Ἀλμπέρτος Νάρ: Ἡ πόλη μου οἱ ρίζες μου

.

Nar,Almpertos-IPoliMou,OiRizesMou-Eikona-08

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

 .

Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου

 .

05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__Munthe‘ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ζεῖς καὶ ἀ­να­λώ­νε­σαι. Καὶ πρὸς αὐ­τὴν τὰ ὁ­ρά­μα­τά σου στὸ σύ­νο­λό τους ἀ­νά­γον­ται καὶ οἱ ποι­κί­λες ἐ­ρω­τι­κὲς καὶ ἄλ­λες ἐ­κμυ­στη­ρεύ­σεις σου ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων συγ­κλί­νουν. Εἶ­σαι ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ τοὺς πο­λί­τες της τοὺς πιὸ πα­λιούς. Κι ἂς ξέ­φτι­σαν πιά, σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα, οἱ μνῆ­μες μιᾶς ἄλ­λης, ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς, ποὺ ἐ­σὺ βέ­βαι­α δὲν πρό­λα­βες. Μνῆ­μες ἑ­νὸς κό­σμου δι­κῶν σου ἀν­θρώ­πων, ποὺ μὲ τὸ θρῆ­νο σου προ­σπα­θεῖς νὰ ἀ­να­στή­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ λο­γα­ριά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μυ­η­μέ­νο ξέ­ρει νὰ δο­κι­μά­ζε­ται, ξε­χω­ρί­ζον­τας, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φαι­νό­με­να, τὴ μυ­στι­κὴ οὐ­σί­α. Καὶ ξέ­ρει ἀ­κό­μα νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν ψυ­χή του στὸ μύ­ρο ποὺ ἀ­να­δί­νουν τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χώ­μα­τα. Ἔ­τσι καὶ τὰ δι­κά σου βή­μα­τα πρὸς τὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση ἄ­σφαλ­τα σὲ ὁ­δη­γοῦν. Ἐ­κεῖ στὰ καλ­ντε­ρί­μια τὰ λι­θό­στρω­τα, ποὺ συ­χνὰ κα­τα­λή­γουν σ’ ἀ­δι­έ­ξο­δο κι ὅ­που σή­με­ρα ἡ με­γά­λη πλα­τεί­α μὲ τὶς βυ­ζαν­τι­νό­ρυθ­μες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες κι ὅ­που τό­τε χα­μό­σπι­τα ἀ­πὸ τσα­τμά­δες* καὶ μπα­γδα­τιά*, ποὺ ἡ με­γά­λη πυρ­κα­γιὰ ἀ­νε­λέ­η­τα σά­ρω­σε. Ἐ­κεῖ στὶς συ­νοι­κί­ες μὲ τὰ ἐ­ξω­τι­κά, πλὴν λη­σμο­νη­μέ­να ὀ­νό­μα­τα – Πλά­σα, Πού­λια, Ρό­γος, Με­ϊν­τὰν ντὶ Λουμ­πέν, Μα­δρε­σί­κα ντὲλ Ἄ­γου­α. Ἐ­κεῖ καὶ κά­ποι­ες στο­ὲς πα­λαι­ϊ­κὲς ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ ἀν­τι­στέ­κον­ται. Κι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ οἱ ἀ­γο­ρὲς οἱ πο­λυ­σύ­χνα­στες ποὺ καὶ σή­με­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ θέλ­γουν. Ἴ­σως νι­ώ­θεις πιὸ σί­γου­ρος ἔ­τσι. Ξα­να­βρί­σκεις πάν­τως τὶς ρί­ζες σου κι ἂς εἶ­σαι ἀ­πὸ τὴν τό­ση κα­τα­φο­ρὰ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νος. «Στοι­χει­ὸ καὶ μὲ προ­σμέ­νει» λὲς καὶ συ­νε­χί­ζεις.

       Εἶ­σαι ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα. Στέ­ρι­ω­σες καὶ ξα­να­στέ­ρι­ω­σες ἐ­δῶ, μὲ τοὺς πιὸ πα­λιοὺς πρῶ­τα, τοὺς αὐ­τό­χθο­νες σχε­δόν. «Ἰ­ου­δαῖ­οι κα­λοί, Ἰ­ου­δαῖ­οι ἁ­γνοί, Ἰ­ου­δαῖ­οι πι­στοὶ προ­πάν­των, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ ἀ­παι­τοῦν οἱ πε­ρι­στά­σεις, καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς λα­λιᾶς εἰ­δή­μο­νες.» Μὲ τοὺς Ἀ­σκε­να­ζὶμ τῆς Με­σευ­ρώ­πης τὶς πα­νάρ­χαι­ες γρα­φές σου ξα­να­συλ­λά­βι­σες. Κι ἤ­σουν ἀ­νά­με­σα στοὺς ξε­κλη­ρι­σμέ­νους τῆς Ἰ­τα­λί­ας καὶ τῆς Ἰ­βη­ρι­κῆς, τὴ νέ­α Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ θε­με­λι­ώ­νον­τας, ποὺ φάν­τα­ζε στὶς ἀ­κτὲς τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ νὰ ξα­να­γεν­νι­έ­ται. Τὴ λύ­τρω­σή σου ἀ­να­ζή­τη­σες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἐ­φή­με­ρα, στὰ ἄ­δυ­τα ἐ­δά­φια τῶν μυ­στι­κῶν ἑρ­μη­νευ­τῶν τῆς Κα­βά­λα καὶ τοῦ Ζο­χάρ. Κι ἔ­νι­ω­σες ἐν­τός σου ν’ ἀρ­θρώ­νε­ται τὸ φῶς τὸ ὁ­δη­γη­τι­κό, ἔ­τσι κα­θὼς ἔ­κρυ­βες τὸ πρό­σω­πό σου στὶς μέ­σα αὐ­λὲς τῶν ψη­λό­τε­ρων σπι­τι­ῶν, ὅ­που οἱ συ­να­γω­γές σου «να­οὶ στὸ σχῆ­μα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ», τὶς χα­μέ­νες πα­τρί­δες τὶς πρῶ­τες μνη­μο­νεύ­ον­τας. – Ἀ­ραγ­κόν, Κα­στί­λια, Μα­γι­όρ­κα, Ἰ­τα­λί­α, Σι­τσί­λια, Λισ­σα­βώ­να.– Ἐ­κεῖ ἡ ἐλ­πί­δα σου ἀν­θὸς νὰ κρυ­φα­νοί­γει τὰ πέ­τα­λά του στὸν ἥ­λιο κι ὁ ψαλ­μός σου θυ­μί­α­μα νὰ ὑ­ψώ­νε­ται σμί­γον­τας τὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἐ­κεῖ τοῦ βί­ου σου τὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἑρ­μη­τι­κοῦ. Ἐ­κεῖ τὰ ἔ­θι­μα τῶν πα­λι­ῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ τῶν χλω­μῶν θρύ­λων. Ἐ­κεῖ οἱ ντο­πι­ο­λα­λι­ές σου οἱ πε­ρί­τε­χνες. Κι ἐ­κεῖ τὰ τρα­γού­δια σου, τῆς μο­νά­κρι­βης πα­ρά­δο­σής σου τέ­κνα.

       Καὶ σώ­ρια­σες τὰ κά­στρα ποὺ ὕ­ψω­σες τρι­γύ­ρω σου, ὅ­ταν ἡ πό­λη σου σώ­ρια­σε κι αὐ­τὴ τὰ δι­κά της. Πο­ρεύ­τη­κες μα­ζί της «ἐ­κτὸς τῶν τει­χῶν». Κι ἤ­σου­να τώ­ρα μὲ τοὺς σι­ω­νι­στὲς τῆς Μιζ­ρα­χῆ καὶ τῆς Κα­δί­μα, μὲ τοὺς νε­ω­τε­ρι­στὲς τοῦ κύ­κλου τῆς Ἀλ­λιάνς, μὲ τοὺς σο­σι­α­λι­στὲς τῆς Φεν­τε­ρα­σιόν. Ἔ­ζη­σες πάν­τα μὲ τὴ δι­κή σου ζω­ὴ καὶ μὲ τὶς ζω­ὲς ἐ­κεί­νων ποὺ ἔρ­χον­ται πί­σω σου. Καὶ ση­μά­δε­ψες μὲ τὸ δι­κό σου θά­να­το καὶ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νων ποὺ μέλ­λον­ταν νὰ σὲ ἀ­κο­λου­θή­σουν.

       Κι ἦρ­θαν οἱ ὧ­ρες οἱ πι­ό­τε­ρο βα­ρι­ές. Κι ἐν­τός σου νὰ ἀ­να­βρύ­ζει βα­σα­νι­στι­κὰ ἡ ἀ­γω­νί­α. Οἱ ἀ­τε­λεί­ω­τες φά­λαγ­γες στὴν Ἐ­γνα­τί­α, τὸ κί­τρι­νο ἀ­στέ­ρι στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς, ἡ πλη­γὴ ποὺ χά­ρα­ξε ἡ ὀ­δύ­νη σου στὴν ἄ­σφαλ­το τῆς πλα­τεί­ας Ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Καὶ τρύ­γη­σες τὴ νέ­α σου μοί­ρα ὣς τὸ τέ­λος. Ἐ­κεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς ποὺ σὲ ἀ­πο­μό­νω­σαν νὰ ξε­χω­ρί­ζεις ἐ­κεῖ­να ποὺ ὑ­πῆρ­χαν κά­πο­τε, κι ἦ­ταν δι­κά σου. Κι­τρι­νι­σμέ­νες σε­λί­δες ποὺ ἀ­νι­στο­ροῦν τὸ πέ­ρα­σμά σου, κά­ποι­α ἀν­τι­κεί­με­να μου­σεια­κά, κά­ποι­ες πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες τῶν παπ­πού­δων μὲ τὴν κό­φια* καὶ τὸ ἀν­τε­ρί*, κά­ποι­ες τα­φό­πλα­κες ἀ­πὸ τὸ ἰ­σο­πε­δω­μέ­νο κοι­μη­τή­ριο. Κι ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νες οἱ γραμ­μὲς οἱ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νες ποὺ γνώ­ρι­ζες πὼς δὲν ὁ­δη­γοῦ­σαν που­θε­νὰ κι ὅ­που ἀ­κό­μα θαρ­ρεῖς πὼς χά­σκουν ὀρ­θά­νοι­χτες τῶν βα­γο­νι­ῶν οἱ θύ­ρες. Σὲ ἀ­πο­σύν­θε­σαν ὁ­λό­κλη­ρο καὶ γύ­ρε­ψαν νὰ σκορ­πί­σουν τὴν τέ­φρα σου.

       Κι ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν μέ­ρες πολ­λές. Μέ­σα στοὺς ἴ­διους δρό­μους καὶ στὶς ἴ­δι­ες ἀ­γο­ρές, σὰν ἀ­πὸ θαῦ­μα, πε­ρι­φέ­ρε­σαι. Βρί­σκεις ση­μά­δια ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω σου, τῆς ἐγ­κύ­κλιας πο­ρεί­ας σου κα­τά­λοι­πα. Αὐ­τὲς οἱ πέ­τρες σὲ γνω­ρί­ζουν καὶ τὶς ξέ­ρεις. Πά­νω στὰ ἐ­ρεί­πια τὰ πα­νά­κρι­βα ὄ­νει­ρά σου θὰ στε­γά­σεις. Στοὺς συλ­λη­μέ­νους βω­μοὺς ὅ,τι σοῦ ἀ­πό­μει­νε θὰ ἀ­να­συν­τά­ξεις. Κι ἐ­κεί­νους ποὺ σοῦ χά­θη­καν ἀ­πὸ τὴ λή­θη θὰ ἀ­να­κα­λέ­σεις γιὰ νὰ σὲ στη­ρί­ξουν. Κι ἂς νι­ώ­θεις πιὰ σὰν ξε­κομ­μέ­νος καὶ σὰν ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος ἔ­τσι ὡς ὁ­λό­γυ­ρα τὰ πάν­τα με­τα­βάλ­λον­ται ἐ­ρή­μην σου. Κι ἂς μὴν ἔ­χει τὸ πα­λιό σου σπί­τι πιὰ φω­νή, σὰν ἄγ­γε­λος ποὺ θρη­νεῖ γιὰ τὶς χα­μέ­νες του φτε­ροῦ­γες. Στοὺς χώ­ρους του θὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ λει­τουρ­γή­σεις. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ ξε­ρό­φυλ­λα ἀ­να­κα­λεῖς ἀ­γα­πη­μέ­νες μνῆ­μες. Λο­γα­ριά­ζεις τὰ βή­μα­τά τους στὸ δά­πε­δο, πα­λεύ­εις μὲ τὶς σκι­ές τους στοὺς τοί­χους, τὶς με­τα­μέ­λει­ες τὶς ἄ­σκο­πες ἀ­να­με­τρᾶς. Καὶ στ’ ἄ­το­να βλέ­φα­ρά σου, ποὺ δὲν ξέ­ρου­νε πιὰ πὼς νὰ δα­κρύ­σουν, τὸ ἐ­ξαί­σιο ὅ­ρα­μα τῆς πο­λι­τεί­ας τού­της ποὺ τό­σο λά­τρε­ψες καὶ ποὺ τό­σο σὲ λά­τρε­ψε: «Θεσ­σα­λο­νί­κη, σὲ βλέ­πω τώ­ρα νὰ δι­α­γρά­φε­σαι ἀ­χνὰ μὲ τὶς νε­φέ­λες σου τὶς χα­μη­λὰ ἐ­πι­κρε­μά­με­νες καὶ τὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα τὰ πυ­ρι­φλε­γῆ, τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὡ­ραῖ­α. Φι­λῶ τὸ χῶ­μα σου καὶ προ­χω­ρῶ. Κι ἂς εἶ­σαι τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται. Κι ἂς λο­γα­ριά­ζω, ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πὼς τοὺς δι­κούς μου ἀν­θρώ­πους τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιά. Κι ὁ­λό­γυ­ρα ψέ­λιζαν, μὲ δί­χως δύ­να­μη, μὲ μά­τια ὑ­γρὰ καὶ σκο­τει­νὴ τὴν ὄ­ψη, μυ­ριά­δες πρό­γο­νοι ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γυ­μνές, ἀ­πὸ λη­σμο­νη­μέ­νες χῶ­ρες, μὲ τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ νάρ­δου, ἀ­πὸ περ­γα­μη­νὲς κι ἀ­πὸ ἀρ­χαί­ους να­οὺς ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­ναν στά­χτη. Ἐ­σὺ εἶ­σαι πάν­τα ἐ­δῶ πό­λη μου. Εἶ­σαι δι­κή μου κι εἶ­μαι δι­κός σου.­.. Κι ἔ­τσι μα­ζί σου τὴν κρυμ­μέ­νη μου συ­νεί­δη­ση ψη­φί­δα μὲ ψη­φί­δα ἀ­νι­χνεύ­ω, τὴν πο­ρεί­α μου πά­νω στὴν πο­ρεί­α σου, ὑ­πο­γραμ­μί­ζω καὶ λέω: Πάντα νὰ μένω τῶν Ἑβραίων, τῶν ἱερῶν Ἑβραίων ὁ υἱός.»

τσα­τμάς = εἶ­δος τοι­χο­ποι­ί­ας ἀ­πὸ λε­πτὲς σα­νί­δες ἢ πλε­κτὰ κα­λά­μια πα­ρα­γε­μι­σμέ­να μὲ λά­σπη ἢ τοῦ­βλα.

μπα­γδα­τί = τα­βά­νι ἢ με­σό­τοι­χος κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ λε­πτὰ ἐ­πι­μή­κη ξύ­λα κα­λυμ­μέ­να μὲ ἀ­σβε­στο­κο­νί­α­μα.

κό­φια = πε­ρί­πλο­κο κά­λυμ­μα κε­φα­λῆς ποὺ τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε βε­λού­δι­νη, με­τα­ξω­τὴ κορ­δέ­λα πε­ρα­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι.

ἀν­τε­ρί = μα­κρὺ σκοῦ­ρο ἱ­ε­ρα­τι­κὸ ἔν­δυ­μα ποὺ συ­νή­θως φο­ρι­έ­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ ρά­σο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ περ. Τὸ Δέ­ντρο, Δεκ. 1985 -Ἰαν. 1986.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985 (μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου).

 .

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: