Στέλλα Ἀλεξοπούλου: Βυζαντινός καφές

.

Aleksopoulou,Stella-ByzantinosKafes-Eikona-01

.

Στέλ­λα Ἀ­λε­ξο­πού­λου

.

Βυ­ζαν­τι­νὸς κα­φές

.

02-OmikronΤΑΝ ΕΡΧΟΤΑΝ κου­τσαί­νον­τας, ἔρ­ρι­χνε ἀ­δι­ό­ρα­τη σκιά, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν πάν­τα χα­μο­γε­λα­στή, πρό­θυ­μη, εὐ­γε­νι­κή, προ­πάν­των «κυ­ρί­α». Ἀ­πέ­πνε­ε πρά­σι­νο σα­πού­νι, τὴν γυ­α­λά­δα καὶ τὴν φθο­ρὰ φτώ­χειας ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς μ’ ἕ­να φτη­νὸ μαῦ­ρο, βαμ­βα­κε­ρὸ φό­ρε­μα ὅ­λο το κα­λο­καί­ρι —τό ’­χε τά­μα, πεν­θοῦ­σε μέ­χρι τὸν Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο— καὶ τὸν χει­μώ­να μ’ ἕ­ναν πλε­κτὸ μπε­ρὲ φο­ρε­μέ­νο στρα­βὰ στὸ λί­γο γερ­τὸ κε­φά­λι της κα­θώς, κου­τσαί­νον­τας, πή­γαι­νε στὶς δι­ά­φο­ρες δου­λει­ὲς μὲ βρο­χή, μὲ κρύ­ο, μὲ ζέ­στη.

       Ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μα­γεί­ρισ­σα· σοῦ ἔ­πλε­κε καὶ σοῦ ἔρ­ρα­βε ὅ,τι πα­ράγ­γελ­νες· φύ­λα­γε τὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὰ Σάβ­βα­τα ὅ­ταν καμ­μιὰ φο­ρὰ οἱ γο­νεῖς των ξε­νυ­χτοῦ­σαν καὶ οἱ νοι­κο­κυ­ρὲς τὴν κα­λοῦ­σαν γιὰ νὰ τὶς βο­η­θή­σει, για­τὶ ἦ­ταν τί­μια, δι­α­κρι­τι­κή, σω­στὴ στὴ δου­λειά της καὶ ἔ­παιρ­νε λί­γα. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τὴν ἔ­βλε­πες ν’ ἀ­νε­βαί­νει, σὰν πλοῖ­ο ἕ­τοι­μο νὰ μπα­τά­ρει, τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τὴν ἔ­βρι­σκες με­τὰ κα­θι­σμέ­νη στὸ ἴ­διο στα­σί­δι.

      Πάν­τα ὅ­ταν δού­λευ­ε ἔ­κα­νε ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­λειμ­μα καὶ ἔ­φτια­χνε τὸν τούρ­κι­κο κα­φέ, ὅ­πως τὸν λέ­γα­με τό­τε, ποὺ ἐ­κεί­νη, ὅ­μως, τὸν ἔ­λε­γε βυ­ζαν­τι­νό, καὶ δι­ά­βα­ζε στὸ φλι­τζά­νι σου πὼς με­γά­λη πόρ­τα θὰ δια­βεῖς. Χει­μώ­να-Κα­λο­καί­ρι, χα­ρά­μα­τα καὶ με­σά­νυ­χτα, πρῶ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο, στρέ­φον­ταν στὴν Ἀ­να­το­λή, ἔ­λε­γε τὴν προ­σευ­χή της. Ἔ­τσι τὴν εἶ­χε μά­θει στὴν Σμύρ­νη ἡ μά­να της καὶ ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὸ ’22 στὴν Μυ­τι­λή­νη ὀρ­φα­νὸ σα­κα­τε­μέ­νο —πο­τὲ τὸν σπα­σμέ­νο γο­φό της δὲν τὸν χει­ρούρ­γη­σαν σω­στά— στὴν Ἀ­να­το­λὴ στρέ­φον­ταν στὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα οἰ­κο­γέ­νειά της: τὸν Κύ­ριον Ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τὴν Δέ­σποι­να μας Πα­να­γί­α.

      Στὴν Κα­το­χὴ ἕ­νας φαν­τά­ρος Ἰ­τα­λὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ πρό­σε­ξε τὸ κου­τσὸ κο­ρί­τσι. Τῆς τρα­γου­δοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὲς καν­σο­νέ­τες, θὰ τὴν παν­τρεύ­ον­ταν, θὰ τὴν ἔ­παιρ­νε στὴν Ἰ­τα­λί­α, τὸ πλοῖ­ο του ὅ­μως βυ­θί­στη­κε αὔ­ταν­δρο. Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θε λοι­πόν, ἂν θὰ κρα­τοῦ­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του. Στὴν τσάν­τα της εἶ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α κι­τρι­νι­σμέ­νη μα­ζί του ἀγ­κα­λιά – ἔ­δει­χνε ἀ­να­πάν­τε­χα ὄ­μορ­φη.

      Σι­γὰ-σι­γὰ γερ­νοῦ­σε, δὲν ἔ­βλε­πε – ἕ­νας κα­ταρ­ρά­χτης ποὺ δὲν εἶ­χε λε­φτά, ὅ­πως τό­τε, παι­δί, μὲ τὸν γο­φό της, νὰ τὸν χει­ρουρ­γή­σουν. Ἕ­να ἑ­ξά­χρο­νο προ­σφυ­γό­που­λο ἀ­πὸ τὴν Μι­κρα­σί­α στὰ τό­σα ὀρ­φα­νὰ τὸ ’22. Μὲ «Τὸ Τέ­λος τῆς Ἱ­στο­ρί­ας», τὸ 1992, μιὰ ἀ­κό­μη γριά, ποὺ τῆς ἔ­κα­ναν ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ παμ­πά­λαι­ο σπι­τά­κι πού ’­με­νε σα­ράν­τα χρό­νια, για­τὶ τὸ ἔ­δι­ναν ἀν­τι­πα­ρο­χή. Κοι­μό­ταν σὲ ὅ­σα σπί­τια τῆς ἔ­δι­ναν ἀ­κό­μη δου­λειὰ καί, μὲ λύ­πη­ση καὶ μι­σο­κρυμ­μέ­νη δυ­σφο­ρί­α, τῆς πα­ρα­χω­ροῦ­σαν τὸν κα­να­πὲ γιὰ ἕ­να βρα­δὺ ἀ­π’­ὅ­που ση­κω­νό­ταν πρω­ὶ-πρω­ί, βι­α­στι­κά, ἔ­νο­χα, θαρ­ροῦ­σες. Ἔ­κα­νε ζη­μι­ές, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρά­ψει, δὲν προ­λά­βαι­νε τὰ παι­δά­κια. Σι­γὰ-σι­γὰ στα­μα­τή­σα­με κι ἐ­μεῖς νὰ τὴν παίρ­νου­με γιὰ δου­λει­ὲς – ἦ­ταν ἀ­σύμ­φο­ρο.

      Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ ἀρ­γό­τε­ρα, λί­γο πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ ’96, πῆ­γα νὰ τὴν δῶ, ὅ­ταν μου εἶ­παν πὼς μὲ ζή­τη­σε. Τὴν εἶ­χε πε­ρι­μα­ζέ­ψει μιὰ συγ­γε­νὴς γε­ρόν­τισ­σα. Τὴν βρῆ­κα ζα­ρω­μέ­νη σ’ ἕ­να σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι, πο­λὺ χλω­μή, μι­κρο­σκο­πι­κή. Χα­μο­γε­λών­τας μοῦ εἶ­πε:

      Θυ­μᾶ­σαι πὼς σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι στὸ φλι­τζά­νι σου ἔ­βλε­πα στέ­φα­να, θὰ σὲ πά­ρει; Για­τί δὲν τὸν πῆ­ρες κό­ρη μου; Ἦ­ταν κα­λὸς ὁ Λου­τσιά­νο. Αὐ­τὸς σὲ ἤ­θε­λε κι ἐ­σὺ δὲν τοῦ εἶ­πες τὸ ναί. Κι αὐ­τὸς πά­ει. Πέ­θα­νε.

      Ἄχ, παι­δά­κι μου, πο­νά­ει τὸ πό­δι σου; Τί ἔ­πα­θες παι­δί μου! Τί σοῦ ’κα­ναν οἱ τρι­σκα­τά­ρα­τοι! Παι­δὶ πρά­μα καὶ τοὺς εἶ­δες λύ­κους τὴν μα­νού­λα σου γε­λών­τας νὰ βιά­ζουν πε­θα­μέ­νη…

      Σὲ θυ­μᾶ­μαι παι­δί μου νὰ κλαῖς:

      Ποῦ εἶ­ναι ἡ μα­μά μου; Θέ­λω τὴ μα­μά μου! Πῆ­ραν τὴν μα­μά μου! Ποῦ τὴν πά­νε;

      Ὅ­λη νύ­χτα ἔ­κλαι­γες τὸ κα­η­μέ­νο, δὲν ἔ­λε­γες νὰ ἡ­συ­χά­σεις, σπά­ρα­ξε ἡ καρ­διά μου, ὥ­σπου σὲ σταύ­ρω­σα ἐ­γὼ καὶ σοῦ εἶ­πα: Ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ Ἀ­να­το­λή, ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς καὶ ἡ μά­να μας ἡ Πα­να­γί­α.

      Θυ­μᾶ­σαι παι­δί μου; Θυ­μᾶ­σαι;

      Τῆς εἶ­πα πὼς ναί θυ­μᾶ­μαι καὶ ὅ­τι σὲ λί­γο θὰ γι­νό­ταν καλ­­λύ­τε­ρα καὶ θὰ μοῦ ’­φτια­χνε πά­λι τὸν βυ­ζαν­τι­νὸ κα­φέ της καὶ θὰ μοῦ τὸν δι­ά­βα­ζε.

      Χα­μο­γε­λοῦ­σε συ­νέ­χεια καὶ μοῦ­ ’­λέ­γε:

      Ἤ­σουν κα­λὸ παι­δά­κι καὶ τί σοῦ ’­κα­ναν! Μοῦ μαύ­ρι­σε ἡ καρ­διά! Για­τί δὲν τὸν πῆ­ρες κο­ρί­τσι μου; Για­τί;

      Τῆς κρά­τη­σα γιὰ λί­γο τὰ χέ­ρια, τῆς εἶ­πα ὅ­τι θὰ ξα­ναρ­χό­μουν καί, πράγ­μα­τι, λί­γες μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα τὴν εἶ­δα μιὰ πα­γε­ρὴ γε­να­ρι­ά­τι­κη μέ­ρα στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Στὸ φέ­ρε­τρό της. Ἦ­ταν ξέ­σκε­πο κα­τὰ τὸ ὀρ­θό­δο­ξο τυ­πι­κὸ καὶ ἡ καρ­διά μου πῆ­γε στὴ θέ­ση της, για­τὶ ἔ­βλε­πε στὴν Ἀ­να­το­λή.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση:

Στέλ­λα Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­ρά­τσι Πα­κι­στάν, 1948). Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Γλωσ­σο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Oxford, Lancaster, καὶ East Anglia τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴν τρι­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Με­τέ­φρα­σε γιὰ τὴ σει­ρὰ «Ἡ γλώσ­σα τῆς κρι­τι­κῆς» τὸ ἔρ­γο Συμ­βο­λι­σμός τοῦ Chadwick (Ἑρ­μῆς, Ἀ­θή­να 1978). Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Δω­ρε­ὰν δι­α­δρο­μή (Ἐρ­μεί­ας, Ἀ­θή­να 1991) καὶ Μου­σῶν 9 (Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να 2002).

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: