Φεντερίκο Πατάν (Federico Patán): Ὁ ποιητὴς σηκώνεται

.

Patan,Federico-OPoiitis-Sikonetai-Eikona-02

.

Φεν­τε­ρί­κο Πα­τάν (Federico Patán)

 .

Ὁ ποι­η­τὴς ση­κώ­νε­ται

(El p­o­e­ta se l­e­v­a­n­ta)

 .

       Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κλί­νη:

      «Πῶς εἶ­πες ὅ­τι σὲ λέ­νε;»

      «Βε­α­τρί­κη.»

       «Ἄ, ναί, σωστά.»

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Φεν­τε­ρί­κο Πα­τάν (Federico Patán) (Χι­χὸν τῆς Ἀ­στού­ριας, 1937) Πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Με­ξι­κά­νος ἀ­πὸ τὸ 1939. Σπού­δα­σε Αγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σή­με­ρα εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης με­τα­φρα­στὴς καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα El último exilio (1986) κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο «Xavier Villaurrutia», τὸ βι­βλί­ο δι­η­γη­μά­των του Encuentros (2006), ἀ­πέ­σπα­σε τὸ βρα­βεῖ­ο «José Fuentes Mares». Ἀ­πὸ τὰ δο­κί­μιά του ξε­χω­ρί­ζουν τὸ Contrapuntos (1989) καὶ τὸ El espejo y la nada (1998).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅ­που δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Γιούλη Ἀναστασοπούλου: Κανεὶς δὲν λέει “σ’ αγαπῶ”

.

Anastasopoulou,Giouli-KaneisDeLeeiS'Agapo-Eikona-02

.

Γι­ού­λη Ἀ­να­στα­σο­πού­λου

.

Κα­νεὶς δὲν λέ­ει «σ’­ ἀ­γα­πῶ»

Δη­μο­σί­ευ­μα στὸ ἑ­βδο­μα­δια­ῖο μπού­λε­τιν

τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Νέ­οι Και­ροί»

.

10-Kappa-Magnus_Blindes_saga-Initial_K-G__MuntheΑΝΕΙΣ ΣΤΑ ΝΟΤΙΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ δὲν λέ­ει «σ’ ­ἀ­γα­πῶ».

Πα­λι­ό­τε­ρα κα­νεὶς δὲν ἔ­λε­γε «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» καὶ στὰ Βό­ρεια Προ­ά­στια, ἀλ­λὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ἄν­θι­ση τῆς βι­ο­μη­χα­νί­ας ποὺ ἐ­πη­ρε­ά­ζει τοὺς κα­τοί­κους τῶν Βο­ρεί­ων Προ­α­στί­ων μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ μπο­ροῦν νὰ λέ­νε «σ’­ ἀ­γα­πῶ» ἐ­λεύ­θε­ρα.

      Στὰ Νό­τια Προ­ά­στια ἀ­κό­μα πλη­ρώ­νουν ἀν­τί­τι­μο γιὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τὴ φρά­ση καὶ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ τὸ δη­λώ­νουν στὴν ἐ­φο­ρί­α. Ὅ­σο γιὰ τὸ «μὲ γά­μη­σες», αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη λυ­πη­τε­ρὴ ἱ­στο­ρί­α. Κά­πο­τε τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν στὶς Δυ­τι­κὲς Συ­νοι­κί­ες ἀλ­λὰ τώ­ρα ποὺ ἡ Κυ­βέρ­νη­ση ζή­τη­σε τε­κμή­ριο, κα­λύ­τε­ρα νὰ ἀ­γο­ρά­σεις ἕ­να κρὶς-κρὰ­φτ πα­ρὰ νὰ ξε­στο­μί­σεις τὴ φρά­ση «μὲ γά­μη­σες».

      Ἄν σοῦ ξε­φύ­γει ἡ φρά­ση «μὲ γά­μη­σες» σὲ μιὰ Δη­μό­σια Ὑ­πη­ρε­σί­α ἢ στὸ δρό­μο, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α εἶ­ναι ἁ­πλή: Σὲ πλη­σιά­ζει ἕ­νας ντα­βραν­τι­σμέ­νος μὲ πο­λι­τι­κὰ καὶ σοῦ ζη­τά­ει ἄ­ι-ντί. Με­τά σοῦ κό­βει μιὰ πρά­σι­νη κλή­ση καὶ σὲ χτυ­πᾶ φι­λι­κὰ στὸν ὦ­μο σὰν νὰ σοῦ λέ­ει: Θὰ τὸ ξα­να­σκε­φτεῖς πο­λὺ κα­λὰ προ­τοῦ ξα­να­πεῖς «μὲ γά­μη­σες» φι­λα­ρά­κο.

      Οἱ σαῦ­ρες, ὅ­πως λέ­γον­ται οἱ πρά­σι­νες κλή­σεις, εἶ­ναι νέ­α μό­δα.

      Ἀ­πὸ τότε ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ Χρυ­σὴ Σχι­σμή, ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α δη­λα­δὴ ποὺ μοι­ρά­ζει τὶς σαῦ­ρες, ἕ­να κά­ρο ἀ­μόρ­φω­τοι, πρώ­ην το­ξι­κο­μα­νεῖς, καὶ ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ ἄ­νερ­γοι, βρῆ­καν δου­λειά. Μιὰ κα­λὴ δου­λειὰ μὲ πα­χυ­λὸ μι­σθὸ καὶ γα­λό­νια κα­φρί­λας. Κά­πο­τε ἡ Ὑ­πη­ρε­σί­α λε­γό­ταν Χρυ­σοὶ Λο­στοὶ ἀλ­λὰ ἦ­ταν πο­λὺ προ­φα­νὲς καὶ κα­ταρ­γή­θη­κε. Κά­ποι­ο τζι­μά­νι βρῆ­κε ἄ­ρον ἄ­ρον τὸ Χρυ­σὴ Σχι­σμή, για­τί ἡ Ὑ­πη­ρε­σί­α ἀ­να­λαμ­βά­νει νὰ ἐ­ρευ­νᾶ τὰ σκάν­δα­λα ποὺ ἀ­φο­ροῦν στὶς δυ­ὸ σχι­σμές, κα­τά­λα­βες; Στό­μα καί… τὸ ἄλ­λο, κα­τά­λα­βες. Καὶ προ­χώ­ρη­σε στὸ νέ­ο ὄ­νο­μα ἐν μιᾷ νυ­κτί.

       Με­ρι­κοὶ μει­διοῦν μὲ τὴν ποι­νὴ καὶ ἐ­παυ­ξά­νουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἀν­τι­τί­μου. Οἱ πο­λί­τες τῶν Νο­τί­ων Προ­α­στί­ων πρέ­πει, λέ­νε, νὰ πλη­ρώ­νουν τὰ κε­ρα­τι­ά­τι­κα τῶν σχι­σμῶν τους, για­τί, ἐ­φό­σον μπο­ρεῖς νὰ λὲς «σ’­ἀ­γα­πῶ» καὶ ἐ­πι­πλέ­ον νὰ δη­λώ­νεις καὶ νὰ πράτ­τεις εὐ­θαρ­σῶς τὸ «μὲ γά­μη­σες», τό­τε ἔ­χεις πλή­ρη εὐ­θύ­νη νὰ τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ξεις καὶ τὴν ἀ­νά­λο­γη οἰ­κο­νο­μι­κὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ τὸ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἡ Κυ­βέρ­νη­ση δὲν δί­νει δε­κά­ρα γιὰ τὸ ἂν εἶ­σαι ἀ­νά­πη­ρος, ἂν ἔ­χεις ἕ­να πό­δι ἢ τρί­α μά­τια, ση­μα­σί­α ἔ­χει πὼς δι­α­θέ­τεις τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια νὰ τὸ ἀ­να­λά­βεις.

        Ἄς τὸ σκε­φτοῦ­με λι­γά­κι.

       Ἂν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς «σ’­ἀ­γα­πῶ» στὴ Μαί­ρη Λοῦ­τενς τὴ μα­νά­βισ­σα, ση­μαί­νει πὼς μπο­ρεῖς νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξεις: τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κα πι­κνὶκ στὴν ἀ­κρι­βὴ πε­ρι­ο­χὴ γρα­σί­δι Β —μὲ ὅ­ση μα­να­βι­κὴ ἔ­χει πε­ρισ­σέ­ψει—, τὰ σι­δε­ρά­κια στὰ δύο φα­φού­τι­κα παι­διά της, καὶ τὸν τρε­λο­για­τρὸ στὴν θε­ο­πά­λα­βη μη­τέ­ρα της ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ γυ­μνὴ στὴν λε­ω­φό­ρο τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἂν λοι­πὸν πεῖς «σ’­ ἀ­γα­πῶ» στὴν μα­νά­βισ­σα, θὲς πε­ρί­που δυὸ χι­λιά­δες λί­τις τὴν ἑ­βδο­μά­δα γιὰ νὰ συμ­μα­ζέ­ψεις αὐ­τὸ τὸ κω­λο­χα­νεῖ­ο ποὺ λέ­γε­ται ζω­ή της.

       Ἂν τώ­ρα ἐ­κεί­νη δη­λώ­σει στὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου τὸ «μὲ γά­μη­σες», τό­τε φί­λε μου τὴν ἔ­χεις βά­ψει, δι­ό­τι αὐ­τὸ προ­συ­πο­γρά­φει πὼς ἐ­πέ­λε­ξες νὰ πε­ρά­σεις στὸ στά­διο Β, μὲ εὐ­θύ­νη σου. Πρόσε­ξέ το αὐ­τό, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀ­φή­σεις τὴν Κυ­βέρ­νη­ση νὰ δεῖ τὰ ἀ­πλυ­τά σου. Τὸ ἔ­κα­νες, θὰ πλη­ρώ­σεις.

        Δὲς καὶ τὴν ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση:

       Ἂν πεῖς «σ’­ ἀ­γα­πῶ» στὴ Λί­λυ Μί­τενς, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε τὸ Λύ­κει­ο με­τὰ βί­ας καὶ δὲν σέρ­νει κα­μί­α ἐ­πι­χεί­ρη­ση μα­να­βι­κῆς πί­σω της, καὶ τὴν πα­ρα­λαμ­βά­νεις μὲ μιὰ που­ὰ κυ­λό­τα καὶ τὸ μι­κρὸ ἄ­σχη­μο σκυ­λά­κι της, ση­μαί­νει πὼς μπο­ρεῖς νὰ ἀ­να­λά­βεις τὰ ἑ­ξῆς: Δί­δα­κτρα κολ­λε­γί­ου, πο­τὰ-κα­φέ­δες μὲ τὶς φί­λες της στὴν Πα­ρα­λια­κὴ Καρ­μα­νι­ό­λας ἄ­βε­νιου, σερ­βι­έ­τες πολ­λα­πλῆς χρή­σης μὲ σύ­στη­μα ἀ­να­κύ­κλω­σης, καὶ τέ­λος ἀ­νώ­δυ­νο – πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νώ­δυ­νο, το­κε­τὸ στὸ σπί­τι (προ­ϋ­πο­θέ­τει τὸ στά­διο Β). Ἂν λοι­πόν, σκέ­φτε­ται τὸ Κρά­τος, εἶ­σαι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λεις στὴν πλά­τη σου τέ­τοι­ους μπε­λά­δες, για­τί σὲ πει­ρά­ζει νὰ δώ­σεις στὴν Πο­λι­τεί­α καὶ ἕ­να μι­κρὸ ἀν­τί­τι­μο; Μὴν ξε­χνᾶς πὼς εἶ­ναι τὸ Κρά­τος αὐ­τὸ πού σοῦ ἑ­τοί­μα­σε πρὸς κα­τα­νά­λω­ση τὴν ἐ­κλε­κτή τῆς καρ­διᾶς σου Λί­λυ Μί­τενς, τὸ Κρά­τος, οἱ πο­λι­τι­κὲς καὶ οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες του μπό­λια­σαν τὸ ἄ­βγαλ­το λου­λού­δι ποὺ θὲς νὰ μα­δή­σεις. Μή­πως λοι­πὸν ἔ­χου­με τὴν τά­ση ὡς πο­λί­τες νὰ ὑ­περ­βά­λου­με; Μή­πως ἂν τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν ἔ­τσι, κα­λῶς το­πο­θε­τη­μέ­να, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­θέ­σει στὸ δι­κα­στή­ριο καὶ ἡ Κί­τυ Κί­τενς;

        Ποι­ὸς θυ­μᾶ­ται τὴν Κί­τυ Κί­τενς;

       Εἶ­χε προ­σφύ­γει στὴν Δι­και­ο­σύ­νη πρὶν δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξει τὰ «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» της ποὺ δὲν εὐ­ο­δώ­θη­καν καὶ πῆ­ρε μιὰ σε­βα­στὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νεύ­θυ­νους ἐ­κεί­νους πο­λί­τες ποὺ τῆς τὰ εἶ­χαν πεῖ ἐ­λα­φρᾷ τῇ καρ­δίᾳ.

       Μή­πως λοι­πόν, φί­λε συμ­πο­λί­τη, τὸ Κρά­τος, προ­στα­τεύ­ει τὴν Κί­τυ, τὴ Μαί­ρη, τὴ Λί­λη ἀ­πὸ ἐ­σέ­να ποὺ δὲν θὲς νὰ ἀ­να­λά­βεις τὴν εὐ­θύ­νη τῶν σχι­σμῶν σου; Ὑ­πάρ­χει βέ­βαι­α καὶ ὁ ἀν­τί­λο­γος. Εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τὸ Κρά­τος ποὺ σὲ σπρώ­χνει σὲ τέ­τοι­ες ἄ­νο­μες πρα­κτι­κὲς ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ ἐ­φό­σον πεῖς τὸ «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» καὶ δη­λώ­σεις τὸ «μὲ γά­μη­σες», ξε­κι­νᾶ γιὰ σέ­να ἕ­νας γολ­γο­θὰς εὐ­θυ­νῶν. Ὁ­πό­τε δὲν λὲς πιὰ «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» ἀ­κό­μα καὶ ἂν τὸ θέ­λεις. Καὶ ἐ­δῶ δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν ἀν­τί­λο­γο.

Ἀ­νώ­νυ­μος

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ού­λη Ἀ­να­στα­σο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς 1977). Ἔ­χει τε­λει­ώ­σει τὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ τὸ Πάν­τει­ο Πάν/μιο. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χι­κὴ Ὑ­γεί­α. Εἶ­ναι ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς Λέ­σχης Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς «Γο­μο­λά­στι­χα». Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ψυ­χὴ στὴν Κού­λου­ρη (ἐκ­δ. Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 2011).

.

Χαβιὲρ Τομέο (Javier Tomeo): Ἡ φουσκωτὴ κούκλα

.

Tomeo,Javier-IFouskotiKoukla-Eikona-01

.

Χα­βι­ὲρ Το­μέ­ο (J­a­v­i­er T­o­m­eo)

 .

φου­σκω­τὴ κού­κλα

(La m­u­ñe­ca h­i­n­c­h­a­b­le)

 .

O-Omikron-SomataΤΑΝ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ἡ φου­σκω­τὴ κού­κλα του, ὁ φί­λος μου σκέ­φτη­κε πὼς ἡ μο­να­ξιά του δὲν εἶ­χε πλέ­ον για­τρειὰ καὶ ἔ­νοι­ω­σε ὁ πιὸ δυ­στυ­χὴς ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου.

       «Ἦ­ταν ὡ­ραί­α ὅ­σο κρά­τη­σέ» μου ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ μὲ τὰ μά­τια δα­κρυ­σμέ­να. «Οὔ­τε μιὰ κα­τη­γό­ρια, οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἀ­νέ­βη­καν οἱ τό­νοι. Ἡ σχέ­ση μᾶς ἦ­ταν, κυ­ρί­ως, ἕ­νας γλυ­κὸς μο­νό­λο­γος».

      «Πές μου» τὸν ρω­τά­ω «ποι­ὸς ἦ­ταν ὁ μο­να­δι­κὸς ποῦ μι­λοῦ­σε σ’ αὐ­τὸν τὸ μο­νό­λο­γο;»

      «Ἐ­κεί­νη» τὸ ὁ­μο­λο­γῶ.

      «Τό­τε δὲν μοῦ κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τε­λι­κὰ ἔ­φυ­γε μὲ ἄλ­λον» τοῦ λέ­ω. «Ὅ­λοι βα­ρι­οῦν­ται στὸ τέ­λος τὴ σι­ω­πή».

      Συ­νε­χί­ζου­με τὸν πε­ρί­πα­τό μας στὸ πάρ­κο τῆς Θ. καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κα­θό­μα­στε σ’ ἕ­να λε­μο­νο­πρά­σι­νο παγ­κά­κι, φρε­σκο­βαμ­μέ­νο. Ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ δὲν εἶ­ναι καὶ τό­σο εὔ­κο­λο νὰ βρεῖς παγ­κά­κι σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση.

      «Αὐ­τὸ ποὺ μὲ πει­ρά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο» συ­νε­χί­ζει τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του «εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­ταν θὰ πά­ω στὸν ἄλ­λο κό­σμο δὲν θὰ ἀ­φή­σω σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ μιὰ σύ­ζυ­γο νὰ μὲ κλά­ψει. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­ξει κα­νέ­νας ποὺ νὰ μπεῖ στὸν κό­πο νὰ μὲ ἀ­πο­τε­φρώ­σει καὶ νὰ φυ­λά­ξει τὶς στά­χτες μου σ’ ἕ­να βά­ζο ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη Βο­η­μί­ας».

      Καὶ ἀ­φοῦ μου λέ­ει αὐ­τὲς τὶς βλα­κεῖ­ες, δὲν προ­σθέ­τει τί­πο­τε ἄλ­λο. Τὸν ξέ­ρω ἀρ­κε­τὰ κα­λά, μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν ξα­να­νοί­ξει τὸ στό­μα τοῦ ὅ­λη μέ­ρα. Ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, θὰ πρέ­πει νὰ μαν­τεύ­ω τὶς σκέ­ψεις του ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ ξε­φυ­σά­ει ἀ­πὸ τὴ μύ­τη.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Χα­βι­ὲρ Το­μέ­ο (J­a­v­i­er T­o­m­eo) (Κιθένα της Ουέσκα, 1932-2013). Ως συγγραφέας έχει καταπιαστεί με όλα τα λογοτεχνικά είδη. Σημαντικότερα έργα του El gallitigre (1990), El crimen del cine Oriente (1995), Los misterios de la ópera (1997), Napoleón VII (1999) και Cuentos perversos (2002).), El crimen del cine Oriente (1995), Los misterios de la ópera (1997), Napoleón VII (1999) και Cuentos perversos (2002).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σκουλαρίκι στὴ μύτη

.

DiabatiArchontoula-Skoulariki-Eikona-05

.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη

.

01-TaphΑ ΠΟΥΛΙΑ ΟΛΑ ΜΑΖΙ καὶ ἕ­να-ἕ­να ἔ­λε­γαν κά­τι ποὺ τῆς δι­έ­φευ­γε. Ἕ­να χε­λι­δό­νι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να ποὺ ἀ­νέ­μι­σε τρο­μαγ­μέ­νη. Τί ὦ­ρα ἦ­ταν; Ρο­λό­ι που­θε­νά. Ἀ­να­ζή­τη­σε μη­χα­νι­κὰ τὸ κι­νη­τό της, σι­ω­πη­λό, ξε­χα­σμέ­νο στὸ σα­κί­διο χω­ρὶς φόρ­τι­ση. Ἡ­συ­χί­α στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Πα­ρα­ῆ­ταν πρω­ὶ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να τους. Κά­τι τζιτ­ζί­κια μο­νά­χα ἔ­πια­ναν εὐ­συ­νεί­δη­τα δου­λειά. Τσά­κι­σε ἐ­κεί­νη τὴ σε­λί­δα στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζε —ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἄυ­πνη κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της, πρώ­τη βρα­διὰ σὲ ἀλ­λι­ώ­τι­κο χῶ­ρο ἀ­π’ τὸν γνω­στό της, εἶ­χε φτά­σει στὴ σε­λί­δα 280 Στὸ τέλος τῆς γῆς— κι ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν τρα­πε­ζα­ρί­α φορ­τω­μέ­νος μὲ τὸ δί­σκο: κα­φές, γά­λα, κρουα­σὰν κι ὅ­λα τὰ κα­λὰ τοῦ θε­οῦ σὲ πυ­ρα­μί­δα. Μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀ­κού­στη­κε δο­ξα­στι­κὰ τὸ ρο­λό­ι ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ χω­ριοῦ. Μιά, δυ­ό, τρεῖς, ἄρ­χι­σαν νὰ με­τρᾶν μα­ζὶ τοὺς χτύ­πους γε­λών­τας δυ­να­τά· πρὶν πε­ρά­σουν στὴ βε­ράν­τα, ρι­γών­τας στὴν πρω­ι­νὴ ψύ­χρα σταλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ποὺ ἔ­λαμ­πε κά­τω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ πρά­σι­νους καὶ γα­λά­ζιους μπα­ξέ­δες. Ἐ­λι­ές, συ­κι­ές, κλή­μα­τα καὶ δυ­ὸ τρί­α σπί­τια μὲ κόκ­κι­νη στέ­γη καὶ αὐ­λή. Πάν­το­τε στὶς δι­α­κο­πὲς συ­σχε­τί­ζα­νε καὶ συγ­κρί­να­νε τοὺς τό­πους κι ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­να­νε: πῶς μοιά­ζουν με­τὰ τό­σα χρό­νια ποὺ ἔ­χου­νε νὰ ἔρ­θου­νε, ποὺ εἴ­χα­νε τὰ παι­διὰ μι­κρά, καὶ νά, ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο δω­μά­τιο τοὺς εἶ­χαν δώ­σει, φαν­τά­σου σύμ­πτω­ση! Καὶ πό­τε ἤ­τα­νε ἀ­κρι­βῶς, ὁ Ἀ­λέ­ξης πή­γαι­νε νη­πι­α­γω­γεῖ­ο ἢ δη­μο­τι­κὸ, κι ἡ Γε­ωρ­γί­α εἶ­χε γεν­νη­θεῖ;

       Θυ­μᾶ­σαι; Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­η­γη­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α – θο­λὰ ξέ­φτια ἀ­νέ­βαι­νε ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ μέ­σα της. Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη, μὲ τὸν κω­δι­κὸ αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε κα­τα­χω­ρί­σει στὸ μυα­λό της καὶ τώ­ρα τὴν ἀ­νέ­συ­ρε χα­μο­γε­λών­τας μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Καὶ τὴν δι­η­γι­ό­ταν στὸν ἑ­αυ­τὸ της πρῶ­τα, ἀλ­λά­ζον­τας, ἐ­πι­νο­ών­τας ξα­νὰ τὸ πα­ρελ­θόν, αὐ­θαι­ρε­τών­τας ὅ­σο ἤ­θε­λε. Για­τί ὄ­χι;

      Στὸ νη­σί, στὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να ἀ­ρα­χτοὶ —πό­σα χρό­νια πρίν;— κι ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ γέ­λιο νὰ πιά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο, νὰ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται —κα­λο­και­ρά­κι ἀ­πό­γευ­μα καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοι­χτά— πα­ρα­δει­σέ­νιο. Ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ἀλ­λοῦ, αἰ­σθη­σια­κό, ναρ­κισ­σευ­ό­με­νο καὶ κυ­κλο­γύ­ρι­ζε καὶ ξε­σποῦ­σε ἀ­συγ­κρά­τη­το ὅ­λο ἐ­κρή­ξεις κι ὅ­λο δυ­νά­μω­νε σὰ νὰ δι­η­γι­ό­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κά­πο­τε ὅ­λοι γνω­ρί­ζα­νε καὶ μὲ τὸν και­ρὸ τὴν εἴ­χα­νε ξε­χά­σει, κι ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ἔ­τσι βου­τηγ­μέ­νοι στὴν κα­τή­φεια. Γέ­λιο νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ ἀγ­κά­λια­ζε ὅ­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν πό­λη. Ποι­ά ἦ­ταν; Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μὲ τό­σα λί­γα ἢ μή­πως μὲ πολ­λά; Τῆς ἔ­δι­ναν πολ­λὰ αὐ­τη­νῆς, ἕ­ναν ἀ­πό­λυ­το ἔ­ρω­τα ἴ­σως, μιὰ τέ­τοι­α τε­λει­ό­τη­τα ποὺ αὐ­τοὶ ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χαν πά­ψει νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἦ­ταν μή­πως μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, μιὰ με­τα­νά­στρια, μα­θη­μέ­νη μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ κερ­δί­ζει τὴ ζω­ὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ ἕ­τοι­μη νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὴ χα­ρὰ καὶ νὰ τὴν ὑ­πο­δε­χτεῖ κα­θὼς τῆς πρέ­πει; Ἦ­ταν ἕ­να νε­α­ρὸ σα­χλὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε δε­χτεῖ τὸ πρῶ­το ἐ­ρω­τι­κὸ φι­λὶ καὶ χαί­ρε­ται φι­λά­ρε­σκη μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἐ­ρα­στὴ πρω­τό­γνω­ρα ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα καὶ χά­δια, θέ­λει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει, δὲν τὸν χορ­ταί­νει, κά­τι τέ­τοι­ο; Ἢ μή­πως πά­λι εἶ­χαν βρε­θεῖ ξα­νά —χα­μέ­νοι γιὰ χρό­νια— κλει­σμέ­νοι σ’ ἕ­να δω­μά­τιο οἱ πα­λιοὶ ἐ­ρα­στὲς νὰ δι­η­γοῦν­ται ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­ζη­σε ὁ κα­θέ­νας χω­ρὶς τὸν ἄλ­λο, τί ἄ­δι­κες, χα­μέ­νες, μά­ται­ες ὧ­ρες προ­σπα­θών­τας νὰ ται­ριά­ξουν μὲ τὸ λά­θος ταί­ρι, χω­ρὶς κα­τα­νό­η­ση ἢ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, χω­ρὶς δι­αί­σθη­ση ἢ πά­θος, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦν ἢ νὰ θέ­λουν νὰ δώ­σουν καὶ νὰ πά­ρουν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ὅ­πως αὐ­τοὶ ἤ­ξε­ραν κά­πο­τε. Δὲν εἶ­χαν βγεῖ μπρο­στὰ στὸ μπαλ­κο­νά­κι γιὰ κα­φὲ οὔ­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο καὶ τὸ γέ­λιο δὲν εἶ­χε ξα­να­κου­στεῖ. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὅ­μως στὸ δι­ά­δρο­μο εἶ­χαν πέ­σει πά­νω στὸ νε­α­ρὸ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι τῆς φί­λης του. Ἕ­να κα­τά­ξαν­θο κο­ρί­τσι μὲς στὴν κα­λὴ χα­ρὰ μὲ σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη κι ἀ­λο­γο­ου­ρά.

      Τὸ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νος; Ὄ­χι ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς, κά­τι ὅ­μως θυ­μό­ταν – ἢ ὄ­χι; Κι ἡ χτε­σι­νή τους μέ­ρα, μὲ κεῖ­νο τὸν ἀ­έ­ρα τὸν τρε­λὸ ποὺ εἶ­χε ση­κώ­σει ἄ­σπρα με­γά­λα κύ­μα­τα – πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βογ­κών­τας στὴν πα­ρα­λί­α, ἕ­να παι­χνί­δι γιὰ τὰ παι­διά, νὰ τσι­ρί­ζουν πη­δών­τας ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μιὰ χα­ρού­με­νη ἀ­φρι­σμέ­νη ἀγ­κα­λιά, ἀλ­λὰ κο­λύμ­πι μη­δέν, πό­σῳ μᾶλ­λον ποὺ συν­νέ­φια­σε στὸ λε­πτό, μαύ­ρι­σε γύ­ρω-γύ­ρω τὸ σκη­νι­κὸ τῆς αἰ­θρί­ας κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­κεί­νη ἡ κα­λο­και­ρι­νὴ μπό­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας βέ­βαι­α τὴ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει —μή­πως θὰ ἤ­θε­λε νὰ βγοῦν γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το στὸ χω­ριό— ἔ­χουν και­ρό, ἡ θά­λασ­σα μπο­ρεῖ νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νει. Βλέ­πει τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα –μι­κρὰ ἄ­γρια τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ φρά­χτη – ἐ­ξη­γοῦν μὲ τὸ ἄ­ρω­μά τους κά­τι ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πεῖς μὲ λό­για, καὶ τὸ χῶ­μα κά­τω καὶ ἡ ἄμ­μος, ἔ­χον­τας σκου­ρύ­νει, λαμ­πυ­ρί­ζει κά­που κά­που χα­ϊ­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν νέ­ο ἥ­λιο. Νὰ τὰ κλεί­σει τῆς ἔρ­χε­ται ὅ­λ’ αὐ­τὰ στὸ κου­τὶ τῆς ἀ­νά­μνη­σης, ὀρ­θο­γώ­νιο κου­τί, φτι­αγ­μέ­νο μὲ πα­λιὰ κο­χύ­λια, νὰ τὰ πά­ρει μα­ζί της.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη) Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ χρο­νι­κό Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Ρο­δα­κιὸ). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Νη­σί­δες, 2012).

.

Ἀντόνιο Φερνάντεθ Μολίνα (Antonio Fernández Molina): Στὴ Θεχούντα καὶ τὴν Γκαμούδ, ἐπεισόδιο 8ο

.

Molina,AntonioFernandez-StiThechounta...-Eikona-01

.

Ἀντόνιο Φερνάντεθ Μολίνα (Antonio Fernández Molina)

 .

Στὴ Θεχούντα καὶ τὴν Γκαμούδ, ἐπεισόδιο 8ο

(En Cejunta y Gamud, 8)

 .

S-[Sigma]-SomataΤΗΝ ΓΚΑΜΟΥΔ, ὅ­ταν γί­νε­ται γι­ορ­τὴ πρὸς τι­μὴ τῆς κό­ρης τοῦ σπι­τιοῦ, ἡ μη­τέ­ρα τὸ σκά­ει μὲ τὸν πιὸ γέ­ρο καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὸ τοῦ χω­ριοῦ. Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ἔ­θι­μο ἀ­πο­δε­κτὸ ποὺ κα­νεὶς δὲν προ­σπα­θεῖ νὰ ἐμ­πο­δί­σει, τὸ κά­νει μὲ τρό­πο μυ­στι­κὸ ἢ προ­φα­σι­ζό­με­νη ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δι­και­ο­λο­γί­α.

       Ἡ κό­ρη, μό­λις ἀν­τι­λη­φθεῖ τὴν ἀ­που­σί­α τῆς μη­τέ­ρας της, ρω­τά­ει μὲ προ­σποι­η­τὴ ἀ­φέ­λεια:

      «Ποῦ εἶ­ναι ἡ μα­μά;»

      Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, τῆς ἀ­παν­τοῦν ἴ­δια καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­χτα:

      «Ἡ μα­μά σου; Κά­νει ἔ­ρω­τα».

      Ὅ­ποι­ος ἔ­τσι ἀ­πο­κρί­νε­ται δέ­χε­ται ἕ­να φι­λὶ ἀ­πὸ τὴ νε­α­ρὴ καὶ τῆς δί­νει ἕ­να νό­μι­σμα.

      Κά­ποι­ες κο­πέ­λες κα­τα­φέρ­νουν νὰ προ­κα­λοῦν ἀ­να­στά­τω­ση μὲ τὸ φι­λί τους καὶ ἂν εἶ­ναι προ­νο­η­τι­κὲς καὶ ὄ­μορ­φες κα­τορ­θώ­νουν νὰ μα­ζέ­ψουν μιὰ πε­ρι­ου­σί­α.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Ἀν­τό­νιο Φερ­νάν­τεθ Μο­λί­να (A­n­t­o­n­io F­e­r­ná­n­d­ez M­o­l­i­na) (Ἀλ­κά­θαρ δὲ Σὰν Χου­ὰν τῆς Κα­στί­λης – Λὰ Μάν­τσα, 1927 – 2005, Σα­ρα­­γό­­σα.) Ἦ­ταν ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής, δρα­μα­τουρ­γός, κρι­τι­κός τέ­χνης, ζω­γρά­φος. Ση­μα­ντι­κό­τε­ρα βι­βλία του τὰ El león recién salido de la peluquería (1971), Dentro de un embudo (1973) καὶ Las huellas del equilibrista (2005).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὸ δάσος

.

KAPELI-039

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

.

Στὸ δάσος

.

                «Τό­τε ὁ δι­κός σου θά­να­τος ἔ­χει μά­τια στὸ κε­φά­λι του·

                δὲν τὸν ἔ­χω ἰ­δεῖ ἔ­τσι σὲ εἰ­κό­νι­σμα: εἶ­τε θὰ σὲ πά­ρουν καμ­πό­σοι ποὺ εἶ­ναι

ἡ δου­λειά τους νὰ ξέ­ρουν, ἢ τὸ παίρ­νεις ἀ­πά­νω σου,

πρά­μα ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς δὲν τὸ ξέ­ρεις, ἢ τὴν πη­δᾶς τὴν ἔ­ρευ­να

γι’ αὐ­τὸ κι ὅ,τι σὲ βρεῖ: καὶ πὼς θὰ πι­λα­λᾶς

                στὸ τέ­λος τοῦ τα­ξι­διοῦ σου, θαρ­ρῶ πο­τὲ δὲ θὰ γυ­ρί­σεις

                γιὰ νὰ μᾶς ἱ­στο­ρή­σεις.»

                (Σαίξ­πηρ, Κυμ­βε­λί­νος, V, iv)

.

 01-Sigmaτὴν σι­ω­πὴ ποὺ βα­σί­λευ­ε στὸ δά­σος τὰ βή­μα­τά της ἠ­χοῦ­σαν τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τρο­μαγ­μέ­να καὶ τρο­μα­κτι­κά. Ὁ δρό­μος της, ὅ­μως, ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ τί­πο­τε καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν πεί­σει νὰ γυ­ρί­σει πί­σω. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δα, χω­ρὶς ἀ­πελ­πι­σί­α, προ­χω­ροῦ­σε – δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ὅ­λο καὶ πιὸ σί­γου­ρη κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα: ναί, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πά­ρει, ἴ­σως, νω­ρί­τε­ρα. Στὸ μυα­λό της δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μί­α ἄλ­λη σκέ­ψη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν προ­σμο­νή: ἦ­ταν πι­θα­νὸν νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πε­ρι­μέ­νει, δὲν ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν μπρο­στά της, ἀλ­λὰ ἕ­να ἦ­ταν βέ­βαι­ο: θὰ ἐρ­χό­ταν, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ ἐρ­χό­ταν – καὶ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἕ­τοι­μη, τώ­ρα πιά, νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ.

            Τὸ δά­σος δὲν τῆς προ­ξε­νοῦ­σε κα­νέ­ναν φό­βο, κι αὐ­τὸ στὴν ἀρ­χὴ τῆς ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Ὅ­σο κι ἂν λά­τρευ­ε τὰ δέν­τρα, ἡ λα­τρεί­α της ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου – χά­ρη σὲ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ θαυ­μά­ζει, νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὶς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις τῶν φυλ­λω­μά­των τους, νὰ βυ­θί­ζε­ται στὶς ἀ­χα­νεῖς νο­η­τι­κὲς ἐ­κτά­σεις τοῦ πρά­σι­νου ποὺ ἔν­τυ­νε τὰ κλα­διά τους. Τὴν νύ­χτα, ὅ­μως, τὸ δά­σος εἶ­ναι φι­λό­ξε­νο μό­νον γιὰ τοὺς κα­τοί­κους του, κι ἐ­κεί­νη βρι­σκό­ταν ἐν­τε­λῶς προ­σω­ρι­νὰ στὴν ἐ­πι­κρά­τειά του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν πα­ρα­ξέ­νε­ψε τὸ αἴ­σθη­μα τῆς οἰ­κει­ό­τη­τας ποὺ κυ­ρι­άρ­χη­σε μέ­σα της εὐ­θὺς ἐ­ξαρ­χῆς: σὰν νὰ ἦ­ταν πάν­το­τε ἐ­δῶ, ἔ­στω μὲ τὸν νοῦ της καὶ μό­νον, ἢ σὰν νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ πο­ρεί­α τῆς ὕ­παρ­ξής της ἀ­πὸ ἐ­δῶ – μιὰ πο­ρεί­α τῆς ὁ­ποί­ας τὸ τέ­λος πί­στευ­ε πώς, πλέ­ον, δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε πο­λύ.

            Ἡ προ­σμο­νή της δὲν εἶ­χε ἴ­χνος ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­ας – τὸ σαρ­κο­βό­ρο ἄγ­χος ποὺ ἄλ­λο­τε κα­τέ­τρω­γε κά­θε χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς της, ἀ­δη­φά­γο καὶ ἀ­νε­λέ­η­το, τὴν εἶ­χε τώ­ρα ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, ἀ­φοῦ εἶ­χε, βέ­βαι­α, πρῶ­τα ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα τῆς ζω­τι­κό­τη­τάς της. Ἄλ­λω­στε, ἡ ζω­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν κά­τι ποὺ τῆς χρει­α­ζό­ταν πιά· τῆς ἀρ­κοῦ­σε τὸ ὅ­τι θὰ ἔ­με­νε ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων της.

            — Ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­πι­λο­γὴ χώ­ρου, ἄ­κου­σε τὴν φω­νή του. Συμ­βαί­νει μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους. Ἑ­ξαι­ροῦν­ται, φυ­σι­κά, ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν ἐ­πι­λο­γή. Νὰ πῶ «Κα­λῶς ὅ­ρι­σες»;

            — Δὲν ἦ­ταν ἐ­πι­λο­γή, ἦ­ταν ἐ­πι­θυ­μί­α. Ἂν δὲν κά­νω λά­θος, τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες δὲν τὶς ἐ­πι­λέ­γεις. Κα­λῶς σὲ βρί­σκω. Νὰ πῶ κι ἐ­γὼ «ἀ­να­με­νό­με­νη ἐμ­φά­νι­ση»;

            — Ἐν­νο­εῖς τὰ μαῦ­ρα; Τὸ φο­ρῶ τὸ μαῦ­ρο για­τί δὲν λε­κιά­ζει, ξέ­ρεις.

            — Μα­κά­βριο χι­οῦ­μορ.

            — Ἀ­να­πό­φευ­κτα.

            — Αὐ­τὸ νὰ μοῦ πεῖς.

            — Φλυ­α­ροῦ­με, ἂν καί, βέ­βαι­α, ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει. Ἔ­χου­με ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­ρω­τή­σεις νὰ σοῦ κά­νου­με.

            — Ὁ πλη­θυν­τι­κὸς εἶ­ναι «τῆς με­γα­λο­πρε­πεί­ας»;

            — Ὄ­χι. Θὰ μοῦ ταί­ρια­ζε, πάν­τως.

            — Τό­τε;

            — Ἔ­χουν ἔρ­θει γιὰ σέ­να. Σὲ ζη­τᾶ­νε. Θὰ δεῖς. Ξε­κι­νᾶ­με;

            — Θὰ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε; Οἱ ἀ­παν­τή­σεις θὰ παί­ξουν κά­ποι­ον ρό­λο;

            — Εἶ­ναι πι­θα­νόν.

            — Ἄς ξε­κι­νή­σου­με.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε ἡ φω­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της. Ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­κό­μη νὰ κά­νεις. Θὰ χαι­ρό­μουν, ἔ­στω κι ἀ­πὸ μα­κριά.

            — Δὲν πει­ρά­ζει, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ πό­σο εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, ἤ­δη τό­τε. Δὲν πει­ρά­ζει.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, εἶ­πε μὲ τὴν σει­ρά του καὶ ὁ πα­τέ­ρας της. Εἶ­χες σχέ­δια – ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο. Με­τά… εἶ­ναι ὅ­λα ἴ­δια.

            — Ὅ­πως τὸ πά­ρει κα­νείς. Ἡ ποι­κι­λί­α δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε ἡ κό­ρη της. Σὲ χρει­ά­ζο­μαι.

            — Δὲν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Μά­θε νὰ μὴν μὲ χρει­ά­ζε­σαι. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

            — Μεῖ­νε γιὰ μέ­να, τῆς ζή­τη­σε, τέ­λος, καὶ ὁ σύν­τρο­φός της.

            — Στα­μά­τα, τὸν ἐμ­πό­δι­σε νὰ συ­νε­χί­σει. Καὶ κρα­τή­σου ἐ­κεῖ. Στὸ ζη­τά­ω ἐ­γώ.

            Τὰ φά­σμα­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν καὶ ὁ ρυθ­μὸς τῆς καρ­διᾶς της, ποὺ εἶ­χε μό­λις λί­γο ἐ­πι­τα­χυν­θεῖ, ξα­να­βρῆ­κε τὸν κα­νο­νι­κό του βη­μα­τι­σμό.

            — Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη, ἔ; Μπρά­βο, τὴν συ­νε­χά­ρη ὁ συ­νο­μι­λη­τής της. Ἔ­τσι δι­ευ­κο­λύ­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα. Τί μπο­ρῶ, λοι­πόν, νὰ κά­νω γιὰ σέ­να; Εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Δὲν νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι πλέ­ον κά­τι στὸ χέ­ρι σου. Θὰ προ­χω­ρή­σω μό­νη μου.

            — Θὰ σὲ στε­νο­χω­ρή­σω ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται. Σὲ ὅ,τι σὲ ἀ­φο­ρᾶ, ἀ­σφα­λῶς, πράγ­μα­τι, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­μι­χθῶ. Ἀλ­λὰ γιὰ τοὺς ἄλ­λους δὲν ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο. Κα­τα­λα­βαί­νεις.

            — Ὄ­χι, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω. Ποι­οὺς ἄλ­λους;

            — Ὅ­σοι σὲ σκέ­πτον­ται ἐμ­πλέ­κον­ται, προ­φα­νῶς. Μοῦ φά­νη­κε πὼς τὸ γνώ­ρι­ζες. Τὸ ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν καὶ μό­νη σου, πρὸ ὀ­λί­γου.

            — Ἔ καὶ λοι­πόν;

            — Ἀ­γα­πη­τή μου, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δὲν εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλή. Ἡ δι­κή σου ἀ­πό­φα­ση συ­νε­πι­φέ­ρει «ἀλ­λα­γές» γιὰ μί­α σει­ρὰ ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους. Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­σω. Στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, θὰ χρεια­στεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νεις.

            — Ποῦ;

            — Ὄ­χι ἐ­δῶ, βέ­βαι­α. Ἡ ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τῶν προ­η­γού­με­νων σύν­το­μων συν­δι­α­λέ­ξε­ων ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή. Ἐ­πι­βάλ­λον­ται κά­ποι­ες… θυ­σί­ες.

            — Ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τά σου;

            — Καὶ ἀ­πὸ αὐ­τές. Θὰ συ­να­πο­φα­σί­σου­με, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, σχε­τι­κά. Σοῦ εἶ­πα, εἶ­μαι στὶς δι­α­τα­γές σου.

            — Αὐ­τὸ ἐν­νο­οῦ­σες;

            — Τί ἄλ­λο;

            — Δὲν εἶ­χα σκε­φτεῖ πο­τὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ φαν­τα­στῶ.

            — Γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νής, ἡ πε­ρί­πτω­σή σου ἐμ­πί­πτει σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς και­νούρ­γι­ες δι­α­τά­ξεις.

            — Δη­λα­δή;

            — Ὅ­σοι ἀ­σχο­λεῖ­στε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ ἔ­χε­τε δι­α­τυ­πώ­σει κα­τὰ και­ροὺς πολ­λὲς ὡ­ραῖ­ες καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὲς σκέ­ψεις. Σύμ­φω­να, λοι­πόν, μὲ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη και­νούρ­για δι­ά­τα­ξη, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις, ἐ­κεῖ­νες ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τό… ἀν­τι­κεί­με­νο, δε­σμεύ­ουν τό­σο ἐ­σὰς ὅ­σο καὶ ἐ­μᾶς.

            — Ὁ­πό­τε; Γί­νε πιὸ σα­φής.

            — Ὁ­πό­τε: ἐ­φό­σον ἐ­ξα­κο­λου­θεῖς νὰ «μέ­νεις ζων­τα­νὴ στὴν σκέ­ψη τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων σου», ὅ­πως ἀ­να­λο­γι­ζό­σουν νω­ρί­τε­ρα, πα­ρό­τι ἐ­σὺ ἡ ἴ­δια δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖς νὰ πα­ρα­τεί­νεις τὴν… ζων­τά­νια σου, ἐ­κεῖ­νοι ποὺ σὲ κρα­τοῦν μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ζων­τα­νὴ θὰ “ἐ­πη­ρε­α­στούν” ἀ­να­λό­γως.

            — …

            — Σω­παί­νεις. Εἶ­πα ὅ­τι ὁ Χρό­νος πε­ρισ­σεύ­ει, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἔ­χω ὅλον γιὰ σέ­να.

            — Πρέ­πει νὰ σκε­φτῶ.

            — Καὶ αὐ­τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο. Δὲν πρω­το­τυ­πεῖς που­θε­νά, τε­λι­κά.

            — Μὲ ἀ­δι­κεῖς.

            —Τέ­λος πάν­των. Μα­κά­ρι νὰ συγ­κρί­να­τε ὅ­σα γρά­φε­τε μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς νὰ φρον­τί­ζα­τε νὰ ἀ­κού­γον­ται ὡ­ραῖ­α καὶ σο­φά. Λι­γό­τε­ρη ρη­το­ρεί­α δὲν βλά­πτει.

            — …

            Δὲν μπο­ροῦ­σε, λοι­πόν, νὰ τὰ ἔ­χει ὅ­λα δι­κά της. Ἔ­τσι τῆς ἔ­λε­γαν. Παίρ­νον­τας μό­νη της τὴν μοι­ραί­α ἀ­πό­φα­ση, ρι­ψο­κιν­δύ­νευ­ε ὄ­χι ἁ­πλῶς τὴν ἀ­νά­μνη­σή της ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους της, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν ζω­ή τους, ἴ­σως, ἂν ἐ­κεῖ­νοι, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά τους, ἐ­πέ­με­ναν νὰ μὴν τὴν ἀ­παρ­νι­οῦν­ται. Ἕ­να τρο­με­ρὸ νέ­ο δί­λημ­μα εἶ­χε κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή:  Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρηγόρη, 2013)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀθήνα) Εἶναι δρ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ΕΚΠΑ, ἔχει διπλώματα στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, ἰταλικά, γερμανικά καὶ ἰσπανικά. Ἔχει ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὴν Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας καὶ ἔχει δημο­σιεύ­σει μελέτες γιὰ παλαιότερους καὶ σύγχρονους πεζογράφους καὶ ποιη­τές. Συνεργάζεται τακτικὰ μὲ τὸν ἡμερήσιο καὶ περιοδικό τύπο. Ἔ­χουν ἐκδοθεῖ δύο συλλογές δοκιμίων της: Τάσος Αθανασιάδης. Μὲ τὰ μά­τια τῆς γενιᾶς μας καὶ Οἱ παιδιάστικες ἱστορίες τοῦ Κοσμᾶ Πολίτη. Πρῶ­το βιβλίο της:  Σὲ κοιτοῦν (διηγήματα, εκδ. Γρηγόρη 2013).

.

Ραφαὲλ Λινέρο (Rafael Linero): Δεσίματα

.

Linero,Rafael-Desimata-Eikona-02

.

Ρα­φα­ὲλ Λι­νέ­ρο (R­a­f­a­el L­i­n­e­ro)

 .

Δε­σί­μα­τα

(A­t­a­d­u­r­as)

 .

S-[Sigma]-SomataΤΗΝ ΑΡΧΗ πρό­τει­νε νὰ δέ­σω τοὺς καρ­πούς του μὲ τὸ καλ­σόν μου. Με­τὰ ζή­τη­σε χον­τρὰ σχοι­νιὰ γιὰ νὰ σφί­ξω γε­ρὰ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του. Τέ­λος ἀ­παί­τη­σε ἁ­λυ­σί­δες γιὰ νὰ ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­σω κά­θε μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του. Μό­νο τό­τε ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τὸν ἀγ­γί­ζω γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ κά­νου­με ἔ­ρω­τα.

       Πάν­τα ἤ­μουν δι­α­τε­θει­μέ­νη νὰ τὸν δέ­σω, ἐ­κεῖ­νος τὸ ξέ­ρει. Δὲν ὑ­πάρ­χει κόμ­πος τό­σο μπερ­δε­μέ­νος, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κά­νω, οὔ­τε λου­κέ­το τό­σο πε­ρί­πλο­κο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κλει­δώ­σω.

       Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω για­τί τώ­ρα, ποὺ τὰ δε­σμά μου ἔ­χουν φτά­σει σὲ τέ­τοι­ο ἐ­πί­πε­δο τε­λει­ό­τη­τας, ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τὸν ἀγ­γί­ζω. Δὲν ὑ­πάρ­χει σχοι­νί, οὔ­τε ἁ­λυ­σί­δα, δὲν ὑ­πάρ­χει κόμ­πος, οὔ­τε λου­κέ­το ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὰ δε­σί­μα­τα ποὺ ἔ­χω δη­μι­ουρ­γή­σει γιὰ ἐ­κεῖ­νον.

       Ὁ γά­μος μας, ἡ κο­ρού­λα μας καὶ ἡ πα­ρά­ξε­νη ἀ­σθέ­νειά της, τὸ στε­γα­στι­κὸ ποὺ μᾶς πνί­γει, ἡ ζή­λια μου καὶ ἡ κα­τά­θλι­ψή μου. Ἔ­χω δη­μι­ουρ­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ δε­σμὰ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ ὅ­μως τώ­ρα δὲν θέ­λει οὔ­τε κὰν νὰ σκέ­φτε­ται τὸ σέξ.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Ρα­φα­ὲλ Λι­νέ­ρο (R­a­f­a­el L­i­n­e­ro) (Σεβίλλη, 1973). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Γρά­φει κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

 .