Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ σέξ

.

04-Espada,Manuel-IAgapiKaiToSex-Eikona-01

.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (Manuel Espada)

 .

Ἡ ἀ­γά­πη καὶ τὸ σέξ

(El amor y el sexo)

 .

       — Ὄ­σκαρ, μ’ ἀ­γα­πᾶς;

      Ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν καμ­πά­να ποὺ σή­μαι­νε με­σά­νυ­χτα ση­μα­το­δο­τοῦ­σε τὸν πιὸ ἔν­το­νο ὀρ­γα­σμὸ στὴ ζω­ὴ τῆς Μα­ρί­ας. Ὁ Ὄ­σκαρ εἶ­χε δι­εισ­δύ­σει ἄ­γρια στὶς 23:55, αἰφ­νι­δι­α­στι­κά, ἑ­νώ­νον­τας τὰ βογ­κη­τά της σὲ μί­α μό­νο κραυ­γὴ ἀ­νε­λέ­η­του πό­νου. Τρί­α λε­πτὰ πρὶν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τῆς βγά­λει τὸ ἐ­σώ­ρου­χο μὲ τὰ δόν­τια, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τὸν κοί­τα­ζε πε­ρι­μέ­νον­τας, μὲ φό­βο, σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το νὰ τῆς τὸ βά­λει χω­ρὶς προ­ει­δο­ποί­η­ση. Τί πε­ρί­ερ­γη αἴ­σθη­ση· εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ὑ­γραί­νε­ται ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἔ­βγα­λε τὸ ὑ­πέ­ρο­χο σου­τι­ὲν μὲ τὴ μαύ­ρη δαν­τέ­λα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει ἔ­πει­τα μὲ τὸ κολ­λη­τὸ παν­τε­λό­νι, ποὺ δὲν ἔ­βγαι­νε ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς πο­λὺ πε­τα­χτοῦ κώ­λου. Ὁ Ὄ­σκαρ ἄρ­χι­σε νὰ ξε­κουμ­πώ­νει ἁ­πα­λὰ τὴ μπλού­ζα της γιὰ νὰ δεῖ ἂν φο­ροῦ­σε σου­τι­ὲν ἐ­νῶ ἄρ­χι­ζε νὰ τὴ φι­λᾶ στὸ λαι­μό. Ἡ Μα­ρί­α χα­μο­γε­λοῦ­σε συ­νε­σταλ­μέ­να στὴν κα­ρέ­κλα της καὶ σταύ­ρω­νε τὰ πό­δια, ντρο­πα­λή, μπρο­στὰ στὴν μα­κρι­νὴ πι­θα­νό­τη­τα νὰ κά­νει ἔ­ρω­τα ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­να­πάν­τε­χη βρα­διά. Ὁ Ὄ­σκαρ τῆς χά­ι­δευ­ε τὰ μαλ­λιὰ τρυ­φε­ρά, ἁ­πα­λά, σὰν νὰ προ­στά­τευ­ε ἕ­να ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στο που­λά­κι. Με­τὰ τὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, ἄ­νοι­ξε τὸ μπου­κά­λι τῆς σαμ­πά­νιας. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα ἦ­ταν νὰ τὴν κα­λέ­σει σπί­τι του γιὰ δεῖ­πνο. Εἶ­χε στοι­χη­μα­τί­σει μὲ τοὺς φί­λους του ὅ­τι ἡ Μα­ρί­α θὰ ἔ­χα­νε τὴν παρ­θε­νιά της πρὶν τε­λει­ώ­σει ἡ μέ­ρα.

      — Σ’ ἀ­γα­πῶ, Μα­ρί­α, εἶ­πε.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Manuel Espada, Zoom, Sevilla: Parentesis Editorial, 2011.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (Manuel Espada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema.

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Δυξεσλία

.

03-Espada,Manuel-Dyxeslia-Eikona-01

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)

 .

Δυ­ξεσ­λί­α

(Dixeslia)

 .

04-Alpha-01ΟΠ ὄτ­τε ποὺ δι­γα­νώ­σα­νε τὴ δυ­ξεσ­λί­α μου, οἱ γνο­εῖς μου μὲ ἔ­στλειαν σὲ μί­α θε­πεύ­ρα­τρια ποὺ νεῖ­αι λύ­πο ὄρ­φο­μη. Νεῖ­αι δύ­ο χρό­α­νι ποὺ νά­κω θε­πα­ρεί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἔ­χω πιὰ θε­ρα­πευ­τεῖ.

.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Manuel Espada, Zoom, Sevilla: Parentesis Editorial, 2011.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (Manuel Espada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema.

 .

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Zoom

.

02-Espada,Manuel-Zoom-Eikona-02

.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (Manuel Espada)

 .

Ζούμ

(Zoom)

.

18mm. Ἑ­στί­α­ση: κτί­ριο χι­ο­νι­σμέ­νο μὲ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πέμ­πτου ὀ­ρό­φου ἀ­νοι­χτό.

.

24mm. Ἑ­στί­α­ση: ὑ­πνο­δω­μά­τιο μὲ σπα­σμέ­να ἔ­πι­πλα μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

 .

35mm. Ἑ­στί­α­ση: δι­πλὸ κρε­βά­τι ξέ­στρω­το στὴ μέ­ση του ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου.

 .

50mm. Ἑ­στί­α­ση: ἄν­τρας κα­θι­σμέ­νος στὸ κρε­βά­τι.

 .

70mm. Ἑ­στί­α­ση: χαρ­τά­κι στὸ χέ­ρι τοῦ ἄν­τρα.

 .

100mm. Ἑ­στί­α­ση: δά­χτυ­λο κα­λύ­πτει σχε­δὸν ὅ­λο το κεί­με­νο στὸ χαρ­τί.

 .

150mm. Ἑ­στί­α­ση: «Ἀν­τί­ο» κά­τω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο.

 .

200mm. Ἑ­στί­α­ση: στα­γό­να δι­ά­φα­νη πέ­φτει πά­νω στὸ γράμ­μα «ο».

 .

250mm. Ἑ­στί­α­ση: λε­κὲς κόκ­κι­νος πα­ρα­σύ­ρει τὴ δι­ά­φα­νη στα­γό­να πρὸς τὸ «Α».

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Manuel Espada, Zoom, Sevilla: Parentesis Editorial, 2011.

Μα­νου­ὲλ  ­σπά­δα (Manuel Espada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema

.

Δανάη Ταχταρᾶ: Μανουὲλ Ἐσπάδα

.

01-Tachtara,Danai-ManuelEspada-Eikona-01

.

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΜΑΝΟΥΕΛ ΕΣΠΑΔΑ (Manuel Espada) γεν­νή­θη­κε στὴ Σα­λα­μάν­κα τὸ 1974. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ ρα­δι­ο­φω­νι­κὰ καὶ τη­λε­ο­πτι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Γιὰ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χει κερ­δί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου Grupo Buho, χά­ριν τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα El desguace [Ἀ­πο­συ­ναρ­μο­λό­γη­ση] (2007). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δώ­σει τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο El ter­cer día [Ἡ τρί­τη μέ­ρα], ἕ­να ἀ­κό­μη βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα, τὸ Fuera del te­ma­rio [Ἐ­κτὸς ὕ­λης] (2010), ἐ­νῶ τὸ 2011 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Parentesis τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, τὸ Zoom. Cien­to y p­ico novelas a escala [Ζούμ. Ἑ­κα­τὸ καὶ κά­τι δι­η­γή­μα­τα ὑ­πὸ κλί­μα­κα], στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­έ­χον­ται τὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­κό­μη, σὲ συ­νερ­γα­σί­α, ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὸ χι­ου­μο­ρι­στι­κὸ βι­βλί­ο Un poquito de por favor [Δεῖξ­τε λι­γά­κι ἔ­λε­ος] (2005) κι ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ ἔρ­γα του σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των (Mar de Pi­ra­ñas, An­to­lo­gia del mi­cror­re­la­to e­spa­ñol, La ra­dio es un cu­e­ntο, Re­la­tos en Ca­de­na 2008-2009, Ve­las al vi­e­nto, Per­ver­si­o­nes) καὶ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ (Al ot­ro la­do del es­pe­jo, BCN Week, Mi­nia­tu­ra).

       Ὁ Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα, πα­ρό­λο τὸ νε­α­ρὸ τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τὴ σχε­τι­κὰ σύν­το­μη κα­ρι­έ­ρα του, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των στὴν Ἰ­σπα­νί­α. Τὸ Ζοὺμ εἶ­ναι καρ­πὸς μιᾶς πο­ρεί­ας δε­κα­τρι­ῶν χρό­νων, ἂν καὶ τὰ πέν­τε χρό­νια ὕ­παρ­ξης τοῦ blog τοῦ συγ­γρα­φέ­α ἔ­δω­σαν τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ὤ­θη­ση γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α του. Ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου δη­λώ­νει ξε­κά­θα­ρα τὶς προ­θέ­σεις τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τὴ φύ­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Τὸ βι­βλί­ο δι­αι­ρεῖ­ται σὲ τρί­α μέ­ρη καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νει δι­η­γή­μα­τα δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἔ­κτα­σης (ποὺ σπά­νια ὅ­μως ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α σε­λί­δα) καὶ θε­μα­το­λο­γί­ας. Γε­νι­κά, τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­πὸ τὸν κό­σμο ποὺ μᾶς πε­ρι­βάλ­λει. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴ λε­πτο­μέ­ρεια, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πὸ μα­κριά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τη. Στὰ κεί­με­νά του συ­ναν­τᾶ­με παι­χνί­δια λέ­ξε­ων, χι­οῦ­μορ, στοι­χεῖ­α λυ­ρι­κά, ἀ­βὰν-γκὰρντ καὶ σου­ρε­α­λι­στι­κά, ἐ­νῶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας πάν­το­τε χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν σω­στὸ ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων, οὔ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρες, οὔ­τε λι­γό­τε­ρες. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα τῆς συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἡ τά­ση ἐ­πα­νά­λη­ψης σχη­μά­των, ὅ­μως ὁ Ἐ­σπά­δα ἀ­πο­φεύ­γει αὐ­τὸν τὸν πει­ρα­σμὸ καὶ κα­τα­φέρ­νει νὰ γρά­ψει κεί­με­να πρω­τό­τυ­πα κά­θε φο­ρά, τὸ κα­θέ­να μὲ τὸ δι­κό του θέ­μα καὶ μορ­φή, ξαφ­νι­ά­ζον­τας εὐ­χά­ρι­στα τὸν ἀ­να­γνώ­στη.

Τὸ προ­σω­πι­κὸ blog τοῦ συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι:

http://manuespada.blogspot.com.es/

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: πρώτη δημοσίευση.

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema.

.

Πίο Μπαρόχα (Pio Baroja): Τὸ ρολόι

.

Baroja,Pio-ToRoloi-Eikona-01-Ρομπ Εβανς

.

Πί­ο Μπα­ρό­χα (Pio Baroja)

.

Τὸ ρο­λό­ι

(El reloj)

.

«ὅ­τι πᾶ­σαι αἱ ἡ­μέ­ραι αὐ­τοῦ ἀλ­γη­μά­των καὶ θυ­μοῦ πε­ρι­σπα­σμὸς αὐ­τοῦ,

καί γε ἐν νυ­κτὶ οὐ κοι­μᾶ­ται ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ»

Ἐκ­κλη­σια­στής 2,23

.

01-YpsilonΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ τῆς φαν­τα­σί­ας ὄ­μορ­φοι τό­ποι, ὅ­που τὰ δέν­τρα ἀ­να­στε­νά­ζουν καὶ τὰ κρυ­στάλ­λι­να ρυά­κια κυ­λοῦν τρα­γου­δών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ὄ­χθες στο­λι­σμέ­νες μὲ λου­λού­δια, γιὰ νὰ χυ­θοῦν στὴ γα­λά­ζια θά­λασ­σα. Μα­κριὰ ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς τό­πους, πο­λὺ μα­κριά, εἶ­ναι ἕ­να μέ­ρος τρο­με­ρὸ καὶ μυ­στη­ρι­ῶ­δες, ὅ­που τὰ δέν­τρα ὑ­ψώ­νουν στὸν οὐ­ρα­νὸ τ’ ἀ­δύ­να­τα σκε­λε­τω­μέ­να χέ­ρια τους καὶ ἡ σι­ω­πὴ καὶ τὸ σκο­τά­δι προ­βάλ­λουν στὴν ψυ­χὴ ἀ­κτί­νες ζο­φε­ρῆς ἐ­ρη­μιᾶς καὶ θα­νά­του.

            Καὶ στὴν πιὸ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ αὐ­τοῦ τοῦ τό­που τῶν σκι­ῶν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να κά­στρο, ἕ­να κά­στρο μαῦ­ρο καὶ με­γά­λο, μὲ πυρ­γί­σκους γιὰ ἐ­πάλ­ξεις, μὲ τὸν ἁ­ψι­δω­τὸ ἐ­ξώ­στη του πιὰ δι­α­λυ­μέ­νο καὶ μιὰ τά­φρο γε­μά­τη νε­κρὰ καὶ ἄρ­ρω­στα νε­ρά.

            Ἐ­γὼ τὸ γνω­ρί­ζω, τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος τὸ τρο­με­ρό. Μιὰ νύ­χτα, με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὶς στε­να­χώ­ρι­ες μου καὶ τὸ ἀλ­κο­όλ, προ­χω­ροῦ­σα στὸ δρό­μο τα­λαν­τευ­ό­με­νος σὰν γέ­ρι­κο σκα­ρὶ στὸ ρυθ­μὸ ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ νό­τες ἑ­νὸς πα­λιοῦ ναυ­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ. Ἦ­ταν ἕ­να τρα­γού­δι σὲ τό­νο μι­νό­ρε τὸ δι­κό μου, τρα­γού­δι ἑ­νὸς λα­οῦ ἄ­γριου καὶ πρω­τό­γο­νου, στε­νά­χω­ρο σὰν λου­θη­ρα­νι­κὸς ψαλ­μός, γα­λή­νιος σκο­πὸς μιᾶς πί­κρας με­γά­λης καὶ σκο­τει­νῆς, τῆς πί­κρας τοῦ βου­νοῦ καὶ τοῦ δά­σους. Καὶ ἦ­ταν νύ­χτα. Ξαφ­νι­κὰ αἰ­σθάν­θη­κα τρό­μο με­γά­λο. Βρέ­θη­κα κον­τὰ στὸ κά­στρο καὶ μπῆ­κα σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη αἴ­θου­σα· ἕ­να γε­ρά­κι, μὲ σπα­σμέ­νο τὸ ἕ­να του φτε­ρό, σερ­νό­ταν στὸ πά­τω­μα.

            Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν ἡ σε­λή­νη, ποὺ φώ­τι­ζε μὲ τὸ ἰ­σχνό της φῶς τὸν πα­γω­μέ­νο καὶ γυ­μνὸ κάμ­πο. Στὶς τά­φρους ρι­γοῦ­σε τὸ ἀ­νή­συ­χο καὶ γε­μά­το ἀ­να­θυ­μιά­σεις νε­ρό. Πά­νω, στὸν οὐ­ρα­νό, ὁ λαμ­πε­ρὸς Ἀρ­κτοῦ­ρος ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σε καὶ τρε­μό­παι­ζε μ’ ἕ­να βλε­φά­ρι­σμα μυ­στη­ρια­κὸ κι ἐμ­πι­στευ­τι­κό. Στὸ βά­θος, οἱ φλό­γες μιᾶς φω­τιᾶς τα­λαν­τεύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο. Στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νο μὲ μαῦ­ρες κουρ­τί­νες, το­πο­θέ­τη­σα τὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πὸ ξε­ρὲς φτέ­ρες. Τὸ σα­λό­νι ἦ­ταν ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο: τὸ φώ­τι­ζε ἕ­να μι­κρὸ μαγ­κά­λι, ὅ­που ἔ­και­γαν ἕ­νας σω­ρὸς δα­διά. Κον­τὰ σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους του ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τε­ρά­στιο ρο­λό­ι, ψη­λὸ καὶ στε­νό, σὰν φέ­ρε­τρο, ἕ­να ρο­λό­ι μὲ μαῦ­ρο πε­ρί­βλη­μα, πού, τὶς γε­μά­τες μὲ ἡ­συ­χί­α νύ­χτες ἐ­ξα­πέ­λυ­ε τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τὰκ μὲ τὴν ὁρ­μὴ μιᾶς ἀ­πει­λῆς.

       «Ἄ! Εἶ­μαι εὐ­τυ­χὴς —ἐ­πα­να­λάμ­βα­να στὸν ἑ­αυ­τὸ μου— . Δὲν ἀ­κού­ω πιὰ τὴ μι­ση­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή, πο­τέ, πο­τέ.»

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ.

      Ἡ ζω­ή μου ἦ­ταν ὑ­πὸ ἔ­λεγ­χο: εἶ­χα βρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση. Τὸ πνεῦ­μα μου ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν τρό­μο τῆς νύ­χτας, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ λευ­κὴ ἑ­ω­θι­νὴ κα­θα­ρό­τη­τα.

      Ὤ! Ἤ­μουν ἥ­συ­χος, τί­πο­τα δὲν τά­ρα­ζε τὴν ἠ­ρε­μί­α μου· θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­ρά­σω ἐ­κεῖ ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ μό­νος, πάν­τα μό­νος, μη­ρυ­κά­ζον­τας στὴ σι­ω­πὴ τὸν πι­κρὸ σα­νὸ τῶν ἰ­δε­ῶν μου, χω­ρὶς τρε­λὲς ἐλ­πί­δες, χω­ρὶς χα­ζὲς ψευ­δαι­σθή­σεις, μὲ τὸ πνεῦ­μα ξέ­χει­λο ἀ­πὸ μιὰ γκρί­ζα ἠ­ρε­μί­α, σὰν φθι­νο­πω­ρι­νὸ το­πί­ο.

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ. Τὶς ἤ­ρε­μες νύ­χτες μὲ συ­νό­δευ­ε μιὰ νό­τα με­λαγ­χο­λι­κή, τὸ τρα­γού­δι ἑ­νὸς βα­τρά­χου.

      — Κι ἐ­σὺ —ἔ­λε­γα στὸν βάρ­δο τῆς νύ­χτας— ζεῖς στὴ μο­να­ξιά. Στὰ βά­θη τῆς κρυ­ψώ­νας σου δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος νὰ σοῦ ἀ­παν­τή­σει, πα­ρὰ ἡ ἠ­χὼ τῶν χτύ­πων τῆς καρ­διᾶς σου.

      Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ τάκ.

      Μιὰ νύ­χτα, μιὰ ἥ­συ­χη νύ­χτα, ἔ­νι­ω­σα τρό­μο γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν ψυ­χή μου: κά­τι τό­σο ἀ­ό­ρι­στο, ὅ­πως ἡ σκιὰ ἑ­νὸς ὀ­νεί­ρου στὴ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα τῶν ἰ­δε­ῶν. Πῆ­γα στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεῖ πέ­ρα, στὸν μαῦ­ρο οὐ­ρα­νό, ἀ­ναρ­ρι­γοῦ­σαν καὶ τρε­μό­παι­ζαν τ’ ἀ­στέ­ρια, στὴν ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τῶν μο­να­χι­κῶν τους ὑ­πάρ­ξε­ων· οὔ­τε φω­νή, οὔ­τε ἴ­χνος ζω­ῆς στὴ μαύ­ρη γῆ. Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι με­τροῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες μὲ τὸ με­ταλ­λι­κό του τὶκ-τάκ.

      Ἔ­στη­σα τὸ ἀ­φτί μου· τί­πο­τα δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Σι­ω­πή! Σι­ω­πὴ παν­τοῦ! Τρο­μαγ­μέ­νος, πα­ρα­λη­ρῶν, ἱ­κέ­τευ­σα τὰ δέν­τρα ποὺ ἀ­να­στε­νά­ζουν τὶς νύ­χτες νὰ μὲ συν­τρο­φεύ­σουν μὲ ἀ­να­στε­ναγ­μούς· ἱ­κέ­τευ­σα τὸν ἄ­νε­μο νὰ θρο­ΐσει μὲς ἀ­π’ τὰ φυλ­λώ­μα­τα καὶ τὴ βρο­χὴ νὰ ἀν­τη­χή­σει πά­νω στὰ ξε­ρὰ φύλ­λα τοῦ δρό­μου· καὶ πα­ρα­κά­λε­σα τὰ πράγ­μα­τα καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ μὴ μ’ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν καὶ ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὴ σε­λή­νη νὰ σκί­σει τὸν ἐ­βέ­νι­νο μαν­δύ­α της καὶ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μά­τια μου, τὰ φτω­χά μου μά­τια, θο­λὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ θα­νά­του, μὲ τὴν ἀ­ση­μιὰ καὶ κα­θα­ρὴ μα­τιά της.

      Καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­μει­ναν κου­φά. Καὶ τὸ σκο­τει­νὸ ρο­λό­ι ποὺ με­τρά­ει ἀ­δι­ά­φο­ρο τὶς λυ­πη­μέ­νες ὧ­ρες στα­μά­τη­σε γιὰ πάν­τα.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Biblioteca Digital Ciudad Seva, (http://www.ciudadseva.com­/textos/cuentos/esp/­baroja/reloj.htm).­ Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Vidas sombrias (1900).

Πί­ο Μπα­ρό­χα (Pio Baroja y Nessi) (Σὰν Σεμ­πα­στιὰν 28 Δε­κεμ­βρί­ου 1872–Μα­δρί­τη 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 1956). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ για­τρός, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ ‘98». Ἂν καὶ ἐκ­παι­δεύ­ε­ται ὡς πα­θο­λό­γος, ἀ­σκεῖ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα γιὰ πο­λὺ σύν­το­μο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ἰ­α­τρι­κές του γνώ­σεις ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ τὸ σπου­δαῖ­ο μυ­θι­στό­ρη­μά του Τὸ δέν­τρο τῆς γνώ­σης (El arbol de la ciencia) (1911), ὅ­που ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς γνώ­σης καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Μπα­ρό­χα ἔ­γρα­ψε, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, σὲ ἕ­να ὕ­φος συ­χνὰ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο, κύ­ριο μέ­λη­μά του ὅ­μως ἦ­ταν νὰ κά­νει γνω­στὸ στὴν Ἰ­σπα­νί­α τὸν κό­σμο τῶν Βά­σκων. Ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐ­πί­σης σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ μὲ τὸ δο­κί­μιο, τὴ λυ­ρι­κὴ ποί­η­ση καὶ τὸ θέ­α­τρο. Ὁ ἴ­διος χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα του σὲ ἐν­νέ­α τρι­λο­γί­ες καὶ μί­α τε­τρα­λο­γί­α. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των στὴν ὁ­ποί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ πα­ρὸν δι­ή­γη­μα ὀ­νο­μά­ζε­ται Vidas Sombrias (1900) καὶ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο.

.

Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño): Τὸ μυστικὸ τοῦ κακοῦ

.

Bolano,Roberto-ToMystikoTouKakou-03

.

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño)

.

Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ κα­κοῦ

(El secreto del mal)

.

15-tΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλό, πα­ρό­λο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρί­πλο­κο. Ἐ­πί­σης: εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το, για­τί οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Εἶ­ναι νύ­χτα στὸ Πα­ρί­σι καὶ ἕ­νας ἀ­με­ρι­κα­νὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος κοι­μᾶ­ται. Ξαφ­νι­κὰ χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ κά­ποι­ος, μὲ ἀγ­γλι­κὰ ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­μί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ προ­φο­ρά, ζη­τᾶ τὸν Τζό­ε Κέλ­σο. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ἴ­διος καὶ με­τὰ κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι. Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, δὲν ἔ­χει κοι­μη­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες καὶ εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος. Ἡ φω­νὴ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ τη­λε­φώ­νου τοῦ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ τὸν δεῖ γιὰ νὰ τοῦ με­τα­φέ­ρει μιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ρω­τᾶ πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται. Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἡ φω­νὴ δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ ζη­τᾶ του­λά­χι­στον κά­ποι­ο στοι­χεῖ­ο. Ἡ φω­νή, σὲ ἄ­πται­στα ἀγ­γλι­κά, πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τοῦ Κέλ­σο, τοῦ λέ­ει ὅ­τι προ­τι­μά­ει νὰ τὸν δεῖ προ­σω­πι­κά. Ἀ­μέ­σως, προ­σθέ­τει, δὲν ὑ­πάρ­χει και­ρὸς γιὰ χά­σι­μο. Ποῦ; ρω­τᾶ ὁ Κέλ­σο. Ἡ φω­νὴ ἀ­να­φέ­ρει μιὰ γέ­φυ­ρα τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Καὶ προ­σθέ­τει: Μπο­ρεῖ­τε νὰ εἶ­στε ἐ­κεῖ σὲ εἴ­κο­σι λε­πτὰ μὲ τὰ πό­δια. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ποὺ ἔ­χει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­τή­σεις σὰν κι αὐ­τή, ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ σὲ μι­σὴ ὥ­ρα. Ὅ­ση ὥ­ρα ντύ­νε­ται σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ ἄ­χα­ρος τρό­πος γιὰ νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸ βρά­δυ του, ἀλ­λὰ συγ­χρό­νως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, ἐ­λα­φρῶς ἔκ­πλη­κτος, ὅ­τι δὲν νυ­στά­ζει πιά, ὅ­τι τὸ τη­λε­φώ­νη­μα, ἂν καὶ προ­βλέ­ψι­μο, τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνή­σει. Ὅ­ταν φθά­νει στὴ γέ­φυ­ρα, πέν­τε λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει, βλέ­πει μό­νο αὐ­το­κί­νη­τα. Στέ­κε­ται γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος στὸ ἕ­να ἄ­κρο της, πε­ρι­μέ­νον­τας. Με­τὰ δι­α­σχί­ζει τὴ  γέ­φυ­ρα, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη καί, με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἀ­να­μο­νῆς στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο, στὸ τέ­λος τὴ δι­α­σχί­ζει ξα­νὰ καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ θε­ω­ρή­σει λῆ­ξαν τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ συμ­βὰν καὶ νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι γιὰ ὕ­πνο. Κα­θὼς παίρ­νει τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς σκέ­φτε­ται τὴ φω­νή: σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νός, οὔ­τε Ἄγ­γλος, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὸ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε μὲ σι­γου­ριά. Ἴ­σως Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νὸς ἢ Αὐ­στρα­λός, σκέ­φτε­ται, ἢ μπο­ρεῖ καὶ Ὀλ­λαν­δός, ἢ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη ποὺ ἔ­μα­θε ἀγ­γλι­κὰ στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ με­τὰ τὰ τε­λει­ο­ποί­η­σε σὲ δι­ά­φο­ρες ἀγ­γλό­φω­νες χῶ­ρες. Κα­θὼς δι­α­σχί­ζει ἕ­να δρό­μο ἀ­κού­ει κά­ποι­ον νὰ τὸν φω­νά­ζει. Κύ­ρι­ε Κέλ­σο. Ἀ­μέ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τὸν φώ­να­ξε εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ τοῦ εἶ­χε κλεί­σει τὸ ραν­τε­βοὺ στὴ γέ­φυ­ρα. Ἡ φω­νὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκο­τει­νὴ εἴ­σο­δο μιᾶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ὁ Κέλ­σο κά­νει νὰ στα­μα­τή­σει, ὅ­μως ἡ φω­νὴ τὸν προ­στά­ζει νὰ συ­νε­χί­σει νὰ περ­πα­τᾶ.

.

       Ὅ­ταν ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος φθά­νει στὴν ἑ­πό­με­νη γω­νί­α, γυρ­νᾶ καὶ βλέ­πει ὅ­τι δὲν τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ κα­νέ­νας. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­κο­λου­θών­τας τὸν ἴ­διο δρό­μο, ὅ­μως, ἀ­φοῦ δι­στά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μή, ἀ­πο­φα­σί­ζει ὅ­τι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ συ­νε­χί­σει τὸν δρό­μο του. Ξαφ­νι­κά, ἕ­νας τύ­πος ξε­προ­βάλ­λει ἀ­πὸ κά­ποι­ο στε­νὸ καὶ τὸν χαι­ρε­τᾶ. Ὁ Κέλ­σο τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν χαι­ρε­τι­σμό. Ὁ τύ­πος τοῦ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι. Σά­σα Πίν­σκι, λέ­ει. Ὁ Κέλ­σο τοῦ σφίγ­γει τὸ χέ­ρι καὶ λέ­ει καὶ αὐ­τὸς τὸ ὄ­νο­μά του. Ὁ Πίν­σκι τὸν χτυ­πᾶ φι­λι­κὰ στὴν πλά­τη. Τὸν ρω­τᾶ τί θὰ ἔ­λε­γε γιὰ ἕ­να οὐ­ί­σκι. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα λέ­ει: ἕ­να οὐ­ι­σκά­κι. Τὸν ρω­τᾶ ἂν πει­νά­ει. Τὸν δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι γνω­ρί­ζει ἕ­να μπάρ, ἀ­νοι­χτὸ τέ­τοι­α ὥ­ρα, ποὺ που­λᾶ φρε­σκο­ψη­μέ­να, ζε­στὰ κρουα­σάν. Ὁ Κέλ­σο τὸν κοι­τά­ζει στὸ πρό­σω­πο. Ὁ Πίν­σκι φο­ρά­ει κα­πέ­λο, ὅ­μως ἀ­κό­μη καὶ ἔ­τσι δι­α­κρί­νε­ται ἡ ἄ­σπρη μού­ρη του, χλω­μὴ σὰν νὰ ἦ­ταν γιὰ χρό­νια ἔγ­κλει­στος. Ποῦ, ὅ­μως; σκέ­φτε­ται ὁ Κέλ­σο. Σὲ κά­ποι­α φυ­λα­κὴ ἢ σὲ κά­ποι­ο ψυ­χι­α­τρι­κὸ ἵ­δρυ­μα. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, εἶ­ναι πιὰ ἀρ­γὰ γιὰ νὰ κά­νει πί­σω καὶ τὰ ζε­στὰ κρουα­σὰν εἶ­ναι πει­ρα­σμὸς γιὰ τὸν Κέλ­σο. Τὸ μέ­ρος λέ­γε­ται Chez Pain καὶ πα­ρό­λο ποὺ βρί­σκε­ται στὴ γει­το­νιά του, ἂν καὶ σὲ κά­ποι­ο μι­κρὸ καὶ δι­ό­λου πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο, εἶ­ναι ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ μπαί­νει καί, πι­θα­νό­τα­τα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ βλέ­πει. Τὰ μα­γα­ζιὰ στὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνά­ζει ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος βρί­σκον­ται, κυ­ρί­ως, στὸ Μον­παρ­νὰς καὶ εἶ­ναι μέ­ρη ποὺ φέ­ρουν τὴν αὔ­ρα κά­ποι­ου ἀμ­φι­λε­γό­με­νου θρύ­λου: τὸ μπὰρ ὅ­που ἔ­φα­γε κά­ποι­α φο­ρὰ ὁ Σκὸτ Φιτ­ζέ­ραλντ, τὸ μπὰρ ὅ­που ὁ Τζό­ις καὶ ὁ Μπέ­κετ ἤ­πιαν ἰρ­λαν­δέ­ζι­κο οὐ­ί­σκι,  τὸ μπὰρ τοῦ Χε­μιν­γου­έ­ι, τοῦ Τζὸν Ντὸς Πά­σος, τοῦ Τρού­μαν Κα­πό­τε, τοῦ Τέ­νε­σι Οὐ­ί­λιαμς. Στὸ Chez Pain τὰ κρουα­σὰν εἶ­ναι πράγ­μα­τι νό­στι­μα καὶ φρε­σκο­ψη­μέ­να καὶ ὁ κα­φὲς δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου κα­κός. Γε­γο­νὸς ποὺ ὁ­δη­γεῖ τὸν  Κέλ­σο στὴ σκέ­ψη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ Πίν­σκι ἴ­σως νὰ εἶ­ναι, ἐ­φι­αλ­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα, κά­τοι­κος τῆς γει­το­νιᾶς. Ὅ­σο ζυ­γιά­ζει αὐ­τὴ τὴν πι­θα­νό­τη­τα, ὁ Κέλ­σο ἀ­να­τρι­χιά­ζει ὁ­λό­κλη­ρος. Ἕ­νας φορ­τι­κός, ἕ­νας πα­ρα­νο­ϊ­κός, ἕ­νας πα­λα­βὸς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ περ­νών­τας ὁ ἴ­διος ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ δυ­σκο­λευ­τεῖ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ. Λοι­πόν, λέ­ει τε­λι­κά, πεῖ­τε μου. Ὁ χλω­μὸς τύ­πος, ποὺ δὲν τρώ­ει ἀλ­λὰ ρου­φά­ει μὲ μι­κρὲς γου­λι­ὲς τὸν κα­φέ του, τὸν κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ. Θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι τὸ χα­μό­γε­λό του εἶ­ναι ἀ­φάν­τα­στα θλιμ­μέ­νο, ἀλ­λὰ καὶ κου­ρα­σμέ­νο, λὲς καὶ μό­νο ἔ­τσι ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­σει τὴν κού­ρα­ση, τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη ὕ­πνου. Ὡ­στό­σο, ὅ­ταν παύ­ει νὰ χα­μο­γε­λᾶ, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προ­σώ­που του ἀ­να­κτοῦν, στὴ στιγ­μή, τὴν πα­γε­ρὴ ὄ­ψη τους.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: El secreto del mal, Anagrama, Βαρ­κε­λό­νη, 2007.

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño), (Σαν­τιά­γο, 1953 – Βαρ­κε­λό­νη, 2003). Χι­λια­νὸς ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς. Τὸ 1999  κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Romulo Gallegos γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Οἱ ἄ­γριοι ντε­τέ­κτιβ καὶ τὸ 2008 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε, με­τὰ θά­να­τον, τὸ Nacional Book Critics Circle Award γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του 2666,  τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ὡς «μιὰ δου­λειὰ τό­σο πλού­σια καὶ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὴ ποὺ χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λία θὰ προ­σελ­κύ­σει ἀ­να­γνῶ­στες καὶ με­λε­τη­τὲς γιὰ πο­λὺ και­ρό».

Μετάφραση ἀπό τα ἱσπανικά:

Χρυ­σού­λα Κλή­μη καὶ Ματ­θίλ­δη Σιμ­χά. Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τῶν ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως σε­μι­να­ρί­ων λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2010-2011. Δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες Χρυ­σού­λα Κλή­μη καὶ Ματ­θίλ­δη Σιμ­χά.

.

Νίκος Γυφτόπουλος: Ἡ κυρία μὲ τὰ μαῦρα

.

Gyftopoulos,Nikos-IKyriaMeTaMayra-Eikona-01

.

Νί­κος Γυ­φτό­που­λος

.

Ἡ κυ­ρί­α μὲ τὰ μαῦ­ρα

 .

04-Htta ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ κοι­τοῦ­σε ἀ­νυ­πό­μο­να τὴν λε­ω­φό­ρο ἀ­πὸ τὰ ἀ­ρι­στε­ρά της, μπὰς καὶ φα­νεῖ τὸ ἀ­στι­κὸ ἕ­να πυ­κνὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο. Δὲν πε­ρί­με­νε πο­λὺ κι ὅ­ταν ἔ­φτα­σε, ἡ πόρ­τα ποὺ δι­πλώ­νει ἄ­νοι­ξε ἀ­θό­ρυ­βα μπρο­στά της. Ὁ ὁ­δη­γὸς γυ­ά­λι­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ τζά­μι, ἱ­δρώ­τας ἔ­στα­ζε στὸν κρό­τα­φό του καὶ τὸ πρό­σω­πό του πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν σὰν κε­ρὶ ποὺ λι­ώ­νει πά­νω σὲ μα­νουά­λι. Ἡ κυ­ρί­α δί­στα­σε νὰ φέ­ρει καὶ τὸ ἄλ­λο πό­δι στὸ σκα­λί. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἔ­βγαι­νε ἔν­το­νο λι­βά­νι. Βλέμ­μα­τα ἀ­νυ­πό­μο­να ἔ­πε­σαν πά­νω της σὰν πέ­τρες. Πρό­σε­ξε τὰ λευ­κά τους μπλου­ζά­κια ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ λε­πτὲς τι­ράν­τες καὶ τῆς φά­νη­κε σὰν νὰ χω­νό­ταν σὲ ρο­δώ­να. Ζα­λί­στη­κε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο. Κα­τέ­βα­σε ἀρ­γὰ τὸ πό­δι κι ἄ­φη­σε νὰ κλεί­σει ἡ πόρ­τα. Μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἄλ­λα εἴ­κο­σι λε­πτὰ γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο. Ἡ κο­πέ­λα μὲ τὸ κι­νη­τὸ ποὺ κά­θον­ταν λί­γο πα­ρα­πέ­ρα στὴν ἴ­δια στά­ση, εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Κού­νη­σε ἀ­νυ­πό­μο­να τὸ χέ­ρι της πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι. Τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ τῆς εἶ­χε ρί­ξει λί­γο πρίν, κα­θὼς πε­ρί­με­ναν ἀ­μί­λη­τες νὰ φα­νεῖ ἡ φυ­σαρ­μό­νι­κα, βού­ι­ζε σὰν σφή­κα πά­νω στὸ χι­ο­νά­το της μαλ­λί. Ἔ­στρι­ψε δε­ξιὰ τὸ κε­φά­λι της καὶ εἶ­δε τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, νὰ στρί­βει ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ τὴ γω­νί­α. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ στα­μά­τη­σαν στὴν ἄ­κρη κι ἄρ­χι­σαν νὰ σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ται. Ὅ­σοι φο­ροῦ­σαν, ἔ­βγα­λαν τὸ κα­πέ­λο. Ὅ­σοι δὲν φο­ροῦ­σαν ἔ­σκυ­ψαν τὸ κε­φά­λι. Θε­ὸς συγ­χω­ρέ­σ’ τη, μουρ­μού­ρα­γαν ἀ­πὸ γύ­ρω-γύ­ρω. Τὸ χα­μό­γε­λο πέ­τα­ξε καὶ στὴ στά­ση ἔ­πια­σε δρο­σού­λα.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Νί­κος Γυ­φτό­που­λος  (Ἀθήνα, 1965). Ἔχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημι­ουργικῆς γραφῆς στὸ Ε.Κ.Ε.ΒΙ.

.