Ἀλμπέρτος Νάρ: Κατὰ συνθήκην

.

Nar,Almpertos-KataSynthikin-Eikona-02b

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

Κα­τὰ συν­θή­κην

 .

09-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_TerburgΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟY 1930, ὁ κύ­ριος Δα­βὶδ Με­να­σέ, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 39, συμ­με­τεῖ­χε σὲ συγ­κέν­τρω­ση δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας μπρο­στὰ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο «Δι­ο­νύ­σια», μὲ αἴ­τη­μα τὴν δι­α­κο­πὴ τῆς προ­βο­λῆς τῆς ται­νί­ας «Ὁ Βα­σι­λεὺς τῶν βα­σι­λέ­ων».

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1954, ἡ κυ­ρί­α Πέρ­λα Με­να­σὲ Μπουρ­λά, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 35, θυ­γα­τέ­ρα τοῦ προ­η­γού­με­νου, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτο­πί­στη­κε στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κεν­τρώ­σε­ως Ἄ­ου­σβιτς-Μπίρ­κενα­ου τὸ 1943, κα­τα­χω­ρή­θη­κε μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ 39998 καὶ ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἐ­πι­βί­ω­σε, πα­ρα­κο­λού­θη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ἀλ­κα­ζὰρ» τὴν προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας «Ἡ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ὁ θε­άν­θρω­πος», πα­ρέ­α μὲ τὴ γει­τό­νισ­σα καὶ φί­λη της κυ­ρί­α Μα­ρί­κα Πα­πα­δή­μα, ἐκ Φαρ­κα­δῶ­νος Τρι­κά­λων Θεσ­σα­λί­ας καὶ συγ­κι­νή­θη­κε μέ­χρι δα­κρύ­ων.

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1966, ὁ Ἰ­σα­ὰκ Μπουρ­λά, γιὸς τῆς προ­η­γού­με­νης, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 18, φοι­τη­τὴς τῆς Πο­λυ­τε­χνι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ., τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Μη­χα­νι­κῶν, πα­ρα­κο­λού­θη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ὀ­λύμ­πιον» τὴν προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας «Τὸ κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον Εὐα­γγέ­λιον». Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­λα­βε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος σὲ συ­ζή­τη­ση ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ λέ­σχη τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι τα­κτι­κὸ μέ­λος μὲ θέ­μα: «Ἀ­πὸ τὸν Σέ­σιλ ντὲ Μὶλ στὸν Πι­ὲρ Πά­ο­λο Πα­ζο­λί­νι. Τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη.»

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1994, ἡ Τζου­λιά­να, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 16, μα­θή­τρια Λυ­κεί­ου, θυ­γα­τέ­ρα τοῦ προ­η­γού­με­νου καὶ τῆς Να­τα­λί­ας Χρυ­σο­χο­ΐ­δου, προ­σπά­θη­σε νὰ δι­α­σκε­δά­σει τὴν πλή­ξη της ἐ­πι­δι­δό­με­νη σὲ δια­ρκὲς ζά­πινγκ καὶ ἀ­γα­νά­κτη­σε μὲ τὶς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες προ­βο­λὲς τῶν ἐ­πι­κῶν ὑ­περ­πα­ρα­γω­γῶν τοῦ Χό­λυ­γουντ καὶ τῆς Τσι­νε­τσι­τά, ποὺ συ­νή­θως κα­τα­κλύ­ζουν τὰ κα­νά­λια στὴ διάρ­κεια τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας. Στὸ τέ­λος ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ὅ­δευ­σε στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπα­ρά­κι.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, Ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985· μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου). Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους (ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991) καὶ Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999).

 .

Διαφημίσεις

Ἀλμπέρτος Νάρ: Ἡ πόλη μου οἱ ρίζες μου

.

Nar,Almpertos-IPoliMou,OiRizesMou-Eikona-08

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

 .

Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου

 .

05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__Munthe‘ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ζεῖς καὶ ἀ­να­λώ­νε­σαι. Καὶ πρὸς αὐ­τὴν τὰ ὁ­ρά­μα­τά σου στὸ σύ­νο­λό τους ἀ­νά­γον­ται καὶ οἱ ποι­κί­λες ἐ­ρω­τι­κὲς καὶ ἄλ­λες ἐ­κμυ­στη­ρεύ­σεις σου ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων συγ­κλί­νουν. Εἶ­σαι ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ τοὺς πο­λί­τες της τοὺς πιὸ πα­λιούς. Κι ἂς ξέ­φτι­σαν πιά, σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα, οἱ μνῆ­μες μιᾶς ἄλ­λης, ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς, ποὺ ἐ­σὺ βέ­βαι­α δὲν πρό­λα­βες. Μνῆ­μες ἑ­νὸς κό­σμου δι­κῶν σου ἀν­θρώ­πων, ποὺ μὲ τὸ θρῆ­νο σου προ­σπα­θεῖς νὰ ἀ­να­στή­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ λο­γα­ριά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μυ­η­μέ­νο ξέ­ρει νὰ δο­κι­μά­ζε­ται, ξε­χω­ρί­ζον­τας, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φαι­νό­με­να, τὴ μυ­στι­κὴ οὐ­σί­α. Καὶ ξέ­ρει ἀ­κό­μα νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν ψυ­χή του στὸ μύ­ρο ποὺ ἀ­να­δί­νουν τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χώ­μα­τα. Ἔ­τσι καὶ τὰ δι­κά σου βή­μα­τα πρὸς τὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση ἄ­σφαλ­τα σὲ ὁ­δη­γοῦν. Ἐ­κεῖ στὰ καλ­ντε­ρί­μια τὰ λι­θό­στρω­τα, ποὺ συ­χνὰ κα­τα­λή­γουν σ’ ἀ­δι­έ­ξο­δο κι ὅ­που σή­με­ρα ἡ με­γά­λη πλα­τεί­α μὲ τὶς βυ­ζαν­τι­νό­ρυθ­μες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες κι ὅ­που τό­τε χα­μό­σπι­τα ἀ­πὸ τσα­τμά­δες* καὶ μπα­γδα­τιά*, ποὺ ἡ με­γά­λη πυρ­κα­γιὰ ἀ­νε­λέ­η­τα σά­ρω­σε. Ἐ­κεῖ στὶς συ­νοι­κί­ες μὲ τὰ ἐ­ξω­τι­κά, πλὴν λη­σμο­νη­μέ­να ὀ­νό­μα­τα – Πλά­σα, Πού­λια, Ρό­γος, Με­ϊν­τὰν ντὶ Λουμ­πέν, Μα­δρε­σί­κα ντὲλ Ἄ­γου­α. Ἐ­κεῖ καὶ κά­ποι­ες στο­ὲς πα­λαι­ϊ­κὲς ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ ἀν­τι­στέ­κον­ται. Κι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ οἱ ἀ­γο­ρὲς οἱ πο­λυ­σύ­χνα­στες ποὺ καὶ σή­με­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ θέλ­γουν. Ἴ­σως νι­ώ­θεις πιὸ σί­γου­ρος ἔ­τσι. Ξα­να­βρί­σκεις πάν­τως τὶς ρί­ζες σου κι ἂς εἶ­σαι ἀ­πὸ τὴν τό­ση κα­τα­φο­ρὰ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νος. «Στοι­χει­ὸ καὶ μὲ προ­σμέ­νει» λὲς καὶ συ­νε­χί­ζεις.

       Εἶ­σαι ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα. Στέ­ρι­ω­σες καὶ ξα­να­στέ­ρι­ω­σες ἐ­δῶ, μὲ τοὺς πιὸ πα­λιοὺς πρῶ­τα, τοὺς αὐ­τό­χθο­νες σχε­δόν. «Ἰ­ου­δαῖ­οι κα­λοί, Ἰ­ου­δαῖ­οι ἁ­γνοί, Ἰ­ου­δαῖ­οι πι­στοὶ προ­πάν­των, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ ἀ­παι­τοῦν οἱ πε­ρι­στά­σεις, καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς λα­λιᾶς εἰ­δή­μο­νες.» Μὲ τοὺς Ἀ­σκε­να­ζὶμ τῆς Με­σευ­ρώ­πης τὶς πα­νάρ­χαι­ες γρα­φές σου ξα­να­συλ­λά­βι­σες. Κι ἤ­σουν ἀ­νά­με­σα στοὺς ξε­κλη­ρι­σμέ­νους τῆς Ἰ­τα­λί­ας καὶ τῆς Ἰ­βη­ρι­κῆς, τὴ νέ­α Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ θε­με­λι­ώ­νον­τας, ποὺ φάν­τα­ζε στὶς ἀ­κτὲς τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ νὰ ξα­να­γεν­νι­έ­ται. Τὴ λύ­τρω­σή σου ἀ­να­ζή­τη­σες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἐ­φή­με­ρα, στὰ ἄ­δυ­τα ἐ­δά­φια τῶν μυ­στι­κῶν ἑρ­μη­νευ­τῶν τῆς Κα­βά­λα καὶ τοῦ Ζο­χάρ. Κι ἔ­νι­ω­σες ἐν­τός σου ν’ ἀρ­θρώ­νε­ται τὸ φῶς τὸ ὁ­δη­γη­τι­κό, ἔ­τσι κα­θὼς ἔ­κρυ­βες τὸ πρό­σω­πό σου στὶς μέ­σα αὐ­λὲς τῶν ψη­λό­τε­ρων σπι­τι­ῶν, ὅ­που οἱ συ­να­γω­γές σου «να­οὶ στὸ σχῆ­μα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ», τὶς χα­μέ­νες πα­τρί­δες τὶς πρῶ­τες μνη­μο­νεύ­ον­τας. – Ἀ­ραγ­κόν, Κα­στί­λια, Μα­γι­όρ­κα, Ἰ­τα­λί­α, Σι­τσί­λια, Λισ­σα­βώ­να.– Ἐ­κεῖ ἡ ἐλ­πί­δα σου ἀν­θὸς νὰ κρυ­φα­νοί­γει τὰ πέ­τα­λά του στὸν ἥ­λιο κι ὁ ψαλ­μός σου θυ­μί­α­μα νὰ ὑ­ψώ­νε­ται σμί­γον­τας τὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἐ­κεῖ τοῦ βί­ου σου τὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἑρ­μη­τι­κοῦ. Ἐ­κεῖ τὰ ἔ­θι­μα τῶν πα­λι­ῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ τῶν χλω­μῶν θρύ­λων. Ἐ­κεῖ οἱ ντο­πι­ο­λα­λι­ές σου οἱ πε­ρί­τε­χνες. Κι ἐ­κεῖ τὰ τρα­γού­δια σου, τῆς μο­νά­κρι­βης πα­ρά­δο­σής σου τέ­κνα.

       Καὶ σώ­ρια­σες τὰ κά­στρα ποὺ ὕ­ψω­σες τρι­γύ­ρω σου, ὅ­ταν ἡ πό­λη σου σώ­ρια­σε κι αὐ­τὴ τὰ δι­κά της. Πο­ρεύ­τη­κες μα­ζί της «ἐ­κτὸς τῶν τει­χῶν». Κι ἤ­σου­να τώ­ρα μὲ τοὺς σι­ω­νι­στὲς τῆς Μιζ­ρα­χῆ καὶ τῆς Κα­δί­μα, μὲ τοὺς νε­ω­τε­ρι­στὲς τοῦ κύ­κλου τῆς Ἀλ­λιάνς, μὲ τοὺς σο­σι­α­λι­στὲς τῆς Φεν­τε­ρα­σιόν. Ἔ­ζη­σες πάν­τα μὲ τὴ δι­κή σου ζω­ὴ καὶ μὲ τὶς ζω­ὲς ἐ­κεί­νων ποὺ ἔρ­χον­ται πί­σω σου. Καὶ ση­μά­δε­ψες μὲ τὸ δι­κό σου θά­να­το καὶ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νων ποὺ μέλ­λον­ταν νὰ σὲ ἀ­κο­λου­θή­σουν.

       Κι ἦρ­θαν οἱ ὧ­ρες οἱ πι­ό­τε­ρο βα­ρι­ές. Κι ἐν­τός σου νὰ ἀ­να­βρύ­ζει βα­σα­νι­στι­κὰ ἡ ἀ­γω­νί­α. Οἱ ἀ­τε­λεί­ω­τες φά­λαγ­γες στὴν Ἐ­γνα­τί­α, τὸ κί­τρι­νο ἀ­στέ­ρι στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς, ἡ πλη­γὴ ποὺ χά­ρα­ξε ἡ ὀ­δύ­νη σου στὴν ἄ­σφαλ­το τῆς πλα­τεί­ας Ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Καὶ τρύ­γη­σες τὴ νέ­α σου μοί­ρα ὣς τὸ τέ­λος. Ἐ­κεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς ποὺ σὲ ἀ­πο­μό­νω­σαν νὰ ξε­χω­ρί­ζεις ἐ­κεῖ­να ποὺ ὑ­πῆρ­χαν κά­πο­τε, κι ἦ­ταν δι­κά σου. Κι­τρι­νι­σμέ­νες σε­λί­δες ποὺ ἀ­νι­στο­ροῦν τὸ πέ­ρα­σμά σου, κά­ποι­α ἀν­τι­κεί­με­να μου­σεια­κά, κά­ποι­ες πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες τῶν παπ­πού­δων μὲ τὴν κό­φια* καὶ τὸ ἀν­τε­ρί*, κά­ποι­ες τα­φό­πλα­κες ἀ­πὸ τὸ ἰ­σο­πε­δω­μέ­νο κοι­μη­τή­ριο. Κι ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νες οἱ γραμ­μὲς οἱ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νες ποὺ γνώ­ρι­ζες πὼς δὲν ὁ­δη­γοῦ­σαν που­θε­νὰ κι ὅ­που ἀ­κό­μα θαρ­ρεῖς πὼς χά­σκουν ὀρ­θά­νοι­χτες τῶν βα­γο­νι­ῶν οἱ θύ­ρες. Σὲ ἀ­πο­σύν­θε­σαν ὁ­λό­κλη­ρο καὶ γύ­ρε­ψαν νὰ σκορ­πί­σουν τὴν τέ­φρα σου.

       Κι ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν μέ­ρες πολ­λές. Μέ­σα στοὺς ἴ­διους δρό­μους καὶ στὶς ἴ­δι­ες ἀ­γο­ρές, σὰν ἀ­πὸ θαῦ­μα, πε­ρι­φέ­ρε­σαι. Βρί­σκεις ση­μά­δια ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω σου, τῆς ἐγ­κύ­κλιας πο­ρεί­ας σου κα­τά­λοι­πα. Αὐ­τὲς οἱ πέ­τρες σὲ γνω­ρί­ζουν καὶ τὶς ξέ­ρεις. Πά­νω στὰ ἐ­ρεί­πια τὰ πα­νά­κρι­βα ὄ­νει­ρά σου θὰ στε­γά­σεις. Στοὺς συλ­λη­μέ­νους βω­μοὺς ὅ,τι σοῦ ἀ­πό­μει­νε θὰ ἀ­να­συν­τά­ξεις. Κι ἐ­κεί­νους ποὺ σοῦ χά­θη­καν ἀ­πὸ τὴ λή­θη θὰ ἀ­να­κα­λέ­σεις γιὰ νὰ σὲ στη­ρί­ξουν. Κι ἂς νι­ώ­θεις πιὰ σὰν ξε­κομ­μέ­νος καὶ σὰν ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος ἔ­τσι ὡς ὁ­λό­γυ­ρα τὰ πάν­τα με­τα­βάλ­λον­ται ἐ­ρή­μην σου. Κι ἂς μὴν ἔ­χει τὸ πα­λιό σου σπί­τι πιὰ φω­νή, σὰν ἄγ­γε­λος ποὺ θρη­νεῖ γιὰ τὶς χα­μέ­νες του φτε­ροῦ­γες. Στοὺς χώ­ρους του θὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ λει­τουρ­γή­σεις. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ ξε­ρό­φυλ­λα ἀ­να­κα­λεῖς ἀ­γα­πη­μέ­νες μνῆ­μες. Λο­γα­ριά­ζεις τὰ βή­μα­τά τους στὸ δά­πε­δο, πα­λεύ­εις μὲ τὶς σκι­ές τους στοὺς τοί­χους, τὶς με­τα­μέ­λει­ες τὶς ἄ­σκο­πες ἀ­να­με­τρᾶς. Καὶ στ’ ἄ­το­να βλέ­φα­ρά σου, ποὺ δὲν ξέ­ρου­νε πιὰ πὼς νὰ δα­κρύ­σουν, τὸ ἐ­ξαί­σιο ὅ­ρα­μα τῆς πο­λι­τεί­ας τού­της ποὺ τό­σο λά­τρε­ψες καὶ ποὺ τό­σο σὲ λά­τρε­ψε: «Θεσ­σα­λο­νί­κη, σὲ βλέ­πω τώ­ρα νὰ δι­α­γρά­φε­σαι ἀ­χνὰ μὲ τὶς νε­φέ­λες σου τὶς χα­μη­λὰ ἐ­πι­κρε­μά­με­νες καὶ τὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα τὰ πυ­ρι­φλε­γῆ, τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὡ­ραῖ­α. Φι­λῶ τὸ χῶ­μα σου καὶ προ­χω­ρῶ. Κι ἂς εἶ­σαι τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται. Κι ἂς λο­γα­ριά­ζω, ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πὼς τοὺς δι­κούς μου ἀν­θρώ­πους τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιά. Κι ὁ­λό­γυ­ρα ψέ­λιζαν, μὲ δί­χως δύ­να­μη, μὲ μά­τια ὑ­γρὰ καὶ σκο­τει­νὴ τὴν ὄ­ψη, μυ­ριά­δες πρό­γο­νοι ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γυ­μνές, ἀ­πὸ λη­σμο­νη­μέ­νες χῶ­ρες, μὲ τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ νάρ­δου, ἀ­πὸ περ­γα­μη­νὲς κι ἀ­πὸ ἀρ­χαί­ους να­οὺς ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­ναν στά­χτη. Ἐ­σὺ εἶ­σαι πάν­τα ἐ­δῶ πό­λη μου. Εἶ­σαι δι­κή μου κι εἶ­μαι δι­κός σου.­.. Κι ἔ­τσι μα­ζί σου τὴν κρυμ­μέ­νη μου συ­νεί­δη­ση ψη­φί­δα μὲ ψη­φί­δα ἀ­νι­χνεύ­ω, τὴν πο­ρεί­α μου πά­νω στὴν πο­ρεί­α σου, ὑ­πο­γραμ­μί­ζω καὶ λέω: Πάντα νὰ μένω τῶν Ἑβραίων, τῶν ἱερῶν Ἑβραίων ὁ υἱός.»

τσα­τμάς = εἶ­δος τοι­χο­ποι­ί­ας ἀ­πὸ λε­πτὲς σα­νί­δες ἢ πλε­κτὰ κα­λά­μια πα­ρα­γε­μι­σμέ­να μὲ λά­σπη ἢ τοῦ­βλα.

μπα­γδα­τί = τα­βά­νι ἢ με­σό­τοι­χος κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ λε­πτὰ ἐ­πι­μή­κη ξύ­λα κα­λυμ­μέ­να μὲ ἀ­σβε­στο­κο­νί­α­μα.

κό­φια = πε­ρί­πλο­κο κά­λυμ­μα κε­φα­λῆς ποὺ τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε βε­λού­δι­νη, με­τα­ξω­τὴ κορ­δέ­λα πε­ρα­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι.

ἀν­τε­ρί = μα­κρὺ σκοῦ­ρο ἱ­ε­ρα­τι­κὸ ἔν­δυ­μα ποὺ συ­νή­θως φο­ρι­έ­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ ρά­σο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ περ. Τὸ Δέ­ντρο, Δεκ. 1985 -Ἰαν. 1986.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985 (μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου).

 .

Ἀλμπέρτος Νάρ: Σα­λο­νι­κά­ϊ, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός

.

AlmpertosNar-Salonikai,DiladiSalonikios-01b

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

.

Σα­λο­νι­κά­ϊ, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός

.

06-sΑΛΟΝΙΚΑΪ, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, ποὺ στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ πά­ει νὰ πεῖ ἄν­τρας ρω­μα­λέ­ος καὶ εὔ­στρο­φος. Ὁ ὅ­ρος θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­νο­ή­θη­κε με­τὰ τὸ ’30-’31, τό­τε ποὺ κάμ­πο­σοι δι­κοί μας με­τα­νά­στευ­σαν στὴν Πα­λαι­στί­νη καὶ πι­ά­σα­νε τὰ πό­στα στὰ λι­μά­νια τῆς Χά­ι­φας καὶ τῆς Γιά­φας.

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, συλ­λο­γί­ζε­ται ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, κά­τοι­κος Χι­λής, ἔ­τσι κα­θὼς κό­βει βόλ­τες στὴ δι­α­δρο­μὴ λι­μά­νι-Πύρ­γος, καὶ με­τὰ στὴ νέ­α πα­ρα­λί­α, μέ­χρι τὸ Μα­κε­δο­νί­α Παλ­λάς, μέ­χρι τὴ Σα­λα­μί­να, μέ­χρι τοῦ Ἀλ­λα­τί­νι, μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ τὸν κρα­τοῦν τὰ πό­δια του. Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ κα­πνερ­γά­της, στοι­βα­δό­ρος, βαρ­κά­ρης, ἀλ­λὰ καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐμ­πο­ρο­ϋ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στῆς καὶ δι­κη­γό­ρος, για­τρός, ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ στέ­λε­χος τῆς μπάν­τας τῆς Μα­καμ­πῆ, καὶ πο­δο­σφαι­ρι­στὴς ὅ­πως ὁ Ἀλ­μπὲρ Να­μί­ας τοῦ Ἠ­ρα­κλέ­ους, ποὺ τὸν χά­ζευ­ε τὸ ’36 νὰ δι­α­σχί­ζει τὴν Ἐ­γνα­τί­α με­τα­φέ­ρον­τας τὴν ὀ­λυμ­πια­κὴ φλό­γα, καὶ δρο­μέ­ας, ὅ­πως ὁ Λε­ὸν Πα­σὶ ὁ Βαλ­κα­νι­ο­νί­κης, καὶ πυγ­μά­χος, ὅ­πως ὁ Μάρ­κος Ἀ­ζούς, ὁ Ἀ­ρου­χά­κης καὶ ὁ Ρα­ζόν, ποὺ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ τοὺς τὸ κά­νου­νε τὸ στρα­τό­πε­δο λίμ­πα.

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἐ­γώ, συλ­λο­γί­ζε­ται ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, γέν­νη­μα θρέμ­μα τῶν τε­νε­κὲ-μα­χα­λά­δων, ποὺ τοὺς κα­τά­πι­ε ὁ νέ­ος σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸς σταθ­μός. Καὶ δὲ χορ­ταί­νει τὰ πυ­ρι­φλε­γὴ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα καὶ τὰ παι­δά­κια στὸ πάρ­κο ποὺ παί­ζου­νε κυ­νη­γη­τὸ καὶ τοὺς συν­τα­ξι­ού­χους ποὺ δι­α­πλη­κτί­ζον­ται γιὰ τὰ πο­λι­τι­κά. Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός. Κι ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί νὰ ἀ­πό­γι­ναν ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι; Καὶ τοὺς γυ­ρεύ­ει στὶς πλα­τεῖ­ες, στὶς λε­ω­φό­ρους ἀλ­λὰ καὶ στοὺς δευ­τε­ρεύ­ον­τες δρό­μους μὲ τὰ δι­πλο­παρκα­ρι­σμέ­να αὐ­το­κί­νη­τα. Τοὺς ἀ­να­ζη­τᾶ στὶς νε­όδ­μη­τες ἐρ­γα­τι­κὲς κα­τοι­κί­ες ποὺ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὰ πα­ρα­πήγ­μα­τα τῶν ἄλ­λο­τε συ­νοι­κι­σμῶν, ἐ­κεῖ ποὺ γνώ­ρι­ζε πῶς βρι­σκό­ταν ἡ τά­δε ἀ­λά­να, τὸ τά­δε δί­πα­το μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α 5718 χα­ραγ­μέ­νη στὸ ὑ­πέρ­θυ­ρο, χρο­νο­λο­γί­α ποὺ οἱ ση­με­ρι­νοὶ σί­γου­ρα ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ κα­τα­νο­ή­σουν καὶ νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σουν, τὸ δί­πα­το ποὺ πα­ρα­χώ­ρη­σε τὴ θέ­ση του σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τεσ­σά­ρων ἀ­στέ­ρων. Τοὺς ἀ­να­ζη­τᾶ καὶ στὶς τα­φό­πλα­κες μὲ τὰ πα­ρά­ξε­να γράμ­μα­τα ποὺ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα ἀ­να­κα­λύ­πτουν, ἀ­να­σκά­πτον­τας τὰ σπλά­χνα τῆς πό­λης-μά­νας. Τοὺς ἀ­να­κα­λεῖ κα­θὼς περ­νᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Προ­ξε­νεῖ­ο. Ἐ­δῶ ποὺ κά­πο­τε, γύ­ρω στὸ ’49-’50, τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε καὶ ἐ­πι­βί­ω­σε, κα­τέ­θε­σε τὰ χαρ­τιά του γιὰ με­τα­νά­στευ­ση. Τὸν κό­ψα­νε ὅ­μως μιὰ καὶ φρόν­τι­σαν νὰ προ­μη­θευ­τοῦν τὸ φά­κε­λό του καὶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θοῦν μέ­χρι καὶ τί ὄ­νει­ρα ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του. Ἤ­ξε­ραν λοι­πὸν πὼς βγῆ­κε ἀ­πὸ μι­κρὸς στὸ κλα­ρὶ καὶ γιὰ τὶς φυ­λα­κὲς καὶ γιὰ τὶς ἐ­ξο­ρί­ες. Μέ­χρι καὶ γιὰ τὴν Ἀ­κρο­ναυ­πλί­α ἤ­ξε­ραν, τό­τε ποὺ πέ­ρα­σε γραμ­μὴ νὰ μά­θουν ὅ­λοι νὰ κο­λυμ­ποῦν μή­πως κι ἀ­πο­δρά­σουν ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως κόν­τε­ψε νὰ μεί­νει στὸν πά­το. Κι ἀ­φοῦ μὲ κό­πο τὸν σύ­ρα­νε ἔ­ξω, «ἀ­φῆ­στε, σύν­τρο­φοι», δή­λω­σε, «θὰ ἀ­πο­δρά­σω ἀ­πὸ τὴ στε­ριά».

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἐ­γώ, συλ­λο­γί­ζε­ται καὶ προ­σπερ­νᾶ τὸ Λευ­κὸ Πύρ­γο, ἀ­φή­νει πί­σω του τὸ Βα­σι­λι­κὸ Θέ­α­τρο καὶ κό­βει ἀ­ρι­στε­ρά. Τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο πα­ρα­μέ­νει ἴ­διο καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο. Καὶ δι­α­τη­ροῦν­ται ἀ­κό­μα καὶ κά­ποι­οι στρα­τῶ­νες τοῦ 50ού Συν­τάγ­μα­τος Πε­ζι­κοῦ. Αὐ­τὸς βέ­βαι­α πιὸ πο­λὺ στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο τὴν ἔ­βγα­ζε. «Ἐ­δῶ θὰ κα­λο­πε­ρά­σεις, πα­λι­ο­τό­μα­ρο», τὸν κα­λω­σό­ρι­σε ὁ ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος κα­ρα­βά­νας, τό­τε ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε. Καὶ «κα­λο­πέ­ρα­σε». Καὶ στὸν πό­λε­μο ὄρ­γω­σε τὰ βου­νὰ μὲ τὸ μου­λά­ρι του κι ἔ­φα­γε χι­ό­νι μὲ τὸ τσου­βά­λι. Κι ἀ­κό­μα θρή­νη­σε τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα, τὴν πρώ­τη του ἀ­γά­πη, ποὺ δὲν πρό­λα­βε νὰ χα­ρεῖ. Ἡ βόμ­βα τῶν Ἰ­τα­λῶν, τοῦ γρά­ψα­νε, ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς πά­νω στὸ σπί­τι τους. Καὶ τοῦ μα­κέ­λε­ψε τὴν ψυ­χή.

       Θυ­μᾶ­ται λοι­πὸν ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας στὸ Σαν­τιά­γο, μὲ βί­λα στὸ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸ προ­ά­στιο Λᾶς Κόν­τες, μὲ ἐ­ξο­χι­κὴ με­ζο­νέ­τα, πρώ­τη στὴ θά­λασ­σα στὴ Ρε­ϊ­νά­κα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βί­νια ντὲλ Μάρ, καὶ γρα­φεῖ­α -ὑ­πο­κα­τα­στή­μα­τα στὴν Ἀ­ρί­κα, στὴν Κον­σε­ψιὸν καὶ στὸ Βαλ­πα­ραῖ­σο. Θυ­μᾶ­ται, καὶ κά­τι σὰν μο­λυ­βέ­νιο τὸν πλα­κώ­νει. Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός. Καὶ ὅ­λος του ὁ νταλ­γκᾶς νὰ τὸν ξυ­πνή­σει ἡ μά­να του, «ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο – σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο», καὶ νὰ μὴν εἶ­ναι νύ­χτα. Κι ἀ­κό­μα νὰ τοὺς ἔρ­θουν ἐ­πι­τέ­λους βο­λι­κά, νὰ βγεῖ τὸ νοί­κι, νὰ κα­τοι­κή­σουν κά­πο­τε ἔ­στω καὶ στὸ πρῶ­το πά­τω­μα, νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­γεια, μιὰ ζω­ὴ μού­χλα καὶ σκο­τά­δι. Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο. Ὁ πα­τέ­ρας πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά το ’26. Καὶ ἡ μά­να στοὺς συγ­γε­νεῖς, πα­ρα­δου­λεύ­τρα καὶ πλύ­στρα. Συγ­γε­νεῖς νὰ τοὺς κά­νει ὁ Θε­ός! Χει­ρό­τε­ροι κι ἀ­πὸ ξέ­νοι. Νὰ τὴν τρα­βο­λο­γοῦ­νε γιὰ ἕ­να πιά­το φαΐ ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα μέ­χρι τὰ μαῦ­ρα με­σά­νυ­χτα.

       Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός. Κι οὔ­τε ποὺ τὸ κα­τά­λα­βε ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, πὼς σου­λα­τσά­ρει τώ­ρα στὴν Ἐ­γνα­τί­α, ἀ­νά­με­σα Βε­νι­ζέ­λου καὶ Δρα­γού­μη, ἐ­κεῖ ποὺ δι­α­δή­λω­νε τὸν Μά­η τοῦ ’36. «Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲ μὲ ξέ­ρει κα­νείς», ψι­θυ­ρί­ζει. Οἱ πα­λιοὶ φί­λοι ἔ­χουν πε­θά­νει ἢ ἔ­χουν γε­ρά­σει. Κι ἂν τὸ φέ­ρει ἡ τύ­χη καὶ δι­α­σταυ­ρω­θοῦν, ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σουν. Πέ­ρα­σαν ἄλ­λω­στε σα­ράν­τα τό­σα χρό­νια. Πε­ρι­φέ­ρε­ται λοι­πὸν ἄ­γνω­στος με­τα­ξὺ ἀ­γνώ­στων. Καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς τὰ πάν­τα ἀ­πό­μει­ναν ἀ­σά­λευ­τα, ἀ­με­τά­βλη­τα. Δὲ γί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ «Ἀτ­τι­κὸν» νὰ δι­α­τη­ρή­θη­κε μο­νά­χα ἡ στο­ὰ τῆς εἰ­σό­δου, καὶ τὸ «Πάν­θε­ον» καὶ τὸ «Ἴ­λιον», τό­τε «Σπλέν­τιντ», νὰ κα­τε­δα­φί­στη­καν. Πα­ρα­τη­ρεῖ λοι­πὸν τὰ ἀ­πα­στρά­πτον­τα ἐμ­πο­ρι­κὰ κέν­τρα καὶ λο­γα­ριά­ζει. Νὰ μεί­νει ἢ νὰ φύ­γει; Νὰ πε­ρά­σει μέ­σα ἢ ὄ­χι; Κά­τι τοῦ μυ­ρί­ζει ἄ­σχη­μα. Καὶ δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ἂν ἀ­να­βί­ω­σαν οἱ ὀ­σμὲς τῶν κα­πνι­στη­ρί­ων-οὐ­ρη­τη­ρί­ων ἢ τοῦ πα­ρα­κεί­με­νου πα­τσὰ-τζή­δι­κου. Πάν­τως αὐ­τός, ἀ­φοῦ ξε­που­λή­σει τὸ πα­στέ­λι μὲ τὸ μέ­λι, ἀ­φή­νει τὴν τά­βλα δί­πλα στὸ τα­μεῖ­ο καὶ εἰ­σέρ­χε­ται στὴ σκο­τει­νὴ αἴ­θου­σα. Ὁ­λό­κλη­ρο ἔρ­γο δὲ θυ­μᾶ­ται νὰ πα­ρα­κο­λού­θη­σε πο­τέ. Πάν­το­τε τὸν πλά­κω­νε ὁ ὕ­πνος. Ὁ ὕ­πνος, ποὺ πο­τὲ δὲν τὸν χόρ­τα­σε. Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο. Καὶ νὰ ξη­με­ρώ­νει ἡ μέ­ρα δυ­σοί­ω­νη καί,.ἀ­μεί­λι­κτη καὶ κα­τα­θλι­πτι­κή.

       «Σα­λο­νι­κά­ι, λοι­πόν, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἄν­τρας εὔ­στρο­φος καὶ ρω­μα­λέ­ος», μο­νο­λο­γεῖ ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, ἐ­τῶν 78, ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει ὡς του­ρί­στας σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη ποὺ τό­τε δὲν τὸν σή­κω­νε καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των τει­χῶν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτει καὶ τὸ κα­πνο­μά­γα­ζο ποὺ δού­λευ­ε, τώ­ρα στε­γά­ζει κά­ποι­ο ἰ­δι­ω­τι­κὸ ΙΕΚ, καὶ τὸ σπί­τι τοῦ κά­που στὸ Ρε­ζή, ποὺ φυ­σι­κὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀ­γνο­εῖ τὶς φα­γά­νες καὶ τὶς μπε­το­νι­έ­ρες καὶ ἀν­τι­πα­ρέρ­χε­ται τὶς πο­λυ­τε­λεῖς βι­τρί­νες, τὰ ἀ­μέ­τρη­τα αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ κομ­μω­τή­ρια καὶ τὰ κέν­τρα ἀ­δυ­να­τί­σμα­τος, μὲ τὶς με­γα­λο­κυ­ρί­ες ποὺ δι­α­βά­ζουν ἐμ­βρι­θῶς πε­ρι­ο­δι­κὰ μὲ τὰ τε­λευ­ταῖ­α νέ­α γιὰ τοὺς ἔ­ρω­τες τῶν τη­λε­ο­ρα­σαν­θρώ­πων. Ἀ­δυ­να­τεῖ ὅ­μως νὰ ἀ­δι­α­φο­ρή­σει γιὰ τὶς ὁ­μά­δες τῶν νε­α­ρῶν, ποὺ πο­ρεύ­ον­ται γιὰ τὸ γή­πε­δο μὲ ση­μαῖ­ες, κα­σκόλ, κα­ρα­μοῦ­ζες, φω­το­βο­λί­δες καὶ ὅ­λα τα ἀ­πα­ραί­τη­τα. «Γιὰ ἄλ­λα ἀ­γω­νι­ζό­μα­σταν ἐ­μεῖς», συλ­λο­γί­ζε­ται καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ το­πί­α τῆς μνή­μης του, τοὺς μι­κρό­σω­μους γέ­ρους ρα­βί­νους ποὺ ἔ­σερ­ναν σεν­τού­κια μὲ βι­βλί­α, τὴ σκε­πὴ ποὺ ἔ­στα­ζε κι ἤ­θε­λε με­ρε­μέ­τι­σμα, τὴν εἰ­κό­να τοῦ παι­διοῦ μὲ τὰ ναυ­τι­κὰ ποὺ λη­σμο­νή­θη­κε στὸν τοῖ­χο, τὸ φυ­λα­χτὸ στὸ ἔμ­πα τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ δὲν πρό­λα­βαν νὰ ξη­λώ­σουν «τό­τε». Θέ­λει νὰ κου­βεν­τιά­σει μὲ κά­ποι­ες σκι­ές, ὅ­μως δὲν τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται κα­νείς, οὔ­τε ὁ ἀν­τί­λα­λος. Πάν­τως ἐ­κεῖ ὅ­που τώ­ρα δε­σπό­ζουν τὰ ΚΤΕΛ ἢ μᾶλ­λον λί­γο πα­ρα­κά­τω, στὰ «Ἀν­ταλ­λα­κτι­κὰ Γερ­μα­νί­ας ὁ Μῆ­τσος», βρι­σκό­ταν τὸ μπα­κά­λι­κό του ἄλ­λου θεί­ου του, ὅ­που ἄ­ρον ἄ­ρον, παι­δὶ πρά­μα, τὸν ἔ­στει­λαν νὰ δου­λέ­ψει πα­ρὰ-γιός. Κου­βα­λοῦ­σε τὸ δί­χτυ μὲ τὶς πα­ραγ­γε­λί­ες στὰ σπί­τια. Καὶ πει­να­σμέ­νος μιὰ ζω­ή, ἔ­βα­ζε χέ­ρι στὰ ψώ­νια. Στὸ τυ­ρί, στὶς ἐ­λι­ές, ἀ­κό­μα καὶ στὴ ζά­χα­ρη. Ξε­σκε­πά­στη­κε ὅ­μως γρή­γο­ρα, ὅ­ταν μιὰ πε­λά­τισ­σα πα­ρα­πο­νέ­θη­κε πὼς μιὰ ὀ­κὰ τῆς χρέ­ω­σαν καὶ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μι­σῆ τῆς ἔ­στει­λαν. Τὸν πε­ρί­λα­βε ὁ θεῖ­ος, τὸν κρέ­μα­σε ἀ­νά­πο­δα καὶ ποῦ σὲ πο­νᾶ καὶ ποῦ σὲ σφά­ζει. Ποι­ὸς ξέ­ρει ὡς ποῦ ἀ­κού­στη­καν οἱ στριγ­κλι­ές του. Βρέ­θη­καν εὐ­τυ­χῶς κά­τι γεί­το­νες καὶ εἰ­δο­ποί­η­σαν τὴν ἀ­δελ­φή του τὴ με­γά­λη. Τὴ φου­κα­ριά­ρα! Πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ξε­χά­σει τώ­ρα, μὲ βα­θου­λω­μέ­να μά­τια, σχε­δὸν χω­ρὶς ψυ­χή, στὸ Λοι­μω­δῶν, τὸν μαῦ­ρο χει­μώ­να τοῦ ’41, ποὺ ἔ­κα­νε θραύ­ση ὁ τύ­φος. Οὔ­τε καὶ τὴν ἀ­δελ­φή του τὴ μι­κρὴ μπο­ρεῖ νὰ ξε­χά­σει, τό­τε ποὺ τὴν ἀν­τά­μω­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, κου­ρε­μέ­νη γου­λὶ νὰ τουρ­του­ρί­ζει πε­ρι­βλη­μέ­νη τὰ ρι­γω­τὰ κου­ρέ­λια της. Εὐ­τυ­χῶς ὁ Κα­πὸ ἔ­κα­νε τὰ στρα­βὰ μά­τια καὶ τὸν ἄ­φη­σε νὰ τὴν πλη­σιά­σει, νὰ τῆς πεῖ ἕ­να λό­γο πα­ρη­γο­ρη­τι­κό, νὰ τῆς βά­λει στὴν τσέ­πη ἕ­να ξε­ρο­κόμ­μα­το.

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός. Νὰ καὶ τὸ στέ­κι στὴν ὁ­δὸ Προ­μη­θέ­ως. Λί­γο κα­φε­νές, λί­γο τα­βερ­νεῖ­ο, λί­γο τε­κές. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­κου­σαν νὰ τρα­γου­δά­ει γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Τὰ εἶ­χε πι­εῖ, φτι­ά­χτη­κε. Κι ἀ­πό­μει­ναν ὅ­λοι μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Τί πά­θος, τί τσα­λί­μι, τί με­ρα­κλή­δι­κα ἀ­νε­βο­κα­τε­βά­σμα­τα! Ἀ­πὸ τό­τε, ποῦ τὸν ἔ­χα­νες ποῦ τὸν ἔ­βρι­σκες. Ἔ­σμι­γε μὲ τὶς κομ­πα­νί­ες, ἔ­κα­νε τὸ κέ­φι του. Ὁ Σα­δὶκ ὁ τυ­φλός, ὁ σαν­τουρ­τζής, ποὺ τὸν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μω­ρό, τοῦ ἔ­βγα­λε καὶ τρα­γού­δι. Νὰ θυ­μᾶ­ται τὴ μα­κα­ρί­τισ­σα τὴ μά­να του. «Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο».

.

       «Σή­κω ἐ­πά­νω Τζά­κο,

      σὲ γά­μους καὶ σὲ χα­ρές.

      Μπό­σι­κος μὴ δεί­χνε­σαι

      για­τί ἔ­χεις πε­λα­τεί­α».

.

      «Στὴν τα­βέρ­να παί­ζω τὸ ὄρ­γα­νο

      καὶ τρα­γου­δά­ω χω­ρὶς ἀ­να­πα­μὸ

      καὶ κου­νι­έ­μαι σὰν κα­ρά­βι.

      Τζά­κο μὲ λὲν ἐ­μέ­να».

.

      «Τζά­κο μὲ λὲν ἐ­μέ­να», σι­γο­τρα­γου­δά­ει καὶ πε­ρι­φέ­ρει τὴ σύγ­χρο­νη ἀ­πο­σύν­θε­σή του. Θέ­λει νὰ ξα­πο­στά­σει πιὰ καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται νέ­α κο­ρί­τσια νὰ τὸν κερ­νᾶ­νε στὸ φτε­ρὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ καὶ δρο­σε­ρὸ νε­ρά­κι τῆς στά­μνας, ὅ­πως τό­τε. Βλέ­πει στὴν πα­ρα­λί­α τοὺς ἐ­ρα­σι­τέ­χνες ψα­ρά­δες νὰ ἀγ­κι­στρώ­νουν μὲ μα­ε­στρί­α τὰ δο­λώ­μα­τα. Βλέ­πει στὶς ἔ­ρη­μες στο­ὲς τῆς Μο­διά­νο δύ­ο τρεῖς γε­ρό­μαγ­κες ποὺ τὴ βρί­σκουν μὲ οὖ­ζο καὶ ὄ­στρα­κα, κα­θι­σμέ­νοι σὲ κα­φά­σια καὶ ψα­ρο­κα­σέ­λες, ἐ­νῶ στὸ πα­ρα­κεί­με­νο σκου­πι­δα­ριὸ βό­σκουν ἀ­νε­νό­χλη­τα οἱ μύ­γες. Πιὸ κά­τω, στὴν Τσι­μι­σκή, νε­ό­πλου­τοι ἐρ­γο­λά­βοι καὶ κα­ζι­νό­βιοι το­κο­γλύ­φοι τὸν προ­σπερ­νοῦν μὲ ἀ­λα­ζο­νεί­α καὶ ἔ­παρ­ση. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τοὺς λοι­δο­ρεῖ καὶ μέμ­φε­ται ὅ­λους τους αἴ­τιους, ποὺ μᾶς ἔ­χουν τό­σο ἄ­σπλα­χνα ἀ­πο­μο­νώ­σει. Φυ­σᾶ ὁ ἀ­έ­ρας, ση­κώ­νει σκό­νη καὶ φέρ­νει νέ­ες ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Κι αὐ­τὸς συ­νε­χί­ζει. Καὶ περ­νᾶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λο­τε ἔ­παυ­λη, μὲ τὰ σιν­τρι­βά­νια καὶ τὰ θε­ό­ρα­τα δέν­τρα. Στὸ πε­ρι­βό­λι τῆς μά­ζευ­ε λου­λού­δια, μαρ­γα­ρί­τες καὶ τὰ λε­γό­με­να σκυ­λά­κια, καὶ στὴν πί­σω πλευ­ρά της, ποὺ σχε­δὸν τὴν ἔ­γλυ­φε ἡ θά­λασ­σα, οἰ­κο­δο­μοῦ­σε ὁ­ρά­μα­τα καὶ σχε­δί­α­ζε τὴ φυ­γή. Ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ἀ­πὸ τό­τε πῶς γί­νε­ται νὰ τὸν προ­σπε­ρά­σει ἡ μι­ζέ­ρια, ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ θα­νά­του τὰ σπί­τια τῶν προ­γό­νων του στὴν Αἴ­γυ­πτο.

      Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός. Κά­ποι­οι ἄλ­λοι πρό­γο­νοι, πιὸ κον­τι­νοί, δι­α­τή­ρη­σαν τὰ κλει­διὰ τῶν ἄλ­λο­τε σπι­τι­ῶν τους στὸ Το­λέ­δο καὶ στὴν Κόρ­δο­βα. Καὶ τὰ χα­ϊ­δεύ­ουν ἀ­κό­μα, κρε­μα­σμέ­να πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, μέ­χρι τὶς μέ­ρες του. Σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο. Καὶ βλέ­πει τώ­ρα γέ­ρον­τες κα­τά­κοι­τους νὰ τὸν κοι­τοῦν σὰν σκιά­χτρα, στὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ τους, ὅ­που στρι­μώ­χνον­ται ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Θυ­μᾶ­ται τὶς βρο­χὲς καὶ τοὺς χι­ο­νιά­δες καὶ τὰ κάρ­βου­να ποὺ πάν­τα ἔ­λει­παν ἀ­πὸ τὸ μαγ­κά­λι. Βλέ­πει ἀ­κό­μα τοὺς γι­α­ουρ­τσῆ­δες, τοὺς μπο­ζα­τζῆ­δες, τοὺς γα­λα­τά­δες, τοὺς μὰ-νά­βη­δες. Βλέ­πει τὸ κα­φω­δεῖ­ο-χο­ρο­δι­δα­σκα­λεῖ­ο «Ἡ Ρα­μό­να», τοὺς πα­λιοὺς φί­λους ποὺ χά­θη­καν γιὰ πάν­τα.

      Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, πλη­γὴ κα­κο­φορ­μι­σμέ­νη, ποὺ δὲ λέ­ει νὰ γιά­νει. Καὶ ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα ἔ­χει φτά­σει πιὰ στὸ με­γά­λο Λού­να Πάρκ. Κό­βει εἰ­σι­τή­ριο γιὰ τὰ ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κια. Σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο – Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, καὶ τὸ ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι ση­κώ­νε­ται. Τί μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ σὲ μιὰ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, μιὰ στιγ­μιαία βλά­βη; Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε! Ἐ­κεῖ­νος πάν­τως θὰ τρα­βή­ξει τὸν λε­βι­έ, θὰ στρέ­ψει τὸ πη­δά­λιο, θὰ ἀ­να­βο­σβή­σει λυ­χνί­ες καὶ δι­α­κό­πτες, θὰ πα­τή­σει κουμ­πιὰ καὶ θὰ ἐ­γερ­θεῖ ὑ­πε­ρή­φα­νος καὶ θὰ κρα­τη­θεῖ στὸν ἀ­έ­ρα ὅ­σο τὸν παίρ­νουν τὰ καύ­σι­μα, μέ­χρι νὰ σω­θεῖ τὸ λά­δι του. Καὶ σί­γου­ρα θὰ ξε­χά­σει τὸ σκο­πὸ ποὺ λέ­γα­νε οἱ Χι­λια­νοί, κι ἃς τὸν σπρώ­χνουν πρὸς τὴ θά­λασ­σα μὲ τό­ξα οἱ Πα­τα­γῶ­νες, κι ἃς τὸν προ­σμέ­νουν τε­λω­νο­φύ­λα­κες μὲ πί­πες ἀ­δεια­νές, καὶ ἃς τὸν δέ­χον­ται οἱ πο­λι­τεῖ­ες οἱ ξέ­νες, οἱ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες, καὶ κο­ρί­τσια ἀ­π’ τὴ Χι­λὴ ποὺ ἔ­χουν σὰν ὅ­λες τὶς γυ­ναῖ­κες τὰ ἴ­δια σκέ­λη καὶ δί­νουν μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο τὸ φι­λί.

      Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἐ­γώ. Καὶ ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα θυ­μᾶ­ται ἐ­κεί­νη τὴ νυ­χτιὰ ποὺ φύ­σα­γε ὁ Βαρ­δά­ρης, ψά­χνει ἀ­κό­μα τὸ στρα­τὶ ποὺ πά­ει γιὰ τὸ Ντε­πό. Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἀ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κά τα νέα φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, Ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985· μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου). Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους (ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991) καὶ Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999).

 .

.

Τάσος Καλούτσας: «Σὰρξ ἐκ σαρκὸς τῆς γε­νέ­θλι­ας πόλεως…»

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(StoBathosISynagogiMonastirioton)

.

Τάσος Καλούτσας

.

«Σὰρξ ἐκ σαρ­κὸς τῆς γενέθλιας πόλεως…»

(Ἀ. Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 85)

.

06-OmikronΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὁ­μο­τέ­χνος καὶ συ­νο­δοι­πό­ρος ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον ἐ­κλε­κτοὺς καὶ ἀ­γα­πη­τούς. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πρω­το­δι­ά­βα­σα πε­ζο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νό του, μὲ τὸν τί­τλο «Ἐ­πει­σό­διο», στὸ περ. Πα­ρα­φυά­δα, τὸ 1986. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἡ συλ­λο­γὴ Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1991, ἀ­πὸ τὰ Τρα­μά­κια. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως χά­ρη­κα ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της Γ. Δου­βί­τσας, ποὺ δι­έ­θε­τε ὀ­ξύ­τα­τη ὄ­σφρη­ση στὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη νέ­ων τα­λαν­τού­χων πε­ζο­γρά­φων, τὸν ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὶς τά­ξεις τῆς Νε­φέ­λης, γιὰ νὰ τοῦ τυ­πώ­σει καὶ μιὰ και­νούρ­για συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, τὸ 1999. Ἔ­τσι, μέ­σα στὴ δε­κα­ε­τί­α, σφρα­γί­στη­κε ἡ λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ποι­ο­τι­κὴ γρα­φὴ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων (συ­νο­λι­κὰ 29 καὶ στὰ δύ­ο βι­βλί­α), ποὺ κο­μί­ζουν μιὰ φρέ­σκια αἰ­σθαν­τι­κὴ αὔ­ρα στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α τῆς πό­λης μας, ἐ­νῶ συ­νά­μα ἐμ­πλου­τί­ζουν τὸ ἦ­θος καὶ τὴ θε­μα­το­γρα­φί­α της.

           «Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον» ἐν­τό­πι­σε ἡ κρι­τι­κὴ στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τά­θε­ση τοῦ Ἀ. Νὰρ τὸ 1997 (χρο­νιὰ τῆς ἐ­πα­νέκ­δο­σης τοῦ πρώ­του του βι­βλί­ου ἀ­πὸ τὴ Νε­φέ­λη): «Ὁ μο­να­δι­κὸς πε­ζο­γρά­φος μας, ἀ­π’ ὅ­σο γνω­ρί­ζου­με, ποὺ θε­μα­το­γρα­φι­κὰ κα­τα­γί­νε­ται μὲ τοὺς Ἑλ­λη­νο­ε­βραί­ους τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης… Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­μέ­ρους συμ­βάν­τα, προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὸ συλ­λο­γι­κὸ πρό­σω­πο καὶ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ψυ­χο­σύν­θε­ση τοῦ Θεσ­σα­λο­νι­κιοῦ Ἑ­βραί­ου, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους δί­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες καρ­πούς.»(1) Πράγ­μα­τι, ἡ δι­ά­θε­ση ψη­λά­φη­σης τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς τῶν φυ­λε­τι­κὰ ὁ­μοί­ων του, ἡ ἐ­ξαρ­χῆς συ­ναί­σθη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ ὅ­τι εἶ­ναι «ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα» (Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 76), ἡ βού­λη­σή του νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν προ­σω­πι­κή του ταυ­τό­τη­τα στὸ τώ­ρα μὲ τὴ βο­ή­θεια μιᾶς μνή­μης ποὺ γρη­γο­ρεῖ, ἀ­να­κα­λών­τας σὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κὴ χρό­νου εὐ­τυ­χι­σμέ­να στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀλ­λὰ καὶ ὧ­ρες βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ μαύ­ρους και­ρούς, ἡ ἀ­γά­πη του τέ­λος στὰ ὅ­ρια τῆς λα­τρεί­ας γιὰ τὴν πό­λη του καὶ ἡ προ­σπά­θειά του νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴν «ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων» σχέ­ση του μα­ζί της, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν σπέρ­μα­τι συγ­γρα­φι­κὰ ζη­τού­με­να, ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ἤ­δη τοῦ πρώ­του ἀ­ξι­ό­λο­γου κει­μέ­νου του μὲ τί­τλο «Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου» (περ. Τὸ Δέν­τρο, Δεκ.1985-Ἰ­άν. 1986).

           Κα­τὰ βά­ση, λοι­πόν, ὁ Νὰρ ἀντλεῖ τὸ ὑ­λι­κό του ἀ­πὸ τὸ βι­ω­μα­τι­κό του ὑ­πό­στρω­μα καὶ συ­χνὰ δὲν δι­στά­ζει νὰ φα­νε­ρώ­σει ἄ­με­σα τὸν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του πυ­ρή­να. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, μὲ τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὑ­φαί­νε­ται στὸ φόν­το μὲ τρό­πο πει­στι­κό, ἄλ­λο­τε ὡς μύ­θος καὶ ἄλ­λο­τε ὡς δρα­μα­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­λε­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας, για­τὶ τὸ ὕ­φος τῆς ἀ­φή­γη­σης —γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σο τα­πει­νὰ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α του ὁ συγ­γρα­φέ­ας(2)— συν­δυά­ζει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τό­σο τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ ρε­α­λι­στι­κὴ δι­α­πραγ­μά­τευ­ση ὅ­σο καὶ τὴν ποι­η­τι­κὴ-συ­νειρ­μι­κὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ βο­η­θά­ει τὴ φαν­τα­σί­α του ν’ ἀ­πογει­ώ­νε­ται, ἀ­να­πλω­ρί­ζον­τας δρα­στι­κὰ μέ­σα στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο.

           Γε­νι­κὰ ἡ σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος μὲ κεν­τρι­κὸ ἄ­ξο­να τὴν πό­λη καὶ τὸ ἔμ­ψυ­χο δυ­να­μι­κό της (ἂς ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­προ­σω­πεῖ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καὶ ἀκ­μαι­ό­τε­ρες ὁ­μά­δες πλη­θυ­σμοῦ ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­καν ἐ­δῶ, πο­λι­τι­σμι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κά, κυ­ρί­ως με­τὰ τὰ μέ­σα του 14ου αἰ.) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γί­σει ἀ­πὸ ποι­κί­λες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες. Θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα πὼς ἡ στα­θε­ρὴ πα­ρου­σί­α τῆς πό­λης κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸν ἐμ­ψυ­χώ­νει στὸ ἔρ­γο του. Ὅ­πως γρά­φει κά­που «Μιὰ μέ­ρα… οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­φα­νί­στη­καν στὶς δί­νες, στὶς δια­ρκεῖς ἐ­ναλ­λα­γὲς τῶν και­ρῶν, δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν. Ἀ­νάλ­γη­τη ἡ λή­θη θὰ τοὺς ἰ­σο­πε­δώ­νει. Ὅ­μως ἡ πό­λη θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἐ­δῶ, μὲ τὶς ἀ­πύθ­με­νες μνῆ­μες της, προ­σφε­ρό­με­νη γιὰ δι­ο­λι­σθή­σεις στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο»(3). Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ μοι­ραί­α δι­α­πί­στω­ση πὼς «ὅ­λα χλο­μιά­ζουν σι­γὰ σι­γὰ καὶ πᾶ­νε ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σουν», πέ­ρα ἀ­π’ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἀ­κό­μα « καὶ οἱ σχέ­σεις καὶ οἱ δε­σμοὶ ἐκ­φυ­λί­ζον­ται» φαί­νε­ται πὼς «οἱ μνῆ­μες εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτα δε­μέ­νες μὲ τοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νους χώ­ρους» (τῆς πό­λης). Ὅ­σο ζεῖς καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖς ἐ­κεῖ τὶς συν­τη­ρεῖς. Ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι χά­νε­ται ἡ συγ­κί­νη­ση»(4). Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ χά­θη­καν δι­α­τη­ρεῖ μιὰ πί­στη μελ­λον­τι­κῆς ἀ­νά­στα­σής τους. Πι­θα­νό­τα­τα λό­γω καὶ τῆς ἐ­νο­ρα­τι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τάς του ὡς δη­μι­ουρ­γοῦ, μπο­ρεῖ κι­ό­λας νὰ τοὺς δι­α­κρί­νει μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἢ καὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νά­με­σά τους: «Τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά, τὰ με­λε­τῶ… Κι ἀ­κό­μα ξέ­ρω πὼς ὅ­λα ὅ­σα σή­με­ρα μὲ δυ­να­στεύ­ουν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἀ­μυ­χὲς στὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα τῆς μνή­μης…Γι’ αὐ­τὸ κά­θε φο­ρὰ ποὺ προ­σεγ­γί­ζω αὐ­τὴ τὴν πό­λη εἴ­τε μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ὁ­δοὺς εἴ­τε ἀ­πὸ σταθ­μοὺς σι­δη­ρο­δρό­μων καὶ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας νι­ώ­θω πὼς κά­ποι­ες σκι­ὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες μὲ ὑ­πο­δέ­χον­ται καὶ μὲ πα­ρα­στέ­κουν καὶ δὲν μὲ ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται. Καὶ τό­τε κλεί­νω τὰ μά­τια μου καὶ ἐκ τῆς τέ­φρας μου ἀ­να­γεν­νῶ­μαι, μέ­σα ἀ­πὸ νε­φέ­λες ἄλ­λων εὐ­τυ­χι­σμέ­νων και­ρῶν.»(5)

            Εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ με­γά­λη το­μή, τὸ ὅ­ριο ποὺ ση­μα­δεύ­ει τὸ ἔρ­γο τοῦ Νὰρ εἶ­ναι πρώ­τι­στa τὰ δει­νὰ ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς φυ­λῆς του ἀ­πὸ τοὺς Να­ζὶ στὴ διάρκεια τοῦ Πο­λέ­μου. Εἶ­ναι γνω­στὲς ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες τοῦ 1941 οἱ ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, οἱ φυ­λα­κί­σεις, οἱ λε­η­λα­σί­ες καὶ οἱ κα­τα­σχέ­σεις, οἱ κα­τα­στρο­φὲς καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτες τα­πει­νώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­βλή­θη­καν. Στὶς 15/03/1943 ἀ­να­χω­ρεῖ ὁ πρῶ­τος συρ­μὸς μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του Ἄ­ου­σβιτς-Μπι­ρ­κε­νά­ου. Μέ­χρι τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1943 θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν ἄλ­λες 18 ἀ­πο­στο­λὲς ποὺ θὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν ὅ­λους σχε­δὸν στὸν τό­πο τῆς ἐ­ξόν­τω­σης. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι «οἱ μαῦ­ροι και­ροὶ τῶν ἑρ­μη­τι­κῶν βα­γο­νι­ῶν καὶ τῶν κί­τρι­νων ἄ­στρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ Νάρ, ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σουν στὸν ἀ­φα­νι­σμὸ τοῦ 96% πε­ρί­που τῶν με­λῶν τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας τῆς πό­λης. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­κό­πη­κε ἡ ἤ­ρε­μη ρο­ὴ τῶν εὐ­τυ­χι­σμέ­νων γε­γο­νό­των κι ἐ­πῆλ­θε ἡ ρή­ξη στὸ χρό­νο· «συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ὑ­πέρ­τα­τη Ὕ­βρις» γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἀ­φη­γη­τὴς δι­και­οῦ­ται ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ ἐ­φε­ξῆς ἐ­να­γώ­νια «τὸ ὅ­ρα­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της κά­θαρ­σης»(6).

            Ἀ­πὸ τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1945 ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν στα­δια­κὰ οἱ δι­α­σω­θέν­τες ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­τό­ρια. Εἶ­ναι οἱ ἐ­πι­στρέ­ψαν­τες ἀ­πὸ τὴν «ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη κα­τα­στρο­φή». Γρά­φει ὁ Νάρ: «Ὅ­ταν φά­νη­κε ἐ­πι­τέ­λους ὁ πρῶ­τος ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ξε­ρι­ζω­μέ­νους φά­γα­νε τὸν κό­σμο νὰ τὸν πε­τύ­χου­νε κι ἔ­πε­σαν πά­νω του δι­ψών­τας νὰ μά­θουν. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­δει­χνε κου­ρα­σμέ­νος κι ἀ­πό­το­μος… (Λί­γο οὖ­ζο τοῦ λύ­νει τὴ γλώσ­σα). Κι ἀ­να­τρί­χια­σαν ὅ­λοι κα­θὼς τοὺς μί­λη­σε γιὰ τὸ φρι­κι­α­στι­κὸ τα­ξί­δι καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ τοῦ μαρ­κά­ρι­ζε τὸ μπρά­τσο καὶ θυ­μή­θη­κε καὶ τὶς ρι­γω­τὲς στο­λὲς καὶ τὰ βα­ριὰ τὰ κά­τερ­γα καὶ τοὺς φούρ­νους ποὺ ἀ­φά­νι­ζαν ἀν­θρώ­πους νύ­χτα μέ­ρα… (Ὅ­σοι τὸν ἀ­κοῦν ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ τὸν πι­στέ­ψουν)… Σᾶς τό ‘πα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ πὼς δύ­σκο­λα θὰ χω­ρέ­σουν στὸ μυα­λό σας αὐ­τά… Κι αὔ­ριο θὰ τὸ δεῖ­τε ποὺ θὰ τὰ γρά­ψου­νε μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ θὰ τὰ δεί­ξου­νε καὶ στὸ σι­νε­μά…­» («Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖο», σ. 19.) Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἔ­χουν βι­ώ­σει τὸν τρό­μο τό­σο βα­θιὰ στὸ πε­τσί τους ποὺ θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ Ἐμ­φύ­λιος ὑ­πῆρ­ξε «ἕ­να τί­πο­τα» μπρο­στὰ στὴ δι­κή τους δο­κι­μα­σί­α. Ἡ ἀ­νεί­πω­τη φρί­κη με­τα­δί­δε­ται ἔμ­με­σα κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ἑ­νὸς ἄλ­λου «κα­τὰ τύ­χη» ἐ­πι­ζῶν­τος, τοῦ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο στὴ συ­ζή­τη­σή του μὲ τὸν ποι­η­τὴ Γ.Θ. Βα­φό­που­λο. Οὔ­τε οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στὰ παι­διά τους τὰ φρι­χτὰ γε­γο­νό­τα. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τὸ παίρ­νουν ἀ­πό­φα­ση, ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ποὺ τὰ μα­θαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θει σὰν νὰ ξα­νοί­γε­ται μπρο­στά του ἕ­να χά­σμα: «Αὐ­τή, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά του.» Κι ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σει στὰ πρό­θυ­ρα τῆς ἐ­φη­βεί­ας γιὰ νὰ τὴ νιώ­σει»(7).

            Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τή, ἄ­με­σο ἀ­πό­γο­νο τῆς βα­σα­νι­σμέ­νης γε­νιᾶς, τέ­κνο «μαρ­κα­ρι­σμέ­νων» —τοῦ 115210 καὶ τῆς 40041 (σ. 138)— τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα καὶ ὁ ὀ­δυ­νη­ρὸς ἀ­πό­η­χός του στὶς ψυ­χὲς καὶ στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς του στά­θη­καν τυ­χε­ροὶ καὶ δὲν «τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ» ἀλ­λὰ ὁ θρῆ­νος τους δὲν ἔ­πα­ψε ἔ­κτο­τε νὰ πλη­γώ­νει τὸν τό­πο, χώ­ρια τὰ ζό­ρια ποὺ τρα­βή­ξα­νε γιὰ νὰ ξα­να­πα­τή­σουν ὄρ­θιοι στὰ πό­δια τους, γί­νον­ται ἀ­φορ­μὴ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὰ καὶ συ­νά­μα τρυ­φε­ρὰ δι­η­γή­μα­τα: «Ἐ­πει­σό­διο», «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», «Σπα­ράγ­μα­τα», «Συ­να­ξά­ρι τῆς Ἀ­δέ­λας καὶ τοῦ Μο­ρίς», «Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους», «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», «Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός». Ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή του, οἱ μνῆ­μες —ποὺ «μπλέ­κουν σὰν πε­το­νι­ές», ἔ­στω κι ἂν ἡ πό­λη εἶ­ναι «τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται» («Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου», σ. 80)— ἀ­φο­ροῦν ὄ­χι μο­νά­χα τοὺς ζων­τα­νοὺς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά: «Οἱ φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ποὺ δὲν τὶς γνώ­ρι­σες. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις τώ­ρα κα­τὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες σου, σὰ νὰ ἀ­σκεῖ­σαι σὲ τα­ξί­μι μα­κρό­συρ­το καὶ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κο. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις μὲ τὶς περ­γα­μη­νές τους καὶ τοὺς τί­τλους τους, ποὺ εἶ­ναι καὶ δι­κοί σου.» («Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», σ. 38.) Σὰν σὲ ἀν­τί­στι­ξη συν­τη­ρεῖ καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ κομ­μά­τια μιᾶς «ἄλ­λης ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς» ποὺ ζῆ­σαν στὸ γε­νέ­θλιο τό­πο κι ὁ ἴ­διος δὲν πρό­λα­βε. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ κεί­με­να ὅ­πως τὸ «Ἄ­σμα ἀ­σμά­των» ἢ «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α» ζων­τα­νεύ­ουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ποι­η­τι­κὴ χροι­ὰ πα­ρα­μυ­θιοῦ, χω­ρὶς νὰ λεί­πουν καὶ κά­ποι­ες τρα­γι­κὲς νό­τες. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ μα­γι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ ἐ­πι­μέ­νει ν’ ἀγ­γί­ζει τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ Νάρ, ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις ποὺ βι­ώ­νουν: «Τε­λι­κὰ δὲ βρέ­θη­κε πα­ρὰ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο, λί­γο πα­ρα­πά­νω, ποὺ γειτ­νί­α­ζε ἄ­με­σα μὲ τὴν ἀ­πο­χέ­τευ­ση. Στρα­τι­ὲς πον­τι­κῶν μᾶς κα­τέ­κλυ­ζαν. Καὶ ἀ­να­ζή­τη­σα συ­χνὰ τὸν τύ­πο μὲ τὴ μα­γι­κὴ φλο­γέ­ρα νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ καὶ τὰ πον­τί­κια νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν, ὅ­πως στὸ πα­ρα­μύ­θι.»(8)

            Ἀ­πὸ τὶς συλ­λο­γὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­που­σιά­ζουν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, μιᾶς καὶ ὁ Νὰρ γνω­ρί­ζει σὲ βά­θος τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὰ προ­βλή­μα­τά της. Με­ρι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦν κυ­ρί­ως νε­α­νι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες καὶ πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν ἡ­ρώ­ων, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος, ἑ­νὸς ἀ­θλη­τι­κοῦ ἀ­γώ­να ἢ μιᾶς συ­ναρ­πα­στι­κῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, πε­ρι­γρά­φον­ται μὲ χι­οῦ­μορ ποὺ φτά­νει στὰ ὅ­ρια τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σὲ ἄλ­λα μᾶς δί­νον­ται ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ (μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς ἐ­πι­στρά­τευ­σης τοῦ 1974) ἢ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο (λό­γω μιᾶς εἰ­σα­γω­γῆς γιὰ ἐ­ξε­τά­σεις). Δι­η­γή­μα­τα ἐ­ξάλ­λου ὅ­πως «Τὸ δι­κό μας Μαν­χά­ταν» ξαφ­νιά­ζουν μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ τὴν πρω­το­τυ­πί­α τους, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς δι­α­φυ­γῆς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ αὐ­τα­πά­τη. Ἂν καὶ στὸ φι­νά­λε βρί­σκει μό­νος του τὴν ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τὸ τὸ δέ­λε­αρ τῆς δρα­πέ­τευ­σης ποὺ κά­πο­τε ἐ­γεί­ρε­ται μέ­σα του: «Κά­θο­μαι λοι­πὸν στ’ αὐ­γά μου. Κι ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ μπαί­νει ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα μου καὶ μὲ τρι­βε­λί­ζει, δρα­πε­τεύ­ω μέ­σ’ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές.»(9) Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἰ­δι­αί­τε­ρα το­νί­ζουν ἢ ὑ­πο­βάλ­λουν τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ ἀν­θρω­πιὰ καὶ ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης. Μιᾶς ἀ­γά­πης δυ­να­τῆς καὶ ἀ­προ­κά­λυ­πτης, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἐκ­δη­λώ­νουν με­τα­ξύ τους ὁ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο καὶ ὁ Γ. Θ. Βα­φό­που­λος. Για­τὶ «οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ πο­λὺ δο­κι­μά­στη­καν εἶ­ναι σὲ θέ­ση καὶ πο­λὺ ν’ ἀ­γα­πή­σουν». Κι ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς πο­λὺ κά­ποι­ον, τὸν θυ­μᾶ­σαι πάν­τα, θὰ συμ­πλη­ρώ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας («Ὁ ποι­η­τὴς Γ.Θ. Βα­φό­που­λος», σ. 76). Ἀ­γά­πη, λοι­πόν, πλα­τιὰ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λιά­ζει στορ­γι­κὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε «ἄλ­λον», ἄ­σχε­τα ἂν ἀ­νή­κει σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ρά­τσα ἢ θρη­σκεί­α («Στραν­τι­ώ­τη Χου­σε­ῒν Μεχ­μέτ»).

           Ἡ χρή­ση τοῦ β΄ προ­σώ­που ποὺ κά­νει συ­χνό­τε­ρα ὁ Νάρ (ἂν καὶ ἐ­ναλ­λάσ­σε­ται μὲ τὸ α΄ ἢ σπα­νι­ό­τε­ρα μὲ τὸ γ΄, χω­ρὶς νὰ ση­μαί­νει τί­πο­τε ἰ­δι­αί­τε­ρο αὐ­τό), ὁ οἰ­κεῖ­ος καὶ ζε­στὸς τό­νος τῆς ἀ­φή­γη­σης ποὺ μοιά­ζει σὰν ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, θυ­μί­ζουν τὸν Γ. Ἰ­ω­άν­νου. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄ­σκη­σε θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν προ­σω­πι­κή του «ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους». Τὸ ὕ­φος τοῦ Νὰρ βέ­βαι­α ποι­κίλ­λει ἀ­νά­λο­γα καὶ μὲ τὸ θέ­μα του. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι δι­α­κρί­νω δύ­ο «τρό­πους» στὶς ἀ­φη­γή­σεις του: ἕ­νας συ­νειρ­μι­κὸς-ποι­η­τι­κὸς ποὺ νο­μί­ζω ὅ­τι κυ­ρια­ρχεῖ στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς πρώ­της συλ­λο­γῆς ἀλ­λὰ καὶ σὲ με­ρι­κὰ τῆς δεύ­τε­ρης, ὅ­πως «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο» κ.ἄ.· ὁ ἄλ­λος ρε­α­λι­στι­κός, μὲ γλώσ­σα πιὸ λυ­μέ­νη καὶ λα­ϊ­κό­τρο­πη, μὲ δι­α­λό­γους ἀ­πο­λαυ­στι­κούς, μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται ἄ­με­σα τὶς κοι­νὲς κα­θη­με­ρι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις πάν­τως νὰ ἐ­πι­ση­μά­νω τὴν ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ κλεί­σι­μο τοῦ δι­η­γή­μα­τος μὲ μιὰ δυ­να­τὴ πα­ρά­γρα­φο, ὅ­που, ἀ­να­κα­λών­τας πρά­ξεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς μνή­μης ἀλ­λὰ καὶ τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης, προ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν δρα­στι­κὸ ἀ­να­στο­χα­σμό, κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ τὴν ὅ­ποι­α στά­ση τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ στὸ τώ­ρα. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐ­τή, ποὺ μοιά­ζει μὲ σύν­το­μη ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση, ὁ­μο­λο­γί­α ἢ τε­λι­κὸ ἀ­πο­λο­γι­σμό (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ «Κον­σο­μα­σιὸν καὶ ρεμ­πέ­τι­κα» συ­νά­γε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο καὶ ὁ­ρι­στι­κὸ κέρ­δος ἀ­π’ ὅ­λα τα νυ­χτο­περ­πα­τή­μα­τα τοῦ νε­α­ροῦ ἥ­ρω­α ἦ­ταν ἡ μύ­η­σή του «στὰ ἅ­για ρεμ­πέ­τι­κα τῆς Λέ­λας»­), νὰ ποῦ­με ὅ­τι προ­ϋ­πο­θέ­τει καὶ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας.

           Καὶ τέ­λος δύ­ο κου­βέν­τες γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀ. Νάρ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι κρα­τού­σα­με στε­νὴ ἐ­πα­φή, ἀλ­λὰ τὸν θε­ω­ροῦ­σα φί­λο ἀ­γα­πη­τό. Μέ­να­με στὴν ἴ­δια πό­λη, ἐμ­φα­νι­στή­κα­με στὰ γράμ­μα­τα σχε­δὸν τὴν ἴ­δια χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο (μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­80), δη­μο­σι­εύ­α­με κεί­με­να σχε­δὸν στὰ ἴ­δια λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­κτι­μού­σα­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν βι­βλί­ων ποὺ ἀν­ταλ­λά­ξα­με. Στὶς ἀ­ραι­ὲς συ­ναν­τή­σεις μας σὲ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις βρί­σκα­με τὴν εὐ­και­ρί­α ν’ ἀλ­λά­ξου­με καὶ λί­γα λό­για. Ἦ­ταν με­τρη­μέ­νος καὶ γλυ­κο­μί­λη­τος, ἡ πα­ρου­σί­α του ἐ­ξέ­πεμ­πε μιὰ πρα­ό­τη­τα κι ἕ­να ἦ­θος ποὺ θὰ πρέ­πει νά ’ταν φυ­σι­κὸ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Μιὰ φο­ρά, σ’ ἕ­να Συ­νέ­δριο, τοῦ ζή­τη­σα νὰ δι­α­βά­σει στὸ κοι­νὸ ἕ­να κεί­με­νο ἀν­τὶ γιὰ μέ­να καὶ δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως μὲ προ­θυ­μί­α νὰ μ’ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει. Φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι κά­ποι­ος ποὺ δι­α­θέ­τει τέ­τοι­ο εὐ­προ­σή­γο­ρο καὶ κα­λο­συ­νά­το χα­ρα­κτή­ρα θὰ εἶ­χε ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­ταν ἡ δου­λειά του (ὡς γνω­στόν, ὑ­πῆρ­ξε γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας) τοῦ ἐ­πέ­βαλ­λε, με­ρι­κὲς φο­ρές, στὸ πλαί­σιο τῆς τυ­πι­κῆς ἄ­σκη­σης τῶν κα­θη­κόν­των του, μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Τὴν ἄ­πο­ψή μου αὐ­τὴ ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει σὲ ἕ­να πρό­σφα­το κεί­με­νό του καὶ ὁ Ν. Δα­βέτ­τας μνη­μο­νεύ­ον­τας ἕ­να σχε­τι­κὸ συμ­βὰν μὲ ἥ­ρω­α τὸ Νὰρ ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­μα­τα φαί­νε­ται ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν φέ­ρει στὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ σπα­ραγ­μοῦ καὶ τῆς συν­τρι­βῆς. Κι αὐ­τὴ ἡ στά­ση του, ση­μει­ώ­νει ὁ Δα­βέτ­τας, τὸν πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πλά­σει ἀρ­γό­τε­ρα (στὴν «Ἑ­βραί­α νύ­φη» του) ἕ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἥ­ρω­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πί­λη­μα δύ­ο προ­σώ­πων – ἕ­να ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος(10). Τέ­τοι­ος «σπά­νιος τύ­πος», ὅ­πως μοῦ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε κά­πο­τε κι ὁ Ἀλ. Ζή­ρας, ἦ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξε­τά­ζου­με.

           Ἔ­φυ­γε νω­ρὶς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, στὴ ση­μα­δια­κὴ ἡ­λι­κί­α τῶν 58 ἐ­τῶν. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε γρά­ψει: «Ὑ­γεί­α νά ‘χου­με, ὅ­μως δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται. Γε­ρά­μα­τα πε­ρι­μέ­νου­με στὸ κά­τω κά­τω. Καὶ τὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα κα­ρα­δο­κοῦν. Γιά νὰ δοῦ­με!­»(11) Ἕ­ξι χρό­νια με­τά, δὲν ξε­χνῶ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πο­φρά­δα μέ­ρα, 2 Μαρ­τί­ου τοῦ 2005, ποὺ βρε­θή­κα­με μὲ τὸν Πά­νο Πί­στα καὶ ἄλ­λους φί­λους στὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ νὰ τὸν ξε­προ­βο­δί­σου­με. Ἀ­τμό­σφαι­ρα βου­βοῦ θρή­νου. Ἔ­νι­ω­σα τὴν ἴ­δια λύ­πη ποὺ μοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ὁ θά­να­τος τοῦ Γ. Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι τώ­ρα, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τας τὰ κεί­με­νά του, ἰ­δί­ως ὅ­ταν πέ­φτω πά­νω σε κά­ποι­ες ἀ­ρά­δες, πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­νο­ρα­τι­κές, ὅ­πως οἱ πα­ρα­κά­τω: «Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἁ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κὰ τὰ νέ­α φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.»(12)

.

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

(1) Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου, «Πε­ζο­γρά­φοι με­τὰ τὸ ’­70», Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Ἑ­πτὰ Ἡ­μέ­ρες, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

(2) Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 138.

(3) «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», σ. 17.

(4) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 39-40.

(5) «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α», σ. 121.

(6) «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», σ. 24.

(7) «Σπα­ράγ­μα­τα», σ. 90.

(8) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 47.

(9) «Δρα­πέ­της ἀ­πὸ τό­τε», σ. 126.

(10) Ν. Δα­βέ­τ­τας, «Δύ­ο ὑ­παρ­κτὰ πρό­σω­πα στὴν Ἑ­βραί­α νύ­φη», περ. Ν. Ἑ­στία, τχ. 1842, Μάρτ. 2011.

(11) «Ἐ­πι­στρά­τευ­ση ’­74», σ. 115.

(12) «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός», σ. 65.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Εἰ­σή­γη­ση στὴν τι­μη­τι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ 10 Ἰ­ου­νί­ου 2011, στὴν μι­κρὴ ἐ­ξέ­δρα τοῦ Φε­στι­βὰλ βι­βλί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πὸ τὴν ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει στὶς πα­ρα­κά­τω δι­ευ­θύν­σεις:

(1) http://mesokosmos.blogspot.gr/2011/06/1_26.html καὶ

(2) http://www.youtube.com/watch?v=sZb8ZEPUxwc

.

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ.

Ἀ­νέκ­δο­τες φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ μᾶς ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ γιός του Λέ­ων Νάρ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­­με θερ­μὰ καὶ ἀπὸ τὴν σε­λί­δα αὐτή.

Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κειμένου: Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Ὁ Ἀλμπέρτος Νὰρ μπρο­στὰ στὴ συ­να­γω­γὴ τῶν Μο­να­στη­ρι­ω­τῶν.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoTinAgoraModiano)

  Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὴν ἀ­γο­ρὰ Μο­διά­νο.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToGiachountiChamam,Basil.Irakleiou-Louloudadika))

 Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Γι­α­χουν­τὶ Χα­μάμ, γνω­στὸ ὡς «Λου­λου­δά­δι­κα», στὴν ὁ­δὸ Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToMpezesteli-Egnatias&Benizelou)

Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Μπε­ζε­στέ­νι, στὴ συμ­βο­λὴ τῶν ὁ­δῶν Ἐ­γνα­τί­ας καὶ Ἐλ. Βε­νι­ζέ­λου.

.

Ἑλένη Γούλα: Πάθη

.

Untitled-1

.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα

 

Πά­θη

 

01-Epsilonἶ­χα κα­θυ­στε­ρή­σει πο­λύ. Τὸ ραν­τε­βοὺ ἦ­ταν γιὰ τὶς ἕ­ξι καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε ὀ­κτώ. Βρῆ­κα ὅ­μως τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα ξε­κλεί­δω­τη καὶ τὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς ἔ­ρη­μη. Προ­χώ­ρη­σα δι­στα­κτι­κὰ καὶ ἔ­σπρω­ξα τὸ πορ­τά­κι ποὺ ὑ­πο­χώ­ρη­σε χω­ρὶς τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο. Βρέ­θη­κα στὸ μέ­σα δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σα. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­ψα­χνα κα­θό­τα­νε στὸ κέν­τρο ἑνὸς με­γά­λου τρα­πε­ζιοῦ μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να τε­ρά­στιο δί­σκο. Τὰ φαρ­διά της ὀ­πί­σθια, ἡ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη της πλά­τη καὶ τὸ κε­φά­λι, ὅ­λα τε­ρά­στια, ἔ­κρυ­βαν λί­γο ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­φέρ­να­νε νὰ σκε­πά­σουν ὅ­σα ἑ­τοι­μα­ζό­τα­νε νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει.

            Πρό­λα­βα νὰ δι­α­κρί­νω κομ­μά­τια κρέ­ας βου­τηγ­μέ­να στὴν κόκ­κι­νη σάλ­τσα τους, ψη­μέ­νες ρο­δο­κόκ­κι­νες πα­τά­τες, μιὰ ρο­ζου­λὶ σος πά­νω σὲ ψι­λο­κομ­μέ­να λα­χα­νι­κά, ἄ­σπρο ψω­μὶ καί, τὸ κα­φὲ χρῶ­μα μιᾶς σο­κο­λα­τέ­νιας τούρ­τας. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λα ἐ­δέ­σμα­τα, ποὺ δὲν κα­τά­λα­βα ἀ­κρι­βῶς τί ἦ­ταν. Πο­λύ­χρω­μα, ποι­κί­λα, σω­ροὶ μέ­σα στὰ πιά­τα.

 

Εἶ­χα μπεῖ ἀ­θό­ρυ­βα στὸ δω­μά­τιο – μιὰ στα­λιὰ ἄν­θρω­πος, οὔ­τε πε­νήν­τα κι­λὰ – ἡ σύ­στα­ση τοῦ ἀ­έ­ρα ὅ­μως εἶ­χε βέ­βαι­α ἀλ­λά­ξει, κι ἔ­τσι ἡ γυ­ναί­κα γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ κοι­τά­ξει.  Σὰ νὰ εἶ­χα δι­α­πρά­ξει κά­ποι­α τρο­με­ρὴ ἀ­δι­α­κρι­σί­α, σὰ νὰ εἶ­χα εἰ­σβά­λει βάρ­βα­ρα φο­ρών­τας βρώ­μι­κα κου­ρέ­λια σὲ μιὰ σπου­δαί­α δε­ξί­ω­ση…

            —Με συγχω­ρεῖ­τε…

            Τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν θο­λὸ καὶ τρο­μαγ­μέ­νο. Μιὰ ἀ­γω­νί­α πα­τι­κω­μέ­νη στὰ λί­πη, στὰ τυ­ριά, στὰ αὐ­γά, στὶς μαρ­με­λά­δες. Πα­σα­λειμ­μέ­νη μὲ βού­τυ­ρα, σο­κο­λά­τες καὶ μέ­λια…

            Ἂν εἶ­χε νὰ φά­ει μέ­ρες, ἂν βρι­σκό­τα­νε γιὰ και­ρὸ κλει­σμέ­νη στὴ φυ­λα­κή, ἂν εἶ­χε μεί­νει θαμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ντου­βά­ρια τοῦ σει­σμοῦ…

            Βγῆ­κα πι­σω­πα­τών­τας καὶ ἄ­φη­σα τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­σει ἀ­πὸ μό­νη της. Πέ­ρα­σα πά­λι τὴν ἔ­ρη­μη αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς καὶ ἄ­νοι­ξα τὴν ξε­κλεί­δω­τη ἐ­ξώ­πορ­τα νὰ βγῶ στὸν ἀ­έ­ρα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ πε­ρι­μέ­νω πό­τε θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ τε­ρά­στιο γεῦ­μα της. Ἴ­σως μιὰ ἄλ­λη φο­ρά, σὲ ἄλ­λη εὐ­και­ρί­α…

            Περ­πά­τη­σα στὸ πε­ζο­δρό­μιο βι­α­στι­κὰ καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἁ­μά­ξι μου. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ εἶ­χα συγ­κεν­τρώ­σει μι­λού­σα­νε μό­νο γιὰ μιὰ νο­ση­λεύ­τρια. Δὲν εἶ­χα πε­ρι­γρα­φή, δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν ὑ­πέρ­βα­ρη καὶ τό­σο μὰ τό­σο πο­λὺ πει­να­σμέ­νη…

            Ἔ­βα­λα μπρο­στὰ τὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτῶ τὴν και­νού­ρια εἰ­κό­να καὶ νὰ τὴ «δέ­σω» μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες. Νὰ κουμ­πώ­σω τὸν ὄγ­κο μὲ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α. Καὶ νὰ προ­σπα­θή­σω ὕ­στε­ρα, ἂν τὰ κα­τα­φέ­ρω, νὰ ἀ­πο­δε­χτῶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ὑ­πέρ­βα­ρη βου­λι­μι­κὴ γυ­ναί­κα ἦ­ταν, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρι­ζό­τα­νε ὁ ντέν­τε­κτιβ Μάρ­κα­ρης, ἡ φυ­σι­κή μου μη­τέ­ρα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).