Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐθελοντές

.

Pamies,Sergi-Ethelontes-Eikona-02

.

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)

 .

Ἐ­θε­λον­τές

(Voluntaris)

 .

10-hΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ μιὰ φορὰ ποὺ δὲν ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες. Οὔ­τε τὰ παι­διά, οὔ­τε οἱ βα­σι­λιά­δες, οὔ­τε οἱ πριγ­κί­πισ­σες (μὲ τὶς ξαν­θὲς μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες τους) δὲν ἤ­θε­λαν νὰ ξέ­ρουν τί­πο­τα γι’ αὐ­τή, οὔ­τε κὰν τὰ πιὸ ἄ­σχη­μα καὶ μαλ­λια­ρὰ ζῶ­α ποὺ συ­νή­θως εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ συμ­με­τέ­χουν στὶς πιὸ ἀ­πί­θα­νες ἱ­στο­ρί­ες. Γιὰ νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦν τὴν ὕ­παρ­ξή της, ἡ φο­ρὰ ποὺ δὲν ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α της καί, μὲ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα καὶ ἐ­πώ­δυ­νη συ­στο­λή, χαι­ρε­τοῦ­σε κου­νών­τας τὸ χέ­ρι σὲ ὅ­λους ὅ­σοι —δὲν ξέ­ρου­με ἂν ἐ­πί­τη­δες ἢ χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν— τὴν ἀ­γνο­οῦ­σαν. Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, ἄρ­χι­σε νὰ αἰ­σθά­νε­ται ζή­λια γιὰ τὶς φο­ρὲς ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες. Καὶ ἐ­κεί­νης θὰ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἦ­ταν μιὰ φο­ρὰ μὲ κά­στρο στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς βου­νοῦ καὶ νὰ ἀ­νέ­βει στὸν πιὸ ψη­λὸ πύρ­γο καὶ νὰ δεῖ πῶς, ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κριὰ καὶ καλ­πά­ζον­τας, πλη­σί­α­ζαν γα­λα­ζο­αί­μα­τοι πρίγ­κι­πες (ἢ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἄλ­λου χρώ­μα­τος) φορ­τω­μέ­νοι πλού­τη καὶ τε­στο­στε­ρό­νη. Θὰ εἶ­χε μά­λι­στα συμ­βι­βα­στεῖ μὲ τὸ νὰ εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ ἀ­πε­χθὴς ἢ τρο­μα­κτι­κὴ ἢ κά­ποι­ων ψυ­χο­πα­θῶν ποὺ ξε­κοί­λια­ζαν πόρ­νες, ἂς ποῦ­με, στὸ Λον­δί­νο ἢ στὴ Βο­στό­νη. Ἀ­πὸ μιὰ φο­ρὰ ποὺ εἶ­ναι ὅ­πως πρέ­πει, ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ ἀ­παι­τεῖ μιὰ σχε­τι­κὴ δρα­μα­τι­κὴ δι­ά­στα­ση καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ βά­ζει τὰ γε­γο­νό­τα σὲ μιὰ σει­ρὰ σὰν σὲ πα­ρα­μύ­θι. Ἐ­κεί­νη, ἀν­τι­θέ­τως, δὲν εἶ­χε τὴ δι­ά­θε­ση ποὺ χρει­α­ζό­ταν ὥ­στε νὰ ἀ­να­λά­βει τὴν εὐ­θύ­νη νὰ με­τα­δί­δε­ται ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς στὰ παι­διὰ μέ­σῳ μιᾶς γρα­πτῆς ἢ προ­φο­ρι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα στὸ τέ­λος. Δί­χως ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ πά­ει μπρο­στὰ καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες της νὰ τῆς κα­τα­τρῶ­νε τὰ σω­θι­κά, γε­μά­τη κόμ­πλεξ λό­γῳ τῶν ἀ­μέ­τρη­των μει­ο­νε­κτη­μά­των της, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στα­δια­κὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Κοι­μό­ταν στὸ δρό­μο, ἔ­παιρ­νε νο­θευ­μέ­να ναρ­κω­τι­κὰ καὶ περ­νοῦ­σε με­γά­λα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα δί­χως νὰ ἀρ­θρώ­νει λέ­ξη, ἐ­κτὸς τό­που καὶ χρό­νου, συσ­σω­ρεύ­ον­τας μνη­σι­κα­κί­α, κοι­τά­ζον­τας τὸν κό­σμο μὲ μά­τια γε­μά­τα ὀρ­γὴ καὶ μὲ κα­τα­βα­ρα­θρω­μέ­νη τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­σή της. Ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνία καὶ πα­ραι­σθή­σεις μέ­χρι πού, ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ἕ­να συ­νερ­γεῖ­ο κα­θα­ρι­σμοῦ τοῦ Δή­μου τὴ βρῆ­κε, βα­ριὰ τραυ­μα­τι­σμέ­νη, με­τα­ξὺ ἑ­νὸς κά­δου ἀ­να­κύ­κλω­σης γυα­λιοῦ (πρά­σι­νο) καὶ ἑ­νὸς κά­δου ἀ­να­κύ­κλω­σης ἀ­λου­μι­νί­ου καὶ πλα­στι­κοῦ (κί­τρι­νο). Τὴν πῆ­γαν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καί, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χαν δι­α­θέ­σι­μα κρε­βά­τια, τε­λι­κὰ τὴν πα­ρα­πέ­τα­ξαν στὴν πιὸ ἀ­φι­λό­ξε­νη γω­νιὰ ἑ­νὸς λυ­ό­με­νου πα­ρα­πήγ­μα­τος, δί­πλα στὴν πτέ­ρυ­γα τοῦ παι­δι­κοῦ ὀγ­κο­λο­γι­κοῦ τμή­μα­τος. Ἐ­κεῖ τὴ γνώ­ρι­σα. Δύ­ο φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα μιὰ ὁ­μά­δα ἐ­θε­λον­τῶν μα­ζευ­ό­μα­σταν γιὰ νὰ δι­α­βά­σου­με πα­ρα­μύ­θια στοὺς πιὸ μι­κροὺς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Δὲν ἔ­χου­με τὴν ἐ­νέρ­γεια τῶν κλό­ουν, ποὺ εἶ­ναι ἱ­κα­νοὶ νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν τοὺς δι­α­δρό­μους τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ σκη­νι­κὸ τσίρ­κου, οὔ­τε τὴ χα­ρὰ τῶν μου­σι­κῶν, ποὺ κά­νουν νὰ πάλ­λον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ πιὸ ἀ­πα­θῆ φῶ­τα φθο­ρί­ου, οὔ­τε τὴν ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τῶν ἱ­ε­ρέ­ων, ὅ­ταν ἔρ­χον­ται γιὰ νὰ ἀ­ναγ­γεί­λουν ἕ­ναν ἐ­πι­κεί­με­νο θά­να­το. Ἀν­τι­θέ­τως, ἂν βροῦ­με τὸν κα­τάλ­λη­λο τό­νο καὶ τὸ κα­τάλ­λη­λο κεί­με­νο, κα­τορ­θώ­νου­με με­ρι­κὲς φο­ρὲς νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἡ φω­νὴ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς νὰ πε­ρι­μέ­νουν μὲ ἀ­δη­μο­νί­α τὴν ἔκ­βα­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας πού, συ­χνά, ἀρ­χί­ζει μὲ ἕ­να «Μιὰ φο­ρὰ καὶ ἕ­ναν και­ρό…». Μιὰ μέ­ρα, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­μα­κρη στά­ση τῆς ἀ­σθε­νοῦς, τὴ ρώ­τη­σα ποι­ὰ ἦ­ταν, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν κα­τά­φε­ρα νὰ κα­τα­λά­βω τὴν ἀ­πάν­τη­σή της. Ἔ­κτο­τε, τὴν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν ποῦ καὶ ποῦ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­πὸ οἶ­κτο καὶ ἄλ­λες ἀ­πὸ τὸ πα­θο­λο­γι­κό, θὰ ἔ­λε­γα, ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τῶν ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἴ­μα­στε ἀ­νί­κα­νοι νὰ ἐ­πι­νο­ή­σου­με. Μέ­χρι πού, ἕ­να βρά­δυ, πέ­θα­νε μὲ τὸ χει­ρό­τε­ρο τρό­πο: μό­νη, πα­ρα­λη­ρών­τας καὶ πα­τών­τας ἀ­πελ­πι­σμέ­να τὸ δο­σο­με­τρη­τὴ μορ­φί­νης. Δὲν ἦ­ταν καὶ κα­νέ­να δρά­μα, για­τὶ δὲν γνω­ρι­ζό­μα­σταν καὶ πο­λὺ κα­λὰ καὶ για­τὶ, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ εἶ­μαι ἐ­θε­λον­τής, ἔ­χω μά­θει νὰ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­οῦ­μαι ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βο­λι­κὰ κα­τα­στρο­φι­κὲς συγ­κι­νή­σεις. Με­ρι­κὲς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­φοῦ εἶ­χα ἤ­δη δι­α­λέ­ξει τὰ πα­ρα­μύ­θια ποὺ θὰ δια­βά­ζα­με τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, τα­κτο­ποί­η­σα τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ εἶ­χα κρα­τή­σει στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τῆς τῆς φο­ρᾶς ποὺ δὲν ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες, για­τὶ οὔ­τε τὰ παι­διά, οὔ­τε οἱ βα­σι­λιά­δες, οὔ­τε οἱ πριγ­κί­πισ­σες (μὲ τὶς ξαν­θὲς μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες τους), οὔ­τε τὰ πιὸ ἄ­σχη­μα καὶ μαλ­λια­ρὰ ζῶ­α δὲν ἤ­θε­λαν νὰ ξέ­ρουν τί­πο­τα γι’ αὐ­τή, καὶ για­τὶ ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ περ­νοῦν δί­χως νὰ ἀ­φή­σουν ἴ­χνος, λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξαν πο­τέ.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010).

SergiPamies-Eikona-04ΣέρζιΠάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

 .

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: