Νικόλας Σεβαστάκης: Οἱ τελευταῖοι ἄσχημοι ἄνθρωποι

.

Sebastakis,Nikolas-OiTeleytaioiAschimoiAnthropoi-03

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

 .

Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι

 .

01-LamdaΙΓΟ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ, περ­νοῦ­σαν τὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια μὲ τὰ θε­ό­ρα­τα κα­λά­μια τοῦ ψα­ρέ­μα­τος καὶ τὶς πλα­στι­κὲς σα­κοῦ­λες μὲ τὰ δο­λώ­μα­τα πί­σω στὴ σέ­λα. Τὰ κε­φά­λια τους ἦ­ταν μα­κρό­στε­να καὶ πε­πλα­τυ­σμέ­να συγ­χρό­νως, οἱ μύ­τες τους στρα­βὲς καὶ τὰ μα­γου­λά τους σὰν νὰ τοὺς εἶ­χαν δεί­ρει ὧ­ρες μὲ γάν­τια τοῦ μπόξ. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σα­ράν­τα χρο­νῶν, ἀλ­λὰ τοὺς λο­γα­ρι­ά­ζα­με χω­ρὶς ἡ­λι­κί­α. Φο­ροῦ­σαν κά­τι σκοῦ­ρα σα­κου­λι­α­σμέ­να παν­τε­λό­νια καὶ τὰ μά­τια τους, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­να σχε­δὸν μέ­σα στὶς δί­πλες τῶν πρη­σμέ­νων τους προ­σώ­πων, φαί­νον­ταν πάν­τα θυ­μω­μέ­να καὶ ἐ­χθρι­κά. Μύ­ρι­ζαν ἀ­πὸ μα­κριὰ τα­ρα­μὰ καὶ χα­λα­σμέ­νο τυ­ρί. Τὰ μαλ­λιά τους κολ­λοῦ­σαν στὰ στρα­βο­χυ­μέ­να κρα­νί­α τους ὅ­πως τὰ κα­μέ­να λί­πη στὸ τη­γά­νι. Καὶ τὰ σα­γό­νια τους δὲν ξε­χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ λαι­μό, ποὺ καὶ στοὺς δυ­ὸ ἦ­ταν πα­χὺς καὶ κα­τά­μαυ­ρος ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο.

       Ἦ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ φαν­τα­στεῖς τὴ ζω­ή τους πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ κον­σερ­βο­κού­τια μὲ τὶς κομ­μέ­νες γα­ρί­δες ποὺ προ­ό­ρι­ζαν γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη λεί­α τους, τὰ με­γά­λα κε­φα­λό­που­λα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ πι­στέ­ψου­με ὅ­τι εἶ­χαν γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ ἢ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, ὅ­τι ἔ­δει­ξαν πο­τὲ ἀ­φο­σί­ω­ση σὲ ἄλ­λες ὑ­πο­θέ­σεις.

       Πο­τὲ δὲν τοὺς ἀ­κού­σα­με νὰ μι­λοῦν γιὰ πο­λι­τι­κή, γιὰ κυ­βερ­νή­σεις, γιὰ τὸ ἐμ­πό­ριο. Μό­νο μιὰ φο­ρὰ πῆ­ρε τὸ αὐ­τί μας τὴ λέ­ξη Ὀ­λυμ­πια­κός. Καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.

       «Τσιμ­πά­ει;» ρω­τού­σα­με δει­λὰ-δει­λά, για­τὶ τοὺς φο­βό­μα­στε. «Μπά… τί­πο­τα δὲν ἔ­χει σή­με­ρα» ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ ἕ­νας. Καὶ ὁ ἄλ­λος, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός, τὸν ἀ­γρι­ο­κοί­τα­ζε σὰν νὰ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ ὑ­περ­βο­λι­κὰ στὸν κό­σμο καὶ εἶ­χε προ­δώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή τους.

       Καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­χαν κά­ποι­α ἀ­πο­στο­λή. Για­τί ἦ­ταν οἱ πιὸ ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι στὴν πό­λη μας. Καὶ ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πο­χή, ἐ­πο­χὴ με­τά­βα­σης στὴ σχε­δὸν ὄ­μορ­φη ἀν­θρω­πό­τη­τα, στὴ γε­νι­κευ­μέ­νη πε­ρι­ποί­η­ση καὶ στὴ μα­ζι­κὴ ἀ­πό­δρα­ση τῶν νη­σι­ω­τῶν ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πα­λιοῦ τύ­που ἀ­γριά­δες, ἦ­ταν ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση αὐ­τοῦ τοῦ πρω­τό­γο­νου εἴ­δους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του  Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: