Ρουμπὲν Νταρίο (Rubén Darío): Πῶς γεννήθηκε τὸ λάχανο

.

Dario,Rubén-PosGennithikeToLachano-Eikona-02

.

Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο (Rubén Darío)

 .

Πῶς γεννήθηκε τὸ λάχανο

(El nacimiento de la col)

 .

S-[Sigma]-SomataΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, τὴ λαμ­πε­ρὴ μέ­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ λου­λού­δια καὶ προ­τοῦ τὸ φί­δι βά­λει τὴν Εὔα σὲ πει­ρα­σμό, τὸ κα­κό­βου­λο πνεῦ­μα πλη­σί­α­σε τὴν πιὸ ὡ­ραί­α νε­α­ρὴ τρι­αν­τα­φυλ­λιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­κεί­νη πρό­τει­νε, στὸ χά­δι τοῦ οὐ­ρά­νιου ἥ­λιου, τὴν κόκ­κι­νη παρ­θε­νι­κό­τη­τα τῶν χει­λι­ῶν της.

       «Εἶ­σαι ὄ­μορ­φη»

       «Εἶ­μαι» εἶ­πε ἡ τρι­αν­τα­φυλ­λιά.

       «Ὄ­μορ­φη καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη» συ­νέ­χι­σε ὁ δι­ά­βο­λος. «Ἔ­χεις τὸ χρῶ­μα, τὴ χά­ρη καὶ τὸ ἄ­ρω­μα. Ἀλ­λά…»

       «Ἀλ­λά;»

       «Δὲν εἶ­σαι χρή­σι­μη. Δὲν βλέ­πεις ἐ­κεῖ­να τὰ δέν­τρα φορ­τω­μέ­να μὲ βε­λα­νί­δια; Ἐ­κεῖ­να ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ πλού­σιο φύλ­λω­μά τους, δί­νουν τρο­φὴ σὲ ἕ­να σω­ρὸ πλά­σμα­τα ποὺ ξα­πο­σταί­νουν κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλα­διά τους. Τρι­αν­τα­φυλ­λιά, ἡ ὀ­μορ­φιὰ δὲν ἀρ­κεῖ…»

       Ἡ τρι­αν­τα­φυλ­λιὰ τό­τε —μπαί­νον­τας σὲ πει­ρα­σμό, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἡ γυ­ναί­κα— πό­θη­σε τὴ χρη­σι­μό­τη­τα, μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ τὸ πορ­φυ­ρό της χρῶ­μα χλό­μια­σε.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη αὐ­γή, πέ­ρα­σε ὁ κα­λὸς Θε­ός.

       «Πα­τέ­ρα» εἶ­πε ἐ­κεί­νη ἡ πριγ­κί­πισ­σα τῶν λου­λου­δι­ῶν, τρέ­μον­τας μέ­σα στὴν εὐ­ω­δια­στὴ ὀ­μορ­φιά της «θὰ θέ­λα­τε νὰ μὲ κά­νε­τε χρή­σι­μη;»

       «Ἂς γί­νει τὸ θέ­λη­μά σου, κό­ρη μου» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κύ­ριος, χα­μο­γε­λών­τας.

       Καὶ τό­τε ὁ κό­σμος ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρῶ­το λά­χα­νο.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο (Rubén Darío)(Με­τά­πα τῆς Νικαράγουα, 1867 – Λε­όν, 1916). Ὁ νι­κα­ρα­γουα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πῆρ­ξε ὕ­ψι­στος ἐκ­φρα­στὴς τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ. Θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ποι­η­τὴς ποὺ ἄ­σκη­σε τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­πιρ­ρο­ὴ στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα τοῦ εἶ­ναι τὰ Azul (1888) καὶ Prosas profanas y otros poemas (1896). Τὸ «El nacimiento de la col» δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1893 στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα La Tribuna τοῦ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Διαφημίσεις

Γεωργία Κολοβελώνη: Συλλέκτης φιλιῶν

.

Kolobeloni,Georgia-SyllektisFilion-Eikona-01

.

Γε­ωρ­γί­α Κο­λο­βε­λώ­νη

 

Συλ­λέ­κτης φι­λι­ῶν

           

01-Taphί κά­νεις τώ­ρα στὴν Ἑλ­λά­δα;

 — Συλ­λέ­γω φι­λιὰ ἀ­πὸ ὄ­μορ­φες κο­πέ­λες μὲ λευ­κὸ δέρ­μα.

            Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ φά­νη­καν τὰ κα­τά­λευ­κα δόν­τια του. Κον­τρὰ­στ μὲ τὸ σκοῦ­ρο πρό­σω­πό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν πιὸ με­λα­χρι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν στὴν ὀ­θό­νη. Κα­θό­μουν μιὰ θέ­ση ἀ­κρι­βῶς πί­σω του, μὲ πλή­ρη θέ­α στὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ του. Τὸν ἔ­βλε­πα νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ὴ του ἐ­κεῖ, ἐ­δῶ, ποι­ὸς ξέ­ρει ποῦ ἀλ­λοῦ. Ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση στὶς ἐ­ρω­τή­σεις τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου. Μὲ τὴν ἴ­δια ἄ­νε­ση ποὺ θὰ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε σὲ λί­γο τὶς ἐ­ρω­τή­σεις τοῦ κοι­νοῦ με­τὰ τὴν προ­βο­λή. Ἡ ται­νί­α παι­ζό­ταν τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ ἀν­τι­ρα­τσι­στι­κοῦ φε­στι­βάλ. Στὸ ὑ­παί­θριο πάρ­κο κό­σμος πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ πε­ρί­πτε­ρα, συ­ζη­τοῦ­σε, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὁ­μι­λί­ες, δο­κί­μα­ζε ἔ­θνικ γεύ­σεις ἢ ἐ­πέ­με­νε στὸ ἐγ­χώ­ριο σου­βλά­κι. Συγ­χρω­τί­στη­κε μὲ τὸ πλῆ­θος, ἀ­φή­νον­τας τὴν ὁ­μή­γυ­ρη νὰ ἀ­να­λύ­ει ἐμ­βρι­θῶς τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα. Τὸν φαν­τά­στη­κα σκυμ­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­ναν τε­ρά­στιο χάρ­τη, νὰ ση­μα­δεύ­ει κου­κί­δες, χῶ­ρες, ἀν­θρώ­πους, συ­νή­θει­ες, δι­α­δρο­μές· εὐ­θεῖ­ες καὶ καμ­πύ­λες – δρό­μων καὶ γυ­ναι­κῶν μὲ λευ­κὸ δέρ­μα. Στὴν οὐ­ρὰ γιὰ τὰ φα­λά­φελ, γύ­ρι­σε καὶ μὲ κοί­τα­ξε. Μοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι. Φαν­τά­στη­κα τὴ γλώσ­σα του στὸ στό­μα μου.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γε­ωρ­γί­α Κο­λο­βε­λώ­νη (Βαλ­τι­νὸ Τρι­κά­λων). Πτυ­χι­οῦ­χος Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ, κά­το­χος Με­τα­πτυ­χια­κοῦ τίτ­λου σπου­δῶν καὶ ἐ­πι­μορ­φώ­τρια φι­λο­λό­γων στὶς Τε­χνο­λο­γί­ες Πλη­ρο­φο­ρί­ας καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἱ­στο­ρί­ες μὲ λυ­πη­μέ­νη ἀρ­χή (Νέ­ος Ἀ­στρο­λά­βος /Εὐ­θύ­νη, Ἀ­θή­να 2012).

 

 

Χινὲς Σ. Κουτίγιας (Gines S. Cutillas): Ψεύτικες νότες

 

.

Cutillas,GinesS.-PsytikesNotes-Eikona-01

.

Χι­νὲς Σ. Κου­τί­γιας (Gines S. Cutillas)

.

Ψεύτικεςνότες

(Notas falsas)

 .

D-Delta-SomataΙΑΛΕΞΕ τὴ με­λω­δί­α μὲ προ­σο­χή. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ πι­α­σά­ρι­κη καὶ ἀ­συ­νή­θι­στη. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, στὸ γρα­φεῖ­ο, πέ­ρα­σε ὅ­λο το πρω­ὶ σφυ­ρί­ζον­τάς την στὸ ἀ­φτὶ τοῦ συ­να­δέλ­φου του. Ὅ­ταν τὸ βρά­δυ γύ­ρι­σε ἡ γυ­ναί­κα του στὸ σπί­τι σι­γο­τρα­γου­δών­τας την, οἱ ὑ­πο­ψί­ες του ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν.        

. 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Χι­νὲς Σ. Κου­τί­γιας (Gines S. Cutillas) (Βα­λέν­θια, 1973). Σπού­δα­σε Μη­χα­νι­κὸς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βα­λέν­θια καὶ Ντο­κι­μαν­τὲρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Τὸ 2010 δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Un koala en el armario (Γρα­νά­δα, Cuadernos del Vigia, 2010) στὴν ὁ­ποί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὸ «Notas falsas».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Ἑλένη Πατσιατζῆ: Στὴν “Ἀνάσταση”

.

Patsiatzi,Eleni-Stin' Anastasi'-Eikona-02

.

Ἑ­λέ­νη Πα­τσια­τζῆ

 

Στὴν «Ἀ­νά­στα­ση»

 

02-PiΟΤΕ ΔΕΝ Μ’ ΑΡΕΣΕ ἡ πο­λυ­κο­σμί­α. Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α ὅ­μως εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺς ἀλ­λὰ δι­α­κρι­τι­κός. Σὲ κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα μό­νο ἂν τὸν κοι­τά­ξεις. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­σά­λευ­τος κι ἀ­μί­λη­τος κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι. Τὸ βλέμ­μα αὐ­τῶν ποὺ κα­τοι­κοῦν ἐ­δῶ, ἄλ­λο­τε ἀ­σπρό­μαυ­ρο, ἄλ­λο­τε ἔγ­χρω­μο, ἄλ­λο­τε φρέ­σκο κι ἄλ­λο­τε ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο, δὲν σ’ ἀ­κο­λου­θεῖ μὲ τὴ συ­νή­θη πε­ρι­έρ­γεια ἢ μὲ δι­ά­θε­ση ἐ­πι­τί­μη­σης. Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι σὲ κοι­τά­ζουν σο­βα­ροί, κα­λον­τυ­μέ­νοι, φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νοι, μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη χω­ρί­στρα καὶ μ’ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη. Σὲ σέ­βον­ται. Σπά­νια τὸ χα­μό­γε­λό τους εἶ­ναι πλα­τύ, κι ἂν τύ­χει νὰ εἶ­ναι παι­διά, μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν σὲ κοι­τά­ξουν κα­θό­λου καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ τρέ­χουν ἀ­κί­νη­τα μὲ τὸ πο­δή­λα­τό τους ἤ νὰ χτε­νί­ζουν τὶς ἀ­ψε­γά­δια­στες μποῦ­κλες τῆς κού­κλας τους. Εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει θό­ρυ­βος, ὀ­σμές, οὔ­τε ὀ­χλή­σεις παν­τὸς εἴ­δους. Ἀ­νέ­χε­ται σι­ω­πη­λὰ ὁ ἕ­νας τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἄλ­λου μὲ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη ψυ­χραι­μί­α. Πο­λι­τι­σμός.

            Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α τὶς ἤ­ρε­μες μέ­ρες τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι τὸ ρυθ­μι­κὸ κά­λε­σμα τῆς δε­κα­ο­χτού­ρας. Ὅ­πως καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια, ἔ­τσι κι αὐ­τὲς νοι­ώ­θουν οἰ­κεί­α σ’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη. Κι ἐ­γὼ πάν­τα ἔ­τσι ἔ­νοι­ω­θα. Ἄλ­λω­στε ἐ­κεῖ συ­ναν­τοῦ­σα δι­κούς μου ἀν­θρώ­πους, στὸ σπί­τι τους. Πο­τὲ δὲν πή­γαι­να γιὰ ξέ­νον. Οὔ­τε γιὰ τὸν κα­φὲ καὶ τὴ κου­βέν­τα, ὅ­ταν τὸ ἔ­φερ­νε ἡ πε­ρί­στα­ση. Μὲ τά­ρα­ζε ἀ­πὸ πα­λιὰ ἡ σκέ­ψη νὰ κά­νω ἐ­πί­σκε­ψη στὴν τε­λευ­ταί­α κα­τοι­κί­α κά­ποι­ου χω­ρὶς νὰ ἔ­χει προ­λά­βει νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Ἀ­σέ­βεια.

            Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α, τὸ ξέ­ρω, τὴ νύ­χτα ὁ φω­τι­σμὸς εἶ­ναι ἰ­σχνός, μι­κρὲς πυ­γο­λαμ­πί­δες ἀ­χνο­φέγ­γουν στὴ σκο­τει­νιά. Τὰ πρό­σω­πα πα­ρα­μέ­νουν ἴ­δια, ἀ­νε­πη­ρέ­α­στα ἀ­πὸ τὶς ἐ­ναλ­λα­γὲς τοῦ χρό­νου ἢ τοῦ και­ροῦ. Δὲν πά­ω, ὅ­μως, για­τὶ δὲν δέ­χον­ται ἐ­πι­σκέ­ψεις με­τὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μό­νο ἀ­δέ­σπο­τες γά­τες εἰ­σβάλ­λουν ἀ­κά­λε­στες, γουρ­γου­ρί­ζουν νω­χε­λι­κὰ ἢ κι­νοῦν­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα ἐλ­πί­ζον­τας νὰ τσα­κώ­σουν κά­ποι­ο λα­χτα­ρι­στὸ θή­ρα­μα. Τὰ γα­τί­σια μά­τια τους σπι­θο­βο­λοῦν πιὸ δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τί­τσες στὰ καν­τή­λια. Εἶ­ναι οἱ κυ­ρί­αρ­χες τῆς νύ­χτας. Δὲν τὶς συμ­πα­θῶ. Τὰ σκυ­λιὰ μὲ τρο­μά­ζουν λι­γό­τε­ρο.

            Ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα νὰ πᾶς ἐ­πί­σκε­ψη στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­ναι ἡ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή. Ὀρ­δὲς μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νων κα­τρα­κυ­λοῦν στὰ δρο­μά­κια, γε­μί­ζουν ἐ­πι­θε­τι­κὰ τὰ βά­ζα μὲ πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια ἢ φο­ρᾶ­νε στε­φά­νια πά­νω στοὺς σταυ­ρούς, τσα­λα­κώ­νουν μὲ θό­ρυ­βο τὰ πλα­στι­κὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα τῆς χλω­ρί­δας ποὺ με­τέ­φε­ραν, οὐρ­λιά­ζουν στοὺς ἀ­ει­κί­νη­τους ἱ­ε­ρεῖς, ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν κι αὐ­τοὶ μὲ κέ­φι τὰ μνή­μα­τα, νὰ πᾶ­νε γιὰ τρι­σά­γιο πρῶ­τα στὸν δι­κό τους νε­κρὸ καὶ με­τὰ στοὺς ἄλ­λους, συ­νο­μι­λοῦν μὲ τὶς μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νες τῶν κον­τι­νῶν τά­φων ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας καρ­βου­νά­κια, λι­βά­νι καὶ νέ­α. Κά­ποι­ες κά­νουν καὶ κα­θα­ρι­ό­τη­τα στοὺς τά­φους καὶ πλέ­νουν μὲ ἀμ­μω­νί­α τὰ βλέμ­μα­τα καὶ τὰ πρό­σω­πα τῶν νε­κρῶν καὶ με­τὰ ἀ­πο­χω­ροῦν γιὰ νὰ συ­νε­χί­σουν τὴ νη­στεί­α τους. Αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­κο­σμί­α δὲν τὴν ἀν­τέ­χω.

            Οἱ κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α εἶ­ναι πάν­τα τὸν Αὔ­γου­στο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γε­νεῖς λεί­πουν γιὰ δι­α­κο­πὲς ἀλ­λά, κι ἂν δὲν ἔ­χουν φύ­γει γιὰ ἀ­να­ψυ­χή, ἀ­πο­φεύ­γουν τὸ λι­ο­πύ­ρι καὶ τὶς ἄ­σκο­πες βόλ­τες. Ἔ­τσι μπο­ρεῖς νὰ κι­νη­θεῖς μὲ τὴν ἄ­νε­σή σου ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος τῶν σι­ω­πη­λῶν ποὺ θὰ σὲ κοι­τά­ζει μὲ εὐ­γέ­νεια. Οἱ δε­κα­ο­χτοῦ­ρες θὰ σου­λα­τσά­ρουν καὶ θὰ σὲ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται ἀ­να­ση­κώ­νον­τας γου­στό­ζι­κα τὸ κε­φα­λά­κι τους. Ἴ­σως εἶ­σαι τυ­χε­ρὸς καὶ σὲ καρ­φώ­σει μὲ τὸ βλέμ­μα της κά­ποι­α ἀ­δέ­σπο­τη γά­τα ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ νυ­χτώ­σει.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑ­λέ­νη Πα­τσια­τζῆ (Πειραιάς 1969), σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, ὑ­πη­ρε­τεῖ στὴν Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση, καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς.

 

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ πιὸ πικρὸ ποτήρι

.

Kentrou-Agathopoulou,Maria-Eikona-01

.

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Τὸ πιὸ πι­κρὸ πο­τή­ρι

 

01-Htta ΘΕΟΔΩΡΑ-ΡΟΥΛΑ, ἀ­φό­του πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελ­φή της, εἶ­χε καὶ μιὰ πα­ρη­γο­ριὰ στὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη ζω­ή της. Ἡ μη­τέ­ρα της, ἤ­δη πο­λὺ γριὰ τὸ χί­λια ἐν­νι­α­κό­σια ἐ­νε­νήν­τα τέσ­σε­ρα, δὲν εἶ­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι τὸ θά­να­το τῆς με­γα­λύ­τε­ρης κό­ρης της, ἐ­πει­δὴ ἡ βλά­βη τοῦ μυα­λοῦ της, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἀ­νί­κα­νη νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὴ γύ­ρω της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὴν εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει ἀ­πὸ τὴ γνώ­ση τῆς πιὸ ὀ­δυ­νη­ρῆς ἀ­λή­θειας γιὰ μιὰ μά­να.

       Ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρού­λα, κα­θὼς εἶ­χε πά­ρει ἀ­πὸ χρό­νια τὴ μη­τέ­ρα της στὸ δι­κό της σπί­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­νημ­ποριᾶς της πιὰ νὰ φέ­ρει βόλ­τα ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ μό­νη τὸ νοι­κο­κυ­ριό, ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση σχε­δὸν τὴν ἔλ­λει­ψη συμ­με­το­χῆς τῆς γριᾶς μά­νας στὸ βα­ρὺ πέν­θος της.

       Ἔ­φτα­νε ὅ­μως κά­ποι­α ὥ­ρα ποὺ τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ πά­ει ἐ­κεῖ στὸ στρῶ­μα της, ὅ­που ἀ­μί­λη­τη καὶ ἀ­σά­λευ­τη ξά­πλω­νε μέ­ρες καὶ νύ­χτες ἡ γριά της, νὰ τὴ ση­κώ­σει ἄ­ξαφ­να ἢ νὰ τὴν τραν­τά­ξει ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους ἔ­στω ἀ­κό­μα, νὰ τὴν πο­νέ­σει καὶ νὰ τῆς φω­νά­ξει «ξύ­πνα ἐ­πι­τέ­λους, ἔ­λα στὰ συγ­κα­λά σου, νὰ μά­θεις ὅ­τι ἡ λα­τρευ­τή σου κό­ρη δὲν ζεῖ πιά, νὰ κλά­ψεις κι ἐ­σὺ γο­ε­ρά, νὰ θρη­νή­σεις τὸ χα­μὸ της ὅ­πως ἐ­γώ, νὰ μὴν εἶ­μαι μό­νη στὴ δυ­στυ­χί­α μου μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι».

       Κά­που κά­που, βέ­βαι­α, ἡ φευ­γά­τη, ποι­ὸς ξέ­ρει ἀ­πὸ ποι­οὺς χα­λα­σμέ­νους ἢ λο­γι­κοὺς συ­νειρ­μοὺς πί­σω μπρός, ἀ­πὸ ποι­ὰ μυ­στή­ρια μπερ­δέ­μα­τα κι ἀ­να­δαρ­μοὺς μὲς στὸ μυα­λό της, ρω­τοῦ­σε μὲ μιὰ ἀ­νή­συ­χη ἀλ­λὰ καὶ μα­ζὶ ἤ­ρε­μη φω­νὴ «Ρούλα, γιαβρί­κα μου» —ὅ­πως συ­νή­θι­ζε νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­ταν ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἦ­ταν μι­κρὴ— «ποῦ εἶ­ναι ἡ Κορ­νη­λί­α; για­τί δὲν ἔρ­χε­ται λί­γο νὰ τὴ δῶ;». «Εἶ­ναι τα­ξί­δι στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μα­μά, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς», ἀ­παν­τοῦ­σε ζε­μα­τι­σμέ­νη ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα, κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα καὶ τα­ραγ­μέ­νη ἀ­πὸ μπρο­στὰ της κι ἔμ­παι­νε σὰν τρε­λὴ στὴν κου­ζί­να της.

       Κα­θὼς περ­νοῦν τὰ χρό­νια, ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­ραι­ὰ ρω­τά­ει, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζε­ται στὸ μιν­τέ­ρι τῆς κό­ρης της, καὶ κοι­μᾶ­ται, ὅ­λο κοι­μᾶ­ται ἕ­ναν ὁ­λό­τε­λα δι­κό της ὕ­πνο, καὶ ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα δὲν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πί­νει μό­νο τὸ δι­κό της πο­τή­ρι γε­μά­το πί­κρα γιὰ τὴν ἀ­δελ­φή της, ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄ­δει­ο κι ὅ­μως τὸ πιὸ φαρ­μα­κε­ρό τῆς μά­νας της, ποὺ δὲν ξέ­ρει κι οὔ­τε θὰ μά­θει πο­τέ.

       Για­τί ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­δελ­φή της δὲν ἔ­χει πά­ρει ὅ­λο τὸν πό­νο ποὺ τῆς ἀ­νή­κει, αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­νύ­παρ­κτη ὀ­δύ­νη τῆς μη­τέ­ρας της εἶ­ναι μιὰ στέ­ρη­ση γιὰ τὴν ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης της, κά­τι σὰν ἀ­δι­κί­α ποὺ τῆς ἔ­χει γί­νει, κι ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ει ὅ­τι δι­και­οῦν­ταν τὸν ἀ­πό­λυ­το πό­νο ἀ­πὸ τὴ μά­να της, ποὺ οὔ­τε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά της εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θεῖ νὰ πά­ρει μα­ζί της.

                     

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ πα­ραί­τη­ση (ἐκδ. Κέ­δρος, 2002).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

 

 

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale): Τηλέφωνο

.

Vitale,Carlos -Tilefono-Eikona-02

.

Κάρ­λος Βι­τά­λε (Carlos Vitale)

 .

Τηλέφωνο

(Telefono)

 .

08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΕ ΦΟΡΑ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ μπῶ ἢ μό­λις ἔ­χω βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸ ποὺ ἀ­νοί­γω τὴν πόρ­τα, ἀ­μέ­σως στα­μα­τά­ει. Μοῦ τη­λε­φω­νοῦν μό­νο ὅ­ταν λεί­πω.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Κάρ­λος Βι­τά­λε (Carlos Vitale) (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1953) Ἀ­πὸ τὸ 1981 ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ βι­βλί­ο μι­κρο­δι­η­γη­μά­των του Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα (μτφ. Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου). Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πί­σης τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Unidad de lugar (2004). Τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ  2010 ἔ­δω­σε συ­νέ­ντευ­ξη στὸ «Ἱ­στο­λό­γιοἹ­στο­ρί­ες-Μπον­ζάι». Τὸ «Teléfono» ἀ­νή­κει στὴ συλ­λο­γὴ Descortesía del suicida (Τσί­βα, Βα­λέν­θια, Casa de la Cultura de Chiva, 1997).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ισπανικά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰστὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Alexandra Piplikatsi: Salt

.

Piplikatsi,Aleksandra-Alati-Eikona-01

.

Alexandra Piplikatsi

 .

Salt

 .

T-[Tay]-SomataHEY WALK DOWN THE DARK CORRIDOR. The woman will switch on the light. The man will switch it off. Don’t be conceited, he tells her and then lets her unlock and open the door to the appartment. He will close and lock it again, turning the key – I can hear the same sound as mine – one, two… three times, so as not to get out.

       Behind the closed door, the man will sit on the couch. The woman will move near him. She takes his shoes off. Don’t go, she will tell him and she will hide them away. I am staying, he will tell her and opens her shirt. Her breast pops out and he says, I’m hungry. She picks his head and places it there. His mouth is sucking. First the one nipple, then the other. She is caressing his hair.

       Your milk is sweet, he will tell her and pokes her. I am bored, he is shouting. She will hurry to smear her nipples with salt. Here, she will tell him. He will taste them. He is biting them. He is ripping them off. He is chewing. He is swallowing. They are nice, he says and he will add more salt. She says nothing. She is holding his head and crying.

       Stop, he will say. Now there is too much salt. It will do me no good. She is wiping herself. Her milk runs dry. He will turn his head. There is no more milk, he will tell her. What will I eat now? I will find something, she replies, don’t worry. Hurry up, he tells her and falls asleep on the couch.

       The woman will tuck him in. She will wait for him to wake up. I will find something for him to eat. Still nothing? he asks. How do you know, she is wondering. Don’t worry and I know you, he will tell her. Cut your finger and boil it. This will ease my appetite. By myself? By yourself. You need help for that? Yes, she will reply.

       The man takes the knife. Give me your hand. The woman is hesitating. Give it to me. The woman holds it up. He will stretch her fingers. This one, he will say and will cut it. Boil it now, and she will do it. She will put it on a porcelain plate and offer it to him. He will eat it at once. I am still hungry, he tells her. Cut off another one.

       The woman does and gives it to him. Do you think that two fingers will quench my appetite? he tells her. She cuts off another one and then another one, I am counting ten in a row. Now? He throws the plate in the sink. You are ugly, he will say and lies back down on the couch. She will look at the door. She will go there. The keys are hanging on the lock. She wants to unlock it. She can’t. She has no fingers. She goes back to the sink. She rinses off what is left.

       And where do you think you will go? You can’t leave, he tells her. She agrees. But you can leave. Do you want to? The man gets up. He goes near her. He takes her in his arms. He turns her around. He bites her ear. It tastes nice, I will eat you, he whispers and she will put some water in a pan.

       She will cut off her hands, I am counting… one, two, and she will offer them to him. He eats them. More, he will say. She will cut off her legs, I see them… one, two, and will offer them to him. He tastes them. I am bored, they have the same taste. I will add some salt, she will tell him. Do you like them now? More. More. There is no more. Can I cry? Don’t you dare.

       The woman will sit across him. Everything is over, she says to herself. What am I going to do now? Go to our neighbour to ask for salt, he will tell her. I can’t, I have no legs, she replies. Then cut your head off, I will suck your brain, he tells her. I can’t, I have no hands, she replies. I’ve got hands, he will tell her. Do you have a heart? she will ask and she will watch him eat. Do you still have brains? she is wondering.

       And then, she will get up. She will go near him. I am hungry too, she will say. The man ignores her. She insists. I am hungry too. He looks at her puzzled. Did you get up? Do you want to eat your own flesh? He is laughing. And what’s left for you? She knows. She opens her mouth. Teeth appear. She will bite him. He will be torn into pieces. Ten fingers, I am counting, two hands, I hear, two legs, I see, one head, I feel and then another one. She throws his pieces into the boiling water and unlocks the door.

       She walks down the dark corridor. She will switch on the light. She will knock on the neighbour’s door. The key is unlocking. The sound is the same as hers. I open the door. Do you have any salt? she asks me. She will smile. Yes. I will smile back at her. I also have pepper, if you’re interested, I will tell her.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Alexandra Piplikatsi (Edessa, 1966). She studied Pedagogics in Thessaloniki and Athens. She works on the education of people with special needs. She attended seminars of Creative Writing. Her first short stories were published in the collective volume Creative Writing Street, No 2.

Ttranslated by Vassilis Manoussakis

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.

.