Νταβὶδ Ρόας (David Roas): Ἕνας ἄντρας μὲ ἀρχές

.

Roas,David-EnasAntrasMeArches-Eikona-01

.

Νταβὶδ Ρόας (David Roas)

.

Ἕνας ἄντρας μὲ ἀρχές

(Un hombre de principios)

.

Y-[Ypsilon]-SomataΠΕΡΜΑΧΟΣ τῆς φυ­σι­κῆς ζω­ῆς, χορ­το­φά­γος, φα­να­τι­κὸς τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης, ἀ­πέ­χων ἀ­πὸ τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἀ­κτι­βι­στὴς τοῦ ἀν­τι­κα­πνι­στι­κοῦ, ὁ Ἀμ­πού­λιο Σο­τέ­λες δὲν ἄρ­γη­σε πο­λὺ νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ ἀ­κό­μα καὶ τὸ σὲξ γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε μο­λυ­σμα­τι­κὴ ἐ­πα­φὴ μὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους (μό­νο σὲ στιγ­μὲς με­γά­λης ἀ­πελ­πι­σί­ας πα­ρα­δι­νό­ταν σὲ αὐ­να­νι­στι­κὲς πρα­κτι­κές, πάν­τα σύν­το­μες καὶ σπα­νί­ως ἡ­δο­νι­κές).

       Ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τος δια­ρκῶς ἀ­πὸ μιὰ ζω­ὴ γε­μά­τη ἀ­παρ­νή­σεις, ὁ Ἀμ­πού­λιο χά­ρι­σε τε­λι­κὰ τὰ λι­γο­στὰ ὑ­πάρ­χον­τά του καὶ κα­τέ­φυ­γε σὲ μιὰ μι­κρὴ σπη­λιά, ὅ­που ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὸ δι­α­λο­γι­σμό.

       Πέ­θα­νε κα­τα­σπα­ραγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ δόγ­μα­τά του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

.

Νταβὶδ Ρόας (David Roas) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1965). Δι­δά­σκει Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Συγ­κρι­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὴ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των H­o­r­r­o­r­es c­o­t­i­d­i­a­n­os (2007) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των D­i­s­t­o­r­s­i­o­n­es (2010).

.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Διαφημίσεις

Ἀντρὲς Νέουμαν (Andrés Neuman): Εὐτυχία

.

Neuman,Andres-Eytychia-Eikona-01

.

Ἀντρὲς Νέουμαν (Andrés Neuman)

 .

Εὐτυχία

(La felicidad)

 .

ΜΕ ΛΕΝΕ Μάρ­κος. Πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι ὁ Κρι­στόμ­παλ.

        Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ νὰ μὲ λέ­νε Κρι­στόμ­παλ. Ὁ Κρι­στόμ­παλ εἶ­ναι φί­λος μου· θὰ ἔ­λε­γα ὁ κα­λύ­τε­ρος, ἀλ­λὰ θὰ πῶ ὁ μο­να­δι­κός.

       Ἡ Γκαμ­πρι­έ­λα εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου. Μὲ ἀ­γα­πά­ει πο­λὺ καὶ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸν Κρι­στόμ­παλ. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνος, σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ δει­νὸς χο­ρευ­τής. Κά­νει καὶ ἱπ­πα­σί­α. Κα­τέ­χει τὴ γραμ­μα­τι­κὴ τῶν λα­τι­νι­κῶν. Μα­γει­ρεύ­ει γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες. Ἔ­πει­τα τὶς γεύ­ε­ται. Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι ἡ Γκαμ­πρι­έ­λα εἶ­ναι τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πιά­το.

      Κά­ποι­ος ἀ­νί­δε­ος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα μου μὲ ἀ­πα­τᾶ· κά­θε ἄλ­λο! Πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι ὁ Κρι­στόμ­παλ, ἀλ­λὰ δὲν μέ­νω μὲ σταυ­ρω­μέ­να τὰ χέ­ρια. Προ­σπα­θῶ νὰ μὴν εἶ­μαι ὁ Μάρ­κος. Κά­νω μα­θή­μα­τα χο­ροῦ καὶ ξα­να­δι­α­βά­ζω τὰ φοι­τη­τι­κά μου συγ­γράμ­μα­τα. Ξέ­ρω κα­λὰ ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα μου μὲ λα­τρεύ­ει. Καὶ εἶ­ναι τό­ση ἡ λα­τρεί­α της, μὰ τό­ση, ποὺ ἡ κα­η­μέ­νη κοι­μᾶ­ται μα­ζί του, μὲ τὸν ἄν­τρα ποὺ θὰ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι. Ἀ­νά­με­σα στὰ μυ­ώ­δη στή­θη τοῦ Κρι­στόμ­παλ, ἡ Γκαμ­πρι­έ­λα μου μὲ πε­ρι­μέ­νει ἀ­νυ­πό­μο­να μὲ ἀ­νοι­χτὲς ἀγ­κά­λες.

       Ἐ­μέ­να μὲ γε­μί­ζει χα­ρὰ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πο­μο­νή της. Μα­κά­ρι ἡ ἐ­πί­μο­νη προ­σπά­θειά μου νὰ στα­θεῖ στὸ ὕ­ψος τῶν προσ­δο­κι­ῶν της καὶ κά­ποι­α μέ­ρα, σύν­το­μα, νὰ ἔρ­θει ἡ στιγ­μή μας. Ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­κλό­νη­της ἀ­γά­πης ποὺ ἐ­κεί­νη τό­σο ἔ­χει προ­ε­τοι­μά­σει, ξε­γε­λών­τας τὸν Κρι­στόμ­παλ, συ­νη­θί­ζον­τας τὸ κορ­μί του, τὸ χα­ρα­κτή­ρα του καὶ τὰ γοῦ­στα του, γιὰ νὰ εἶ­ναι ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἄ­νε­τη κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, ὅ­ταν γί­νω σὰν αὐ­τὸν καὶ τὸν ἀ­φή­σου­με μό­νο.

.  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

 .

Ἀντρὲς Νέουμαν (Andrés Neuman) (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1977). Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ζεῖ στὴ Γρα­νά­δα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Τε­λευ­ταί­α βι­βλί­α του τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα El v­i­a­j­e­ro d­el s­i­g­lo (2009) καὶ H­a­b­l­ar s­o­l­os (2012). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ἡ συλ­λο­γὴ χα­ϊ­κοὺ Μαῦ­ρες στα­γό­νες (μτφ. Νάν­τια Γι­αν­νού­λια, Δώ­ρα Δη­μη­τρί­ου, Θε­ώ­νη Κάμ­πρα, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο, τεῦ­χος 159-160).

 .

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

 .

Πιλὰρ Γκαλάν (Pilar Galán): Ἀποχαιρετισμός

.

Galan,Pilar-Apochairetismos-Eikona-01

.

Πιλὰρ Γκαλάν (Pilar Galán)

 .

Ἀποχαιρετισμός

(Despedida)

 .

       ΡΕ ΣΥ Τε­ρέ­ζα, ἄν­τε καὶ γα­μή­σου, μοῦ ἔ­γρα­ψε στὸ κι­νη­τό.

      Μό­νο ἕ­νας ποι­η­τὴς, ὅ­πως αὐ­τός, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει σὲ ἰ­αμ­βι­κὸ ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Πιλὰρ Γκαλάν (Pilar Galán) (Να­βαλ­μο­ρὰλ δὲ Λὰ Μά­τα, Ἐξ­τρε­μα­δού­ρα, 1967). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Σή­με­ρα εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια Γλώσ­σας καὶ Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Κά­θε­ρες. Ἀ­πὸ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της ξε­χω­ρί­ζει τὸ P­a­r­a­i­so p­o­s­i­b­le (2012), ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της τὰ P­r­e­t­e­r­i­to i­m­p­e­r­f­e­c­to (2001), Ni D­i­os m­i­s­mo (2006) καὶ G­r­a­n­d­es s­u­p­e­r­f­i­c­i­es (2010).

.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

 .

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Τὸ chat

.

Espada,Manuel-ToChat-Eikona-01

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)

 

Τὸ chat 

(El chat)

 .

«ΤΑ ’ΒΓΑΛΕΣ ὅ­λα ἐ­πι­τέ­λους;» ρώ­τη­σε τὴν ἄ­γνω­στη στὸ chat.

       «Ἔ­χω μεί­νει μὲ τὸ καλ­σόν» πλη­κτρο­λό­γη­σε ἐ­κεί­νη, ξα­ναμ­μέ­νη.

       «Βγάλ­το, γρή­γο­ρα» τὴν πρό­στα­ξε, το­νί­ζον­τας τὴν ἀ­παί­τη­σή του μὲ ἕ­να χτύ­πη­μα στὸ τρα­πέ­ζι, λὲς καὶ ἦ­ταν τὸ θαυ­μα­στι­κὸ στὸ τέ­λος μιᾶς φρά­σης.

       «Σό­ρυ, κά­τι ἄ­κου­σα, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πόρ­τα τοῦ γρα­φεί­ου του, γειά.»

       «Μὴν μ’ ἀ­φή­νεις στὴ μέ­ση» ἱ­κέ­τευ­σε ἐ­κεῖ­νος.

       Ἡ γυ­ναί­κα πα­ρά­τη­σε ἀ­μέ­σως τὸ c­h­at. Ὁ ἄν­τρας ἔ­κλει­σε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή του καὶ βγῆ­κε τσαν­τι­σμέ­νος, ὡ­στό­σο μπῆ­κε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο στὶς μύ­τες γιὰ νὰ μὴν ξυ­πνή­σει τὴ γυ­ναί­κα του. Κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια, τὸ ἀ­μυ­δρὸ φῶς μιᾶς ὀ­θό­νης φώ­τι­ζε τοὺς σα­γρὲ τοί­χους.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (M­a­n­u­el E­s­p­a­da) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὰ βι­βλί­α El d­e­s­g­u­a­ce (2007), F­u­e­ra de t­e­m­a­r­io (2010) καὶ Z­o­om (2011). Τὸ ἱστο­λό­γιο ἑτοι­μά­ζει μι­κρὸ ἀφιέ­ρω­μα στὸν Μ. Ἐσπάδα τὸ ὁποῖο ἔχει ἐπι­με­λη­θεῖ ἡ Δα­νά­η Τα­χτα­ρά, ποὺ ἔκα­νε τὶς με­τα­φράσεις καὶ πῆρε συ­νέ­ντευ­ξη ἀπὸ τὸν Ἰσπανὸ συγ­γρα­φέ­α.

 .

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Γιαν­νιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Πέδρο Ἐρέρο Ἀμορός (Pedro Herrero Amorós): Τὸ ραντεβού

.

Amoros,PedroHerrero-ToRantebou-Eikona-03

.

Πέ­δρο Ἐ­ρέ­ρο Ἀ­μο­ρός (Pedro Herrero Amorós)

 .

Τὸ ραν­τε­βού

(La cita)

 .

A-Alpha-SomataΝ ΗΞΕΡΕ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε με­τά, θὰ εἶ­χε πά­ει κομ­μω­τή­ριο καὶ θὰ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να τολ­μη­ρὸ φό­ρε­μα γιὰ νὰ τὸ βά­λει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ χθές, πρὶν πέ­σει στὸ κε­νὸ ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­το­στὸ τρί­το ὄ­ρο­φο τοῦ τε­ρά­στιου οὐ­ρα­νο­ξύ­στη, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πιά­σει ἕ­να χαρ­τὶ ποὺ ὁ ἀ­έ­ρας σή­κω­σε ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο της καὶ τὸ ἔ­σπρω­ξε πρὸς τὰ ἔ­ξω. Ὅ­ταν βρέ­θη­κε στὸ κε­νό, ὅ­λα προ­μή­νυ­αν ἕ­να ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το στρα­πά­τσο ἀλ­λά, στὸ ὕ­ψος τοῦ τεσ­σα­ρα­κο­στοῦ δευ­τέ­ρου ὀ­ρό­φου, τὸ σῶ­μα της ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ ἑ­νὸς θε­ό­σταλ­του νέ­ου, ἐμ­φα­νί­σι­μου καὶ γε­ρο­δε­μέ­νου ποὺ φο­ροῦ­σε ἐ­φαρ­μο­στὴ στο­λὴ ἀ­πὸ μπλὲ καὶ κόκ­κι­νη λύ­κρα καὶ μιὰ μπέρ­τα ἀ­σορ­τί, πο­λὺ κομ­ψή, ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε ὅ­πως καὶ τὸ ὄ­μορ­φο μαῦ­ρο τσου­λού­φι του. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ ὕ­στε­ρα, ἡ κά­θο­δος ἦ­ταν μιὰ ἀ­πο­λαυ­στι­κὴ βόλ­τα μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὸ δρό­μο, ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ὁ γό­ης τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε εὐ­γε­νι­κὰ καὶ πέ­τα­ξε στὰ ὕ­ψη, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως τῆς εἶ­πε πὼς σή­με­ρα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ξα­να­βρε­θοῦν στὸ ἴ­διο μέ­ρος, τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Καὶ σή­με­ρα ἐ­κεί­νη φο­ρά­ει και­νού­ριο φό­ρε­μα, σκό­πι­μα ἐ­πι­λεγ­μέ­νο, καὶ φτι­ά­χνε­ται ἐ­πι­με­λῶς γιὰ νὰ πά­ει στὸ ραν­τε­βοὺ μὲ τὸν μυ­στη­ρι­ώ­δη σω­τή­ρα της. Καὶ τὴ συμ­φω­νη­μέ­νη ὥ­ρα ρί­χνε­ται ἄ­φο­βα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πτώ­ση πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν πρό­σο­ψη τοῦ κτι­ρί­ου, γιὰ νὰ βά­λει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες πι­νε­λι­ὲς στὸ μα­κι­γιάζ της. Ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ κα­νεὶς δὲν τὴν πε­ρι­μέ­νει μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν τεσ­σα­ρα­κο­στὸ δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Καὶ μό­λις φτά­νει στὸν δέ­κα­το τέ­ταρ­το, πε­πει­σμέ­νη ὅ­τι τὴν ἔ­στη­σαν, ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ πώς, ἂν εἶ­ναι σκλη­ρὸ καὶ μό­νο νὰ πέ­σεις ἀ­πὸ ἕ­να σύν­νε­φο καὶ νὰ ἀ­κουμ­πή­σεις μὲ τὰ πό­δια στὸ ἔ­δα­φος, πιὸ σκλη­ρὸ θὰ εἶ­ναι νὰ πρέ­πει νὰ τὸ κά­νεις μὲ τὸ κε­φά­λι.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Πέ­δρο Ἐ­ρέ­ρο Ἀ­μο­ρός (Pedro Herrero Amorós). Γεν­νή­θη­κε στὴν Μπαν­τα­λό­να τὸ 1953. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀ­να­λυ­τὴς ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῶν δι­α­δι­κα­σι­ῶν. Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Velas al viento: los microrrelatos de La nave de los locos (2010) καὶ Historias de porteria (2012).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

.

Ἰωάννα Γαλανάκη: Οἱ τυφλοὶ

.

149401

 

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη

Οἱ τυ­φλοὶ

 .

03-Piρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες οἱ Με­γα­ρεῖς πῆ­γαν στοὺς Δελ­φοὺς καὶ ζή­τη­σαν τὴ γνώ­μη τοῦ Μαν­τεί­ου σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τό­πο ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἱ­δρύ­σουν τὴν νέ­α τους ἀ­ποι­κί­α. Τὸ Μαν­τεῖ­ο τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῶν τυ­φλῶν». «Τυ­φλοί» ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἦ­ταν οἱ Χαλ­κη­δό­νιοι, Με­γα­ρεῖς ἄ­ποι­κοι καὶ οἱ ἴ­διοι, ἐ­πει­δὴ εἶ­χαν ἐ­πι­λέ­ξει νὰ ἱ­δρύ­σουν τὴν πό­λη τους ἀ­πέ­ναν­τι (καὶ ὄ­χι πά­νω) στὴν ἑ­πτά­λο­φη χερ­σό­νη­σο. Ὅ­μως οἱ Χαλ­κη­δό­νιοι δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α τυ­φλοί…

            Νὰ τί ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη: ὅ­ταν ἕ­να πρω­ι­νὸ χω­ρὶς κα­θό­λου ὁ­μί­χλη τὸ κα­ρά­βι τῶν Με­γα­ρέ­ων ἔ­φτα­σε στὸ κομ­μά­τι ἐ­κεῖ­νο τῆς θά­λασ­σας ἀ­νά­με­σα στὴν ἑ­πτά­λο­φο καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τῆς ἀ­σι­α­τι­κῆς ἀ­κτῆς ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα χτί­στη­κε ἡ Χρυ­σό­πο­λη, ὁ οἰ­κι­στὴς μα­ζὶ μὲ τοὺς ἀ­ποί­κους μα­ζεύ­τη­καν στὴν πλώ­ρη. Κα­νέ­νας τους δὲν μι­λοῦ­σε. Κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι σι­ω­πη­λοὶ σὰ νὰ γνώ­ρι­ζαν πὼς μιὰ ἱ­ε­ρὴ τε­λε­τουρ­γί­α συν­τε­λοῦν­ταν μυ­στι­κὰ ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα μό­νο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν δοῦν μὲ τὰ μά­τια ἀλ­λὰ ἔ­νοι­ω­θαν τὸ δέ­ος της. Ἔ­βλε­παν ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νοι ἀ­πέ­ναν­τί τους στὸ ἀ­κρω­τή­ριο τῶν Συ­κε­ῶν νὰ ὑ­ψώ­νε­ται κα­τά­φυ­τος λό­φος. Μό­λις προ­σπέ­ρα­σαν τὴν ἄ­κρη τῆς με­γά­λης χερ­σο­νή­σου στ’ ἀ­ρι­στε­ρά τους, ἐ­κεῖ ποὺ με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Βύ­ζας ἵ­δρυ­σε τὸ Βυ­ζάν­τιο, δὲν κρα­τή­θη­καν καὶ φώ­να­ξαν βλέ­πον­τας τὴν ἴ­δια τὴ θά­λασ­σα νὰ με­τα­βάλ­λε­ται ξαφ­νι­κὰ σὲ μα­κρὺ πο­τά­μι καὶ κα­τα­πρά­σι­νοι λό­φοι νὰ ὑ­ψώ­νον­ται στὶς δυ­ὸ πλευ­ρές της. Δὲν τὸ σκέ­φτη­καν πο­λὺ οἱ ἄ­ποι­κοι, ἀ­μέ­σως ἄ­ρα­ξαν τὸ κα­ρά­βι τους σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ὅρ­μους τοῦ μα­κριοῦ αὐ­τοῦ θα­λάσ­σιου πο­τα­μοῦ καὶ κα­τέ­βη­καν γιὰ νὰ δοῦν τὸ μέ­ρος ἀ­πὸ κον­τά. Λό­φοι, κοι­λά­δες, δέν­τρα, πο­τά­μια μὲ πεν­τα­κά­θα­ρα νε­ρὰ καὶ χεί­μαρ­ροι, δά­ση τό­σο πυ­κνὰ ποὺ περ­πα­τοῦ­σες μέ­σα τους μὲ δυ­σκο­λί­α μὰ ξαφ­νι­κὰ καὶ πά­λι ἔ­βλε­πες μπρο­στά σου τὴ θά­λασ­σα νὰ σοῦ χα­μο­γε­λᾶ μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῶν κλα­δι­ῶν. Ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν στὸ κα­ρά­βι τους σα­στι­σμέ­νοι. Πῶς γί­νε­ται νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας τέ­τοι­ος τό­πος καὶ κα­νεὶς νὰ μὴν τὸν κα­τοι­κεῖ ἀ­να­ρω­τή­θη­καν κά­ποι­οι, ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἦ­ταν λὲς κι ἔ­βλε­παν ὄ­νει­ρο καὶ εἶ­χαν στὰ μά­τια τους τὴ λάμ­ψη μιᾶς γλυ­κιᾶς μέ­θης. Ἀ­κό­μη κι οἱ πιὸ κυ­νι­κοὶ ποὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ταν μό­νο γιὰ τὸ κέρ­δος εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες. «Ἔ­χου­με τὴν τύ­χη μὲ τὸ μέ­ρος μας, οἱ θε­οί μᾶς ἄ­κου­σαν», φώ­να­ξε κά­ποι­ος. «Ἐ­δῶ τὰ πάν­τα θὰ εἶ­ναι εὔ­κο­λα γιὰ μᾶς, ἀ­κό­μη καὶ ὁ κό­πος!» Μα­ζί τους εἶ­χαν ὅ­μως κι ἕ­να γέ­ρο ναυ­τι­κό. Εἶ­χε χά­σει τὸ ἕ­να του χέ­ρι κά­πο­τε, σὲ κά­ποι­ο μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴν ἄ­κρη τῆς γῆς ὅ­ταν, κα­θὼς ἔ­λε­γε, ἕ­να τε­ρά­στιο ψά­ρι πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ μέ­σα ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα καὶ τοῦ τὸ ἔ­κο­ψε μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α σὰν νὰ ἦ­ταν ὥ­ρι­μος καρ­πὸς κρε­μα­σμέ­νος ἀ­πὸ δέν­τρο. Αὐ­τός, λοι­πόν, ὁ ναυ­τι­κὸς ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς λέ­ει: «ἀ­κοῦ­στε με κα­λὰ Με­γα­ρί­τες τὰ μά­τια μου ἔ­χουν δεῖ πολ­λά, ἔ­χω φτά­σει ὡς τὶς Στῆ­λες τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ, ὡς τὰ πέ­ρα­τα αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Πο­τέ μου ὅ­μως δὲν ξα­νά­δα τέ­τοι­α ὀ­μορ­φιά! Αὐ­τὴ ἡ ὀ­μορ­φιὰ ἀ­νή­κει στοὺς Θε­ούς, μό­νο ἐ­κεῖ­νοι πρέ­πει νὰ τὴν γεύ­ον­ται, ἀλ­λι­ῶς, ἂν ἐ­μεῖς τολ­μή­σου­με νὰ κυ­ρι­εύ­σου­με αὐ­τὸ ποὺ τοὺς ἀ­νή­κει τό­τε νὰ πε­ρι­μέ­νου­με με­γά­λες συμ­φο­ρές.» Οἱ Με­γα­ρί­τες ποὺ σέ­βον­ταν βα­θειὰ αὐ­τὸ τὸ γέ­ρο μὲ τὸ κομ­μέ­νο χέ­ρι καὶ τὸν θε­ω­ροῦ­σαν ὄ­χι μο­νά­χα τυ­χε­ρὸ ἀ­φοῦ ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου καὶ γύ­ρι­σε πί­σω ζων­τα­νὸς μὰ ποὺ πί­στευ­αν κι­ό­λας πὼς οἱ θε­οὶ γιὰ κά­ποι­ο εἰ­δι­κὸ λό­γο τὸν εἶ­χαν γλυ­τώ­σει καὶ τὸν εἶ­χαν στεί­λει ἐ­κεῖ μα­ζί τους ἀ­κο­λού­θη­σαν —πα­ρὰ τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις με­ρι­κῶν εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια— τὴ συμ­βου­λή του. Ἵ­δρυ­σαν ἔ­τσι τὴν και­νούρ­για τους πό­λη, τὴν Χαλ­κη­δό­να, στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κτή. Καὶ κα­θό­λου δὲν τοὺς ἔ­νοια­ζε ποὺ τοὺς κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι «οἱ τυ­φλοί» καὶ ποὺ τοὺς κο­ρό­ι­δευ­αν με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κό­μη κι οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους ποὺ ἦρ­θαν με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τοὺς καὶ ἵ­δρυ­σαν τὸ Βυ­ζάν­τιο σὲ κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴν πα­ρα­δει­σέ­νια χερ­σό­νη­σο τῆς ἄλ­λης ὄ­χθης. Ὁ πα­λιὸς ναυ­τι­κὸς μὲ τὸ κομ­μέ­νο χέ­ρι εἶ­χε ἐν­τω­με­τα­ξὺ πε­θά­νει καὶ τὸν εἶ­χαν θά­ψει ἔ­τσι ποὺ ὁ τά­φος του νὰ βλέ­πει πρὸς τὴν πό­λη τοῦ Βύ­ζαν­τα. «Δὲν πει­ρά­ζει», ἔ­λε­γαν τώ­ρα ἄλ­λοι γέ­ροι ποὺ εἶ­χαν πά­ρει τὴ θέ­ση ποὺ εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ γέ­ρο ναυ­τι­κὸς κά­πο­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς Χαλ­κη­δό­νιους, «ὅ­σο ζεῖ κα­νεὶς εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νὰ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν πα­ρά­δει­σο…»

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη  (Χανιά). Σπούδασε Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία στὸ Πα­νε­­πι­στήμιο Ἀθηνῶν μὲ υποτροφίες στὸ Πανεπιστήμιο του Durham (Ἀγ­γλία). Εἶναι ὑποψήφια διδάκτωρ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Leiden (Ὁλ­λα­ν­δία). Πρῶτο της βιβλίο ἡ ποιητική συλλογή με τον τίτλο Αραδήν (Publibook 2010).

 .