Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio): Ξα­να­γρά­φον­τας αὐ­τὸ ποὺ χάθηκε

.

Bentivoglio,Alejandro-KsanagrafontasAytoPouChathike-Eikona-01

.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio)

.

Ξαναγράφοντας αὐτὸ ποὺ χάθηκε

(Reescribir lo perdido)

.

A-Alpha-SomataΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν καὶ τὸ κά­νουν. Ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ πα­ρα­μεί­νουν μα­ζὶ σὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α δί­χως τέ­λος καὶ τὸ κά­νουν. Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­στρέ­φει ἀρ­γὰ καὶ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νη στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια γυ­μνὰ καὶ μιὰ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἴ­σως πο­τὲ νὰ μὴν ἦ­ταν δι­κή της καὶ ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ καὶ βλέ­πει ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τὶς λευ­κὲς σε­λί­δες ποὺ κρύ­βει τὸ στῆ­θος της κα­θὼς καὶ τὴ μου­τζού­ρα ἀ­πὸ τὸ με­λά­νι ποὺ κυ­λά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 .

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τά­φρα­ση: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio) (Ἀ­βε­γι­α­νέ­δα τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, 1979). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α. Τὸ 2007 ἐ­ξέ­δω­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Revólver y Otras Historias del Lado Suave (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, Letras del Sur) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Reescribir lo perdido» καὶ τὸ 2008 τὴ συλ­λο­γὴ Dakota/Memorias de una Muñeca Inflable (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ libreroonline.com) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Memento mori».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰστὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

 .

Διαφημίσεις

Σταυρούλα Τσούπρου: Σὲ κοιτοῦν

 

Untitled-1

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

 .

Σὲ κοι­τοῦν

 .

05-MiΑΥΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ, κα­τά­μαυ­ρα, ὅ­πως ἕ­να ἄ­δει­ο σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο. Λευ­κὸς σκλη­ρὸς χι­τώ­νας γύ­ρω γύ­ρω, ὄ­χι πάν­τα γυ­α­λι­στε­ρὸς οὔ­τε συμ­με­τρι­κός. Καὶ στὴ μέ­ση μιὰ ποι­κι­λί­α χρω­μά­των, πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ εὐ­προσ­δι­ό­ρι­στη. Σὲ κοι­τοῦν. Σὲ ψά­χνουν ἢ σὲ προ­σπερ­νοῦν. Θέ­λουν νὰ σοῦ ἐ­πι­βλη­θοῦν ἢ σὲ πε­ρι­παί­ζουν. Σὲ φο­βε­ρί­ζουν ἢ προ­σπα­θοῦν νὰ σὲ ἐ­ξευ­με­νί­σουν. Σὲ κοι­τοῦν.

       Χά­ος ἀ­νά­με­σά σας. Τὰ κοι­τᾶς κι ἐ­σύ. Στα­μα­τᾶς τὸ βλέμ­μα στὸ κέν­τρο τους. Τί εἶ­ναι ἐ­κεῖ; Προ­χω­ρᾶς λί­γο. Ποῦ πᾶς; Ἔ­χει δί­ο­δο; Φαι­νό­ταν ἀ­δι­έ­ξο­δο πρίν. Ὄ­χι, περ­νά­ει. Δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ψα­χου­λεύ­εις γιὰ στη­ρίγ­μα­τα. Τὸ πε­ρι­βάλ­λον γνω­στό, πρὸς τὸ πα­ρόν. Ἔ­γνοι­ες. Προ­σποι­ή­σεις. Φό­βος. Ἐ­δῶ στα­μα­τᾶς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου· φό­βος. Κα­λύ­τε­ρα νὰ γυ­ρί­σεις πί­σω. Λί­γο ἀ­κό­μη ἂν προ­χω­ρή­σεις, θὰ πα­γι­δευ­τεῖς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου: τώ­ρα εἶ­ναι καὶ ἡ εἰ­κό­να σου ἐ­κεῖ. Αὐ­τὸ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἀ­πὸ δει­λί­α πρό­βα­λες αὐ­τὴν μπρο­στά σου, κά­τι γνώ­ρι­μο, γιὰ νὰ κερ­δί­σεις χρό­νο. Τε­λι­κά; Πῶς σὲ βλέ­πουν; Ὅ­πως εἶ­σαι; (Πῶς εἶ­σαι;) Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Μό­νον ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­σαι ἐ­σύ: ἡ ὄ­ψη σου ὅ­πως εἶ­ναι στὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­πὸ μέ­σα;

       Στὸ ’­πα, νὰ φύ­γεις. Τώ­ρα εἶ­ναι ἀρ­γά. Βλέ­πε, λοι­πόν. Ἀ­πό­λαυ­σέ το.

       Μιὰ μά­ζα ἀ­πὸ ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­νά­κα­τες, ἀ­πὸ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τρυ­φε­ρὲς καὶ σκλη­ρές, ἀ­πὸ ἡ­λι­κί­ες μη­δε­νι­κὲς ἕ­ως ὥ­ρι­μες, ἀ­πὸ πρά­ξεις ἀ­νού­σι­ες ἕ­ως ἐ­πι­κίν­δυ­νες. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τά, πολ­λὰ ποὺ εἶ­χες ξε­χά­σει καὶ ἄλ­λα ποὺ θυ­μό­σουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, σὰν νὰ ’­ναι φω­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρῶ­μα τους τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κό, ἀ­πὸ τὴν ἴ­ρι­δα τὴν κα­στα­νή, πα­ρου­σί­α στα­θε­ρή, αἰ­γί­δα συ­νή­θως καὶ σπά­νια τι­μω­ρός. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ σὲ βλέ­πεις, λοι­πόν. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κα­στα­νὸ φίλ­τρο, φίλ­τρο στορ­γῆς καὶ πε­ρη­φά­νιας, φίλ­τρο θυ­σί­ας, φίλ­τρο ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, δὲν εἶ­σαι ὁ γνώ­ρι­μος ἑαυ­τός σου. Ξέ­νος, πα­ρά­ξε­νος, κά­ποι­ου ἄλ­λου δη­μι­ούρ­γη­μα, κά­ποι­ου ἄλ­λου ἀ­πο­κούμ­πι. Φυ­λα­κι­σμέ­νος ἐ­κεῖ, μὲ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ποὺ πρέ­πει νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σεις, μὲ τι­μή­μα­τα πού, ἀ­νε­πί­γνω­στα καὶ ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἔ­χεις χρε­ω­θεῖ.

       Φύ­γε, φύ­γε. Θὰ δεῖς τὸ μέλ­λον καὶ θὰ φρί­ξεις. Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξέ­ρεις. Γύρ­να πί­σω. Κο­λύμ­πα μὲ ἁ­πλω­τὲς στὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα καὶ βγές. Πρό­σε­ξε μὴν πέ­σεις στὴν ὀ­πή, στὸ ἀ­δεια­νὸ δω­μά­τιο. Δὲν εἶ­ναι γιὰ τώ­ρα.

       Στη­ρί­ξου στὸν λευ­κὸ σκλη­ρὸ χι­τώ­να καὶ πή­δα ἔ­ξω. Ἔ­τσι. Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Σὲ κοι­τοῦν ἀ­κό­μα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2013)

 

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο.  Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας», Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

  

Μαρία Χοσὲ Μπάριος Γκονθάλεθ (María José Barrios González): Εἰδοποίηση

.

BarriosGonzález,MaríaJosé-Eidopoiisi-Eikona-01

.

Μαρία Χοσὲ Μπάριος Γκονθάλεθ (María José Barrios González)

.

Εἰδοποίηση

(Aviso)

 .

11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΞΙΟΤΙΜΟΙ πε­λά­τες,

Βγῆ­κα ἕ­να λε­πτὸ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς Ρο­σά­ου­ρα, τῆς κό­ρης τοῦ ρά­φτη. Εἶ­μαι πά­ρα πο­λὺ και­ρὸ μό­νος.

       Ἂν δε­χτεῖ, θὰ τὸ σκά­σου­με μα­ζὶ ἀ­πὸ τὴν πό­λη, θὰ παν­τρευ­τοῦ­με στὴν πρώ­τη ἐκ­κλη­σί­α ποὺ θὰ βροῦ­με στὸ δρό­μο μας καὶ θὰ κά­νου­με δύ­ο γιούς. Τὸν με­γά­λο θὰ τὸν ποῦ­με Ἀν­σέλ­μο, ἀ­πὸ τὸν παπ­πού μου.  Δι­α­φο­ρε­τι­κά, θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω σὲ πέν­τε λε­πτά.

       Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

       Μ.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Μα­ρί­α Χο­σὲ Μπά­ριος Γκον­θά­λεθ (María José Barrios González) (Σε­βίλ­λη, 1980). Γνω­στὴ γιὰ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τά της. Τὸ 2009 δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Monosabio (Μά­λα­γα, Δῆ­μος Μά­λα­γας) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Aviso».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ  ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Στέλλα Ἀλεξοπούλου: Ὁ εἰσπράκτορας

.

bp2

.

Στέλλα Ἀλεξοπούλου

.

Ὁ εἰσπράκτορας

.

01-FiΟΙΤΗΤΡΙΑ ΗΜΟΥΝ στὰ χρόνια τῆς δικτατορίας καὶ μπῆκα σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς σακαράκες τῆς ἐποχῆς ποὺ παρίσταναν τὰ λεωφορεῖα. Οἱ ἐπιβάτες του ἦταν λίγες γυναῖκες κι ὁ εἰσπράκτορας τοῦ λεωφορείου, μουστάκι σπαθάτο, κεντοῦσε μὲς στὸ κουβούκλι του ἕνα σχέδιο δυσκολώτατο. Τὸν πείραζαν μιὰ παρέα γυναῖκες μέσης ἡλικίας:
– Ἄντρας νὰ κεντᾶ! Καὶ εἰσπράκτορας μάλιστα.
Ἀτάραχος αὐτὸς ὑποτονθόρησε:
– Τί τὸ παράξενο βλέπετε;
Αὐτὲς δῆθεν ἀθῶα καὶ γλυκὰ ἐν χορῷ:
– Τίποτε, τίποτε, ὑπάρχουν καὶ ἄνδρες ράφτες, μόδιστροι.
– Ναί, ἀλλὰ εἶναι συκιές. Συκιές! Ἡ ἀδελφή μου πάει σ’ ἕναν ἀπὸ δαύτους καὶ εἶναι μάλιστα ἀπὸ τὶς πιὸ κουνιστές! γρύλισε ὁ εἰσπράκτορας.
Κούνησαν συγκαταβατικὰ τὰ κεφάλια ὁ γυναικεῖος χορός:
– Βέβαια, κι ἂν ἐπιτρέπεται πῶς ἄρχισες;
Ἐκεῖνος μὲ μιὰ λάμψη στὸ βλέμμα, σχεδὸν τοὺς πέταξε:
– Ἂν ἡ γυναίκα μου ἦταν ἄξια νὰ περάσει κλωστὴ σὲ βελόνα, δὲν θὰ μὲ βλέπατε νὰ κεντῶ, ἀλλὰ οὔτε νὰ ράψει κουμπὶ μπορεῖ! Αὐτὸς πού μοῦ παρήγγειλε τοῦτο τὸ σχέδιο, μοῦ εἶπε, μόνο ἐσὺ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις. Καμμιὰ γυναίκα!
Συμφώνησε ὁ χορὸς σὰ νὰ κανάκευε κάποιο ἀφέντη:
– Σίγουρα ὑπάρχουν ἄντρες πολὺ νοικοκυραῖοι. Τί νὰ ποῦμε γιὰ κάτι γυναῖκες σουσουράδες, ἀνάξιες γιὰ τίποτε…
Ἐκεῖνος δὲν ἄφησε τὸ ὑπονοούμενο νὰ πέσει κάτω:
– Δὲν μπορῶ νὰ πῶ τίποτε γι’ αὐτήν. Εἶναι πολὺ καλὴ μητέρα.
Κούνησαν σοφὰ τὰ κεφάλια τους:
– Ἄ τότε…Ἀλλὰ ποῦ ἔμαθες νὰ κεντᾶς; Στὸ στρατό;
Γέλασε αὐτός:
– Στὸν στρατὸ οὔτε τὸ κρεβάτι μου δὲν ἔστρωνα. Τὰ στραβάδια, οἱ ψάρακες μοῦ τόστρωναν.Ἤμουν καταδρομέας.
Ἀπόρησε ὁ χορός:
– Τότε;
Ἐκεῖνος ἀπορροφημένος στὸ σχέδιό του:
– Στὴ φυλακή, ποῦ ἀλλοῦ; Μᾶς ἔμαθαν οἱ καλόγριες γιὰ νὰ μὴν τὸ ρίχνουμε στὸν καυγά.
Αὐτὲς μὲ κάποιο δέος:
– Παράξενο.
– Ποιό; Οἱ καλόγριες;
Ὁ χορὸς λίγο συνεσταλμένος τώρα καὶ μαζεμένος:
– Πῶς βρέθηκες στὴν φυλακή; Ἂν ἐπιτρέπεται;
Χαμογέλασε ὁ εἰσπάκτορας καὶ φάνηκε πόσο ἦταν ὄμορφο παλληκάρι:
– Γιὰ ἀπόπειρα φόνου.
Ὁ χορὸς αἰδημόνως σιωποῦσε.
– Ναί, ἀπόπειρα φόνου καὶ μέσα σὲ κόσμο βρισκόμουν μάλιστα. Κάποιος πείραξε τὴν γυναίκα μου κι ἐγὼ δὲν τὸν ἄφησα νὰ τοῦ περάσει.
Δῆθεν θαυμαστικὰ ὁ χορὸς ἀναφώνησε:
– Ἄ, ὧστε φόνος τιμῆς!
Ἥσυχα ὁ εἰσπράκτορας πάντα δοσμένος στὸ κέντημά του:
– Ὄχι, ἀπόπειρα γιὰ τὴν τιμή, μόνο ποὺ ἡ τιμὴ στάθηκε ἀκριβὴ γιὰ μένα.
Μετά μᾶς παράτησε σύξυλες, γιατί ἔμπαιναν καὶ νέοι ἐπιβάτες καὶ ἔπρεπε νὰ κόβει εἰσητήρια. Σ’ ὅλη τὴν διαδρομὴ τοῦ ἔριχνα κλεφτὲς ματιὲς γιατί ἦταν ὡραῖος ἄντρας καὶ μοῦ φαινόταν πὼς ἔφερνε πολύ τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

.

Στέλλα Ἀλεξοπούλου (Καράτσι Πακιστάν, 1948). Σπούδασε Φιλοσοφία καὶ Ἀγγλικὴ Φιλολογία στὴν Φιλοσοφικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν. Ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν Ἀγγλικὴ Λογοτεχνία καὶ Γλωσσολογία στὰ Πανεπιστήμια Oxford, Lancaster, καὶ East Anglia τῆς Ἀγγλίας. Ἐργάσθηκε ὡς ἐκπαιδευτικὸς στὴν τριτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Μετέφρασε γιὰ τὴ σειρὰ «Ἡ γλώσσα τῆς κριτικῆς» τὸ ἔργο Συμβολισμός τοῦ Chadwick (Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1978). Δημοσίευσε τὶς ποιητικὲς συλλογὲς Δωρεὰν διαδρομή (Ἐρμείας, Ἀθήνα 1991) καὶ Μουσῶν 9 (Πλανόδιον, Ἀθήνα 2002).

.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН): Διήγημα γιὰ ἕνα πίνακα τοῦ Σεζάν…

.

Gkoliafkin,Biktor-DiigimaGiaEnanPinaka...-Eikona-01

.

Βίκτωρ Γκολιάφκιν (Виктор ГОЛЯВКИН)

 .

Δι­ή­γη­μα γιὰ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ζάν,

ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα

.

02-PiΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἦ­ταν ὁ Πὼλ Σε­ζάν! Ζω­γρά­φι­ζε ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­πί­στευ­της ὀ­μορ­φιᾶς, καὶ ξαφ­νι­κὰ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε. Τό­τε τὸν ἔ­κο­βε μὲ τὸ μα­χαί­ρι, στὰ δύο, τρί­α κομ­μά­τια καὶ τὸν πέ­τα­γε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἀ­τε­λι­έ του κοι­τοῦ­σε στὸν κῆ­πο. Στὸ κῆ­πο συ­χνὰ ἔ­παι­ζαν παι­διά. Ἔ­φτια­χναν ἀ­σπί­δες καὶ πα­νο­πλί­ες ἀ­πὸ τοὺς πε­τα­μέ­νους μου­σα­μά­δες τοῦ Πὼλ Σε­ζὰν καὶ ἔ­τρε­χαν μὲ κραυ­γὲς στὸν κῆ­πο. Τρυ­ποῦ­σαν τὴ ζω­γρα­φι­κὴ μὲ ξύ­λα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πὸ τοὺς μου­σα­μά­δες βαρ­κοῦ­λες καὶ τὶς ἔ­ρι­χναν στὰ ἀ­πό­νε­ρα.

      Μό­νον ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πέ­ναν­τι, βρῆ­κε μιὰ φο­ρὰ τὸ μου­σα­μὰ τοῦ Σε­ζὰν καὶ τὸν κου­βά­λη­σε στὸ σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, πο­λὺ γκρι­νιά­ρα γυ­ναί­κα, μό­λις εἶ­δε τὸ μου­σα­μὰ φώ­να­ξε: «Τί ἀ­η­δί­ες κου­βα­λᾶς στὸ σπί­τι!» – καὶ τὸ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

      Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μιὰ λα­χα­νο­πώ­λισ­σα περ­νοῦ­σε γιὰ νὰ πά­ει στὴ λα­ϊ­κή. Σή­κω­σε τὸ μου­σα­μὰ καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ κα­ρο­τσά­κι της. «Εἶ­ναι πο­λὺ ὡ­ραῖα λου­λού­δια, εἶ­πε, θὰ τὰ κρε­μά­σω στὸ σπί­τι μου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Β. Γκο­λιά­φκιν, Ἔ­ρω­τας καὶ κα­θρέ­φτης (δι­η­γή­μα­τα. – Λ, ἐκδ. Συν­τά­κτης, 1991).

Biktor Gkoliafkin (Виктор ГОЛЯВКИН) - 04Βί­κτωρ Γκο­λιά­φκιν (Виктор ГОЛЯВКИН) (1929-2001) Ζω­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας. Γιὰ εὐ­νό­η­τους λό­γους στὴν ἀρ­χὴ δη­μο­σί­ευ­ε μι­κρὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὰ παι­δι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, κι ἔ­γι­νε γνω­στὸς ὡς παι­δι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­η­γή­μα­τα γιὰ με­γά­λους ἐμ­φα­νί­στη­καν στὴν ἀρ­χὴ σὲ Σα­μιζ­ντάτ.

.

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Χοσεφίνας

.

Marinos,Dionysis-IBibliothikiTisChosefinas-Eikona-02

.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος

.

Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Χο­σε­φί­νας

 .

03-EpsilonΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ, λί­γο πο­λὺ ἀ­πὸ εὔ­θραυ­στο ὑ­λι­κὸ φτι­αγ­μέ­νος, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ βρί­σκε­ται σὲ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μὲ τα­ξι­αν­θί­ες ρει­κι­ῶν σὲ σχῆ­μα κλει­στῆς πα­λά­μης. Φαν­τά­ζει πὼς φταί­ει τὸ ξη­ρο­θερ­μι­κὸ κα­λο­καί­ρι τῆς πό­λης ποὺ με­τα­τρέ­πει στα­δια­κὰ τοὺς δρό­μους σὲ φρυ­γα­νώ­δεις θά­μνους.

       Νὰ μιὰ χει­ρο­πια­στὴ ἐ­ξή­γη­ση γιὰ πά­σα νό­σο.

       Στὸ ἑ­πό­με­νο στε­νὸ συ­ναν­τά­ει τὸν πα­λιό του φί­λο, Χου­ὰν Ροῦλ­φο.

      «Τί κά­νεις, Χου­άν;»

      «Πάν­τα τὰ ἴ­δια, κα­λέ μου φί­λε. Πάν­τα τὰ ἴ­δια.»

      Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους, γέρ­νον­τας ἐ­λα­φρὰ τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὰ μπρο­στά, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας μ’ ἕ­ναν σβέλ­το ἐ­λιγ­μὸ ἔ­χει βρε­θεῖ ἤ­δη στὴν γα­λα­ρί­α ἑνὸς λε­ω­φο­ρεί­ου, ἀ­φή­νον­τας τὸν συ­νο­μι­λη­τὴ του πνιγ­μέ­νο σὲ μιὰ στή­λη ἅ­λα­τος.

      Μα­θαί­νει πὼς τὸ τέρ­μα τῆς γραμ­μῆς εἶ­ναι τὸ λι­μά­νι καὶ τό­τε ἀ­πο­φα­σί­ζει πὼς εἶ­ναι ἰ­δα­νι­κὸς ὁ και­ρὸς γιὰ ἕ­να τα­ξι­δά­κι στὰ νη­σιά. Μπαί­νει στὸ πρῶ­το πλοί­ο ποὺ βρί­σκει ἀ­ραγ­μέ­νο μπρο­στά του, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν πλη­ρώ­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ νὰ προ­σποι­η­θεῖ τὸν λα­θρε­πι­βά­τη ποὺ τὸν πιά­νει ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου, ὀ­νό­μα­τι Τό­μας Ἐ­λό­ι Μαρ­τί­νες καὶ τὸν κλεί­νει στὸ μη­χα­νο­στά­σιο.

      Τὴν δέ­κα­τη ἡ­μέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χουν πε­ρά­σει μιὰ μα­νι­α­σμέ­νη θα­λασ­σο­τα­ρα­χὴ στὴ θά­λασ­σα τῶν Σαρ­γασ­σῶν, ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­λα­κὴ του χά­νει κά­θε ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μέ­ταλ­λο τοῦ κα­ρα­βιοῦ, ἀ­πο­κολ­λᾶ­ται δί­χως τριγ­μοὺς καὶ πα­ρα­δέρ­νε­ται μό­νη καὶ ἔ­ρη­μη στὴ μέ­ση τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἄν­τρας συ­νη­θί­ζει τὸ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, ἔ­χει πά­ψει νὰ τοῦ γδέρ­νει τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τρώ­ει ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ τὶς ὦ­ρες τῆς σχό­λης δι­α­βά­ζει τὴ δι­α­θή­κη κά­ποι­ου κυ­ρί­ου Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­υ Κα­σά­ρες, ποὺ βρῆ­κε κλει­σμέ­νη σὲ ἕ­να μπου­κά­λι.

     Ὤ, τί ὄ­μορ­φη γεύ­ση ποὺ ἔ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, σκέ­φτε­ται ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν κα­λο­βλέ­πει καὶ τὸ δέρ­μα του ἔ­χει γί­νει σκλη­ρὸ σὰν τὰ στρεί­δια τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­γαλ­λί­α­σης ἡ ξαν­θο­μάλ­λα φοι­τή­τρια φι­λο­λο­γί­ας, Χο­σε­φί­να Φράν­κο, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φτιά­ξει ξα­νὰ τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης της. Πάρ­τον κά­τω τὸν Κορ­τά­σαρ, δῶ­σε μιὰ στὸν Φου­έν­τες, λί­γο πιό ΄κεῖ κύ­ρι­ε Λι­ό­σα. Κι ἐ­σεῖς ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε Χ.Λ. Μπόρ­χες, στα­μα­τῆ­στε ἐ­πι­τέ­λους νὰ πί­νε­τε θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, νὰ τρῶ­τε ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­τε τὴν δι­α­θή­κη τοῦ Κα­σά­ρες.

       Τί θὰ πεῖ ἡ μη­τέ­ρα της, ποὺ ἀ­πὸ ὥ­ρα σὲ ὥ­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ φτά­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρή­σει τὴ νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη τῆς μο­νά­κρι­βης κό­ρης της;

      Ἡ Χο­σε­φί­να, σκυμ­μέ­νη ἀ­πὸ πά­νω τους καὶ μὲ τοὺς κόμ­πους τοῦ ἱ­δρώ­τα νὰ γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­γου­λά της, τοὺς κοι­τά­ζει πα­ρα­κλη­τι­κά.

       Λί­γη τά­ξη, κύ­ριοι, λί­γη τά­ξη δὲν ἔ­βλα­ψε κα­νέ­ναν. Μὴν πα­ρα­πο­νι­έ­στε λοι­πόν.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γαβριηλίδης).

 .