Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ πιὸ πικρὸ ποτήρι

.

Kentrou-Agathopoulou,Maria-Eikona-01

.

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Τὸ πιὸ πι­κρὸ πο­τή­ρι

 

01-Htta ΘΕΟΔΩΡΑ-ΡΟΥΛΑ, ἀ­φό­του πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελ­φή της, εἶ­χε καὶ μιὰ πα­ρη­γο­ριὰ στὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη ζω­ή της. Ἡ μη­τέ­ρα της, ἤ­δη πο­λὺ γριὰ τὸ χί­λια ἐν­νι­α­κό­σια ἐ­νε­νήν­τα τέσ­σε­ρα, δὲν εἶ­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι τὸ θά­να­το τῆς με­γα­λύ­τε­ρης κό­ρης της, ἐ­πει­δὴ ἡ βλά­βη τοῦ μυα­λοῦ της, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἀ­νί­κα­νη νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὴ γύ­ρω της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὴν εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει ἀ­πὸ τὴ γνώ­ση τῆς πιὸ ὀ­δυ­νη­ρῆς ἀ­λή­θειας γιὰ μιὰ μά­να.

       Ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρού­λα, κα­θὼς εἶ­χε πά­ρει ἀ­πὸ χρό­νια τὴ μη­τέ­ρα της στὸ δι­κό της σπί­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­νημ­ποριᾶς της πιὰ νὰ φέ­ρει βόλ­τα ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ μό­νη τὸ νοι­κο­κυ­ριό, ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση σχε­δὸν τὴν ἔλ­λει­ψη συμ­με­το­χῆς τῆς γριᾶς μά­νας στὸ βα­ρὺ πέν­θος της.

       Ἔ­φτα­νε ὅ­μως κά­ποι­α ὥ­ρα ποὺ τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ πά­ει ἐ­κεῖ στὸ στρῶ­μα της, ὅ­που ἀ­μί­λη­τη καὶ ἀ­σά­λευ­τη ξά­πλω­νε μέ­ρες καὶ νύ­χτες ἡ γριά της, νὰ τὴ ση­κώ­σει ἄ­ξαφ­να ἢ νὰ τὴν τραν­τά­ξει ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους ἔ­στω ἀ­κό­μα, νὰ τὴν πο­νέ­σει καὶ νὰ τῆς φω­νά­ξει «ξύ­πνα ἐ­πι­τέ­λους, ἔ­λα στὰ συγ­κα­λά σου, νὰ μά­θεις ὅ­τι ἡ λα­τρευ­τή σου κό­ρη δὲν ζεῖ πιά, νὰ κλά­ψεις κι ἐ­σὺ γο­ε­ρά, νὰ θρη­νή­σεις τὸ χα­μὸ της ὅ­πως ἐ­γώ, νὰ μὴν εἶ­μαι μό­νη στὴ δυ­στυ­χί­α μου μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι».

       Κά­που κά­που, βέ­βαι­α, ἡ φευ­γά­τη, ποι­ὸς ξέ­ρει ἀ­πὸ ποι­οὺς χα­λα­σμέ­νους ἢ λο­γι­κοὺς συ­νειρ­μοὺς πί­σω μπρός, ἀ­πὸ ποι­ὰ μυ­στή­ρια μπερ­δέ­μα­τα κι ἀ­να­δαρ­μοὺς μὲς στὸ μυα­λό της, ρω­τοῦ­σε μὲ μιὰ ἀ­νή­συ­χη ἀλ­λὰ καὶ μα­ζὶ ἤ­ρε­μη φω­νὴ «Ρούλα, γιαβρί­κα μου» —ὅ­πως συ­νή­θι­ζε νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­ταν ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἦ­ταν μι­κρὴ— «ποῦ εἶ­ναι ἡ Κορ­νη­λί­α; για­τί δὲν ἔρ­χε­ται λί­γο νὰ τὴ δῶ;». «Εἶ­ναι τα­ξί­δι στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μα­μά, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς», ἀ­παν­τοῦ­σε ζε­μα­τι­σμέ­νη ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα, κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα καὶ τα­ραγ­μέ­νη ἀ­πὸ μπρο­στὰ της κι ἔμ­παι­νε σὰν τρε­λὴ στὴν κου­ζί­να της.

       Κα­θὼς περ­νοῦν τὰ χρό­νια, ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­ραι­ὰ ρω­τά­ει, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζε­ται στὸ μιν­τέ­ρι τῆς κό­ρης της, καὶ κοι­μᾶ­ται, ὅ­λο κοι­μᾶ­ται ἕ­ναν ὁ­λό­τε­λα δι­κό της ὕ­πνο, καὶ ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα δὲν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πί­νει μό­νο τὸ δι­κό της πο­τή­ρι γε­μά­το πί­κρα γιὰ τὴν ἀ­δελ­φή της, ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄ­δει­ο κι ὅ­μως τὸ πιὸ φαρ­μα­κε­ρό τῆς μά­νας της, ποὺ δὲν ξέ­ρει κι οὔ­τε θὰ μά­θει πο­τέ.

       Για­τί ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­δελ­φή της δὲν ἔ­χει πά­ρει ὅ­λο τὸν πό­νο ποὺ τῆς ἀ­νή­κει, αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­νύ­παρ­κτη ὀ­δύ­νη τῆς μη­τέ­ρας της εἶ­ναι μιὰ στέ­ρη­ση γιὰ τὴν ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης της, κά­τι σὰν ἀ­δι­κί­α ποὺ τῆς ἔ­χει γί­νει, κι ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ει ὅ­τι δι­και­οῦν­ταν τὸν ἀ­πό­λυ­το πό­νο ἀ­πὸ τὴ μά­να της, ποὺ οὔ­τε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά της εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θεῖ νὰ πά­ρει μα­ζί της.

                     

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ πα­ραί­τη­ση (ἐκδ. Κέ­δρος, 2002).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

 

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: