Γεράσιμος Βῶκος: Μοναξιά

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος

.

Μο­να­ξιά

 

02-SigmaΤΟ ΣΠΙΤΙ ΑΥΤΟ ἀ­κού­ε­ται πάν­τα ὁ δυ­να­τὸς κτύ­πος ἑ­νὸς ρω­λο­γιοῦ, ποὺ ἄ­γνω­στον ποῦ εἶ­νε το­πο­θε­τη­μέ­νον, καὶ ποὺ με­τρά­ει, στὴ μι­κρὴ ὑ­πο­δι­αί­ρε­ση ἑ­νὸς δευ­τε­ρο­λέ­πτου, τὸν ἀ­τέρ­μο­να χρό­νον. Οἱ δι­ά­δρο­μοι εἶ­νε ἔ­ρη­μοι. Στὸ ἕ­να δω­μά­τιον κά­θε­ται ἕ­νας κύ­ριος, ποὺ εἰς τὰς ὥ­ρας τῆς ζω­ῆς του εἶ­νε ἀ­κρι­βής, ὅ­πως τὸ ρω­λό­γι. Εἰς τὸ ἄλ­λο ἀν­τι­θέ­τως κά­θε­ται ἕ­νας ἄλ­λος, ποὺ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ὡρι­σμένες ὧ­ρες. Πό­τε φεύ­γει γιὰ νὰ φά­ῃ εἰς τὰς δύο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἄλ­λο­τε στὰς τρεῖς καὶ ἄλ­λο­τε κα­θό­λου, ἕ­ως ὅ­του ἔλ­θῃ τὸ βρά­δυ.

            Εἰς τὰ πα­ρα­πέ­ρα δω­μά­τια κά­θουν­ται δύο δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι. Δὲν φαί­νον­ται πο­τέ, οὔ­τε ἀ­κού­ον­ται. Ἀρ­γὰ νύ­χτα ἔρ­χον­ται καὶ φεύ­γουν πρω­ΐ. Ἀ­πέ­ναν­τι, κα­θὼς στρέ­φει ὁ δι­ά­δρο­μος, εἰς τὸ βά­θος, κα­τοι­κεῖ ἕ­νας γέ­ρος. Κα­νεὶς δὲν γνω­ρί­ζει πε­ρὶ αὐ­τοῦ τί ἦ­το εἰς τὴν ζω­ήν του, δι­ό­τι δὲν ὁ­μι­λεῖ πο­τὲ εἰς κα­νέ­να, ἐ­νῶ εἶ­νε ὁ μό­νος ἐκ τῶν ἐ­νοί­κων, ποὺ φαί­νε­ται εἰς τὸ σπί­τι αὐ­τό, καὶ γυ­ρί­ζει τοὺς δι­α­δρό­μους καὶ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα.

            Ξυ­πνά­ει πάν­τα πρω­ΐ, σὰν νὰ τὸν ἐ­τρό­μα­ζαν πο­λὺ τὰ σκο­τά­δια τῆς νύ­χτας καὶ τρέ­χει νὰ βγῇ στὸ δρό­μο γιὰ νὰ ἀπο­δι­ώ­ξῃ τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς μο­να­ξιᾶς, ἡ ὁ­ποί­α θὰ τὸν ἐ­νο­χλῇ. Κά­νει λί­γα βή­μα­τα στὴ συ­νοι­κί­α, ἀλ­λὰ γυ­ρί­ζει γλή­γο­ρα σπί­τι, για­τί βρί­σκει ὅ­τι ἡ γα­λή­νη τοῦ σπι­τιοῦ του εἶ­νε προ­τι­μώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν δρό­μων. Πά­ει στὸ δω­μά­τιό του, στέ­κει ὄρ­θιος χω­ρὶς νὰ βγά­λῃ τὸ κα­πέλ­λο του, κοι­τά­ζει τρι­γύ­ρω του, ἀλ­λ’ ἡ μο­να­ξιὰ καὶ πά­λιν τὸν ἐ­νο­χλεῖ καὶ βγαί­νει στὸ δρό­μο.

            Ὅ­ταν χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες τοῦ με­ση­με­ριοῦ γυ­ρί­ζει πά­λιν καὶ προ­γευ­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιό του ὁ­λο­μό­να­χος. Καὶ δὲν λέ­γει πο­τὲ λέ­ξιν, δί­νει τὶς πα­ραγ­γε­λί­ες του σὲ μιὰ γριὰ ὑ­πη­ρέ­τρια μὲ νεύ­μα­τα καὶ κα­τε­βαί­νει πά­λι στὴ σκά­λα. Τώ­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι τρα­βά­ει —ἀ­πὸ τὴ σκιὰ— στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ με­γά­λου δρό­μου, τὸ ἀ­πό­γευ­μα, καὶ φτά­νει σ’ ἕ­να μι­κρὸ συ­νοι­κια­κὸ κα­φε­νεῖ­ο, ὅ­που κά­θε­ται σι­ω­πη­λὸς πε­ρι­μέ­νων νὰ ἔλ­θῃ τὸ γκαρ­σό­νι νὰ τοῦ δώ­σῃ πα­ραγ­γε­λί­αν πάν­το­τε μὲ κι­νή­μα­τα τῆς χει­ρός. Κοι­τά­ζει ἀ­ο­ρί­στως μὲ τὰ κου­ρα­σμέ­να βλέ­φα­ρα του πρὸς ἕ­να ση­μεῖ­ον τοῦ δρό­μου ἐ­πὶ ὥρας. Εἶ­νε ὡ­ραῖα ντυ­μέ­νος.

            Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζῃ νὰ βρα­διά­ζῃ ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι του, ἀλ­λά, ὡς νὰ φο­βῆ­ται νὰ τὸ πλη­σιά­σῃ, τὸ τρι­γυ­ρί­ζει πρῶ­τα. Σκέ­πτε­ται τὴ μο­να­ξιὰ τῆς νύ­χτας. Ἄλ­λα, ὡς νὰ τὸν ἐ­τρό­μα­ξαν πρό­ω­ρα τὰ σκο­τά­δια τοῦ δρό­μου καὶ ὁ ἑ­σπε­ρι­νὸς θό­ρυ­βος, προ­τι­μᾷ νὰ ἀ­νέ­βῃ στὸ δω­μά­τιό του καὶ τό­τε γυ­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα σὰν σκιά, ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­νος στὶς σκέ­ψεις του, τίς οἶ­δε ποί­ας, πρὸς τὸν μο­νό­το­νον, ρυθ­μι­κὸν κτύ­πον τοῦ ρω­λο­γι­ο­ῦ, ποὺ ἀ­κού­ε­ται εἰς ὅ­λο τὸ σπί­τι, πέν­θι­μος τώ­ρα, ὡ­σὰν νὰ προ­ει­δο­ποι­ῇ πάν­τα κά­τι κα­κὸν εἰς τὴν ἐ­περ­χο­μέ­νην νυ­κτε­ρι­νὴν ἀ­γω­νί­αν…

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀλκ. Ἀρ­γυ­ρό­που­λος, Νε­ο­ελ­λη­νι­κή μοῦ­σα: Συλ­λο­γή ἐ­κλε­κτῶν ἔρ­γων ὅ­λων τῶν ἑλ­λή­νων λο­γο­τε­χνῶν ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ρή­γα ἕ­ως σή­με­ρα (Ἀ­θή­να, 1928).

Γε­ρά­σι­μος Βῶ­κος (Ὕ­δρα, 1868 – Πα­ρί­σι, 1927). Ἀρθρογράφησε στὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες ἀ­θη­να­ϊ­κὲς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.  Ἔγραψε με­λέ­τες, δο­κί­μια καὶ λογοτεχικὰ ἔργα. Ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἦ­ταν Ὁ Κύ­ριος Πρό­ε­δρος (1893, μυ­θι­στό­ρη­μα), Τὸ 21 (1901, θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο), Ἡ Με­γά­λη ἰ­δέα (1901, θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο), Ἡ κα­το­χή (ἱ­στο­ρι­κὸ, 1905, ποὺ δι­α­σκευ­ά­στη­κε σὲ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο καὶ ση­μεί­ω­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α), Ἑλ­λη­νι­καὶ Συμ­φω­νί­αι (1916), Δι­η­γή­μα­τα (1923), Ἐ­κτο­πι­σμέ­νος (1923) κ.ἄ. Ἐπί­σης ἵ­δρυ­σε καὶ δι­εύ­θυ­νε δύο ση­μαν­τι­κὰ φι­λο­λο­γι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ: Τὸ πε­ρι­ο­δι­κόν μας (δε­κα­πεν­θή­με­ρη ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τοῦ Πει­ραι­ᾶ, 1900-1901) καὶ Ὁ Καλ­λι­τέ­χνης (Ἀ­θή­να 1910-1912, 1914). Στὴ τε­λευ­ταί­α πε­ρί­ο­δο τῆς ζωῆς του ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε στὴ ζω­γρα­φι­κὴ μὲ ἀρ­κε­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α μο­λο­νό­τι αὐ­το­δί­δα­κτος. Τὰ θέ­μα­τα τῶν πι­νά­κων του ἦ­ταν ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ φύ­ση (ἰ­δί­ως το­πί­α τοῦ Πη­λί­ου), καὶ ἀ­πὸ τὴ πα­ρι­σι­νὴ ζω­ή, ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα τῶν ὁ­ποί­ων ὑ­πῆρ­ξαν «Τὰ κο­ρί­τσια στὸ δά­σος τῆς Βου­λώ­νης» καὶ «Μιὰ χή­ρα πο­λέ­μου σὲ πάρ­κο».

Φωτογραφία: Ὁ Γεράσιμος Βῶκος στὴ Νέα Ὑόρκη τὸ 1916. Εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὸν φίλο Γιῶργο Ζεβελάκη γιὰ τὴν ἐπισήμανσή της.

. 

Κριστίνα Γκράντε (Cristina Grande): Ἀρκουδάκι

.

Grande, Cristina - Arkoudaki - Eikona

.

Κρι­στί­να Γκράν­τε (C­r­i­s­t­i­na G­r­a­n­de)

.

Ἀρ­κου­δά­κι

(O­s­i­to)

.

H-Itta-SomataΤΑΝ ΝΑΥΤΙΚΟΣ καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Κό­ναν τὸν Βάρ­βα­ρο. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­λυ­θεῖ. Μὲ τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ἔ­φυ­γα γιὰ Ἄμ­στερ­νταμ μὲ τὴ φί­λη μου τὴ Μάρ­θια. Δὲν ἤ­μα­σταν ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς φί­λες ποὺ μι­λᾶ­νε ἀ­στα­μά­τη­τα γιὰ τὰ δι­κά τους. Μᾶς ἄ­ρε­σε νὰ τὰ πί­νου­με μα­ζὶ ἀλ­λὰ νὰ γκο­με­νί­ζου­με χώ­ρια.

      Δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νο­μά του. Τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι τε­λι­κὰ δὲν τὸ ’­πια­σα ἂν καὶ τὸν ρώ­τη­σα ἀρ­κε­τὲς φο­ρές. Νο­μί­ζω ὅ­τι ἦ­ταν Γερ­μα­νός. Μι­λοῦ­σε κά­τι ἄ­θλια ἀγ­γλι­κὰ καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν χω­ρι­σμέ­νος, ὅ­τι ζοῦ­σε στὸ Σίδ­νε­ϊ καὶ ὅ­τι θὰ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ζή­σει στὴν Κό­στα Ρί­κα.

       Ἡ Μάρ­θια καὶ ἐ­γὼ εἴ­χα­με πι­εῖ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τὸ στὸ μπὰρ τοῦ φτη­νι­ά­ρι­κου ξε­νο­δο­χεί­ου ποὺ μέ­να­με, δί­πλα στὸ λι­μά­νι. Αὐ­τὸς ἦ­ταν στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς μπά­ρας καὶ ἀ­πευ­θύν­θη­κε σὲ μέ­να μό­νο ὅ­ταν πιὰ ἀ­πο­χω­ρού­σα­με τρε­κλί­ζον­τας γιὰ τὸ τρι­σά­θλιο δω­μά­τιό μας. Τὸ δι­κό του δὲν ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­θα ὄ­μορ­φα μὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν βάρ­βα­ρο. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι στὶς τε­ρά­στι­ες βα­λί­τσες του θὰ χω­ροῦ­σαν τὰ δύ­ο τρί­α πράγ­μα­τά μου, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­γὼ ἡ ἴ­δια. Εἶ­δα ἕ­να παμ­πά­λαι­ο λού­τρι­νο ἀρ­κου­δά­κι πά­νω σε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τές. Τὸ πρω­ὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γω καί, στὴν πόρ­τα πιά, κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν μά­ται­ες οἱ ἐλ­πί­δες μου πὼς του­λά­χι­στον θὰ μοῦ χά­ρι­ζε τὸ ἀρ­κου­δά­κι.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Mi­ni­cu­en­tos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ­σπα­νι­κοῦ ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Κρι­στί­να Γκράν­τε (C­r­i­s­t­i­na G­r­a­n­de) (Λα­νά­χα τῆς Οὐ­έ­σκα, 1962). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Φω­το­γρα­φί­α στὴ Θα­ρα­γό­θα. Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα της: D­i­r­e­c­c­i­on n­o­c­he (X­o­r­d­i­ca, 2006), N­a­t­u­r­a­l­e­za i­n­f­i­el (2008) καὶ T­e­j­i­d­os y n­o­v­e­d­a­d­es (2011). ­

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

 .

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἀεροβάφτισμα

.

Azelis,Agathoklis-Aerobaftisma-Eikona-01

.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης

 

Ἀ­ε­ρο­βά­φτι­σμα

.

Στὴ γυ­ναί­κα μου Ἑ­λέ­νη

.

04-Alpha-01ΞΗΜΕΡΩΤΑ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα πα­ρέ­λα­βε τὸ μαῦ­ρο μπό­γο ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της. Ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ καλ­ντε­ρί­μι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ χω­ριοῦ. Τού­τη τὴ φο­ρὰ τὸ εἶ­χαν με­λε­τή­σει κα­λύ­τε­ρα καὶ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τὸ χά­να­νε. Δὲ θὰ γί­νον­ταν ὅ­πως τὶς δύο προ­η­γού­με­νες φο­ρές. Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, ὅ­μως στὸν ὀ­ρει­νὸ τό­πο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ἔ­φτα­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ φεγ­γα­ρό­φω­του στὸ τρί­στρα­το μπρο­στὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­να­τρί­χια­σε μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α τοῦ ψύ­χους. Ἀ­πό­θε­σε τὸ δέ­μα στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου καὶ κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πέ­τρι­νη βρύ­ση. Δὲν θὰ εἶ­χε τὸ θάρ­ρος νὰ δε­χτεῖ τέ­τοι­ο κα­θῆ­κον, ἂν δὲν εἶ­χε θά­ψει ἄ­γου­ρα ἐν­τε­λῶς τὰ ἄλ­λα δύο. Ἕ­νας ψη­λὸς νέ­ος ἄν­τρας φά­νη­κε στὸ ἀ­νε­παί­σθη­το φῶς τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος. Περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, κοι­τών­τας με­ρι­κὲς φο­ρὲς πί­σω του. Ἦ­ταν χρό­νια ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κά­τι σκυ­λιὰ ποὺ ἄ­κου­γε μό­νο τὸ γαύ­γι­σμά τους. Τοῦ φά­νη­κε πὼς τὰ εἶ­δε μπρο­στά του καὶ στα­μά­τη­σε πα­γω­μέ­νος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ μπό­γος ἔ­βγα­λε κλά­μα κι ἐ­κεῖ­νος κι­νή­θη­κε σπα­σμω­δι­κά. Ἡ γυ­ναί­κα πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν κρυ­ψώ­να της κι ὁ ἄν­τρας τρό­μα­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. «Νὰ σοῦ ζή­σει ὁ βα­φτι­σι­μιός», τοῦ εἶ­πε δει­λά. «Σή­κω­σέ τον τρεῖς φο­ρὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ δῶ­σε του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα, τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ποὺ ἔ­χεις ἀ­κού­σει.» Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­πρό­κει­το οὔ­τε γιὰ σκυ­λιὰ οὔ­τε γιὰ δαι­μο­νι­κά, σή­κω­σε ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο ὑ­φαν­τὸ τὸ μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νο βρέ­φος ποὺ σπά­ρα­ζε. «Ὀ­δυσ­σέ­ας, ἢ μή­πως Ἀλ­κι­βιά­δης εἶ­ναι πιὸ πα­ρά­ξε­νο;» σκέ­φτη­κε ση­κώ­νον­τάς το. «Ἀλ­κι­βιά­δης», φώ­να­ξε καὶ τὸ ἀ­πί­θω­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς για­γιᾶς. «Νὰ σᾶς ζή­σει!» Ἡ γυ­ναί­κα πῆ­ρε τὸ παι­δὶ καὶ τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἑ­στί­α του. Στὸ δρό­μο ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὸ πρω­τά­κου­στο ὄ­νο­μα, μὴν τὸ ξε­χά­σει. «Ἀλ­κι­βιά­δης», εἶ­πε πα­ρα­δί­δον­τάς το στὴν κό­ρη της! Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ πρό­φε­ρε σω­στὰ τὸ ὄ­νο­μά του. Ὅ­μως ὁ Ἀλ­κι­δά­μας, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δύο με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­δελ­φούς του, με­γά­λω­σε καὶ στὸ σπί­τι δὲν κή­δε­ψαν ξα­νὰ ἀ­νή­λι­κο. Τὰ ἀ­φα­νῆ σκυ­λιὰ ποὺ γαύ­γι­ζαν τὸν νο­νό του χά­θη­καν. Οἱ μάρ­τυ­ρες τοῦ πε­ρι­στα­τι­κοῦ φθί­νουν. Ὁ τό­πος εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κος πιά. Οἱ ἄν­θρω­ποι δύ­σπι­στοι.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Βασίλι Γκρόσμαν (Василий Гроссман): Στὴν ἐξοχή

.

 

Gkrosman,Basili-StinEksochi-Eikona-01

.

Βα­σί­λι Γκρό­σμαν (Василий Гроссман)

 .

Στὴν ἐ­ξο­χή

(За городом)

 .

01-XiΥΠΝΗΣΑ. Κά­ποι­ος τρα­βοῦ­σε δυ­να­τὰ τὴν πόρ­τα στὴν τζα­μω­τὴ τα­ρά­τσα.

   Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, στὸν γει­το­νι­κὸ συ­νοι­κι­σμὸ τῶν πα­ρα­θε­ρι­στῶν, κά­ποι­οι λη­στὲς σκό­τω­σαν δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους ποὺ περ­νοῦ­σαν ἐ­κεῖ τὸν χει­μώ­να τους, ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ τὴ γυ­ναί­κα του. Τὸ προ­σε­κτι­κό, ἀ­δύ­να­μο καὶ δι­α­λεῖ­πον κου­δού­νι­σμα τῶν τζα­μι­ῶν μοῦ φά­νη­κε δυ­σοί­ω­νο. Ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τρά­βη­ξα τὴν κουρ­τί­να τοῦ πα­ρα­θύ­ρου: σκο­τά­δι, μαυ­ρί­λα.

            — Ἔι, ποι­ός εἶ­ναι ‘κεῖ; – φώ­να­ξα μὲ μιὰ φω­νὴ ποὺ προ­σποι­οῦν­ταν πὼς εἶ­ναι μπά­σα.

            Σι­γή, καὶ πά­λι ὁ δι­α­λεί­πων καὶ ἀ­νε­παί­σθη­τος χτύ­πος, ἕ­να θρό­ι­σμα… Για­τί ν’ ἀ­φή­σω ἀ­νοι­χτὸ τὸ φῶς στὴν τα­ρά­τσα;

            Ξαφ­νι­κά, ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει δυ­να­τὰ τὸ τζά­μι, κι ἔ­πει­τα πά­λι καὶ πά­λι. Νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἄ­ρα­γε δι­α­μάν­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας;

            Για­τί ἦρ­θα μό­νος, τέ­λη Φε­βρου­α­ρί­ου, στὴν ἔ­ρη­μη ντά­τσα; Δὲν ἦ­ταν ἡ πό­λη ποὺ μοῦ ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι, μὲ τοὺς νυ­χτε­ρι­νούς της χτύ­πους στὴν κεν­τρι­κὴ πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου καὶ τὸ με­ταλ­λι­κὸ τρί­ξι­μο τοῦ ἀ­νελ­κυ­στή­ρα, ἀλ­λὰ τού­τη ἡ τε­ρά­στια, χι­ο­νι­σμέ­νη πε­διά­δα, τὰ χει­μω­νι­ά­τι­κα δά­ση, ἡ κρύα καὶ ἀ­νε­λέ­η­τη ἀ­νοι­χτω­σιά. Κί­νη­σα νὰ συ­ναν­τή­σω τὴ συμ­φο­ρά, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὴν πό­λη, ὅ­που ὑ­πάρ­χει φῶς, ὅ­που ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι, ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἡ βο­ή­θεια τοῦ κρά­τους.

            Ψη­λά­φη­σα στὰ σκο­τει­νὰ τὸ τσε­κού­ρι καὶ κά­θι­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἡ πα­λά­μη μου, κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι, ἄγ­γι­ζε τὶς πλα­τει­ὲς καὶ κρύ­ες πα­ρει­ὲς τοῦ τσε­κου­ριοῦ.

            Στὴν τα­ρά­τσα ἔ­γι­νε ἡ­συ­χί­α. Πε­ρί­με­νε ἄ­ρα­γε ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας τὸν συ­νερ­γό του; Ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε μή­πως ὅ­τι ἐ­πα­γρυ­πνῶ, μ’ ἕ­να τσε­κού­ρι στὸ χέ­ρι; Ὁ φο­νιάς, ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ο γα­λή­νιο σκο­τά­δι γεν­νι­έ­ται.

            Ἡ σι­γα­λιὰ ἔ­γι­νε ἀ­βά­στα­χτη καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ω νὰ συ­ναν­τή­σω τὴ μοί­ρα μου. Τρά­βη­ξα τὸν σύρ­τη καί, σφίγ­γον­τας στὸ χέ­ρι μου τὸ τσε­κού­ρι, βγῆ­κα στὴν ἠ­λε­κτρο­φω­τι­σμέ­νη τα­ρά­τσα.

            Στὸ σα­νι­δέ­νιο πά­τω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­νη μὲ ψι­λό­χι­ο­νο, ἔ­χον­τας ἁ­πλω­μέ­να τὰ φτε­ρά­κια της, κεί­τον­ταν νε­κρὴ μιὰ μι­κρού­λα πα­πα­δί­τσα, μὲ μιὰ σκού­ρα, βα­θυ­κόκ­κι­νη στα­γό­να αἵ­μα­τος στὸ ράμ­φος της.

           1953

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Lib.ru/Библиотека Максима Мошкова  (Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μα­ξὶμ Μο­σκώφ).

.

Βασίλι Σιμιόνοβιτς Γκρόσμαν (Василий Семенович Гроссман) (Μπερ­ντί­τσεφ, 12 Δε­κεμ­βρί­ου 1905 – Μό­σχα, 14 Σε­πτεμ­βρί­ου 1964). Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Β’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου ἐρ­γά­στη­κε ὡς πο­λε­μι­κὸς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς γιὰ τὸν Κόκ­κι­νο Στρα­τό. Κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο τοῦ Γκρό­σμαν θε­ω­ρεῖ­ται τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ζω­ὴ καὶ Πε­πρω­μέ­νο (1959). Ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν Ἐλ­βε­τί­α τὸ 1980, μὲ τὴ βο­ή­θεια μυ­στι­κὰ φω­το­γρα­φη­μέ­νων ἀν­τι­τύ­πων τοῦ κει­μέ­νου. Στὴ Ρω­σί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ 1988, μὲ τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­φά­νειας τοῦ Γκορ­μπα­τσώφ.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Σημεῖο Πετρούπολης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Στέλλα Ἀλεξοπούλου: Βυζαντινός καφές

.

Aleksopoulou,Stella-ByzantinosKafes-Eikona-01

.

Στέλ­λα Ἀ­λε­ξο­πού­λου

.

Βυ­ζαν­τι­νὸς κα­φές

.

02-OmikronΤΑΝ ΕΡΧΟΤΑΝ κου­τσαί­νον­τας, ἔρ­ρι­χνε ἀ­δι­ό­ρα­τη σκιά, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν πάν­τα χα­μο­γε­λα­στή, πρό­θυ­μη, εὐ­γε­νι­κή, προ­πάν­των «κυ­ρί­α». Ἀ­πέ­πνε­ε πρά­σι­νο σα­πού­νι, τὴν γυ­α­λά­δα καὶ τὴν φθο­ρὰ φτώ­χειας ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς μ’ ἕ­να φτη­νὸ μαῦ­ρο, βαμ­βα­κε­ρὸ φό­ρε­μα ὅ­λο το κα­λο­καί­ρι —τό ’­χε τά­μα, πεν­θοῦ­σε μέ­χρι τὸν Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο— καὶ τὸν χει­μώ­να μ’ ἕ­ναν πλε­κτὸ μπε­ρὲ φο­ρε­μέ­νο στρα­βὰ στὸ λί­γο γερ­τὸ κε­φά­λι της κα­θώς, κου­τσαί­νον­τας, πή­γαι­νε στὶς δι­ά­φο­ρες δου­λει­ὲς μὲ βρο­χή, μὲ κρύ­ο, μὲ ζέ­στη.

       Ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μα­γεί­ρισ­σα· σοῦ ἔ­πλε­κε καὶ σοῦ ἔρ­ρα­βε ὅ,τι πα­ράγ­γελ­νες· φύ­λα­γε τὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὰ Σάβ­βα­τα ὅ­ταν καμ­μιὰ φο­ρὰ οἱ γο­νεῖς των ξε­νυ­χτοῦ­σαν καὶ οἱ νοι­κο­κυ­ρὲς τὴν κα­λοῦ­σαν γιὰ νὰ τὶς βο­η­θή­σει, για­τὶ ἦ­ταν τί­μια, δι­α­κρι­τι­κή, σω­στὴ στὴ δου­λειά της καὶ ἔ­παιρ­νε λί­γα. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τὴν ἔ­βλε­πες ν’ ἀ­νε­βαί­νει, σὰν πλοῖ­ο ἕ­τοι­μο νὰ μπα­τά­ρει, τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τὴν ἔ­βρι­σκες με­τὰ κα­θι­σμέ­νη στὸ ἴ­διο στα­σί­δι.

      Πάν­τα ὅ­ταν δού­λευ­ε ἔ­κα­νε ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­λειμ­μα καὶ ἔ­φτια­χνε τὸν τούρ­κι­κο κα­φέ, ὅ­πως τὸν λέ­γα­με τό­τε, ποὺ ἐ­κεί­νη, ὅ­μως, τὸν ἔ­λε­γε βυ­ζαν­τι­νό, καὶ δι­ά­βα­ζε στὸ φλι­τζά­νι σου πὼς με­γά­λη πόρ­τα θὰ δια­βεῖς. Χει­μώ­να-Κα­λο­καί­ρι, χα­ρά­μα­τα καὶ με­σά­νυ­χτα, πρῶ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο, στρέ­φον­ταν στὴν Ἀ­να­το­λή, ἔ­λε­γε τὴν προ­σευ­χή της. Ἔ­τσι τὴν εἶ­χε μά­θει στὴν Σμύρ­νη ἡ μά­να της καὶ ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὸ ’22 στὴν Μυ­τι­λή­νη ὀρ­φα­νὸ σα­κα­τε­μέ­νο —πο­τὲ τὸν σπα­σμέ­νο γο­φό της δὲν τὸν χει­ρούρ­γη­σαν σω­στά— στὴν Ἀ­να­το­λὴ στρέ­φον­ταν στὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα οἰ­κο­γέ­νειά της: τὸν Κύ­ριον Ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τὴν Δέ­σποι­να μας Πα­να­γί­α.

      Στὴν Κα­το­χὴ ἕ­νας φαν­τά­ρος Ἰ­τα­λὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ πρό­σε­ξε τὸ κου­τσὸ κο­ρί­τσι. Τῆς τρα­γου­δοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὲς καν­σο­νέ­τες, θὰ τὴν παν­τρεύ­ον­ταν, θὰ τὴν ἔ­παιρ­νε στὴν Ἰ­τα­λί­α, τὸ πλοῖ­ο του ὅ­μως βυ­θί­στη­κε αὔ­ταν­δρο. Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θε λοι­πόν, ἂν θὰ κρα­τοῦ­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του. Στὴν τσάν­τα της εἶ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α κι­τρι­νι­σμέ­νη μα­ζί του ἀγ­κα­λιά – ἔ­δει­χνε ἀ­να­πάν­τε­χα ὄ­μορ­φη.

      Σι­γὰ-σι­γὰ γερ­νοῦ­σε, δὲν ἔ­βλε­πε – ἕ­νας κα­ταρ­ρά­χτης ποὺ δὲν εἶ­χε λε­φτά, ὅ­πως τό­τε, παι­δί, μὲ τὸν γο­φό της, νὰ τὸν χει­ρουρ­γή­σουν. Ἕ­να ἑ­ξά­χρο­νο προ­σφυ­γό­που­λο ἀ­πὸ τὴν Μι­κρα­σί­α στὰ τό­σα ὀρ­φα­νὰ τὸ ’22. Μὲ «Τὸ Τέ­λος τῆς Ἱ­στο­ρί­ας», τὸ 1992, μιὰ ἀ­κό­μη γριά, ποὺ τῆς ἔ­κα­ναν ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ παμ­πά­λαι­ο σπι­τά­κι πού ’­με­νε σα­ράν­τα χρό­νια, για­τὶ τὸ ἔ­δι­ναν ἀν­τι­πα­ρο­χή. Κοι­μό­ταν σὲ ὅ­σα σπί­τια τῆς ἔ­δι­ναν ἀ­κό­μη δου­λειὰ καί, μὲ λύ­πη­ση καὶ μι­σο­κρυμ­μέ­νη δυ­σφο­ρί­α, τῆς πα­ρα­χω­ροῦ­σαν τὸν κα­να­πὲ γιὰ ἕ­να βρα­δὺ ἀ­π’­ὅ­που ση­κω­νό­ταν πρω­ὶ-πρω­ί, βι­α­στι­κά, ἔ­νο­χα, θαρ­ροῦ­σες. Ἔ­κα­νε ζη­μι­ές, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρά­ψει, δὲν προ­λά­βαι­νε τὰ παι­δά­κια. Σι­γὰ-σι­γὰ στα­μα­τή­σα­με κι ἐ­μεῖς νὰ τὴν παίρ­νου­με γιὰ δου­λει­ὲς – ἦ­ταν ἀ­σύμ­φο­ρο.

      Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ ἀρ­γό­τε­ρα, λί­γο πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ ’96, πῆ­γα νὰ τὴν δῶ, ὅ­ταν μου εἶ­παν πὼς μὲ ζή­τη­σε. Τὴν εἶ­χε πε­ρι­μα­ζέ­ψει μιὰ συγ­γε­νὴς γε­ρόν­τισ­σα. Τὴν βρῆ­κα ζα­ρω­μέ­νη σ’ ἕ­να σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι, πο­λὺ χλω­μή, μι­κρο­σκο­πι­κή. Χα­μο­γε­λών­τας μοῦ εἶ­πε:

      Θυ­μᾶ­σαι πὼς σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι στὸ φλι­τζά­νι σου ἔ­βλε­πα στέ­φα­να, θὰ σὲ πά­ρει; Για­τί δὲν τὸν πῆ­ρες κό­ρη μου; Ἦ­ταν κα­λὸς ὁ Λου­τσιά­νο. Αὐ­τὸς σὲ ἤ­θε­λε κι ἐ­σὺ δὲν τοῦ εἶ­πες τὸ ναί. Κι αὐ­τὸς πά­ει. Πέ­θα­νε.

      Ἄχ, παι­δά­κι μου, πο­νά­ει τὸ πό­δι σου; Τί ἔ­πα­θες παι­δί μου! Τί σοῦ ’κα­ναν οἱ τρι­σκα­τά­ρα­τοι! Παι­δὶ πρά­μα καὶ τοὺς εἶ­δες λύ­κους τὴν μα­νού­λα σου γε­λών­τας νὰ βιά­ζουν πε­θα­μέ­νη…

      Σὲ θυ­μᾶ­μαι παι­δί μου νὰ κλαῖς:

      Ποῦ εἶ­ναι ἡ μα­μά μου; Θέ­λω τὴ μα­μά μου! Πῆ­ραν τὴν μα­μά μου! Ποῦ τὴν πά­νε;

      Ὅ­λη νύ­χτα ἔ­κλαι­γες τὸ κα­η­μέ­νο, δὲν ἔ­λε­γες νὰ ἡ­συ­χά­σεις, σπά­ρα­ξε ἡ καρ­διά μου, ὥ­σπου σὲ σταύ­ρω­σα ἐ­γὼ καὶ σοῦ εἶ­πα: Ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ Ἀ­να­το­λή, ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς καὶ ἡ μά­να μας ἡ Πα­να­γί­α.

      Θυ­μᾶ­σαι παι­δί μου; Θυ­μᾶ­σαι;

      Τῆς εἶ­πα πὼς ναί θυ­μᾶ­μαι καὶ ὅ­τι σὲ λί­γο θὰ γι­νό­ταν καλ­­λύ­τε­ρα καὶ θὰ μοῦ ’­φτια­χνε πά­λι τὸν βυ­ζαν­τι­νὸ κα­φέ της καὶ θὰ μοῦ τὸν δι­ά­βα­ζε.

      Χα­μο­γε­λοῦ­σε συ­νέ­χεια καὶ μοῦ­ ’­λέ­γε:

      Ἤ­σουν κα­λὸ παι­δά­κι καὶ τί σοῦ ’­κα­ναν! Μοῦ μαύ­ρι­σε ἡ καρ­διά! Για­τί δὲν τὸν πῆ­ρες κο­ρί­τσι μου; Για­τί;

      Τῆς κρά­τη­σα γιὰ λί­γο τὰ χέ­ρια, τῆς εἶ­πα ὅ­τι θὰ ξα­ναρ­χό­μουν καί, πράγ­μα­τι, λί­γες μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα τὴν εἶ­δα μιὰ πα­γε­ρὴ γε­να­ρι­ά­τι­κη μέ­ρα στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Στὸ φέ­ρε­τρό της. Ἦ­ταν ξέ­σκε­πο κα­τὰ τὸ ὀρ­θό­δο­ξο τυ­πι­κὸ καὶ ἡ καρ­διά μου πῆ­γε στὴ θέ­ση της, για­τὶ ἔ­βλε­πε στὴν Ἀ­να­το­λή.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση:

Στέλ­λα Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­ρά­τσι Πα­κι­στάν, 1948). Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Γλωσ­σο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Oxford, Lancaster, καὶ East Anglia τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴν τρι­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Με­τέ­φρα­σε γιὰ τὴ σει­ρὰ «Ἡ γλώσ­σα τῆς κρι­τι­κῆς» τὸ ἔρ­γο Συμ­βο­λι­σμός τοῦ Chadwick (Ἑρ­μῆς, Ἀ­θή­να 1978). Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Δω­ρε­ὰν δι­α­δρο­μή (Ἐρ­μεί­ας, Ἀ­θή­να 1991) καὶ Μου­σῶν 9 (Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να 2002).

Εὔα Ντίαθ Ριομπέγιο (Eva Diaz Riobello): Συνάντηση ξανά

.

Riobello, Eva Díaz - Synantisi ksana - Eikona

.

Εὔ­α Ντί­αθ Ρι­ομ­πέ­γιο (E­va D­i­az R­i­o­b­e­l­lo)

 .

Συ­νάν­τη­ση ξα­νά

(R­e­e­n­c­u­e­n­t­ro)

 .

H-Itta-SomataΜΥΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α, πα­ρό­λο ποὺ λό­γω τῆς πα­ρα­με­λη­μέ­νης τοῦ ὄ­ψης ἔ­μοια­ζε ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρό. Ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός, ὀ­σμί­στη­κε τὰ νω­πὰ ἴ­χνη ποὺ κά­ποι­ος εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴ λά­σπη μπρο­στὰ στὴν εἴ­σο­δο. Ἀ­νῆ­καν σὲ κά­ποι­ο πό­δι λε­πτὸ καὶ στα­θε­ρό, μὲ ἕ­να ἄ­ρω­μα ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ οἰ­κεῖ­ο, ἀλ­λὰ ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπά­θη­σε δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­σει. Ἡ κύ­ρια εἴ­σο­δος ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη καὶ δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Ἡ αἴ­σθη­ση ἑ­νὸς ἐ­πι­κεί­με­νου κιν­δύ­νου τοῦ σή­κω­νε τὴν τρί­χα σὲ κά­θε βῆ­μα. Σὲ μιὰ γω­νιὰ τοῦ σα­λο­νιοῦ βρῆ­κε τὸ κα­τα­κρε­ουρ­γη­μέ­νο πτῶ­μα τῆς γριᾶς. Πε­σμέ­νο πά­νω σε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ κόκ­κι­να ροῦ­χα, ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ πη­γὴ ἐ­κεί­νου τοῦ δο­λε­ροῦ ἀ­ρώ­μα­τος ποὺ τὸν εἶ­χε τρα­βή­ξει ἀ­πὸ τὰ βά­θη τοῦ δά­σους. Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ συ­σχε­τί­σει ὅ­λα τα στοι­χεῖ­α, ὅ­ταν ἀ­κού­στη­κε ἕ­να μο­χθη­ρὸ γέ­λιο ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο. Ἐ­κεί­νη τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ, τὸ λευ­κὸ κορ­μὶ της ὁ­λό­γυ­μνο καὶ οἱ ξαν­θὲς πλε­ξί­δες λυ­τὲς πά­νω στὸ μα­ξι­λά­ρι. Οἱ κί­τρι­νες κό­ρες τῶν μα­τι­ῶν του δι­α­στάλ­θη­καν ὅ­ταν εἶ­δε πῶς ἡ νε­α­ρὴ τέν­τω­νε τὰ μα­κριά της πό­δια, προ­κλη­τι­κά. «Πλη­σί­α­σε, λύ­κε» ψι­θύ­ρι­σε «δὲν εἶ­μαι πιὰ κο­ρι­τσά­κι».

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ­σπα­νι­κοῦ ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

. 

Εὔ­α Ντί­αθ Ρι­ομ­πέ­γιο (E­va D­i­az R­i­o­b­e­l­lo) (Ἀ­στού­ριας τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Συγ­κρι­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὴ Μα­δρί­τη καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Μιὰ συνέντευξη στὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι»

.

08-Olgoso,Angel-Synenteyksi-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Μιὰ συνέντευξη στὴ Νάνσυ Ἀγγελῆ

γιὰ τὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι»

 .

01-GammaΝΩΡΙΣΑ τὸν Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο πε­ρί­που δυ­ὸ χρό­νια πρὶν τὴν συ­νάν­τη­σή μας μὲ σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Ἐν­νο­ῶ ὅ­τι τὸν γνώ­ρι­σα πρῶ­τα πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως, ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὡς ἀ­να­γνῶ­στες ἀ­νοί­γου­με ἕ­να βι­βλί­ο. Βρι­σκό­μα­σταν ἕ­να βρά­δυ σ’ ἕ­να μπὰρ τῆς ὁ­δοῦ Martínez de la Roa ὅ­ταν ρώ­τη­σα τὸν Χου­ὰν Κάρ­λος Φρί­εμ­πε (ποι­η­τὴ τῆς Γρα­νά­δας, ἐ­πί­κεν­τρο κά­θε συν­τρο­φιᾶς καὶ πραγ­μα­τι­κὴ «ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια» ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν πυ­ρε­τώ­δη πο­λι­τι­στι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῆς πό­λης) ποι­ὸς σύ­χρο­νος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος ἀ­ξί­ζει κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Ἤ­πι­ε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιὰ πα­γω­μέ­νης μπύ­ρας καὶ εἶ­πε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη: Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο. Στὰ δυ­ὸ αὐ­τὰ χρό­νια ποὺ προ­η­γή­θη­καν τῆς «πραγ­μα­τι­κῆς» μας συ­νάν­τη­σης δι­ά­βα­σα ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κὰ τὰ ἔρ­γα καὶ τὶς πρά­ξεις τοῦ ἄ­γνω­στου αὐ­τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τὰ ἀ­γά­πη­σα μὲ μιὰ ἔν­τα­ση ποὺ φούν­τω­νε προ­ο­δευ­τι­κά. Μιὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α καὶ μιὰ φι­λί­α ξε­κί­νη­σαν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας τὴν πε­ρί­φη­μη συ­στο­λὴ τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο, ἀλ­λὰ καὶ τὴν δι­α­κρι­τι­κὴ γο­η­τεί­α —τό­σο κομ­ψή— τῆς πέ­νας καὶ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ μοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σε δὲν ἦ­ταν σύν­το­μος, ἀλ­λὰ εἰ­λι­κρι­νὴς καὶ χει­μαρ­ρώ­δης. Ὅ­σο γιὰ τὴν συ­νάν­τη­σή μας, αὐ­τὴ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­χον­τας ἐ­ξα­σφα­λί­σει ὁ ἴ­διος ὅ­λες τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ποὺ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἐγ­γυ­η­μέ­να ἐ­πι­θυ­μη­τὴ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­να­πό­φευ­κτη. Ἰ­δοὺ οἱ σκέ­ψεις καὶ τὰ λό­για κά­ποι­ου ποὺ ἔ­χει τὸ τα­λέν­το ν’ ἀν­τι­στρέ­φει τοὺς κα­νό­νες τοῦ παι­χνι­διοῦ.

 Ν.Α.

* * *

.

Ν.Α.: Ἂς πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή. Πῶς ἀ­σχο­λη­θή­κα­τε μὲ τὸ γρά­ψι­μο;

Α.Ο.: Τὸ φταί­ξι­μο εἶ­ναι τῆς ὑ­πέ­ρο­χης βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­λε­γί­ου «La S­a­l­le» τῆς Γρα­νά­δα, στὸ ὁ­ποῖ­ο φοί­τη­σα τρί­α χρό­νια ὡς οἰ­κό­τρο­φος στὶς ἀρ­χὲς τοῦ ‘70. Περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση βι­ο­γρα­φι­ῶν σ’ αὐ­τὴ δι­α­σκευ­α­σμέ­νων κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια τῶν μαρ­τύ­ρων, στὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν Πέν­τε Φί­λων τῆς E­n­id B­l­y­ton. Ἄρ­χι­σα νὰ ξε­χω­ρί­ζω στὶς σχο­λι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Τὸ 1973, σὲ ἡ­λι­κί­α δώ­δε­κα ἐ­τῶν κέρ­δι­σα τὸν πρῶ­το μου δι­α­γω­νι­σμὸ ποὺ δι­ορ­γά­νω­νε ἡ Ἕ­νω­ση Ἀλ­πι­νι­στῶν τῆς Ἀν­δα­λου­σί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­η­γη­θοῦ­με μιὰ ἐκ­δρο­μὴ στὸ βου­νό. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα πά­ει πο­τέ, κι ἔ­τσι ἐ­πι­νό­η­σα μί­α ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ ὣς τὸ τέ­λος καὶ κέρ­δι­σα. Ἴ­σως τό­τε ν’­ἄρ­χι­σα νὰ κα­τα­σκευά­ζω ἱ­στο­ρί­ες, νὰ κα­τα­νο­ῶ τὴν δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας, τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη γο­η­τεί­α τοῦ παι­χνι­διοῦ της. Μιὰ μέ­ρα τρά­βη­ξα ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη τὴν συλ­λο­γὴ «La c­a­sa e­n­c­e­n­d­i­da» τοῦ L­u­is Ro­sales, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ με­τέ­δω­σε στιγ­μια­ῖα τὴ φλό­γα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς λέ­ξης, τῆς ποι­η­τι­κῆς εἰ­κό­νας. Βλέ­πω ἀ­κό­μα μὲ με­γά­λη τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸν ἑ­αυ­τό μου, στὸ κρε­βά­τι τοῦ τε­ρά­στιου κοι­τώ­να νὰ γρά­φει στί­χους μὲς στὴ νύ­χτα σ’ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ τε­τρα­διά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια ἔ­χον­τας μό­νο τὸ φῶς ἑ­νὸς φα­κοῦ. Ὁ ποι­η­τι­κὸς πυ­ρε­τὸς συ­νε­χί­στη­κε γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια μέ­χρι ποὺ τὸ 1978 ξα­να­έ­νι­ω­σα τὴν αὐ­θόρ­μη­τη φλέ­ξη ποὺ μοῦ προ­κά­λε­σε ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς «A­n­t­o­l­o­g­ia de la l­i­t­e­r­a­t­u­ra f­a­n­t­a­s­t­i­ca» τῶν Μπόρ­χες, Μπι­ό­ι καὶ Ὀ­κάμ­πο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο μὲ μό­λυ­νε μιὰ γιὰ πάν­τα μὲ τὸ μι­κρό­βιο τῆς φαν­τα­στι­κῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης. Θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­θα­ρὰ ὅ­τι τὸ πρῶ­το μου ἐγ­χεί­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ φη­μι­σμέ­νου «S­o­la y su a­l­ma» τοῦ βο­ρει­ο­α­με­ρι­κα­νοῦ T­h­o­m­as B­a­i­l­ey A­l­d­r­i­ch, τὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ταν στὴν ἐν λό­γῳ συλ­λο­γή.

       Τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 1980 μέ­χρι τὸ 1995 μὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φλέ­γο­μαι ἀ­πὸ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­νέρ­γεια. Ἔ­νι­ω­θα τὴν ἰ­σχυ­ρὴ ἔ­ξα­ψη τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης τοῦ κό­σμου, τῆς αἴ­σθη­σης ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης ποὺ μοῦ προ­κα­λοῦ­σε ἡ φαν­τα­στι­κὴ ζω­ή, τῆς ξέ­φρε­νης καὶ ἐ­λεύ­θε­ρης δη­μι­ουρ­γί­ας. Ἔ­νι­ω­θα τὴν πα­ρά­φο­ρη ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ νὰ γρά­φει κα­νεὶς μὲ τὴν πιὸ ἀλ­λό­κο­τη πέ­να. Ἔ­νι­ω­θα, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, σὰν τὸν «ἐρ­γά­τη τοῦ ὀ­νεί­ρου» τοῦ Σαλ­βα­τό­ρε Κου­α­σι­μό­δο. Στὴ διάρκεια ἐ­κεί­νων τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων —μὲ μιὰ νε­α­νι­κὴ αὐ­θά­δεια ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ ὑ­περ­πη­δῶ τὴν ἀ­λη­θο­φά­νεια, τὴν τεκ­μη­ρί­ω­ση, τοὺς γλωσ­σο­λο­γι­κοὺς κα­νό­νες καὶ τὴν ἴ­δια τὴν ὕ­παρ­ξη ἢ μὴ τῶν λέ­ξε­ων— ἔ­γρα­ψα τὶς συλ­λο­γὲς «Nubes de piedra», «Los días subterráneos», «La hélice entre los sargazos», «Cuentos de otro mundo» καὶ δυ­ὸ ὁ­μά­δες δι­η­γη­μά­των («Gabinete victoriano» καὶ «Cuentos del fumadero»), τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ταν ἀρ­γό­τε­ρα στὸ βι­βλίο «Los líquenes del sueño». Ὅ­πως κι ἂν ἔ­χει καὶ πα­ρὰ τὸν πλοῦ­το τῶν «ἀ­πο­σκευ­ῶν» μου, χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια —μέ­χρι τὸ 1999— πρὶν τὰ ἔρ­γα μου τυ­πω­θοῦν ἀ­πὸ ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους σὰν αὐ­τοὺς ποὺ βλέ­που­με στὶς βι­τρί­νες τῶν βι­βλι­ο­πω­λεί­ων. Ὅ­μοι­α μὲ τὸν W­a­l­l­a­ce S­t­e­v­e­ns, ἔ­τσι κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν ὅ­τι ὁ κό­σμος ποὺ πλά­θει κα­νεὶς μὲ τὴν φαν­τα­σί­α του εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λὰ κα­θο­ρι­σμέ­νος, ἀλ­λὰ δι­ψοῦ­σα πλέ­ον νὰ τὸν μοι­ρα­στῶ μὲ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες.

.

Ν.Α.: Πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς κρι­τι­κοὺς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες σας ἔ­χουν ἐν­τά­ξει τὸ ἔρ­γο σας στὴν κα­τη­γο­ρί­α «φαν­τα­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα». Συμ­φω­νεῖ­τε μ’ αὐ­τὸν τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμό;

Α.Ο.: Ἀ­πο­λύ­τως. Ὁ Miguel Ángel Muñoz, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ συ­νο­λι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση τοῦ ἔρ­γου μου ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, στὴν ὁ­ποί­α βρί­σκει κα­νεὶς πα­ρα­δείγ­μα­τα ὅ­λων των κα­τη­γο­ρι­ῶν του νὰ ἐ­να­λάσ­σον­ται στὰ βι­βλί­α μου «Cuentos de otro mundo», «Los demonios del lugar», «Astrolabio» καὶ «La máquina de languidecer». Ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὅ­τι μ’ ἀ­ρέ­σει τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο, ὅ­τι νι­ώ­θω ἄ­νε­τα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­ξε­νο, ὅ­τι δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ δι­η­γη­θῶ —οὔ­τε καὶ ξέ­ρω νὰ τὸ κά­νω— αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει κά­θε μέ­ρα σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Δὲν καλ­λι­ερ­γῶ, ὡ­στό­σο, τὸ φαν­τα­στι­κὸ εἶ­δος ἀ­πὸ κα­πρί­τσιο καὶ μό­νο. Τὸ κά­νω ἀ­να­πό­φευ­κτα για­τὶ ἀ­παν­τᾶ στὴν προ­σω­πι­κή μου σύλ­λη­ψη τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νος ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο βλέ­πω τὰ πράγ­μα­τα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ πα­ρά­ξε­νη. Ὁ Προὺ­στ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­να­κά­λυ­ψη δὲν συ­νί­στα­ται στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση νέ­ων το­πί­ων, ἀλ­λὰ στὴν κα­το­χὴ μιᾶς νέ­ας μα­τιᾶς. Ἡ δι­κή μου εἶ­ναι μιὰ λο­γο­τε­χνί­α φαν­τα­στι­κή, δι­α­στρέ­βλω­σης τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μὲ μιὰ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­ρέ­σκεια πρὸς μιὰ θε­μα­τι­κὴ ποὺ προ­κα­λεῖ προσ­δο­κί­α καὶ ἴ­λιγ­γο, μιὰ θε­μα­τι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη καὶ ἀ­νη­συ­χη­τι­κή. Ἡ φαν­τα­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ δρα­πε­τεύ­ω ἀ­πὸ τὸ πα­σι­φα­νές, τὸ κοι­νό­τυ­πο, τὸ μπα­νάλ, ἀ­πὸ τὸ τό­σο πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο ρε­περ­τό­ριο ποὺ ἔ­χει αὐ­τὸ ποὺ ὁ Eça de Queirós ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀ­συ­νάρ­τη­τη τυ­ραν­νί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας». Ἡ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πλη­σι­ά­σου­με μὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους τρό­πους στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πραγ­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν κό­σμο μὲ ἄ­πει­ρες πι­θα­νό­τη­τες, ἕ­ναν κό­σμο ὁ ὁ­ποῖ­ος βρί­σκε­ται ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο καὶ μπο­ρεῖ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ νὰ προ­κα­λέ­σει μιὰ τε­ρά­στια σύγ­κρου­ση ἢ μιὰ ἁ­πλὴ ἀν­τί­θε­ση, ἀλ­λὰ ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ χτύ­πη­μα ἀ­πορ­ρέ­ει μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ σπί­θες ποὺ φω­τί­ζουν τὶς φτω­χὲς ζω­ές μας.

       Τὸ λῆμ­μα μου θὰ ἦ­ταν: προ­σπα­θῶ —μὲ με­γά­λη εὐ­χα­ρί­στη­ση— νὰ σκε­φτῶ πράγ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α σκέ­φτο­μαι ὅ­τι δὲν θὰ σκε­φτοῦν οἱ ἄλ­λοι. Ναί, πάν­τα μὲ ὠ­θοῦ­σε τὸ φαν­τα­στι­κό, τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ γί­νει δυ­να­τό το ἀ­δύ­να­το, ἡ πα­ρα­βί­α­ση τῆς φυ­σι­κῆς τά­ξης, ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη ἀ­πὸ τὴν πε­ζή, τὴν κοι­νό­τυ­πη καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτη φυ­λα­κὴ τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, τὸ ἄ­νοιγ­μα νέ­ων προ­ο­πτι­κῶν, νέ­ων δι­α­στά­σε­ων. Ἡ λο­γι­κὴ δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ τὶς πι­θα­νὲς ἀ­παν­τή­σεις καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πα­ρὰ δι­ευ­ρύ­νει τὸ κέν­τρο ἑ­στί­ας πά­νω σ’ αὐ­τὴν καὶ εἶ­ναι ὑ­πὸ τὸ φῶς του ποὺ ἔ­χου­με τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ δοῦ­με ἄ­γνω­στες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες, ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες γω­νί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν στὴ σκιά.

.

Ν.Α.: Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά σας;

Α.Ο.: Μὲ ἀ­φορ­μὴ μιὰ πα­ρόρ­μη­ση, μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἰ­δέ­α, ἕ­να ὄ­νει­ρο, μιὰ εἰ­κό­να, μιὰ ἀ­νά­μνη­ση, ἕ­ναν τί­τλο, ἀρ­χί­ζω νὰ ἀ­πο­κλεί­ω τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ φευ­γα­λέ­ο ὅ­ρα­μα (γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἄρ­νη­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ἡ νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ ἀ­δύ­να­του, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρο­γω­νια­ίους μου λί­θους. Ὁ ἄλ­λος θὰ ἦ­ταν ἡ ἔκ­πλη­ξη καὶ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, τὸ νὰ τὸν κά­νω νὰ χά­σει τὸ ἔ­δα­φος κά­τω ἀπ΄τὰ πό­δια του). Στὴ συ­νέ­χεια δου­λεύ­ω μὲ συ­νεί­δη­ση πά­νω σε κά­θε δι­ή­γη­μα, σὰν ἀρ­γυ­ρο­τε­χνί­της, σὰν ἕ­να γλυ­πτὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­νο­μαι ψυ­χὴ καὶ σώ­μα­τι. Ὅ­σο τὸ προι­κί­ζω μὲ ἀ­λη­θο­φά­νεια καὶ τὸ χρω­μα­τί­ζω μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες, κυ­νη­γῶ τὴν τέ­λεια, ἀ­κρι­βῆ, ἀ­πρό­βλε­πτη λέ­ξη, ἐ­κεῖ­νον τὸν ἐκ­φρα­στι­κὸ ὅ­ρο, γρα­φι­κὸ ἢ πα­ρά­ξε­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μοιά­ζει νὰ ται­ριά­ζει ἀ­πό­λυ­τα στὴν δι­ή­γη­ση, αὐ­τὴν τὴν λέ­ξη ποὺ ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ σὰν πυ­γο­λα­μπί­δα, ποὺ ἔ­χει τὴν δύ­να­μη νὰ προ­μη­νύ­ει κό­σμους, νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ συ­ναι­σθή­μα­τα. Λί­γες φο­ρὲς εἶ­ναι μιὰ πυ­ρε­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πρό­κει­ται, ἀν­τί­θε­τα, γιὰ μιὰ πει­θαρ­χη­μέ­νη ἐρ­γα­σί­α στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μο­νά­χα στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζο­μαι εἶ­ναι ἄ­φθο­νος χρό­νος, χω­ρὶς πε­ρι­κο­πές, για­τί ἐ­πι­πλέ­ον γρά­φω πο­λὺ ἀρ­γὰ (ἡ βρα­δύ­τη­τά μου σ’ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­λάτ­τω­μα, πα­ρὰ ἀ­ρε­τή). Γρά­φω τὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα με­τὰ τὸ ἄλ­λο, χω­ρὶς νὰ σκέ­φτο­μαι ἂν θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἕ­να βι­βλί­ο καὶ μοῦ εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δι­ά­φο­ρο ἂν τὰ δέ­νει ἢ ὄ­χι ἕ­νας κοι­νὸς ἱ­στός, σύμ­φω­να μ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­λο­γο στε­ρε­ό­τυ­πο. Με­ρι­κὲς φο­ρές, a p­o­s­t­e­r­i­o­ri, εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ βρῶ μιὰ κοι­νὴ κλω­στὴ ποὺ νὰ τὰ δέ­νει ἐ­λα­φρῶς με­τα­ξύ τους: γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀλ­λό­κο­τη, σκο­τει­νὴ καὶ ἀ­σφυ­κτι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δι­α­κρί­νει τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ βι­βλί­ου «Los demonios del lugar», στὰ ὁ­ποῖ­α κυ­ρια­ρχεῖ ἡ θέ­α­ση τοῦ δι­πλα­νοῦ μας, ὣς τὸν πιὸ ἐ­κλε­π­τυ­σμέ­νο ἀ­πὸ τοὺς βα­σα­νι­στές, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὸν καρ­πὸ μιᾶς σει­ρᾶς ἀ­τυ­χῶν ζω­τι­κῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν.

.

Ν.Α.: Κα­τὰ πό­σο δυ­σκο­λεύ­ει τὸν συγ­γρα­φέ­α μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξη τοῦ λε­γό­με­νου «ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στοῦ φι­νά­λε» τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων;

Α.Ο.: Μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο ποὺ δη­μο­σί­ευ­σα, «L­as f­r­u­tas de la l­u­na», καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ ἔ­γρα­ψα , «B­r­e­v­i­a­r­io N­e­g­ro», στὰ ὁ­ποῖ­α ἀρ­χί­ζουν νὰ κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους κά­πως πιὸ ἀ­νοι­χτὰ φι­νά­λε, ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των μου φι­λο­δο­ξεῖ νὰ ἐ­πι­τύ­χει αὐ­τὸ τὸ τέ­λος ποὺ ὁ­λο­κλη­ρώ­νει μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Καί, λο­γι­κά, εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ποὺ ἔ­χω κα­τὰ νοῦ πρὶν ξε­κι­νή­σω νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σ’ ἕ­να δι­ή­γη­μα. Δὲν ξε­χνά­ω, ὡ­στό­σο, ὅ­τι κά­θε ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τὰ ὀ­φεί­λει νὰ ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­νε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νάγ­κη ποὺ ὁ­ρί­ζει τὴν ἔ­κτα­σή του, τὴν δο­μή του, τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ φω­νὴ καὶ τὸν ρυθ­μό του. Ὄν­τας ὁ τρό­πος ποὺ βλέ­πω τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὸς ἑ­νὸς μη­χα­νι­σμοῦ ἀ­κρι­βεί­ας στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν λεί­πει, οὔ­τε πε­ρισ­σεύ­ει λέ­ξη, αὐ­τὸς μιᾶς με­τρη­μέ­νης μπου­κιᾶς, μιᾶς συμ­πυ­κνω­μέ­νης καὶ ἔν­το­νης μι­νι­α­τού­ρας, ἑ­νὸς ἀ­πο­σταγ­μέ­νου κει­μέ­νου, ἀ­ναγ­κα­στι­κά το τέ­λος πρέ­πει νὰ «κλει­δώ­σει» στὴν ἐν­τέ­λεια. Εἶ­ναι ἡ λο­γι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ πε­ρί­φη­μου «μο­να­δι­κοῦ τε­χνά­σμα­τος» τοῦ Πό­ε, πρὸς τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ὁ­ποί­ου πρέ­πει νὰ τεί­νουν ὅ­λα τα στοι­χεῖ­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Σ’ αὐ­τὸ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ Πάμ­πλο Νε­ρού­δα ὅ­ταν μι­λά­ει γιὰ τὴν «μα­θη­μα­τι­κὴ ὁ­μί­χλη» τοῦ Πό­ε, ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὸν ὡ­ρο­λο­για­κὸ μη­χα­νι­σμὸ τῶν κει­μέ­νων του, τὴν ὕ­ψι­στη ση­μα­σία τῆς σχο­λα­στι­κό­τη­τας τῆς κα­τα­σκευ­ῆς του.

       Γιὰ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες, ἄλ­λη μιὰ κρί­σι­μη πλευ­ρὰ κα­θό­ρι­σε τὰ φι­νά­λε τῶν δι­η­γη­μά­των μου: ἡ ἔκ­πλη­ξη, τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο κλεί­σι­μο ποὺ ἀ­πο­συγ­κεν­τρώ­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Στὰ τε­λευ­ταῖ­α μου βι­βλί­α ἴ­σως τὸ στο­χεῖ­ο τῆς ἔκ­πλη­ξης νὰ ἔ­γι­νε πιὸ ὑ­πο­λαν­θά­νον, τὸ τε­λει­ω­τι­κὸ χτύ­πη­μα νὰ μα­λά­κω­σε, ἂν καὶ πάν­τα ἔ­χω ἀ­δυ­να­μί­α στὰ ἀ­να­πάν­τε­χα κλει­σί­μα­τα —ὑ­πὸ τὸν ὄ­ρο νὰ ἔ­χουν συ­νο­χή— για­τί αὐ­τὲς οἱ ἀ­πό­το­μες στρο­φές, αὐ­τὲς οἱ ἀ­πο­θε­ώ­σεις, αὐ­τὲς οἱ μι­κρο­σκο­πι­κὲς ἐν­δορ­ρή­ξεις, ἐ­πι­τρέ­πουν τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος ποὺ προ­κλή­θη­κε, τὴν ἐ­πί­λυ­ση ἢ τὸν πολ­λα­πλα­σια­σμὸ τοῦ ζη­τή­μα­τος ὑ­πὸ ἀ­νά­λυ­ση καί, πά­νω ἀπ’ ὅ­λα, τὴν ἀ­να­τρο­πὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τάς το μὲ φο­ρὰ ἀν­τί­θε­τη ἀ­πὸ τὸ φῶς αὐ­τοῦ τοῦ φι­νά­λε ποὺ δὲν θ’ ἀ­φή­σει ἀ­δι­ά­φο­ρο τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Μπόρ­χες, ἂν τὸ τέ­λος εἶ­ναι ἀ­προσ­δό­κη­το καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτο, κα­λύ­τε­ρα. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Edmundo Valadés, εἶ­ναι σὰν νὰ πα­τᾶ κα­νεὶς τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς σκορ­πιοῦ προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει τὶς ἀ­κρι­βεῖς δι­α­στά­σεις του.

.

Ν.Α.: Ἂν ἔ­χω κα­τα­λά­βει κα­λά, εἶ­στε ἕ­νας «ἐ­ρη­μί­της» κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο. Ὑ­πο­κα­θι­στᾶ ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ γα­λή­νη μιὰ τα­ρα­χώ­δη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ή;

Α.Ο.: Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔ­χω κάμ­πο­σους πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς (τρο­με­ρὴ συ­στο­λή, ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στὸ χα­ρα­κτή­ρα, ὀ­κνη­ρί­α ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἐμ­πο­ρι­κὴ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση), ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζω νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ἀ­φά­νεια εἶ­ναι κομ­ψὴ καὶ ὅ­τι τὸ μο­να­δι­κὸ κα­θῆ­κον ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ὑ­πε­ρο­χή. Ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ δε­κα­ε­τί­ες στὴν καλ­λι­έρ­γεια τοῦ μι­κροῦ μου κή­που ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα μ’ ἕ­να πά­θος ἤ­ρε­μο καὶ μο­να­χι­κό, ὄ­χι ἀ­πὸ ἀ­λα­ζο­νεί­α καλ­λι­τε­χνι­κῆς κα­θα­ρό­τη­τας —ἢ του­λά­χι­στoν ὄ­χι μό­νο— πα­ρὰ για­τί, στὴν ἀ­φέ­λειά μου, σκε­φτό­μουν ὅ­τι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται ἁ­πλῶς στὸ γρά­ψι­μο καὶ νὰ μὴ χά­νει χρό­νο μὲ θο­ρυ­βώ­δεις κοι­νω­νι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἢ ἐμ­πο­ρι­κῆς προ­ώ­θη­σης: ἀ­π’ αὐ­τὸ συ­νά­γε­ται ὅ­τι οἱ καρ­ποὶ τῆς τέ­χνης καὶ τῆς φαν­τα­σί­ας ὀ­φεί­λουν νὰ ὡ­ρι­μά­ζουν στὸ σκο­τά­δι τῆς ἡ­συ­χί­ας, τῆς ἠ­ρε­μί­ας καὶ τῆς μο­να­ξιᾶς.

       Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ νὰ ὑ­πο­κα­θι­στᾶ ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ γα­λή­νη τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τα­ρα­χή, ἔ­χουν ἀ­μοι­βαί­α ἀ­νάγ­κη ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη. Μοῦ εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἂν δὲν βα­σί­ζο­μαι πά­νω σ’ ἕ­να «μα­ξι­λά­ρι» ἡ­συ­χί­ας καὶ ρου­τί­νας. Δὲν θὰ μπο­ρύ­σα μὲ ἄλ­λο τρό­πο νὰ δι­α­τρέ­ξω αὐ­τὸ τὸ μυ­στη­ρι­ῶ­δες μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ­δη­γεῖ πρὸς τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε ὁ N­o­v­a­l­is, για­τί σύμ­φω­να μ’ ἐ­κεῖ­νον εἶ­ναι μέ­σα μας καὶ ὄ­χι κά­που ἄλ­λου ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῶν κό­σμων, τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὸ μέλ­λον. Ὡ­στό­σο, κυ­ρί­ως τώ­ρα —πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα στὶς χῶ­ρες τῆς Νό­τιας Εὐ­ρώ­πης— ποὺ δι­α­νύ­ου­με μιὰ τε­τα­μέ­νη, δρα­μα­τι­κὴ καὶ σκο­τει­νὴ ἐ­πο­χή, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει ἴ­σως νὰ κοι­τά­ζει τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μὲ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια, νὰ πα­λεύ­ει γιὰ κά­θε μό­ριο φαν­τα­σί­ας, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὶς λέ­ξεις (οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν χά­σει τὴ ση­μα­σί­α τους, ὑ­φι­στά­με­νες κα­θη­με­ρι­νὴ κα­κο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­ξου­σί­α) τὴν ὀ­μορ­φιά τους, τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τά τους, τὸ φαν­τα­σια­κό τους φορ­τί­ο, τὴν γνή­σια λάμ­ψη τους.

       Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, κα­θέ­νας ἔ­χει τὴν δι­κή του προ­σω­πι­κό­τη­τα καὶ τὸν δι­κό του τρό­πο γρα­φῆς, κά­τι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φύ­γει. Θυ­μᾶ­μαι μὲ χα­μό­γε­λο τὰ λό­για μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ Miguel Ángel Muñoz ἔ­κλει­σε τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ βι­βλί­ου μου «Los líquenes del sueño»: «Πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς ὁ Ὀλ­γό­σο, νὰ συμ­βι­ώ­νει μὲ τοὺς ἐ­φιά­λτες του καὶ τὴν ἀλ­λό­κο­τη τε­λει­ο­μα­νί­α του. Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε τυ­χε­ροὶ για­τί μὴ ὄν­τας ὁ Ὀλ­γό­σο, μπο­ροῦ­με νὰ φτά­σου­με ὅ­σο πιὸ κον­τὰ σ’ αὐ­τὸν εἶ­ναι δυ­να­τό, χω­ρὶς νὰ βλά­ψου­με τὴν ὑ­γεί­α μας: μπο­ροῦ­με νὰ τὸν δι­α­βά­σου­με.»

 .

Ν.Α.: Ἀ­πο­τε­λεῖ το νὰ γρά­φει κα­νεὶς γιὰ τὸ ἀ­ό­ρα­το, τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κό, τὶς πα­ράλ­λη­λες πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, μιὰ πρά­ξη φυ­γῆς ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ μᾶς πε­ρι­βάλ­λει, ἢ ἀν­τί­θε­τα, τὴν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει;

Α.Ο.: Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο σχέ­διο ἀ­πό­δρα­σης, γιὰ κά­ποι­α φυ­γή (κι ἂν ἦ­ταν θὰ ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς κοι­νοὺς τό­πους), οὔ­τε κὰν γιὰ μιὰ τα­πει­νὴ μα­γεί­α ἐ­νάν­τια στὴν κα­τα­πί­ε­ση μιᾶς πε­ζῆς, ἀ­σφυ­κτι­κῆς ἢ κα­τα­θλι­πτι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Πρό­κει­ται, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, γιὰ μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη, ἕ­ναν δι­α­φω­τι­σμὸ (ὁ Félix Grande μάν­τε­ψε σω­στά, ὅ­ταν ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὰ μι­κρῆς ἔ­κτα­σης δι­η­γή­μα­τα σὰν σπί­θες, στὸ φῶς τῶν ὁ­ποί­ων βλέ­που­με ξαφ­νι­κὰ καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μιὰ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νη γω­νιὰ ποὺ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὴ σκιά), μιᾶς καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἐ­πι­τρέ­πει τὴν πρό­σβα­ση, μὲ με­γα­λύ­τε­ρη τόλ­μη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, στὰ πιὸ ἀ­πί­θα­να ση­μεῖ­α. Τὸ θέ­μα μου εἶ­ναι, μὲ λί­γα λό­για, ἡ πα­ρα­ξε­νιά (τὸ πα­ρά­δο­ξο), αὐ­τὴ ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ κα­τη­γο­ρί­α ποὺ τρο­πο­ποι­εῖ τὴν ἀν­τί­λη­ψή μας τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἢ ἀλ­λι­ῶς τὴ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ στὸ ἀ­πί­θα­νο. Πάν­τα πί­στευ­α, ὅ­πως ὁ T­h­o­m­as H­a­r­dy, ὅ­τι μό­νο τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ εἶ­ναι ἄ­ξιο νὰ τὸ δι­η­γη­θεῖ κα­νείς, καὶ πάν­τα θε­ω­ροῦ­σα, ὅ­πως ὁ Ἀιν­στά­ϊν, ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ἐ­πί­μο­νη ψευ­δαί­σθη­ση. Εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸ ποὺ ὅ­ταν γρά­φω τὴν πα­ρα­τη­ρῶ σὰν αὐ­τοὺς τοὺς κυ­μα­τι­σμοὺς τοῦ ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη, αὐ­τὲς τὶς δι­α­θλά­σεις ποὺ τὴν με­τα­τρέ­πουν σὲ ἄλ­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, λι­γό­τε­ρο πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, κι­νού­με­νη καὶ μὲ ὅ­ρια ἀ­σα­φῆ, σὲ μιὰ ὀ­φθαλ­μα­πά­τη ἑλ­κυ­στι­κὰ πα­ρα­πλα­νη­τι­κῶν μορ­φῶν. Σὰν κα­λὸς ὀ­πα­δὸς τοῦ σο­λι­ψι­σμοῦ, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ δι­κή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Λέ­γε­ται γιὰ τὴν τέ­χνη, ὅ­τι κα­τοι­κεῖ στὰ λε­πτὰ σύ­νο­ρα ποὺ χω­ρί­ζουν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ φαν­τα­στι­κό. Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ὁ πα­ρα­με­θό­ριος κό­σμος, τὸ ὅ­ριο ποὺ σβή­νον­ται οἱ δι­α­φο­ρὲς ἀ­νά­με­σα στὰ φαν­τα­στι­κὰ πλά­σμα­τα τοῦ νοῦ καὶ τὰ πλά­σμα­τα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὸ ἐ­κτε­νὲς ἔ­δα­φος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νι­χνεύ­ω γιὰ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια. Πρό­κει­ται, ἐν τέ­λει, γιὰ ἕ­να παι­χνί­δι δε­ξι­ο­τή­των, τὸ νὰ προ­σθέ­τει κα­νεὶς κά­τι στὸ ἔρ­γο τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας («ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σεις στὸ θε­ϊ­κὸ σχέ­διο τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας» ὀ­νό­μα­σε ὁ A­r­r­e­o­la τὸ φαν­τα­στι­κό), τὸ νὰ τὴν πα­ραγ­κω­νί­ζεις, νὰ τὴν ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρί­ζεις μέ­σῳ πα­ρά­τολ­μων ἑ­στι­ά­σε­ων καὶ ἀ­νή­κου­στων σάλ­των, μέ­σω τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης, χω­ρὶς πα­γί­δες, ἄ­σκη­σης τῆς φαν­τα­σί­ας ποὺ το­πο­θε­τεῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη στὸ τεν­τω­μέ­νο σκοι­νὶ τοῦ χώ­ρου καὶ τοῦ χρό­νου, ἐμ­πο­δί­ζον­τας μιὰ ὑ­πο­ταγ­μέ­νη ἀ­πο­δο­χὴ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

.

Ν.Α.: Γιὰ ποι­ὸν γρά­φει ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο;

Α.Ο.: Γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ ἐ­κτι­μοῦν τὴν λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά. Γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ προ­τι­μοῦν νὰ γευ­τοῦν τὶς ρα­φι­να­ρι­σμέ­νες φρά­σεις ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος, ἀ­πὸ τὸ νὰ με­θύ­σουν μὲ αὐ­τὲς —ἐμ­μο­νι­κὲς καὶ ἀ­τέ­λει­ω­τες— ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἔν­τα­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­το­νί­α, τὸ δάγ­κω­μα ἀ­πὸ τὸ μά­ση­μα, τὸ τα­ξί­δι πρὸς τὸ κέν­τρο, πα­ρὰ αὐ­τὸ πρὸς ἕ­ναν ὁ­ρί­ζον­τα ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δί­χως στα­μα­τη­μό. Γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ ἀ­πο­στρέ­φον­ται τὸ μπα­νὰλ καὶ τὸ κοι­νό, ποὺ πε­ρι­φρο­νοῦν τὶς ἄ­γο­νες ἐ­ρή­μους τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, τῆς ἠ­θο­γρα­φί­ας καὶ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν νὰ πιοῦν τὸ θρε­πτι­κὸ γά­λα τῶν ὀ­νεί­ρων, ἀ­πὸ τὸ ξε­ρὸ καρ­βέ­λι μιᾶς πε­ζῆς ζω­ῆς, ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ρου­φή­ξουν τὴν συγ­κί­νη­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου καὶ τῆς ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας, νὰ χορ­τά­σουν τὴν ἀ­θά­να­τη δί­ψα τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὰ πα­ρα­μύ­θια, τὴν γαρ­γα­λι­στι­κὴ ἀ­νάγ­κη γιὰ νέ­ες ζω­ές, γιὰ τὴν κα­τοί­κη­ση νέ­ων δι­α­στά­σε­ων, ἄλ­λων πε­ρι­ο­χῶν χα­μέ­νων στὰ πέ­ρα­τα τῆς ὀ­νει­ρο­πό­λη­σης. Γιὰ ἀ­να­γνῶ­στες μὲ εὐ­έ­λι­κτο νοῦ, μὲ ἀ­κού­ρα­στη προ­σο­χή, μὲ ὁ­ρι­σμέ­να πο­λι­τι­στι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα ποὺ θὰ τοὺς βο­η­θή­σουν νὰ ἐ­κτι­μή­σουν κα­λύ­τε­ρα τὶς ἱ­στο­ρι­κές, λο­γο­τε­χνι­κὲς ἢ αἰ­σθη­τι­κὲς ἀ­να­φο­ρές.

.

Ν.Α.: Γιὰ ποι­ὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ ἔρ­γου σας θὰ σᾶς ἄ­ρε­σε νὰ σᾶς θυ­μοῦν­ται;

Α.Ο.: Δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔρ­γο μου πε­ρι­έ­χει ἀ­ρε­τές, ἀλ­λὰ μα­κά­ρι νὰ πα­ρέ­χει στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τὴ χα­ρὰ μὲ τὴν ὁ­ποί­α συ­νε­πά­γε­ται ἡ κα­τάρ­γη­ση —ἔ­στω κα­τὰ τὴ διά­ρκεια λί­γων μό­νο ὡ­ρῶν— τοῦ χώ­ρου καὶ τοῦ χρό­νου, νὰ τοὺς το­πο­θε­τεῖ μέ­σα σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὴν ὁ­ποί­α εἶ­ναι δυ­να­τό το ἀ­δύ­να­το, νὰ τοὺς ἀ­νη­συ­χεῖ, νὰ τοὺς βο­η­θά­ει νὰ συ­ναν­τή­σουν τὴν μυ­στη­ρι­ώ­δη ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου στὶς πιὸ κρυ­φὲς πτυ­χές του.

       Μα­κά­ρι νὰ ἔ­χω γρά­ψει, ἀ­νά­με­σα στὰ πεν­τα­κό­σια πε­ρί­που δη­μο­σι­ευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα, ἕ­να ποὺ νὰ δι­αρ­κέ­σει, ποὺ νὰ πε­ρι­έ­χει ὁ­ρι­σμέ­νη ποι­η­τι­κὴ δι­ά­στα­ση, ὁ­ρι­σμέ­νη εὐ­θρα­στό­τη­τα σύν­θε­σης, ἕ­να ἴ­χνος ἀ­λη­θι­νῆς ζω­ῆς καὶ στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ κα­τά­φε­ρα νὰ δέ­σω ἐμ­πει­ρί­ες, συ­νη­θι­σμέ­νες ἢ ἀ­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γες, μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες —ἀλ­λὰ καὶ ὄ­μορ­φες— λέ­ξεις, ἀ­φή­νον­τας μιὰ ἀν­τή­χη­ση, ἢ ἕναν βαθὺ ἀπόηχο μέσα στὸ νοῦ τοῦ ἀναγνώστη, ἕναν βαθὺ ἀπόηχο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Πρώτη Δημοσίευση.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (ÁngelOlgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Ἐρωτήσεις καὶ μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ἡ Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο. Βι­βλι­ο­πω­λεῖο Nueva Gala, Γρα­νά­δα. Μάρ­τιος 2013. (Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.)

 .

* * *

 . 08-Olgoso,Angel-Synenteyksi-Eikona-02

Φω­το­γρα­φί­α: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου, Las frutas de la luna. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Nueva Gala, Μάρ­τιος τοῦ 2013, Γρα­νά­δα. (Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.)

.

 * * *

.

ÁNGEL OLGOSO – NANCY ANGELI * ENTREVISTA

Nancy Angeli: Empecemos desde el principio. ¿Cómo empezó a escribir?

Ángel Olgoso: La culpa la tuvo la estupenda biblioteca del Colegio La Salle de Granada, donde permanecí interno tres años, a comienzos de los setenta. Alternaba la lectura de vidas de santos con los clásicos adaptados, las torturas de los mártires con las aventuras de Tintín o de Los Cinco de Enid Blyton. Comencé a destacar en redacciones escolares. A los doce años, en 1973, gané mi primer concurso, organizado por la Federación Andaluza de Montañismo: había que narrar una excursión que uno hubiera hecho a una montaña; yo nunca había ido, así que me la inventé de cabo a rabo y gané. Tal vez ahí empecé a fabular, a comprender el poder de la ficción, lo irresistible de su juego. Un buen día extraje de un estante “La casa encendida”, de Luis Rosales, que me propagó instantáneamente el fuego de la creación, el gusto por la palabra, por la imagen poética. Todavía me veo, con ternura, en mi cama del inmenso dormitorio comunal escribiendo versos de noche en una libreta minúscula, bajo las sábanas, a la luz de una linterna. El sarampión poético continuó varios años hasta que, en 1978, volví a sentir la combustión espontánea con la lectura de la “Antología de la literatura fantástica”, de Borges, Bioy y Ocampo. Aquel libro me inoculó para siempre el veneno del relato breve fantástico. Recuerdo con toda claridad que mi primer intento fue un microrrelato, una variación del célebre “Sola y su alma”, del norteamericano Thomas Bailey Aldrich, incluido en dicha antología.

       En el período que va de 1980 a 1995, me recuerdo inflamado de energía creativa: sentía la poderosa excitación del descubrimiento del mundo, del apremio respecto a la vida imaginaria, de la creación caudalosa y libre; sentía el gozo insensato de escribir con una tinta de lo más raro; me sentía, en definitiva, como el «obrero de sueños» de Salvatore Quasimodo. Durante aquellos quince años -con una desfachatez juvenil que me hacía saltar por encima de la verosimilitud, de la documentación, de las normas lingüísticas y de la mismísima existencia o no de las palabras- escribí “Nubes de piedra”, “Los días subterráneos”, “La hélice entre los sargazos”, “Cuentos de otro mundo” y dos grupos de relatos (“Gabinete victoriano” y “Cuentos del fumadero”) que luego aparecerían incluidos en “Los líquenes del sueño”. De cualquier modo, a pesar de lo copioso del bagaje, me costó veinte años -hasta 1999- publicar en ediciones que pudieran verse en el escaparate de una librería. Como Wallace Stevens, pensaba que el mundo imaginado era el bien definitivo, pero ya anhelaba compartirlo con los lectores.

Nancy Angeli: Muchos de sus lectores y críticos han catalogado su obra como “cuentos fantásticos”. ¿Está usted de acuerdo con tal denominación?

Ángel Olgoso: Totalmente. Miguel Ángel Muñoz, por ejemplo, considera que la lectura global de mi obra es una enciclopedia del género fantástico, en el que hay ejemplos de todas sus modalidades, alternadas dentro de mis libros “Cuentos de otro mundo”, “Los demonios del lugar”, “Astrolabio” y “La máquina de languidecer”. Reconozco que me gusta lo poco común, que me encuentro cómodo con lo extraño, que no me interesa contar -ni tampoco sé hacerlo- lo que le pasa todos los días a todo el mundo. Pero no cultivo lo fantástico por mero capricho, lo hago irremediablemente porque responde a mi percepción de la realidad. Mi visión de las cosas es extraña y la realidad lo es aún más. Proust decía que el verdadero descubrimiento no consiste en buscar nuevos paisajes sino en poseer nuevos ojos. La mía es una literatura de imaginación, de torsión de lo real, con un obsesivo gusto por los contenidos expectantes y vertiginosos, insólitos y perturbadores. El relato fantástico me permite escapar de lo consabido, de lo ordinario, de lo banal, del repertorio tan limitado que tiene lo que Eça de Queirós llamaba “la impertinente tiranía de la realidad”. La literatura fantástica nos permite innumerables formas de acercamiento al envés de las cosas, es un mundo infinito de posibilidades, un mundo que se enfrenta al mundo real y, al hacerlo, puede producir una enorme colisión o un simple contraste, pero de ese choque se desprende una lluvia de chispas que ilumina nuestras pobres vidas.

       Mi lema sería: me esfuerzo de buena gana en pensar cosas en las que pienso que los demás no pensarán. Sí, siempre me ha impulsado lo fantástico, la eventualidad de hacer posible lo imposible, de violentar el orden natural, de librar al lector de la prosaica, vulgar y menesterosa cárcel de lo cotidiano, de mostrarle otras perspectivas, otras dimensiones. La razón no agota las respuestas posibles y lo fantástico no niega la realidad, sólo amplía el foco sobre ella y a su luz podemos ver ángulos inéditos, rincones apartados que permanecen entre sombras.

Nancy Angeli: ¿Cuál es el detonante a la hora de escribir un cuento?

Ángel Olgoso: A partir de una pulsión, a partir de una idea recurrente, de un sueño, de una imagen, de un recuerdo, de un título, comienzo por descartar lo real de esa visión fugaz (de hecho, la obsesiva negación de lo real, la justificación de cosas imposibles, es una de mis dos piedras angulares; la otra sería sorprender e inquietar al lector, hacerle perder el suelo bajo los pies). Después trabajo cada relato a conciencia, en clave de orfebre, como una escultura a la que me dedico en cuerpo y alma: mientras lo voy dotando de verosimilitud y coloreando con detalles, persigo la palabra exacta, precisa, inaudita, ese término expresivo, pintoresco o raro que sin embargo parece adecuarse perfectamente a la narración, esa palabra que resplandece como una luciérnaga, que tiene el poder de inaugurar mundos, de convocar realidades, de crear emociones. Unas pocas veces es un proceso puramente febril; la mayoría, en cambio, es una tarea disciplinada en la que el resultado sólo se revela después de muchas idas y venidas. Lo único que necesito es mucho tiempo por delante, sin interrupciones, porque además escribo muy lentamente (aunque mi lentitud está más cerca del defecto que de la virtud). Escribo relato a relato, sin pensar que van a conformar un libro, y no me importa en absoluto que no estén enlazados por ese absurdo tópico de los mimbres comunes. A veces, a posteriori, es posible hallar un hilo que los mantiene ligeramente unidos: por ejemplo, las extrañas, oscuras y angustiosas atmósferas de los relatos de “Los demonios del lugar”, en las que predominaba la visión del prójimo como el más refinado de los torturadores, fueron fruto inconsciente de una serie de experiencias vitales desdichadas.

Nancy Angeli: ¿Le plantean a uno muchos problemas los llamados “finales perfectamente cerrados” en los relatos breves?

Ángel Olgoso: A excepción de mi último libro publicado, “Las frutas de la luna”, y del último escrito, “Breviario negro”, en los que comienzan a aparecer finales algo más abiertos, la mayoría de mis cuentos aspiran a encontrar ese final que redondea la historia. Y, normalmente, es lo primero que tengo en la cabeza antes de comenzar a trabajar un relato. Pero sin olvidar que cada uno de ellos debe cristalizar según la necesidad interna que gobierna su extensión, su estructura, su voz narrativa, su ritmo. Al ser mi visión de los relatos la de un mecanismo perfecto en el que no sobra ni falta una palabra, la de un bocado medido, la de una miniatura concentrada e intensa, la de un texto destilado, por fuerza el final ha de cerrarse a la perfección. Es la aplicación lógica del célebre “efecto único” de Poe, a cuya consecución deben tender todos los elementos del cuento. De ahí que Pablo Neruda hablara de la “matemática tiniebla” de Poe, aludiendo al mecanismo de relojería de sus textos, a la suprema importancia de una elaboración minuciosa.

       Durante más de tres décadas, otro aspecto crucial ha gobernado los finales de mis relatos: la sorpresa, el cierre imprevisto y juguetón que desconcierta al lector. Quizá en mis últimos libros lo sorpresivo se ha hecho más sutil, la estocada se ha suavizado, pero siempre he sentido debilidad por los finales inesperados -siempre que sean coherentes-, pues esos giros incisivos, esas apoteosis, esas minúsculas implosiones, permiten amplificar el sentido, resolver o multiplicar el conflicto planteado y, sobre todo, reversibilizar el relato, releerlo en sentido inverso a la luz de ese final que no dejará indiferente al lector. Según Borges, si el final es asombroso e inevitable, mejor. Según Edmundo Valadés, es como pisarle la cola a un alacrán para conocer su exacta dimensión.

Nancy Angeli: Tengo entendido que es usted una especie de “ermitaño”. ¿Sustituye la quietud exterior, una vida interior inquietante?

Ángel Olgoso: Es cierto que tengo unas cuantas limitaciones (terrible timidez, carácter tercamente reservado, pereza para mercadear), pero sigo pensando que la invisibilidad es elegante y que la única tarea del escritor es buscar la excelencia literaria. Durante décadas me he dedicado exclusivamente a cultivar mi pequeño jardín de relatos con una pasión tranquila y solitaria, no por pretensiones de pureza artística -o no sólo- sino porque, en mi ingenuidad, pensaba que un escritor debía limitarse simplemente a escribir y no a perder el tiempo en ruidosas actividades sociales o de promoción: se sobreentiende que los frutos del arte y de la imaginación deben madurar en la penumbra del silencio, de la calma y de la soledad.

       Más que sustituir la quietud exterior a la inquietud interior, se necesitan mutuamente. Me resulta muy difícil crear si no cuento con un colchón de tranquilidad y rutina. De otra forma no podría recorrer ese camino misterioso que va hacia el interior del que hablaba Novalis, porque según él es en nosotros y no en otra parte, donde se halla la eternidad de los mundos, el pasado y el futuro. Sin embargo, ahora precisamente que -sobre todo en los países del sur de Europa- estamos viviendo tiempos convulsos, dramáticos, obscenos, el escritor quizá deba mirar lo real con ojos bien abiertos, luchar por cada átomo de imaginación, devolverle a las palabras (desprovistas de sentido, pervertidas a diario por el poder político y económico) su belleza, su autenticidad, su carga imaginativa, su fulgor genuino.

       En fin, cada uno tiene su propia forma de ser, y su propia caligrafía, y no puede hacer nada por evitarlo. Recuerdo con una sonrisa las palabras con que terminó Miguel Ángel Muñoz la presentación pública de “Los líquenes del sueño”: “Pienso que no debe ser fácil ser Olgoso, convivir con sus pesadillas y su perfeccionismo extraño. Nosotros somos afortunados porque, no siendo Olgoso, podemos llegar lo más cerca de ello que es posible sin provocar ningún daño a nuestra salud: podemos leerlo”.

Nancy Angeli: Escribir sobre lo invisible, lo desconcertante, las realidades paralelas, ¿es un acto de huida de esta realidad que nos rodea, o más bien un acto de confirmación de la existencia de ella?

Ángel Olgoso: No, no se trata de un plan de evasión, de una huida (y si lo fuera, sería huida de los lugares comunes), ni siquiera de una modesta magia contra la opresión de una realidad vulgar, asfixiante o aterradora; se trata en todo caso de revelación, de iluminación (Félix Grande acertó a identificar los cuentos breves con un fogonazo, a cuya luz vemos de pronto y por primera vez un rincón apartado que había permanecido entre sombras), ya que el fantástico permite acceder, con mayor audacia y complejidad, a los rincones más increíbles. Mi tema es, en pocas palabras, el extrañamiento, esa categoría estética que modifica nuestra percepción de la realidad, es decir, la relación entre lo real y lo improbable. Siempre he creído, como Thomas Hardy, que sólo lo excepcional es digno de ser contado; y siempre he pensado, como Einstein, que la realidad no es más que una ilusión persistente; por eso, al escribir, la contemplo como esas ondulaciones del aire por el calor, esas refracciones que la convierten en otra realidad, menos limitada, más movediza y de límites imprecisos, en un espejismo de formas atractivamente engañosas. Como buen solipsista, considero que cada uno crea su propia realidad.

       Se dice que el arte vive en las delgadas fronteras que separan lo real de lo irreal. Es precisamente ese mundo fronterizo, ese límite donde se borran las diferencias entre las imposibles criaturas de la mente y las criaturas de la realidad, ese sendero que conduce al vasto territorio de lo fantástico, el que llevo explorando desde hace más de treinta años. Se trata en definitiva de la facultad de jugar, de agregar algo a la Creación (“enmiendas a los planes de la Creación” llamó Arreola al fantástico), de suplantarla, de reinterpretarla mediante enfoques temerarios y saltos impensados, mediante ejercicios libres de la imaginación sin trabas que sitúan al lector sobre la cuerda floja del espacio y el tiempo, impidiéndole una aceptación sumisa de la realidad.

Nancy Angeli: ¿Para quién escribe Ángel Olgoso?

Ángel Olgoso: Para los lectores que aprecian la literatura y la belleza. Para los lectores que prefieren paladear las pulidas frases de un relato a emborracharse con las obsesivas e inacabables de una novela, que eligen la intensidad a la languidez, morder más que masticar, hacer un viaje al centro más que hacia un horizonte que se aleja sin cesar. Para los lectores que aborrecen lo banal y lo común, que desdeñan los áridos desiertos del realismo, del costumbrismo y del naturalismo, que escogen beber la nutritiva leche de los sueños a comer la áspera hogaza de la vida ordinaria, que desean sorber la emoción del misterio y la incertidumbre, saciar el inmortal anhelo de oír cuentos, la cosquilleante necesidad de vivir otras vidas, de habitar otras dimensiones, otros territorios perdidos en el ensueño y la lejanía. Para lectores de mentes ágiles, de una atención sin descanso, con cierto bagaje cultural que les ayude a apreciar mejor las referencias históricas, literarias o estéticas.

       Suelen decir que mis relatos requieren un lector exigente, de mente ágil, de una atención sin descanso, con cierto bagaje cultural que le ayude a apreciar mejor las referencias históricas, literarias o estéticas. En cualquier caso, antes de ser exigente con mis lectores procuro serlo conmigo mismo (tratar de agradar al lector puede llevar a la mercadería), alejándome del lenguaje funcional, buscando que los relatos precisen más de una lectura, intentando crear un mundo personal y extraño que se baste a sí mismo, aunando la precisión y belleza del lenguaje con la singularidad de la historia, intentando dar en la diana del lector para hacerle sentir o reflexionar, para lograr que los relatos lo acompañen mucho después de su lectura, como un ascua incandescente de la que no puede desprenderse, como un rescoldo que aún calentara sus corazones.

Nancy Angeli:¿Por qué cualidades de su obra le gustaría que le recordasen?

Ángel Olgoso: No sé si mi obra contiene cualidades, pero ojalá le esté procurando a los lectores el placer de abolir para ellos -siquiera durante unas horas- el espacio y el tiempo, de situarlos en una atmósfera en la que es posible lo imposible, de desasosegarlos, de ayudarlos a encontrar la misteriosa belleza del mundo en su más ocultos pliegues.

       Ojalá haya escrito, entre los casi quinientos publicados, un cuento que perdure, que contenga cierta dimensión poética, cierta delicadeza compositiva, un ápice de vida verdadera, y en el que haya sabido engastar las experiencias -comunes o insólitas- con las palabras justas pero también hermosas, habiendo dejado una reverberación o una profunda resonancia en la mente del lector, una profunda resonancia.

.