Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Ἀδικαιολογήτως ἀπών

.

Grammatikos,Aleksandros-AdikaiologitosApon-Eikona-01

.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς

 .

Ἀ­δι­και­ο­λο­γή­τως ἀ­πών

 .

08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΡΙΞΕ ΤΑ ΖΑΡΙΑ στρι­φο­γυ­ρι­στὰ στὸ τά­βλι, μὲ τὰ δά­χτυ­λα νὰ χο­ρεύ­ουν, δεῖγ­μα αὐ­το­πε­ποί­θη­σης καὶ μιᾶς ἀ­συ­νεί­δη­της κί­νη­σης νὰ προ­κα­λέ­σει τὴν τύ­χη. Ἔ­πρε­πε νὰ φα­νεῖ ἄ­νε­τος στὸ φί­λο με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί του, γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξει πῶς παί­ζε­ται αὐ­τὸ τὸ βα­θιὰ ἀρ­ρε­νω­πὸ παι­χνί­δι.

      Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο χρό­νο δὲν εἶ­χε πα­τή­σει τὸ πό­δι του στὸ Στέ­κι τῶν με­τα­να­στῶν. Δί­δα­σκε, ἐ­θε­λον­τι­κά, στοι­χει­ώ­δη Χη­μεί­α σὲ ὅ­λους τοὺς με­τα­νά­στες ποὺ δή­λω­ναν πα­ρόν­τες. Ἦ­ταν δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὅ­μως δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α, ἀ­ξί­α εἶ­χε ὅ­τι δή­λω­νε κι ἐ­κεῖ­νος πα­ρὼν γιὰ νὰ μπο­ρέ­σουν συ­νάν­θρω­ποι ἄλ­λων χω­ρῶν νὰ ἐγ­κλι­μα­τι­στοῦν στὴ δι­κή του. Ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ σε­μι­νά­ρια, χρή­σι­μα στὴ γλώσ­σα, στὴν ἐρ­γα­σί­α. Δὲν τοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο, ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ὕ­λη ἦ­ταν ἁ­πλή, στὸ σχο­λεῖ­ο ἔ­παιρ­νε ἄ­ρι­στα. Ἐ­ξάλ­λου, ἦ­ταν μέ­ρος τῆς δου­λειᾶς του, νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ κι­νή­σεις καὶ προ­θέ­σεις στὴν πο­λι­τι­κὴ σκα­κι­έ­ρα, νὰ τὶς συν­θέ­τει κά­νον­τας πει­ρα­μα­τι­σμοὺς στὴν ἕ­νω­ση γνω­στῶν καὶ ἄ­γνω­στων στοι­χεί­ων, νὰ τὶς σερ­βί­ρει στὴν κοι­νὴ γνώ­μη. Ἦ­ταν. Δι­ό­τι τὸν τε­λευ­ταῖ­ο χρό­νο περ­νοῦ­σε δι­α­δο­χι­κὰ ἀ­πὸ τὶς φά­σεις ἐρ­γα­σί­ας-ἀ­νερ­γί­ας σὲ ρυθ­μὸ ἀ­πρό­βλε­πτο, ὅ­πως τὰ ζά­ρια ποὺ ἔ­ρι­χνε. Αὐ­τὸς ἦ­ταν κι ὁ λό­γος ποὺ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ Στέ­κι, ἡ ἀ­νερ­γί­α καὶ τὰ πα­ρελ­κό­με­να. Χω­ρὶς χρή­μα­τα, κρα­ται­ὸς κα­να­πε­δά­τος, πα­ρα­δο­μέ­νος σὲ ἐν­στι­κτώ­δεις κοι­νω­νι­κὲς ἐ­ξάρ­σεις μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἡ αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας θύ­μι­ζε κα­φε­νεῖ­ο —κό­σμος, κα­πνός, φα­σα­ρί­α—, ἴ­σως κρα­τη­τή­ριο, ἴ­σως γρα­φεῖ­ο το­πι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης κόμ­μα­τος, ἂν καὶ τὰ λου­κέ­τα αὐ­ξά­νον­ταν. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­δι­και­ο­λο­γή­τως ἀ­πὼν αὐ­τὸ τὸ χρό­νο, ἀλ­λὰ κοι­τά­ζον­τας τὸν με­τα­νά­στη σκέ­φτη­κε ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ κά­να ψε­μα­τά­κι γιὰ δι­και­ο­λο­γί­α. Ντρε­πό­ταν. Εἶ­χε πή­ξει στὴ δου­λειά, αὐ­τὸ τοῦ εἶ­πε, ἦ­ταν πε­ρι­ζή­τη­τος, ἀ­φοῦ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συ­νά­δελ­φοι εἶ­χαν ἤ­δη φύ­γει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Τέ­λει­ω­νε κι­ό­λας ἡ πρώ­τη παρ­τί­δα. Καὶ χτυ­ποῦ­σε καὶ τὰ πού­λια. Μό­νο ἔ­τσι θὰ τὸν ἔψη­νε, μόρ­τι­κα.

      Πάν­τως, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ βρεῖ δου­λειά. Αὐ­τὸ ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μί­α δου­λειὰ γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες, δὲ τὴν ἔ­βγα­ζε μὲ τὰ με­ρο­κά­μα­τα στὰ φροῦ­τα καὶ σὲ κά­τι κή­πους ποὺ κα­θά­ρι­ζε. Ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται οἱ παύ­σεις στὴ μέ­ση τῆς παρ­τί­δας. Ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­τι παί­ζεις χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­πτεις, χω­ρὶς νὰ κοι­τᾶς τὸν ἄλ­λο στὰ μά­τια. Ρί­χνεις τὰ ζά­ρια, χτυ­πᾶς τὰ πού­λια, μι­λᾶς κο­φτά, δυ­να­τά, ρου­φᾶς φρα­πέ, λε­μο­νά­δα, σχο­λιά­ζεις, ἀ­κοῦς τὰ γύ­ρω τρα­πέ­ζια, τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, εἶ­σαι στὴ μέ­ση τῆς δί­νης, ἑ­τοι­μο­πό­λε­μος, χά­νεις-κερ­δί­ζεις. Κι ἂν πα­λι­ώ­σεις, κλεί­νεις καὶ τὸ τά­βλι θυ­μω­μέ­νος στὴ μέ­ση τῆς παρ­τί­δας, μὲ στίλ.

      Ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψει μι­κρὰ μυ­στι­κὰ ἐν ὥ­ρᾳ παι­χνι­διοῦ, ἀ­κό­μη καὶ μὲ ἄ­σχη­μο ζά­ρι. Νὰ τοῦ μά­θει τε­χνι­κές. Πρω­τί­στως, νὰ ἑ­στιά­ζει τὶς αἰ­σθή­σεις στὸ «τώ­ρα». Νὰ συν­θέ­τει τὰ πάν­τα, τὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση καὶ πλη­ρο­φο­ρί­α, χω­ρὶς ἄγ­χος. Μιὰ πνευ­μα­τώ­δη ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὸ ξύ­λι­νο τε­ρέν, μὲ ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες ἀν­τι­δρά­σεις τῶν παι­κτῶν. Ντόρ­τια κι ἀσ­σό­δυ­ο ἡ τύ­χη τους καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση στὴ δι­α­πα­σών, μὲ μιὰ φω­νὴ πο­λι­τι­κοῦ νὰ σκού­ζει γιὰ τὴν ἀ­κρο­α­ρι­στε­ρὰ καὶ ἀ­κρο­δε­ξιά, νὰ κα­ταγ­γέλ­λει τὰ ἄ­κρα. Ἰ­σχυ­ρὴ ὁ­μι­λί­α, ποὺ ἐ­κτό­ξευ­ε μό­ρια σά­λιου στὴν κά­με­ρα ἀν­τι­κρι­στά. «Φα­σί­στες τοῦ κε­ρα­τᾶ τὰ ἄ­κρα», ἀ­κου­γό­ταν μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­πρε­πε ταυ­τό­χρο­να νὰ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὸ ἄρ­θρο, νὰ παί­ζει τὸ τρι­ό­δυ­ο καὶ νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κά­θε του κί­νη­ση στὸ με­τα­νά­στη. Χω­ρὶς δι­α­κο­πές, ὅ­λα μα­ζί, στὴ μέ­ση μιᾶς μι­κρῆς παρ­τί­δας. Στὴν ἴ­δια μέ­ση ποὺ στέ­κον­ταν οἱ δη­μο­κρά­τες καὶ οἱ ἐ­λεύ­θε­ροι πο­λί­τες, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ἡ φω­νὴ τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­πὸ τὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ ὑ­περ­πέ­ραν, «καὶ ὅ­λοι ὅ­σοι ἀ­σκοῦν κρι­τι­κὴ καὶ ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἄ­πο­ψή τους. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δη­μο­κρα­τία, ἐ­πι­τρέ­πει ἐ­λεύ­θε­ρα στὸν κα­θέ­να νὰ τῆς ἐ­πι­τε­θεῖ». Κι ὁ ἴ­διος αὐ­τὸ σκε­φτό­ταν μὲ τὶς δυά­ρες ποὺ ἔ­ρι­ξε. Δυ­ὸ πορ­τί­τσες ἀ­κό­μη στὸν με­τα­νά­στη, νὰ κα­τα­λά­βει τί ση­μαί­νει τά­βλι, νὰ τοῦ δι­δά­ξει «πόρ­τες» στὴ ζω­ή, «πλα­κω­τό» στὸ κρε­βά­τι, «φεύ­γα» στὴ σκέ­ψη. Μιὰ δι­α­δρα­στι­κὴ σχέ­ση τῶν τρι­ῶν στὴν ἴ­δια παρ­τί­δα.

      «Φεύ­γα στὴ σκέ­ψη», κι ὁ με­τα­νά­στης τὸν κοι­τοῦ­σε ἀ­πο­ρη­μέ­νος, δὲν εἶ­χε ξα­να­κού­σει τὴν ἔκ­φρα­ση. Ἀ­κού­γον­ταν κι­νέ­ζι­κα, ἦ­ταν ἑλ­λη­νι­κά. Ἔ­ρι­ξε τὴν πρώ­τη ζα­ριὰ στὸ «φεύ­γα» μὲ μιὰ «πο­λι­τι­κὴ σκέ­ψη», γιὰ ν’ ἀ­να­δεί­ξει καὶ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα τοῦ παι­χνι­διοῦ. Καὶ ποι­ὰ ἡ σχέ­ση αὐ­τῆς τῆς σκέ­ψης μὲ τὸ κρε­βά­τι; ἄ­κου­γε νὰ τὸν ρω­τᾶ ὁ με­τα­νά­στης, ποὺ κά­τι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ  κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση αὐ­τὴ μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὶς «πόρ­τες» της. Τί νὰ τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε καὶ σὲ ποι­ὰ γλώσ­σα; Πε­ζο­δρό­μιο ἢ πο­λι­τι­κὸς πο­λι­τι­σμός; Τί νὰ τοῦ ἔ­λε­γε στὴ μέ­ση τῆς πιὸ κρί­σι­μης παρ­τί­δας; Φεύ­γα. Στὴ σκέ­ψη. Κι ἕ­να σχό­λιο γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ποιά πόρ­νη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ στέ­κε­ται στὴ μέ­ση κι ἀ­φή­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ τὴν κά­νουν ὅ,τι θέ­λουν; Παν­τὸς τύ­που προ­βο­κά­το­ρες, πλι­α­τσι­κο­λό­γοι καὶ ὑ­πο­κρι­τές, ἑ­νω­θεῖ­τε! Φό­ρα γιὰ τὴ με­σαί­α τρύ­πα τῆς δη­μο­κρα­τί­ας, εἶ­ναι γλυ­κιά.

      Αὐ­τὰ στὰ λέ­ει ἕ­νας αὐ­το­α­πα­σχο­λού­με­νος ἄ­νερ­γος δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἕ­νας ἁ­πλὸς ἄν­θρω­πος, παί­ζον­τας μιὰ παρ­τί­δα τά­βλι μὲ σέ­να, τὸ φί­λο με­τα­νά­στη. Σοῦ ζη­τᾶ συγ­γνώ­μη ποὺ ἔ­λει­ψε ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο ἀ­πὸ τὰ ἐ­θε­λον­τι­κὰ μα­θή­μα­τα στὸ Στέ­κι, ἀλ­λὰ βρί­σκε­ται ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴ μέ­ση τῶν «ἄ­κρων» κι ἔ­χει πολ­λὴ δου­λειά.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 .

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τσμουθ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζεται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας-δι­α­φή­μι­σης. Τὸ Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (Ἐκ­δό­σεις Νη­σί­δες, 2009).

 .

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: