Νατάσα Ρουχωτᾶ: Τιμωρία

.

Rouchota,Natasa-Timoria-Eikona-02

.

Να­τά­σα Ρου­χω­τᾶ

 .

Τι­μω­ρί­α

.

02-EpsilonΚΑΝΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ γιὰ νὰ μὴ τῆς μοιά­ζω. Ἦ­ταν τὸ ζων­τα­νὸ πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γήν!

Γι’ αὐ­τὸ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σα μὲ τὶς ὧ­ρες, σχο­λα­στι­κά, ἀ­νε­λέ­η­τα, κά­θε κί­νη­σή της, κά­θε συ­νή­θεια τοῦ κε­φα­λιοῦ της, τοῦ κορ­μιοῦ της. Ἀ­νέ­λυ­α τὶς ἐκ­φρά­σεις τοῦ προ­σώ­που της, τὶς κι­νή­σεις τῶν χει­λι­ῶν της ἢ τῶν φρυ­δι­ῶν της σὰν νὰ ἔ­πρε­πε νὰ σχε­διά­σω ἀλ­λη­λου­χί­α εἰ­κό­νων γιὰ κι­νού­με­νο σχέ­διο.

        Σχο­λί­α­ζα, στὸ μυ­α­λό­ μου, μό­νη μου, τὶς συ­νή­θει­ές της. Πῶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα κύρ­τω­νε τὴ ρά­χη της στὴν κα­ρέ­κλα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι ἀρ­γὰ κι ἔ­πια­νε τὸ φλυ­τζά­νι τοῦ τσα­γιοῦ, στὸ ὁ­ποῖ­ο μο­νί­μως ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ της, προ­τεί­νον­τας τὸ κε­φά­λι μπρο­στὰ σὲ μιὰ τε­λεί­ως ἄ­χα­ρη κί­νη­ση. Τὸ φλυ­τζά­νι ἦ­ταν γκρί­ζο θαμ­πὸ μὲ χρυ­σὸ λου­λου­δά­κι, βρα­βεῖ­ο ἑ­νὸς παμ­πά­λαι­ου δι­α­γω­νι­σμοῦ τοῦ ΟΜΟ.

       Κου­λου­ρι­α­ζό­ταν στὴν πο­λυ­θρό­να τοῦ σα­λο­νιοῦ, μπρο­στὰ στὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη τη­λε­ό­ρα­ση, μὲ τὸ μι­κρὸ τρα­πε­ζά­κι ἀ­ρι­στε­ρά της γιὰ νὰ ἀ­κουμ­πᾶ στα­χτο­δο­χεῖ­ο καὶ τσι­γά­ρο καὶ μπρο­στά της, στὸ πά­τω­μα πάν­τα οἱ μαῦ­ρες παν­τό­φλες. Φο­ροῦ­σε ρόμ­πα. Ἔ­βη­χε.

       Δὲν εἶ­χε πο­τὲ τσάν­τα τοῦ ὤ­μου πα­ρὰ ἔ­σερ­νε μό­νο με­γά­λες, φτη­νὲς τσάν­τες, ἀπ’ τὸ χε­ρού­λι, τσάν­τες ποὺ τὴν ἔ­κα­ναν νὰ μοιά­ζει ἀ­κό­μα κον­τύ­τε­ρη. Ἔ­βγαι­νε μό­νο ἀ­φοῦ εἶ­χε πε­ρά­σει στὰ χεί­λη της κα­τα­κόκ­κι­νο κρα­γιὸν συ­χνὰ μα­σου­λών­τας καὶ τσί­χλα, περ­πα­τών­τας ἀρ­γά, ρί­χνον­τας τὸ βά­ρος πό­τε δε­ξιά, πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, ρυθ­μι­κά, βα­ρι­ε­στη­μέ­να σχε­δὸν μὲ θρά­σος.

       Μιὰ μέ­ρα ἔ­βα­ψε τὰ μαλ­λιά της κόκ­κι­να. Τὰ δι­α­τη­ροῦ­σε πο­λὺ κον­τὰ μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κλέ­βει τὴν πα­ρά­στα­ση τοῦ ὅ­λου θε­ά­μα­τος ὁ τρο­φαν­τός της σβέρ­κος. Ἀ­πο­φά­σι­σε κι ἔ­βγα­λε τὰ φρύ­δια ἐν­τε­λῶς. Περ­νοῦ­σε στὸ ἴ­χνος τους ἕ­να μαῦ­ρο μο­λύ­βι μὲ τρό­πο ἀ­σύμ­με­τρο. Πάν­τα τὸ ἕ­να ζω­γρα­φι­στὸ φρύ­δι ἔ­βλε­πε πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο κι ὅ­ταν τὴν ρώ­τα­γες γιὰ ποι­ό λό­γο ἔ­παιρ­νες τὴν ἀ­πάν­τη­ση «ξέ­ρω ‘γώ; ἀ­φοῦ ἔ­τσι εἶ­ναι».

       Δὲν ἦ­ταν ἄ­σχη­μο τὸ πρό­σω­πό της. Εἶ­χε ὅ­μως μιὰ θο­λὴ ἔκ­φρα­ση στὰ μαῦ­ρα της μά­τια ποὺ ἄλ­λα­ζε μό­νο γιὰ νὰ γί­νει εἰ­ρω­νι­κὴ μὲ μι­σά­νοι­χτο τὸ στό­μα, ἐ­λα­φρὰ κα­τε­βα­σμέ­να, κρε­μα­στά, τὰ δυ­ὸ μά­γου­λα. Σ’ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση τὸ ση­μά­δι ποὺ εἶ­χε πά­νω ἀπ’ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φρύ­δι, γι­νό­ταν ἀ­κό­μα πιὸ ἐμ­φα­νές.

       Ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε τὴ ρόμ­πα καὶ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ ντυ­θεῖ, φο­ροῦ­σε μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα, με­τα­ξω­τά, φρον­τι­σμέ­να. Με­γά­λους στέ­ρε­ους στη­θό­δε­σμους, κορ­σέ, κάλ­τσες ποὺ στε­ρέ­ω­νε σὲ πο­λύ­πλο­κα γαν­τζά­κια, τὰ ἔ­λε­γε κλίπ. Τῆς ἄ­ρε­σαν τὰ κομ­πι­ναι­ζὸν μὲ τὴ δαν­τέλ­λα στὸν πο­δό­γυ­ρο, ἀρ­κεῖ νὰ μὴ φαί­νον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φου­στά­νι.

       Φο­ροῦ­σε μό­νο φου­στά­νια μὲ φαν­τα­χτε­ρὰ ἐμ­πρι­μὲ καὶ κλά­ρες σὲ ἀ­πί­στευ­τους χρω­μα­τι­κοὺς συν­δυα­σμούς.

       Εἶ­χε χον­τρὰ μπρά­τσα, πλού­σιο στῆ­θος, πο­λὺ κοι­λιὰ ἀλ­λὰ λε­πτούς, κα­λο­φτι­αγ­μέ­νους μη­ροὺς καὶ γάμ­πες, λε­πτούς, φί­νους ἀ­στρα­γά­λους. Τὰ πό­δια της μι­κρά, πό­δια γκέ­ι­σας εἶ­χαν τὴν τρο­με­ρὴ συ­νή­θεια νὰ κυρ­τώ­νουν πρὸς τὰ πά­νω, ἴ­διο τό­ξο, σὲ μιὰ ἀ­ναι­δή, κο­κα­λω­μέ­νη στά­ση ποὺ μι­σοῦ­σα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς μου. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ παν­τό­φλες καὶ τὰ πέ­δι­λα ἔ­μοια­ζαν νὰ ἔ­χουν ἀ­πορ­ρο­φή­σει αὐ­τὴ τὴν στά­ση τοῦ πο­διοῦ καὶ τῶν δα­χτύ­λων, δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σω…

       Ἀ­φήνω κα­τὰ μέ­ρος τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ καὶ γραμ­μα­τι­κά της λά­θη, ἐ­κεί­νη τὴ μα­νί­α της νὰ προ­σθέτ­ει τὸ ε στὴ γε­νι­κὴ τοῦ πλη­θυν­τι­κοῦ (τῶν παι­δι­ῶ­νε, αὐ­το­νῶ­νε), νὰ πα­ρα­μορ­φώ­νει τὶς ἐκ­φρά­σεις (τὸ πῆ­ρα γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κη), νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ λέ­ξεις ποὺ πί­στευ­α πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χαν κὰν (τὸ χα­χό­λι­κο που­λό­βερ) καὶ ποὺ σα­φῶς δὲν θὰ τολ­μοῦ­σα πο­τὲ νὰ ἐ­πα­να­λά­βω στὸ σχο­λεῖ­ο!

       Φυ­σι­κὰ δὲν κα­πνί­ζω.

       Ἦ­ταν σί­γου­ρο ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­βα­φα πο­τὲ τὰ μαλ­λιά μου. Θὰ τ’ ἄ­φη­να μα­κριὰ νὰ σκε­πά­ζουν τὸ σβέρ­κο, νὰ κυ­μα­τί­ζουν στοὺς ὤ­μους μου. Δὲν θά ‘βγα­ζα πο­τὲ τὰ φρύ­δια μου, τὴ μι­σοῦ­σα ἐ­κεί­νη τὴ γε­λοί­α χρω­μα­τι­στή, ψεύ­τι­κη γραμ­μὴ ποὺ τὰ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σε. Θὰ περ­πα­τοῦ­σα εὐ­θυ­τε­νής, κα­μα­ρω­τή, χα­μο­γε­λα­στή. Δὲν θά ’βά­ζα πά­νω μου πο­τὲ ρόμ­πα καὶ στρα­βο­πα­τη­μέ­νες παν­τό­φλες, δὲν θά ’πι­να πο­τὲ κα­φὲ στὸ φλυ­τζά­νι τοῦ τσα­γιοῦ, οὔ­τε θά ’παιρ­να μέ­ρος σὲ δι­α­γω­νι­σμὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κῶν, πρὸς Θε­οῦ!

       Στὸ με­τα­ξύ, κά­θε μέ­ρα ἔ­κα­να γυ­μνα­στι­κὴ στὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν τεν­τώ­νον­τάς τα πρὸς τὰ κά­τω, μὴ μὲ βρεῖ καμ­μιὰ λα­χτά­ρα κι ἀρ­χί­σουν νὰ γί­νον­ται τσα­ρου­χά­κι, ὅ­πως τῆς μά­νας μου… Ἔ­κα­να γυ­μνα­στι­κὴ καὶ στὸ πρό­σω­πο, γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γω τὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μελ­λον­τι­κῆς πτώ­σης στὰ μά­γου­λα.

       Γιὰ χρό­νια ἀ­γό­ρα­ζα μό­νο λευ­κὰ ἐ­σώ­ρου­χα καὶ δὲν τολ­μοῦ­σα οὔ­τε γιὰ ἀ­στεῖ­ο νὰ βά­ψω κόκ­κι­να τὰ χεί­λη μου.

       Τώ­ρα ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μὲ χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὴ μά­να μου εἶ­ναι τε­ρά­στια. Ὅ­πως τὴν εἶ­χα ὀ­νει­ρευ­τεῖ κι ἐ­πι­δι­ώ­ξει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἴ­δια, μιὰ κο­κα­λιά­ρα κο­κέ­τα γρι­ού­λα μὲ ἄ­νοια, ποὺ θέ­λει νὰ τῆς φο­ρᾶ­νε μό­νο κόκ­κι­νες κάλ­τσες κι ὄ­χι μαῦ­ρες ἀ­πέ­χει πα­ρα­σάγ­γας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ εἰ­κό­να της..

       Ξα­πλω­μέ­νη στὸν κα­να­πέ μου μὲ ἕ­να συ­ναρ­πα­στι­κὸ βι­βλί­ο στὸ χέ­ρι καὶ ἕ­να πο­τή­ρι φρέ­σκο χυ­μὸ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὰ τρα­πε­ζά­κι, ση­κώ­νω τὰ μά­τια ἀπ’ τὸ βι­βλί­ο, τὰ κα­τε­βά­ζω στὸ παρ­κὲ κι ἀρ­χί­ζω νὰ πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη τὰ πα­νά­κρι­βα τσό­κα­ρά μου. Καὶ τό­τε μὲ βρί­σκει τὸ κα­κὸ κι ἂς ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ τ’­ ἀ­πο­φύ­γω:

       τὰ τσο­κα­ρά­κια μου μὲ κοι­τοῦν κι αὐ­τά, μὲ ἕ­να ἄ­τσα­λο ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ πέλ­μα­τός μου στὸ δέρ­μα τους καὶ μιὰ μυ­τού­λα ἀν­τι­πα­θη­τι­κή, ἀ­να­ση­κω­μέ­νη αὐ­θά­δι­κα κι ἀ­να­πάν­τε­χα.

       Ἀ­κρι­βῶς σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­να ζευ­γά­ρι παν­τό­φλες τῆς μά­νας μου…

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Να­τά­σα Ρου­χω­τᾶ (Ἀ­θή­να, 1957). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα Τέ­χνης στὴ Φλω­ρεν­τί­α. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1981-1987 ἔ­κα­νε ἐκ­θέ­σεις ζω­γρα­φι­κῆς στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ ρε­πορ­τὰζ καὶ συ­νεν­τεύ­ξεις στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, Βη­μαgazino, Ἔ­θνος, Homme Ἡ­με­ρή­σιας κ.ἄ. ἀ­πὸ τὸ 1997 μέ­χρι σή­με­ρα. Πρῶ­το της βι­βλίο Ποῦ οἱ Ἕλ­λη­νες (ἐκδ. Financial forum, 1997). Ἀ­κο­λού­θη­σε ἡ νου­βέ­λα: Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν Ἀ­θή­να (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2000). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴ συλ­λο­γὴ ἑλ­λη­νι­κῶν ποι­η­μά­των Eros-Thanatos ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Ariele στὸ Μι­λά­νο. Τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μά της «Ἀ­θή­να-Μον­τε­βέ­κια 7 cm» βρα­βεύ­τη­κε πρό­σφα­τα (Μά­ι­ος 2013) σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ στὸ Τό­ρι­νο.

Εἰκόνα: My Mother (1952, λάδι σὲ καμβά 91,4Χ73,7 ἑκ.). Ἔργο τῆς Alice Neel.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: