Σταυρούλα Τσούπρου: Στὸ δάσος

.

KAPELI-039

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

.

Στὸ δάσος

.

                «Τό­τε ὁ δι­κός σου θά­να­τος ἔ­χει μά­τια στὸ κε­φά­λι του·

                δὲν τὸν ἔ­χω ἰ­δεῖ ἔ­τσι σὲ εἰ­κό­νι­σμα: εἶ­τε θὰ σὲ πά­ρουν καμ­πό­σοι ποὺ εἶ­ναι

ἡ δου­λειά τους νὰ ξέ­ρουν, ἢ τὸ παίρ­νεις ἀ­πά­νω σου,

πρά­μα ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς δὲν τὸ ξέ­ρεις, ἢ τὴν πη­δᾶς τὴν ἔ­ρευ­να

γι’ αὐ­τὸ κι ὅ,τι σὲ βρεῖ: καὶ πὼς θὰ πι­λα­λᾶς

                στὸ τέ­λος τοῦ τα­ξι­διοῦ σου, θαρ­ρῶ πο­τὲ δὲ θὰ γυ­ρί­σεις

                γιὰ νὰ μᾶς ἱ­στο­ρή­σεις.»

                (Σαίξ­πηρ, Κυμ­βε­λί­νος, V, iv)

.

 01-Sigmaτὴν σι­ω­πὴ ποὺ βα­σί­λευ­ε στὸ δά­σος τὰ βή­μα­τά της ἠ­χοῦ­σαν τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τρο­μαγ­μέ­να καὶ τρο­μα­κτι­κά. Ὁ δρό­μος της, ὅ­μως, ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ τί­πο­τε καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν πεί­σει νὰ γυ­ρί­σει πί­σω. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δα, χω­ρὶς ἀ­πελ­πι­σί­α, προ­χω­ροῦ­σε – δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ὅ­λο καὶ πιὸ σί­γου­ρη κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα: ναί, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πά­ρει, ἴ­σως, νω­ρί­τε­ρα. Στὸ μυα­λό της δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μί­α ἄλ­λη σκέ­ψη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σμο­νή: ἦ­ταν πι­θα­νὸν νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πε­ρι­μέ­νει, δὲν ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν μπρο­στά της, ἀλ­λὰ ἕ­να ἦ­ταν βέ­βαι­ο: θὰ ἐρ­χό­ταν, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ ἐρ­χό­ταν – καὶ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἕ­τοι­μη, τώ­ρα πιά, νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ.

            Τὸ δά­σος δὲν τῆς προ­ξε­νοῦ­σε κα­νέ­ναν φό­βο, κι αὐ­τὸ στὴν ἀρ­χὴ τῆς ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Ὅ­σο κι ἂν λά­τρευ­ε τὰ δέν­τρα, ἡ λα­τρεί­α της ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου – χά­ρη σὲ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ θαυ­μά­ζει, νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὶς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις τῶν φυλ­λω­μά­των τους, νὰ βυ­θί­ζε­ται στὶς ἀ­χα­νεῖς νο­η­τι­κὲς ἐ­κτά­σεις τοῦ πρά­σι­νου ποὺ ἔν­τυ­νε τὰ κλα­διά τους. Τὴν νύ­χτα, ὅ­μως, τὸ δά­σος εἶ­ναι φι­λό­ξε­νο μό­νον γιὰ τοὺς κα­τοί­κους του, κι ἐ­κεί­νη βρι­σκό­ταν ἐν­τε­λῶς προ­σω­ρι­νὰ στὴν ἐ­πι­κρά­τειά του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν πα­ρα­ξέ­νε­ψε τὸ αἴ­σθη­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας ποὺ κυ­ρι­άρ­χη­σε μέ­σα της εὐ­θὺς ἐ­ξαρ­χῆς: σὰν νὰ ἦ­ταν πάν­το­τε ἐ­δῶ, ἔ­στω μὲ τὸν νοῦ της καὶ μό­νον, ἢ σὰν νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ πο­ρεί­α τῆς ὕ­παρ­ξής της ἀ­πὸ ἐ­δῶ – μιὰ πο­ρεί­α τῆς ὁ­ποί­ας τὸ τέ­λος πί­στευ­ε πώς, πλέ­ον, δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε πο­λύ.

            Ἡ προ­σμο­νή της δὲν εἶ­χε ἴ­χνος ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­ας – τὸ σαρ­κο­βό­ρο ἄγ­χος ποὺ ἄλ­λο­τε κα­τέ­τρω­γε κά­θε χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς της, ἀ­δη­φά­γο καὶ ἀ­νε­λέ­η­το, τὴν εἶ­χε τώ­ρα ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, ἀ­φοῦ εἶ­χε, βέ­βαι­α, πρῶ­τα ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα τῆς ζω­τι­κό­τη­τάς της. Ἄλ­λω­στε, ἡ ζω­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν κά­τι ποὺ τῆς χρει­α­ζό­ταν πιά· τῆς ἀρ­κοῦ­σε τὸ ὅ­τι θὰ ἔ­με­νε ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων της.

            — Ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­πι­λο­γὴ χώ­ρου, ἄ­κου­σε τὴν φω­νή του. Συμ­βαί­νει μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους. Ἑ­ξαι­ροῦν­ται, φυ­σι­κά, ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν ἐ­πι­λο­γή. Νὰ πῶ «Κα­λῶς ὅ­ρι­σες»;

            — Δὲν ἦ­ταν ἐ­πι­λο­γή, ἦ­ταν ἐ­πι­θυ­μί­α. Ἂν δὲν κά­νω λά­θος, τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες δὲν τὶς ἐ­πι­λέ­γεις. Κα­λῶς σὲ βρί­σκω. Νὰ πῶ κι ἐ­γὼ «ἀ­να­με­νό­με­νη ἐμ­φά­νι­ση»;

            — Ἐν­νο­εῖς τὰ μαῦ­ρα; Τὸ φο­ρῶ τὸ μαῦ­ρο για­τί δὲν λε­κιά­ζει, ξέ­ρεις.

            — Μα­κά­βριο χι­οῦ­μορ.

            — Ἀ­να­πό­φευ­κτα.

            — Αὐ­τὸ νὰ μοῦ πεῖς.

            — Φλυ­α­ροῦ­με, ἂν καί, βέ­βαι­α, ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει. Ἔ­χου­με ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­ρω­τή­σεις νὰ σοῦ κά­νου­με.

            — Ὁ πλη­θυν­τι­κὸς εἶ­ναι «τῆς με­γα­λο­πρε­πεί­ας»;

            — Ὄ­χι. Θὰ μοῦ ταί­ρια­ζε, πάν­τως.

            — Τό­τε;

            — Ἔ­χουν ἔρ­θει γιὰ σέ­να. Σὲ ζη­τᾶ­νε. Θὰ δεῖς. Ξε­κι­νᾶ­με;

            — Θὰ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε; Οἱ ἀ­παν­τή­σεις θὰ παί­ξουν κά­ποι­ον ρό­λο;

            — Εἶ­ναι πι­θα­νόν.

            — Ἄς ξε­κι­νή­σου­με.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε ἡ φω­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της. Ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­κό­μη νὰ κά­νεις. Θὰ χαι­ρό­μουν, ἔ­στω κι ἀ­πὸ μα­κριά.

            — Δὲν πει­ρά­ζει, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ πό­σο εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, ἤ­δη τό­τε. Δὲν πει­ρά­ζει.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε μὲ τὴν σει­ρά του καὶ ὁ πα­τέ­ρας της. Εἶ­χες σχέ­δια – ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο. Με­τά… εἶ­ναι ὅ­λα ἴ­δια.

            — Ὅ­πως τὸ πά­ρει κα­νείς. Ἡ ποι­κι­λί­α δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε ἡ κό­ρη της. Σὲ χρει­ά­ζο­μαι.

            — Δὲν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Μά­θε νὰ μὴν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε, τέ­λος, καὶ ὁ σύν­τρο­φός της.

            — Στα­μά­τα, τὸν ἐμ­πό­δι­σε νὰ συ­νε­χί­σει. Καὶ κρα­τή­σου ἐ­κεῖ. Στὸ ζη­τά­ω ἐ­γώ.

            Τὰ φά­σμα­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν καὶ ὁ ρυθ­μὸς τῆς καρ­διᾶς της, ποὺ εἶ­χε μό­λις λί­γο ἐ­πι­τα­χυν­θεῖ, ξα­να­βρῆ­κε τὸν κα­νο­νι­κό του βη­μα­τι­σμό.

            — Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη, ἔ; Μπρά­βο, τὴν συ­νε­χά­ρη ὁ συ­νο­μι­λη­τής της. Ἔ­τσι δι­ευ­κο­λύ­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα. Τί μπο­ρῶ, λοι­πόν, νὰ κά­νω γιὰ σέ­να; Εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Δὲν νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι πλέ­ον κά­τι στὸ χέ­ρι σου. Θὰ προ­χω­ρή­σω μό­νη μου.

            — Θὰ σὲ στε­νο­χω­ρή­σω ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται. Σὲ ὅ,τι σὲ ἀ­φο­ρᾶ, ἀ­σφα­λῶς, πράγ­μα­τι, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­μι­χθῶ. Ἀλ­λὰ γιὰ τοὺς ἄλ­λους δὲν ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο. Κα­τα­λα­βαί­νεις.

            — Ὄ­χι, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω. Ποι­οὺς ἄλ­λους;

            — Ὅ­σοι σὲ σκέ­πτον­ται ἐμ­πλέ­κον­ται, προ­φα­νῶς. Μοῦ φά­νη­κε πὼς τὸ γνώ­ρι­ζες. Τὸ ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν καὶ μό­νη σου, πρὸ ὀ­λί­γου.

            — Ἔ καὶ λοι­πόν;

            — Ἀ­γα­πη­τή μου, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δὲν εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλή. Ἡ δι­κή σου ἀ­πό­φα­ση συ­νε­πι­φέ­ρει «ἀλ­λα­γές» γιὰ μί­α σει­ρὰ ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους. Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­σω. Στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, θὰ χρεια­στεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νεις.

            — Ποῦ;

            — Ὄ­χι ἐ­δῶ, βέ­βαι­α. Ἡ ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τῶν προ­η­γού­με­νων σύν­το­μων συν­δι­α­λέ­ξε­ων ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή. Ἐ­πι­βάλ­λον­ται κά­ποι­ες… θυ­σί­ες.

            — Ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τά σου;

            — Καὶ ἀ­πὸ αὐ­τές. Θὰ συ­να­πο­φα­σί­σου­με, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, σχε­τι­κά. Σοῦ εἶ­πα, εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Αὐ­τὸ ἐν­νο­οῦ­σες;

            — Τί ἄλ­λο;

            — Δὲν εἶ­χα σκε­φτεῖ πο­τὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ φαν­τα­στῶ.

            — Γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νής, ἡ πε­ρί­πτω­σή σου ἐμ­πί­πτει σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς και­νούρ­γι­ες δι­α­τά­ξεις.

            — Δη­λα­δή;

            — Ὅ­σοι ἀ­σχο­λεῖ­στε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ ἔ­χε­τε δι­α­τυ­πώ­σει κα­τὰ και­ροὺς πολ­λὲς ὡ­ραῖ­ες καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὲς σκέ­ψεις. Σύμ­φω­να, λοι­πόν, μὲ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη και­νούρ­για δι­ά­τα­ξη, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις, ἐ­κεῖ­νες ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τό… ἀν­τι­κεί­με­νο, δε­σμεύ­ουν τό­σο ἐ­σὰς ὅ­σο καὶ ἐ­μᾶς.

            — Ὁ­πό­τε; Γί­νε πιὸ σα­φής.

            — Ὁ­πό­τε: ἐ­φό­σον ἐ­ξα­κο­λου­θεῖς νὰ «μέ­νεις ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων σου», ὅ­πως ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν νω­ρί­τε­ρα, πα­ρό­τι ἐ­σὺ ἡ ἴ­δια δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖς νὰ πα­ρα­τεί­νεις τὴν… ζων­τά­νια σου, ἐ­κεῖ­νοι ποὺ σὲ κρα­τοῦν μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ζων­τα­νὴ θὰ “ἐ­πη­ρε­α­στούν” ἀ­να­λό­γως.

            — …

            — Σω­παί­νεις. Εἶ­πα ὅ­τι ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἔ­χω ὅλον γιὰ σέ­να.

            — Πρέ­πει νὰ σκε­φτῶ.

            — Καὶ αὐ­τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο. Δὲν πρω­το­τυ­πεῖς που­θε­νά, τε­λι­κά.

            — Μὲ ἀ­δι­κεῖς.

            —Τέ­λος πάν­των. Μα­κά­ρι νὰ συγ­κρί­να­τε ὅ­σα γρά­φε­τε μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ φρον­τί­ζα­τε νὰ ἀ­κού­γον­ται ὡ­ραῖ­α καὶ σο­φά. Λι­γό­τε­ρη ρη­το­ρεί­α δὲν βλά­πτει.

            — …

            Δὲν μπο­ροῦ­σε, λοι­πόν, νὰ τὰ ἔ­χει ὅ­λα δι­κά της. Ἔ­τσι τῆς ἔ­λε­γαν. Παίρ­νον­τας μό­νη της τὴν μοι­ραί­α ἀ­πό­φα­ση, ρι­ψο­κιν­δύ­νευ­ε ὄ­χι ἁ­πλῶς τὴν ἀ­νά­μνη­σή της ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους της, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν ζω­ή τους, ἴ­σως, ἂν ἐ­κεῖ­νοι, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά τους, ἐ­πέ­με­ναν νὰ μὴν τὴν ἀ­παρ­νι­οῦν­ται. Ἕ­να τρο­με­ρὸ νέ­ο δί­λημ­μα εἶ­χε κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή:  Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρηγόρη, 2013)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀθήνα) Εἶναι δρ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ΕΚΠΑ, ἔχει διπλώματα στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, ἰταλικά, γερμανικά καὶ ἰσπανικά. Ἔχει ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὴν Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας καὶ ἔχει δημο­σιεύ­σει μελέτες γιὰ παλαιότερους καὶ σύγχρονους πεζογράφους καὶ ποιη­τές. Συνεργάζεται τακτικὰ μὲ τὸν ἡμερήσιο καὶ περιοδικό τύπο. Ἔ­χουν ἐκδοθεῖ δύο συλλογές δοκιμίων της: Τάσος Αθανασιάδης. Μὲ τὰ μά­τια τῆς γενιᾶς μας καὶ Οἱ παιδιάστικες ἱστορίες τοῦ Κοσμᾶ Πολίτη. Πρῶ­το βιβλίο της:  Σὲ κοιτοῦν (διηγήματα, εκδ. Γρηγόρη 2013).

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: