταν ὀρ­φά­νε­ψε χρει­α­ζό­ταν ἐ­πει­γόν­τως μά­να, ἀλ­λὰ δὲν βρῆ­κε πο­τὲ τὸν τρό­πο νὰ τῆς τὸ δεί­ξει. Ἡ Εὔ­η ζύ­γι­σε προ­σε­κτι­κὰ τὶς σκέ­ψεις της κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι τὰ πράγ­μα­τα, δὲν τὴν χρει­α­ζό­ταν ἐ­πει­γόν­τως ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Ἀν­τι­θέ­τως τὸν πρῶ­το και­ρὸ τῆς γύ­ρι­ζαν τ’ ἄν­τε­ρα ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ζή­σει μα­ζί τους· αἰ­σθα­νό­ταν πὼς τὴν ξε­γέ­λα­σαν μὲ δι­πλὴ προ­δο­σί­α πρῶ­τα ὁ θά­να­τος τῆς μά­νας της, κι ἔ­πει­τα ἡ ξέ­νη γυ­ναί­κα πλά­ι στὸν πα­τέ­ρα της ποὺ ἀν­τά­ρια­ζε νὰ τὴ βλέ­πει. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς κα­τα­λά­για­σε ὁ θυ­μὸς —πράγ­μα ποὺ τῆς πή­ρε πά­νω ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια, ὅ­λο τὸ γυ­μνά­σιο καὶ κά­τι ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λυ­κεί­ου, ἐ­κεῖ πάν­τως ὅ­ταν ἦ­ταν πιὰ ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει καὶ νὰ ἀ­φε­θεῖ στὸ θρῆ­νο, τό­τε αἰ­σθάν­θη­κε πὼς τὴν χρει­α­ζό­τα­ν. Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τόλ­μη­σε νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­νάγ­κη της, ἄλ­λω­στε ἦ­ταν σί­γου­ρη πὼς θὰ ‘τρω­γε πόρ­τα, τὸ ‘βλε­πε στὰ μά­τια της, στὶς κι­νή­σεις της ὅ­ταν τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μή­πως κα­τορ­θώ­σει καὶ βρεῖ ρωγ­μὴ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τά της, μιὰ μι­κρὴ σχι­σμού­λα γιὰ νὰ κουρ­νιά­σει. Ὅ­μως ἡ Δέ­σποι­να ἦ­ταν πο­λὺ σκλη­ρὴ μα­ζί της κι ὅ­λο μοῦ­τρα στὸν πα­τέ­ρα της. Ἡ Εὔ­η ἀ­να­τρί­χια­σε σύγ­κορ­μη στὴ σκέ­ψη του. Οὔ­τε ποὺ μπο­ρού­σε νὰ δι­α­νο­η­θεῖ νὰ τοῦ πεῖ τί τῆς συ­νέ­βαι­νε. Ἡ σκέ­ψη της τὴ μιὰ στιγ­μὴ γι­νό­ταν διαυ­γής καὶ τὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη θό­λω­νε κι ἔ­ψα­χνε γιὰ δι­και­ο­λο­γί­ες. Γι’ αὐ­τὸ κι αὐ­τὴ τὸ ΄ριξε στοὺς ἔ­ρω­τες…

          Οἱ φω­νὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸν πί­σω κῆ­πο μπου­κω­μέ­νες ἀπ’ τὴ ζέ­στη, σὰ χα­λα­σμέ­να μπά­σα φω­νη­τι­κὰ πα­λιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς ται­νί­ας. Ἀ­νά­με­σα κυ­μα­τι­στὰ γε­λά­κια, σό­κιν μι­σο­πνιγ­μέ­να στὰ κρα­σιὰ καὶ στὰ τσί­που­ρα. Τῆς ἦρ­θε ἀ­να­γού­λα. Κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ κρα­τη­θεῖ, δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι, ἔ­κα­νε ἐ­με­τὸ ἀ­νά­σκε­λα.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε δια­ρκῶς τὶς σκά­λες κου­βα­λών­τας δι­ά­φο­ρα, τώ­ρα σει­ρὰ εἶ­χαν τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ γλυ­κά. Ἡ Εὔ­η ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά της ποὺ προ­σπερ­νοῦ­σαν ἀ­δι­ά­φο­ρα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της καὶ δαγ­κω­νό­ταν. Εἶ­χε δη­λώ­σει βέ­βαι­α πὼς δὲν θὰ ἔ­τρω­γε, καὶ ὅ­ταν τῆς ἔ­δω­σαν παυ­σί­πο­νο ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θὰ κοι­μό­ταν μέ­χρι νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ βροῦν για­τρό. Ὡ­στό­σο ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα ὁ ἀ­στρά­γα­λός της πο­νοῦ­σε καὶ στὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση. Τὴν πῆ­ρε τὸ πα­ρά­πο­νο. Προ­σπά­θη­σε μὲ κά­τι χαρ­το­μάν­τη­λα νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο μπο­ροῦ­σε τὰ δύ­σο­σμα ὑ­γρά τοῦ στο­μά­χου της. Τὸ δω­μά­τιο βρω­μο­κο­ποῦ­σε ξι­νί­λα, τῆς ἦρ­θε δεύ­τε­ρη ἀ­να­γού­λα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν θὰ τὴν γλί­τω­νε, θὰ τὴν ἔ­παιρ­ναν εἴ­δη­ση καὶ μὲ τὸ πό­δι τούμ­πα­νο μᾶλ­λον δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κι­νη­θεῖ γιὰ μέ­ρες κι ἑ­πο­μέ­νως θὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ δι­ευ­θε­τή­σει τὸ ζή­τη­μά της μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἤ­ξε­ρε μό­νη της. Ἦ­ταν ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη καὶ κου­ρα­σμέ­νη. Ὅ­λα μέ­σα της κου­βά­ρι, σκη­νές, λέ­ξεις, ἀ­πο­φά­σεις, συ­ναι­σθή­μα­τα.

          Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ ἑ­ορ­τα­στι­κὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­ρια κορ­να­ρί­σμα­τα. Τὰ σό­για ἀ­πο­χω­ροῦ­σαν με­τὰ βα­ΐ­ων κι ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ κου­δού­νι­ζε συν­θη­μα­τι­κά. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα κου­τσαί­νον­τας. Στὸ δι­ά­δρο­μο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε μὲ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ πι­ω­μέ­νος γιὰ νὰ τὴν βο­η­θή­σει. Ξα­να­κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν τοὺς ἤ­χους τοῦ σπι­τιοῦ. Σύν­το­μα ἐν­τό­πι­σε τὸ βα­ρὺ ρο­χα­λη­τὸ τοῦ Λε­ω­νί­δα. Τὰ πη­γαι­νέ­λα τῆς Δέ­ποι­νας συ­νε­χί­στη­καν μέ­χρι λί­γο πρὶν τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὅ­λα μό­νη της τὰ κά­νει πά­λι, σκέ­φτη­κε ἡ Εὔ­η καὶ σὰν νὰ τὴν συμ­πό­νε­σε. Τὴν ἄ­κου­σε νὰ μα­ζεύ­ει τὶς πλιὰν κα­ρέ­κλες καὶ τὰ τρα­πέ­ζια τοῦ κή­που, νὰ βά­ζει ἀ­πα­νω­τὰ πλυν­τή­ρια γιὰ τὰ πιά­τα, νὰ πλέ­νει τα­ψιὰ καὶ κα­τσα­ρό­λες, νὰ κρύ­βει κο­ψί­δια καὶ γλυ­κὰ γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη καὶ νὰ φι­λεύ­ει μὲ τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τὰ ὀρ­φα­νά τοῦ κή­που. Εἶ­χε ψώ­νιο μὲ τὶς γά­τες. Ἦ­ταν τὰ μω­ρά της. Ἕ­να ζε­στὸ ρεῦ­μα τρέ­μι­σε βα­θειά της.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου ἁ­πα­λά. Πλη­σί­α­σε τὸ κρε­βά­τι τῆς Εὔ­ης νυ­χο­πα­τών­τας. Ἡ φι­γού­ρα της ἔ­χον­τας πί­σω τὸ φῶς τοῦ δι­α­δρό­μου φέγ­γι­σε ψη­λό­λι­γνη. Τῆς μπού­κω­σε τὴν μύ­τη ἡ μπα­γι­ά­τι­κη ὀ­σμὴ τοῦ ἐ­με­τοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τὸ χτυ­πη­μέ­νο πό­δι. Σκέ­πα­σε ἐ­λα­φρὰ μὲ τὸ σεν­τό­νι τὸ ἱδρω­μέ­νο σώ­μα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.

          — Θέ­λεις νὰ κά­τσεις γιὰ λί­γο; Ἡ φω­νὴ τῆς Εὔ­ης μό­λις ποὺ ἀ­κού­στη­κε.

          — Ἄ, ξύ­πνια εἶ­σαι; Πο­νᾶς; ψι­θύ­ρι­σε ἡ Δέ­σποι­να.

          — Ἀρ­κε­τά…

          Ἡ Δέ­σποι­να τῆς ἔ­σφι­ξε μα­λα­κὰ τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ.

          — Αὔ­ριο, θὰ ΄ρθεῖ για­τρός, δὲν θὰ ΄ναι τί­πο­τα, θὰ δεῖς θὰ πε­ρά­σει μὲ λί­γες μέ­ρες ἀ­κι­νη­σί­α.

          — Λί­γες μέ­ρες…εἶ­ναι πολ­λές.

          — Ἔ­κα­νες πά­λι ἐ­με­τό;

          Τὸ κο­ρί­τσι ξε­ρο­κα­τά­πι­ε καὶ δὲν μί­λη­σε.

          — Πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ κά­νεις ὑ­πο­μο­νή, δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ὅ­λα ρό­δι­να.

          — Ὅ­σο γι’ αὐ­τό…τὸ ἐμ­πέ­δω­σα νω­ρίς.

          — Ναὶ ξέ­ρω…

          Τῆς ξα­νά­σφι­ξε τὸ χέ­ρι ποὺ τώ­ρα ἦ­ταν μού­σκε­μα καὶ συ­νέ­χι­σε,

          — …κι ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν ἴ­σως ὅ,τι χρει­α­ζό­σουν, ὅ,τι πε­ρί­με­νες…

          Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο σι­ω­πη­λές, ἔ­πει­τα ἡ Δέ­σποι­να πρό­σθε­σε,

          — …ἂν καὶ θὰ τὸ ΄θε­λα.

          — Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά, εἶ­πε τρέ­μον­τας ἡ Εὔ­η κι ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἐ­λα­φρά.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἔ­νι­ω­σε νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται ἕ­να καυ­τὸ κύ­μα ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ καὶ ἵ­δρω­σε ἀ­πό­το­μα. «Μᾶλ­λον σή­κω­σε πυ­ρε­τό» σκέ­φτη­κε, κι ἄ­πλω­σε τὸ χέ­ρι πρὸς τὸ μέ­τω­πο τῆς Εὔ­ης γιὰ νὰ τὴν θερ­μο­με­τρή­σει, ἡ κο­πέ­λα πα­ρερ­μη­νεύ­ον­τας τὴν κί­νη­ση χύ­θη­κε λυ­τρω­μέ­νη στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γο­ε­ρά. Τὸ ξαφ­νι­α­σμέ­νο κορ­μὶ τῆς Δέ­σποι­νας τραν­τά­χτη­κε συ­θέ­με­λα. Ἔ­μει­ναν ἔ­τσι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νες ὅ­σο χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ μα­λα­κώ­σουν οἱ ἁρ­μοὶ στὸ ὥ­ρι­μο σῶ­μα καὶ νὰ ἀ­νοί­ξουν τὰ βου­λω­μέ­να πε­ρά­σμα­τα· νὰ βρεῖ ἡ ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος τὰ σω­στὰ μο­νο­πά­τια, νὰ γί­νει τὸ μέ­σα ρεῦ­μα ἀ­να­πνο­ὴ καὶ ν’ ἀρ­θρώ­σει λέ­ξεις.

          — Μὴ φο­βᾶ­σαι εἶ­μαι δί­πλα σου, ψι­θύ­ρι­σε.

          — Κά­νε κά­τι Δέ­σποι­να, βο­ή­θη­σέ με αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ κρα­τή­σω, τὴν κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να μὲ μά­τια ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν· ἔ­πει­τα μὲ σκυμ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι συ­νέ­χι­σε, καὶ θὰ ‘χου­με δυ­ὸ νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τοῦ χρό­νου στὴ γι­ορ­τή σου.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἑλ­λη­νι­στί: ὁ γρί­φος, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀθήνα, 2013 (πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Ἡ Αὐ­γή, 15 Αὐγούστου 2012).

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀθή­να, 1958). Σπού­δα­σε Ζω­γρα­φικὴ καὶ Σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τε­χνῶν τῆς Ἀθή­νας. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει ποί­η­ση καὶ πε­ζο­γρα­φί­α. Πρῶτο της βι­βλί­ο: «Ὁ μύ­θος τοῦ ὁδοι­πό­ρου» (Ἀθή­να, ποί­η­ση, 1986), τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: «Ἑλλη­νι­στί: ὁ γρί­φος» (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: