Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἀεροβάφτισμα

.

Azelis,Agathoklis-Aerobaftisma-Eikona-01

.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης

 

Ἀ­ε­ρο­βά­φτι­σμα

.

Στὴ γυ­ναί­κα μου Ἑ­λέ­νη

.

04-Alpha-01ΞΗΜΕΡΩΤΑ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα πα­ρέ­λα­βε τὸ μαῦ­ρο μπό­γο ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της. Ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ καλ­ντε­ρί­μι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ. Τού­τη τὴ φο­ρὰ τὸ εἶ­χαν με­λε­τή­σει κα­λύ­τε­ρα καὶ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τὸ χά­να­νε. Δὲ θὰ γί­νον­ταν ὅ­πως τὶς δύο προ­η­γού­με­νες φο­ρές. Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, ὅ­μως στὸν ὀ­ρει­νὸ τό­πο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ἔ­φτα­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ φεγ­γα­ρό­φω­του στὸ τρί­στρα­το μπρο­στὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­να­τρί­χια­σε μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α τοῦ ψύ­χους. Ἀ­πό­θε­σε τὸ δέ­μα στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου καὶ κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πέ­τρι­νη βρύ­ση. Δὲν θὰ εἶ­χε τὸ θάρ­ρος νὰ δε­χτεῖ τέ­τοι­ο κα­θῆ­κον, ἂν δὲν εἶ­χε θά­ψει ἄ­γου­ρα ἐν­τε­λῶς τὰ ἄλ­λα δύο. Ἕ­νας ψη­λὸς νέ­ος ἄν­τρας φά­νη­κε στὸ ἀ­νε­παί­σθη­το φῶς τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος. Περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, κοι­τών­τας με­ρι­κὲς φο­ρὲς πί­σω του. Ἦ­ταν χρό­νια ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κά­τι σκυ­λιὰ ποὺ ἄ­κου­γε μό­νο τὸ γαύ­γι­σμά τους. Τοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ εἶ­δε μπρο­στά του καὶ στα­μά­τη­σε πα­γω­μέ­νος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ μπό­γος ἔ­βγα­λε κλά­μα κι ἐ­κεῖ­νος κι­νή­θη­κε σπα­σμω­δι­κά. Ἡ γυ­ναί­κα πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν κρυ­ψώ­να της κι ὁ ἄν­τρας τρό­μα­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. «Νὰ σοῦ ζή­σει ὁ βα­φτι­σι­μιός», τοῦ εἶ­πε δει­λά. «Σή­κω­σέ τον τρεῖς φο­ρὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ δῶ­σε του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα, τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ποὺ ἔ­χεις ἀ­κού­σει.» Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­πρό­κει­το οὔ­τε γιὰ σκυ­λιὰ οὔ­τε γιὰ δαι­μο­νι­κά, σή­κω­σε ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο ὑ­φαν­τὸ τὸ μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νο βρέ­φος ποὺ σπά­ρα­ζε. «Ὀ­δυσ­σέ­ας, ἢ μή­πως Ἀλ­κι­βιά­δης εἶ­ναι πιὸ πα­ρά­ξε­νο;» σκέ­φτη­κε ση­κώ­νον­τάς το. «Ἀλ­κι­βιά­δης», φώ­να­ξε καὶ τὸ ἀ­πί­θω­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς για­γιᾶς. «Νὰ σᾶς ζή­σει!» Ἡ γυ­ναί­κα πῆ­ρε τὸ παι­δὶ καὶ τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἑ­στί­α του. Στὸ δρό­μο ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὸ πρω­τά­κου­στο ὄ­νο­μα, μὴν τὸ ξε­χά­σει. «Ἀλ­κι­βιά­δης», εἶ­πε πα­ρα­δί­δον­τάς το στὴν κό­ρη της! Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ πρό­φε­ρε σω­στὰ τὸ ὄ­νο­μά του. Ὅ­μως ὁ Ἀλ­κι­δά­μας, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δύο με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­δελ­φούς του, με­γά­λω­σε καὶ στὸ σπί­τι δὲν κή­δε­ψαν ξα­νὰ ἀ­νή­λι­κο. Τὰ ἀ­φα­νῆ σκυ­λιὰ ποὺ γαύ­γι­ζαν τὸν νο­νό του χά­θη­καν. Οἱ μάρ­τυ­ρες τοῦ πε­ρι­στα­τι­κοῦ φθί­νουν. Ὁ τό­πος εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κος πιά. Οἱ ἄν­θρω­ποι δύ­σπι­στοι.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: