Ἀλέξιος Μάινας: Ὁ ὑδραυλικὸς

.

untitled

.

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας

 

Ὁ ὑ­δραυ­λι­κὸς

 

05-Miι­λᾶ­με χτὲς συ­νάν­τη­σα ἕ­ναν τύ­πο μὲ στρα­βιὰ μύ­τη καὶ ξαν­θὸ μου­σά­κι καὶ γυα­λιὰ ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια εἴ­χα­με σπρω­χτεῖ καὶ βρι­στεῖ στὴν οὐ­ρὰ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τῶν Φη­ρῶν χω­ρὶς νὰ δώ­σου­με συ­νέ­χεια. Χτὲς ὅ­μως παί­ξα­με μα­ζὶ μπά­σκετ, καὶ μὲ κά­τι παι­διὰ ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Πιὸ πο­λὺ σου­τά­κια. Καὶ κά­τι ἀγ­κω­νι­ές, λί­γο βρό­μι­κα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὰ φτύ­σα­με, δὲν εἴ­μα­στε εἰ­κο­σά­ρη­δες, πᾶ­νε αὐ­τά. Μοιά­ζει μ’ ἕ­ναν πα­λιὸ δε­κα­νέ­α κα­θί­κι ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­δι­αυ­λι­κὰ Χα­ϊ­δα­ρί­ου, τέ­λος πάν­των, ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή, τί μοῦ θύ­μι­σα τώ­ρα, μι­λᾶ­με Ρό­δο με­τά, Ψίν­θος, τσαμ­πι­κο­χώ­ρι, καὶ δὲ βγαί­να­με πο­τὲ ἐ­ξο­δοῦ­χοι. Λοι­πὸν κά­να­με δι­ά­λειμ­μα χτές, εἴ­χα­με φέ­ρει νε­ρὰ σὲ μπου­κά­λια ἀ­π’ τὶς βρύ­σες καὶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ κα­τα­λά­βεις εἶ­χε φέ­ρει μιὰ μπύ­ρα νὰ πι­εῖ, ἔ­λε­ος, θε­έ μου δη­λα­δή. Τέ­λος πάν­των νὰ μὴν τὰ πο­λυ­φλυα­ρῶ, ὁ τύ­πος λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς ἱ­στο­ρί­α: Τσα­κώ­θη­κε, λέ­ει, μὲ τὴν ἀ­δελ­φή του γιὰ τὸ ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε Ζυ­ρί­χη, αὐ­τὴ Γε­νεύ­η. Ὄ­χι, ἐ­πί­ση­μα εἶ­ναι ἡ Ζυ­ρί­χη, ὄ­χι ρὲ ἄ­σχε­τε, ἡ Γε­νεύ­η. Ἄρ­χι­σαν νὰ πει­ρά­ζον­ται καὶ κα­τέ­λη­ξαν νὰ τὰ παίρ­νουν στὸ κρα­νί­ο καὶ νὰ φω­νά­ζουν. Στὴν κρά­να ἐν­τε­λῶς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ τῆς λέ­ει: ἀ­φοῦ ἔ­μει­νες δυ­ὸ φο­ρὲς ρὲ στὸ λύ­κει­ο, τρώ­ει ἕ­να χα­στού­κι καὶ τοῦ φεύ­γουν τὰ γυα­λιά. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ σκη­νὴ παί­χτη­κε, λέ­ει, στὸ μπά­νιο, τα­πη­ρο­κρα­νί­α­ση, λέ­ει. Τὰ γυα­λιὰ πέ­φτουν λοι­πὸν στὸ νι­πτή­ρα, σπᾶ­νε οἱ φα­κοὶ κι ὁ σκε­λε­τὸς δι­πλώ­νε­ται, λέ­ει, στὰ δυ­ό. Ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι γυα­λὶ πά­ει ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, λέ­ει, καὶ σκα­λώ­νει στὸ σι­φό­νι, για­τί ἂν καὶ δὲ βλέ­πεις κά­τι μὲ γυ­μνὸ μά­τι, ἀρ­γεῖ νὰ φύ­γει τὸ νε­ρό. Σή­με­ρα, λέ­ει, ἦρ­θε ὁ ὑ­δραυ­λι­κὸς καὶ δί­νει στὴν ἀ­δελ­φή του τὴν κάρ­τα του μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­πως τῆς εἶ­πε, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­βέν­τα ποὺ ἔ­κα­ναν γιὰ ται­νί­ες τοῦ Τέ­ρι Γκί­λιαμ. Τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, λέ­ει, θὰ βγοῦ­νε. Καὶ τε­λει­ώ­νει τὴν ἱ­στο­ρί­α λέ­γον­τας ἐ­πὶ λέ­ξει: φο­βᾶ­μαι μὴν κά­νει κα­μιὰ μα­λα­κί­α καὶ μεί­νει ἔγ­κυ­ος μὲ τὸν ὑ­δραυ­λι­κό. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α πού μᾶς εἶ­πε χτὲς στὸ μπά­σκετ πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα ποὺ ἔ­φε­ρε, μὲ τὴ στρα­βιὰ του μύ­τη, καὶ μοῦ φαί­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, ἐν­τε­λῶς. Ἐν­νο­ῶ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ μυ­στι­κό­τη­τα καὶ γε­λοι­ό­τη­τα τῶν μη­χα­νι­σμῶν τοῦ κό­σμου καὶ τῶν πάν­των. Δη­λα­δὴ πῶς νὰ στὸ πῶ; Πὲς το σύμ­πτω­ση ἂν σὲ βο­η­θά­ει.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: