Διονύσης Μαρίνος: Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Χοσεφίνας

.

Marinos,Dionysis-IBibliothikiTisChosefinas-Eikona-02

.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος

.

Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Χο­σε­φί­νας

 .

03-EpsilonΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ, λί­γο πο­λὺ ἀ­πὸ εὔ­θραυ­στο ὑ­λι­κὸ φτι­αγ­μέ­νος, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ βρί­σκε­ται σὲ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μὲ τα­ξι­αν­θί­ες ρει­κι­ῶν σὲ σχῆ­μα κλει­στῆς πα­λά­μης. Φαν­τά­ζει πὼς φταί­ει τὸ ξη­ρο­θερ­μι­κὸ κα­λο­καί­ρι τῆς πό­λης ποὺ με­τα­τρέ­πει στα­δια­κὰ τοὺς δρό­μους σὲ φρυ­γα­νώ­δεις θά­μνους.

       Νὰ μιὰ χει­ρο­πια­στὴ ἐ­ξή­γη­ση γιὰ πά­σα νό­σο.

       Στὸ ἑ­πό­με­νο στε­νὸ συ­ναν­τά­ει τὸν πα­λιό του φί­λο, Χου­ὰν Ροῦλ­φο.

      «Τί κά­νεις, Χου­άν;»

      «Πάν­τα τὰ ἴ­δια, κα­λέ μου φί­λε. Πάν­τα τὰ ἴ­δια.»

      Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους, γέρ­νον­τας ἐ­λα­φρὰ τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὰ μπρο­στά, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας μ’ ἕ­ναν σβέλ­το ἐ­λιγ­μὸ ἔ­χει βρε­θεῖ ἤ­δη στὴν γα­λα­ρί­α ἑνὸς λε­ω­φο­ρεί­ου, ἀ­φή­νον­τας τὸν συ­νο­μι­λη­τὴ του πνιγ­μέ­νο σὲ μιὰ στή­λη ἅ­λα­τος.

      Μα­θαί­νει πὼς τὸ τέρ­μα τῆς γραμ­μῆς εἶ­ναι τὸ λι­μά­νι καὶ τό­τε ἀ­πο­φα­σί­ζει πὼς εἶ­ναι ἰ­δα­νι­κὸς ὁ και­ρὸς γιὰ ἕ­να τα­ξι­δά­κι στὰ νη­σιά. Μπαί­νει στὸ πρῶ­το πλοί­ο ποὺ βρί­σκει ἀ­ραγ­μέ­νο μπρο­στά του, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν πλη­ρώ­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ νὰ προ­σποι­η­θεῖ τὸν λα­θρε­πι­βά­τη ποὺ τὸν πιά­νει ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου, ὀ­νό­μα­τι Τό­μας Ἐ­λό­ι Μαρ­τί­νες καὶ τὸν κλεί­νει στὸ μη­χα­νο­στά­σιο.

      Τὴν δέ­κα­τη ἡ­μέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χουν πε­ρά­σει μιὰ μα­νι­α­σμέ­νη θα­λασ­σο­τα­ρα­χὴ στὴ θά­λασ­σα τῶν Σαρ­γασ­σῶν, ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­λα­κὴ του χά­νει κά­θε ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μέ­ταλ­λο τοῦ κα­ρα­βιοῦ, ἀ­πο­κολ­λᾶ­ται δί­χως τριγ­μοὺς καὶ πα­ρα­δέρ­νε­ται μό­νη καὶ ἔ­ρη­μη στὴ μέ­ση τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἄν­τρας συ­νη­θί­ζει τὸ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, ἔ­χει πά­ψει νὰ τοῦ γδέρ­νει τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τρώ­ει ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ τὶς ὦ­ρες τῆς σχό­λης δι­α­βά­ζει τὴ δι­α­θή­κη κά­ποι­ου κυ­ρί­ου Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­υ Κα­σά­ρες, ποὺ βρῆ­κε κλει­σμέ­νη σὲ ἕ­να μπου­κά­λι.

     Ὤ, τί ὄ­μορ­φη γεύ­ση ποὺ ἔ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, σκέ­φτε­ται ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν κα­λο­βλέ­πει καὶ τὸ δέρ­μα του ἔ­χει γί­νει σκλη­ρὸ σὰν τὰ στρεί­δια τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­γαλ­λί­α­σης ἡ ξαν­θο­μάλ­λα φοι­τή­τρια φι­λο­λο­γί­ας, Χο­σε­φί­να Φράν­κο, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φτιά­ξει ξα­νὰ τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης της. Πάρ­τον κά­τω τὸν Κορ­τά­σαρ, δῶ­σε μιὰ στὸν Φου­έν­τες, λί­γο πιό ΄κεῖ κύ­ρι­ε Λι­ό­σα. Κι ἐ­σεῖς ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε Χ.Λ. Μπόρ­χες, στα­μα­τῆ­στε ἐ­πι­τέ­λους νὰ πί­νε­τε θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, νὰ τρῶ­τε ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­τε τὴν δι­α­θή­κη τοῦ Κα­σά­ρες.

       Τί θὰ πεῖ ἡ μη­τέ­ρα της, ποὺ ἀ­πὸ ὥ­ρα σὲ ὥ­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ φτά­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρή­σει τὴ νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη τῆς μο­νά­κρι­βης κό­ρης της;

      Ἡ Χο­σε­φί­να, σκυμ­μέ­νη ἀ­πὸ πά­νω τους καὶ μὲ τοὺς κόμ­πους τοῦ ἱ­δρώ­τα νὰ γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­γου­λά της, τοὺς κοι­τά­ζει πα­ρα­κλη­τι­κά.

       Λί­γη τά­ξη, κύ­ριοι, λί­γη τά­ξη δὲν ἔ­βλα­ψε κα­νέ­ναν. Μὴν πα­ρα­πο­νι­έ­στε λοι­πόν.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γαβριηλίδης).

 .

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: