Νάνσυ Ἀγγελῆ: «Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»

.

01-AggeliNansy-Olgoso-Eisagogi-Eikona-01

.

Νάνσυ Ἀγγελῆ

.

«Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»:

Καταβολὲς καὶ ἐπιρροές

 .

02-PiΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γρα­να­δί­νου συγ­γρα­φέ­α Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso), μιὰ μι­κρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ θὰ μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει στὸ κεί­με­νο αὐ­τὸ δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ κα­μιὰ λί­στα λο­γο­τε­χνί­ας «μπὲστ σέλ­λερς» – του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς. Δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­χει —του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς— ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά(*). Δὲν ζεῖ σὲ κά­ποι­α ἰ­σπα­νι­κὴ με­γα­λού­πο­λη, μὰ σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ τῆς Γρα­νά­δα, καὶ μᾶλ­λον δὲν κι­νεῖ­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­νά­με­σα στοὺς γνω­στοὺς καὶ κα­θι­ε­ρω­μέ­νους συγ­γρα­φι­κοὺς κύ­κλους. Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τοὺς τοὺς λό­γους, τοῦ ἀ­ξί­ζει ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα. Για­τί, ὅ­πως θὰ ἔ­χε­τε ἴ­σως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δι­α­πι­στώ­σε­τε καὶ μό­νοι σας, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­α.

       Ἂς πά­ρου­με, ὅ­μως, τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

      Ἐν ἀρ­χῇ ἦν.­.. ἡ γέν­νη­ση.

      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «XVII Premio Andalucía de la Critica», βρα­βεῖ­ο «Clarín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ, γιὰ λό­γους ἐν­τυ­πω­σια­σμοῦ, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κρι­βεί­ας, ὅ­τι ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι ἱ­δρυ­τὴς καὶ πρύ­τα­νης τοῦ Ἰν­στι­τού­του Πα­τα­φυ­σι­κῆς τῆς Γρα­νά­δα (I­n­s­t­i­t­u­t­um P­a­t­a­p­h­y­s­i­c­um G­r­a­n­a­t­e­n­s­is), ἀ­νε­ξάρ­τη­του καὶ ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὀρ­γά­νου τοῦ Κο­λε­γί­ου Πα­τα­φυ­σι­κῆς (Colégio de P­a­t­a­f­i­s­i­ca).

.

      Μιὰ ἔ­ρευ­να σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 2007 ὣς τὸ 2012 ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὰ μπλὸγ­κς μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ ἐκ­δο­τῶν, βι­βλι­ο­πω­λῶν, συγ­γρα­φέ­ων καὶ κρι­τι­κῶν λο­γο­τε­χνί­ας, ξε­χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο μα­ζὶ μὲ αὐ­τὰ τοῦ βε­τε­ρά­νου Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας αὐ­θεν­τι­κὸς m­a­e­s­t­ro στὴ συγ­γρα­φὴ φαν­τα­στι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ἕ­νας δει­νὸς ἀ­φη­γη­τὴς πέ­ρα ἀ­πὸ πρό­σκαι­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μό­δες μὲ με­γά­λο εὖ­ρος θε­μά­των, τε­ρά­στια γλωσ­σι­κὴ εὐ­φρά­δεια καὶ ἀ­στεί­ρευ­τη φαν­τα­σί­α. Στὶς σύν­το­μες, μι­λι­με­τρι­κὲς σχε­δόν, δι­η­γή­σεις του —σφι­χτο­γραμ­μέ­νες μέ­χρι τε­λι­κῆς πτώ­σε­ως— λαμ­βά­νουν χώ­ρα τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὸ ἀλ­λό­κο­το, τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ καὶ τὸ ἀ­νέλ­πι­στο φτι­ά­χνον­τας σὲ λί­γες μό­λις σει­ρές, κό­σμους ποὺ ὑ­πνω­τί­ζουν θυ­μί­ζον­τάς μας πό­σο λε­πτὸ καὶ δυσ­δι­ά­κρι­το μπο­ρεῖ νὰ γί­νει τὸ ὅ­ριο ποὺ χω­ρί­ζει τὸ ἀ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κό. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ τὸν συν­δέ­ουν μὲ τὴν ἀν­τι-ρε­α­λι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἐ­νῶ πολ­λοὶ τὸν θε­ω­ροῦν συ­νε­χι­στὴ τοῦ ἔρ­γου τῶν Μπόρ­χες καὶ Κάφ­κα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

.

      Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἕ­να πο­λυ­ποί­κι­λο πλῆ­θος, με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες φι­γοῦ­ρες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ κό­σμου, κι ὅ­ταν λέ­με «συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο», τὸ ἐν­νο­οῦ­με, μιᾶς καὶ τὰ ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ σε­νιὸρ Ὀλ­γό­σο βρί­σκον­ται με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὴν βι­κτω­ρια­νὴ Ἀγ­γλί­α (Steveson, Wells, Conan Doyle, Kipling, Lord Dunsany, M. R. James, Machen, Saki, De la Mare), στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ (Quiroga, Lugones, Borges, Felisberto Hernández, Rulfo, Cortázar, Bioy, Arreola, Wilcok, Piñera, Denevi, Levrero, Brasca, Shua), στὴν Ἰ­τα­λί­α (Buzzati, Landolfi, Calvino, Manganelli) ἢ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες (Bradbury, Dick, Brown, Ellison).

.

«Φαινόμενο Ὀλγόσο»: Ἐκλεκτικισμὸς καὶ ἀκρίβεια

.

      Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α αὐ­τὸν ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­πὸ δι­θυ­ραμ­βι­κὲς κρι­τι­κές, μέ­χρι δι­δα­κτο­ρι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες, κι ὅ­μως, κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­δο­ξο —ἢ ἴ­σως κι ὄ­χι τό­σο πα­ρά­δο­ξο— τρό­πο, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο πα­ρα­μέ­νει, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα, μιὰ i­n­c­o­g­n­i­ta, ἕ­να μᾶλ­λον κα­λὰ κρυμ­μέ­νο μυ­στι­κὸ ποὺ με­τα­δί­δε­ται ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη ἑ­νὸς ἰ­δι­αί­τε­ρου βι­βλι­ο­φι­λι­κοῦ κοι­νοῦ σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α μορ­φὴ μύ­η­σης. Μύ­η­σης στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ σύμ­παν τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Πρό­κει­ται γιὰ τοὺς λε­γό­με­νους «o­l­g­o­s­i­a­n­os», ὅ­ρος ποὺ ἐ­πι­νο­ή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἴ­διους τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες του καὶ ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ βαθ­μὸ ποὺ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται εὐ­ρύ­τε­ρα γιὰ νὰ δη­λώ­σει πιὰ ἕ­να κρά­μα ἰ­δι­ο­τή­των ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν πέ­να του: Κα­τὰ πρῶ­το λό­γο τὴν δο­μι­κὴ καὶ αἰ­σθη­τι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα τῶν γρα­πτῶν του, τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς νο­η­μα­τι­κῆς πεμ­πτου­σί­ας ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ με­γα­λεῖ­ο της σὲ λί­γες μό­νο γραμ­μές. Σύ­φω­να μὲ τὰ λό­για τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς «ἀ­πό­στα­ξης», «ἕ­να συμ­πυ­κνω­μέ­νο ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας» ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται. Ἡ Irene Andres Suárez στὴν ἀ­νά­λυ­σή της σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, γρά­φει σχε­τι­κὰ ὅ­τι ἡ ἐ­πί­τευ­ξη μιᾶς τέ­τοι­ας πρό­ζας «λί­γες φο­ρὲς εἶ­ναι καρ­πὸς μιᾶς πυ­ρε­τι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὴν ὑ­πάρ­χει σχε­δὸν πάν­τα ἕ­νας πει­θαρ­χη­μέ­νος τρό­πος ἐρ­γα­σί­ας». Βρι­σκό­μα­στε, λοι­πόν, μπρο­στά σε ἕ­ναν με­θο­δι­κὸ συγ­γρα­φέ­α, ὁ τρό­πος γρα­φῆς τοῦ ὁ­ποί­ου θυ­μί­ζει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πεί­ρα­μα ἀ­κρι­βεί­ας. Ἀ­κό­μα, κι ἔ­τσι, ὡ­στό­σο, δὲν λεί­πουν ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸς γλωσ­σι­κὸς καὶ πε­ρι­γρα­φι­κὸς πλοῦ­τος. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ γλωσ­σι­κὴ δει­νό­τη­τα, εἶ­ναι μα­ζὶ μὲ τὸ εὖ­ρος τῆς θε­μα­τι­κῆς τοῦ Ὀλ­γό­σο, κά­ποι­α ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔρ­γου του. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν θε­μα­το­λο­γί­α τῶν μι­κρο-α­φη­γη­μά­των του, θὰ λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­θέ­ως ἀ­νά­λο­γη μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­τσι, στὰ κεί­με­να τοῦ Γρα­να­δί­νου ξε­δι­πλώ­νον­ται, ἀ­να­νε­ω­μέ­να μέ­σα ἀ­πὸ τὸ προ­σω­πι­κὸ στίγ­μα τοῦ ἰ­δί­ου, ὅ­λα τα εἴ­δη, ἀλ­λὰ καὶ οἱ φόρ­μες, τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος: τὸ γοτ­θι­κό, τὸ ρο­μαν­τι­κό, τὸ φαν­τα­στι­κό (ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας), τὸ ντε­τε­κτι­βί­στι­κο, τὸ βι­κτω­ρια­νὸ δι­ή­γη­μα, δι­η­γή­μα­τα τρό­μου ἀ­να­το­λί­τι­κης ἐ­πιρ­ρο­ῆς, δι­η­γή­μα­τα ἐ­πη­ρε­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν L­o­v­e­r­c­r­a­ft, δι­η­γή­μα­τα κο­σμι­κοῦ τρό­μου καὶ δι­η­γή­μα­τα μπορ­χε­σι­α­νι­κοῦ ὕ­φους. Στὰ χέ­ρια τοῦ Ὀλ­γό­σο, τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πάμ­πολ­λες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς καὶ ἐκ­δο­χές του. Ἔ­τσι ὑ­πάρ­χουν δι­η­γή­μα­τα ποὺ χτί­ζον­ται πά­νω στὴν κα­τα­πά­τη­ση τῶν νό­μων τῆς φυ­σι­κῆς, τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με (ὁ τό­πος καὶ ὁ χρό­νος παίρ­νουν νέ­ες δι­α­στά­σεις)(1) προσ­δί­δον­τας στὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τα τρο­μα­κτι­κὴ χροι­ά, με­τα­τρέ­πον­τάς το σὲ «ἀ­νη­συ­χη­τι­κό». Ἄλ­λες φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται συμ­βο­λι­κὰ προ­κει­μέ­νου νὰ στη­λι­τεύ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τὴν σύγ­χρο­νη ζω­ή, τὴν ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α, κερ­δί­ζον­τας σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἔ­δα­φος τὸ χι­οῦ­μορ καὶ ἡ λε­πτὴ εἰ­ρω­νεί­α. Οἱ βι­βλι­κοὶ μύ­θοι, οἱ κλα­σι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ζώ­ων (μύ­θοι Αἰ­σώ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων) εἶ­ναι ἀ­κό­μα μιὰ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας, ὅ­πως ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στὸ βι­βλί­ο της ἡ Irene Andres Suárez, γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὶς ἀ­νε­ξάν­τλη­τες στυ­λι­στι­κές, πο­λι­τι­στι­κὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­γό­σο.

.

«Περίπτωση Ὀλγόσο»: ἡ συμβολή

.

Ángel Olgoso no es exactamente un escritor. Olgoso, más bien, es un hipnotizador en busca de ojos que sugestionar ()
Miguel Ángel Muñoz(2)
Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο δὲν ε­­ναι ­κρι­βῶς συγ­γρα­φέ­ας. Ὁ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­νας ὑ­πνω­τι­στὴς σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση μα­τι­ῶν (…)
Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Μου­νιόθ

.

      Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης, ἡ φόρ­μα ἢ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στύλ, οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο κα­τα­φέρ­νουν νὰ τα­ρά­ζουν τὰ λι­μνά­ζον­τα —πολ­λὲς φο­ρές— ὕ­δα­τα τῆς σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­πο­σπών­τας ἀ­π’ ὅ­σους τὸν ἔ­χουν γνω­ρί­σει λο­γο­τε­χνι­κὰ ἐγ­κώ­μια σὰν τὸ πα­ρα­πά­νω. Ἐ­ξη­γεῖ­ται ὁ θαυ­μα­σμὸς αὐ­τός, μιᾶς ποὺ γιὰ μᾶς, τοὺς «o­l­g­o­s­i­anos», τὰ γρα­πτά του ἀ­πο­κα­λύ­πτουν μιὰ χά­ρη, μιὰ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνί­α γρα­φῆς ποὺ προ­κα­λεῖ ἐ­ξάρ­τη­ση. Πῶς γί­νε­ται νὰ χω­ρᾶ­νε τό­σοι δυ­να­τοὶ κό­σμοι, μέ­σα σὲ λί­γες μό­λις γραμ­μές; Πῶς γί­νε­ται μιὰ λέ­ξη νὰ κλεί­νει μέ­σα της ἕ­να σύμ­παν; Εἶ­ναι για­τί, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α, «τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι ἀρ­κε­τό». Ἢ για­τί, «πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­φη­γή­σεις, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ὁ­ρά­μα­τα, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­νες καὶ ἀ­πρό­βλε­πτες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λύ­ψεις ποὺ ὁ­δη­γοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη ν’ ἀμ­φι­σβη­τή­σει τὰ θε­μέ­λια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἴ­διας του τῆς συ­νεί­δη­σης», ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὁ Ὀλ­γό­σο σὲ σχε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του. Ὅ­πως κι ἂν θέ­λει κα­νεὶς νὰ τὸ ἐκ­φρά­σει, δύ­σκο­λα θὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πυ­κνό­τη­τα πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, τὴν μι­λι­με­τρι­κὴ ἀ­κρί­βεια, τὴν ἀ­προσ­δό­κη­τη μα­τιὰ τοῦ Γρα­να­δί­νου γιὰ τὸ ἀλ­λό­κο­το, γι’ αὐ­τὸ ποὺ μοιά­ζει ἀ­ό­ρα­το, κι ὅ­μως ὑ­πάρ­χει, γι’ αὐ­τὸ ποὺ κρύ­βε­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς πολ­λὲς πτυ­χὲς αὐ­τοῦ ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα», αὐ­τοῦ ποὺ ζοῦ­με κι ἀ­να­πνέ­ου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ —για­τί ὄ­χι— ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Ὁ κό­σμος, οἱ συμ­παν­τι­κοὶ νό­μοι, τὰ ζῶ­α καὶ τὰ πράγ­μα­τα, ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι, μιὰ ἄλ­λη, τέ­ταρ­τη(­;) δι­ά­στα­ση, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, ἡ σκο­τει­νὴ πλευ­ρά, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τῆς ὕ­παρ­ξης σὲ μορ­φὴ κομ­ψο­τε­χνή­μα­τος. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο.

.

(*) Σ.τ.ἐ. Με­μο­νω­μέ­να μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Mini71cuentos (ἐ­πιμ. Κων/νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, 2012) καὶ Ἀ­νθο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κού ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση, ἐ­πιμ. Κων/νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, 2013).

(1) Irene Andres Suárez, El microrrelato español. Una estética de la elipsis, ἐκδόσεις Menoscuarto, Palencia, 2010.

(2) Miguel Ángel Muñoz, Γραναδίνος συγγραφέας, σύγχρονος τοῦ Ángel Olgoso.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου, Las frutas de la luna. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Nueva Gala, Μάρ­τιος τοῦ 2013, Γρα­νά­δα. Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.

.

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: