Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

.

cyanotype (11)

.

Α.Κ. Χριστοδούλου

 

Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

 

02-Taphέρμα τῆς ὁ­δοῦ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ἐ­κεῖ ποὺ ἄρ­χι­ζαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια τὰ κα­τα­πρά­σι­να πε­ρι­βό­λια, μὲ τὶς μαρ­γα­ρί­τες, τὶς πα­πα­ροῦ­νες καὶ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες νὰ χο­ρε­ύ­ουν ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὰ λυ­γε­ρό­κορ­μα ἀ­ε­ρά­κια τῆς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να το­ύ­βλι­νο κα­λυ­βά­κι, μὲ ἕ­να κολ­λη­τὸ τσα­τμα­δέ­νιο χα­μη­λὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σε μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη γρι­ο­ύ­λα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀ­γω­γι­ά­της, κα­βά­λα σὲ μου­λά­ρι, μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴ Μα­κρυ­νί­τσα, ποὺ νὰ μὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὴν ὄ­μορ­φη πο­λι­τε­ί­α μὲ ἕ­ναν τρυ­φε­ρό, νο­ε­ρὸ ἀ­σφα­λῶς, ἀ­σπα­σμὸ τῆς γλυ­κύ­τα­της Εὐ­θα­λί­ας. Σήμερα τὸ κα­λυ­βά­κι, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, κλει­δω­μέ­νο, μὲ βου­λι­αγ­μέ­νη στέ­γη καὶ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, σώ­ζε­ται ἀ­κό­μη κα­θὼς πλη­θα­ί­νουν ὁ­λό­γυ­ρα οἱ πο­λυ­ό­ρο­φες φυ­λα­κὲς ποὺ ὑ­ψώ­νει ἡ ἀ­συμ­πό­νε­τη πο­λι­τε­ί­α στὶς ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τες ἐ­κτά­σεις τῶν κλη­ρο­νό­μων Κου­τί­να, ξε­στρω­μέ­νες πλέ­ον, δί­χως τά­πη­τες χλό­ης — τὸ μο­νο­πά­τι ἀ­πὸ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος με­το­νο­μά­στη­κε σὲ ὁ­δὸ ᾿Ι­σα­ύ­ρων πρὸς τι­μὴν τῶν εἰ­κο­νο­μά­χων Του. ῞Ο­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α μας δὲν εἶ­ναι γιὰ τὸ λι­τὸ καὶ ἡ­λι­ό­λου­στο ἐν­δι­α­ί­τη­μα τῆς κα­λῆς Εὐ­θα­λί­ας, ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο κα­τα­γώ­γιο, μου­λι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξη­ρα­σί­α στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς της. Τί λέ­ω! γιὰ ἀ­μέ­τρη­τα θε­ό­στε­γνα μπουν­τρο­ύ­μια, ὅ­πως θὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψει, ὑ­πο­θέ­τω, ἡ γρα­φί­δα μας. ῍Ας ἀ­κο­λου­θή­σου­με ὅ­μως τὴ λο­γι­κὴ τῶν πραγ­μά­των. ῾Η Εὐ­θα­λί­α ζοῦ­σε μό­νη στὸ κα­λυ­βά­κι. ῍Αν καὶ φαι­νό­ταν φτω­χή, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­πως ἀ­πο­δε­ί­χτη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων, ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ εὐ­κα­τά­στα­τη. Σπα­τά­λη­σε τό­σο ρευ­στό, ποὺ στὸ τέ­λος ἰ­κμὰς εὐ­ρω­στί­ας δὲν ἀ­πό­μει­νε κα­μιὰ στὸ τα­μεῖ­ο. ῾Ω­στό­σο ζοῦ­σε ἁ­πλὴ ζωή, σὲ μιὰν αὐ­λὴ γε­μά­τη λου­λο­ύ­δια καὶ σὲ μιὰ κα­τα­πρά­σι­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἔ­σφυ­ζε ἀ­πὸ ζωή. ῾Ο­λό­γυ­ρα ἔ­θαλ­λε ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς πα­ρά­δει­σος. ῾Ω­στό­σο τὴν ἀ­γα­θὴ ἐ­το­ύ­τη ψυ­χή, ὅ­πως, ἀλ­λί­μο­νο, κά­θε ψυ­χή, πα­ί­δευ­ε μιὰ πα­ρά­ξε­νη μα­νί­α — κά­θε πρωί, μὲ δυ­ὸ κα­λά­θια στὰ χέ­ρια, χα­νό­ταν στὰ ρου­μά­νια καὶ τὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ Σα­ρα­κη­νοῦ. Τί ἔ­κα­νε στὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ὅ­που δὲν ὑ­πῆρ­χε χλω­ρὸ κλα­δί; Θαυ­μά­στε, κύ­ριοι, τί πα­ρα­ξε­νι­ὲς μπο­ροῦν νὰ τα­λα­νί­ζουν ἀ­κό­μα καὶ τὴν πιὸ ἁ­πλὴ ψυ­χή — ποὺ ση­μα­ί­νει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ προ­σθέ­σω, πὼς δὲν πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν Πλά­ση ψυ­χὴ ἀν­θρώ­που ποὺ νὰ εἶ­ναι στ᾿ ἀ­λή­θεια ἁ­πλή. ῾Η Εὐ­θα­λί­α εἶ­χε τὴ μα­νί­α νὰ μα­ζε­ύ­ει ὁ,τι­δή­πο­τε ξε­ρὸ κα­τα­γῆς — ξε­ρὰ φύλ­λα, ξε­ρὰ λου­λο­ύ­δια, ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια. Γέμιζε τὰ κα­λά­θια καὶ φορ­τω­μέ­νη γύ­ρι­ζε στὸ κα­λυ­βά­κι, ὅ­που συ­νέ­χι­ζε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες ἀ­σχο­λί­ες μιᾶς κα­νο­νι­κῆς μέ­ρας. Μο­λο­νό­τι ὅ­λοι ἦ­ταν πά­ντα κον­τὰ στὴν Εὐ­θα­λί­α, κα­νεὶς ὡ­στό­σο δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει αὐ­τὴ τὴν τό­σο προ­σω­πι­κή της ἰ­δι­ο­τρο­πί­α. Τί νό­η­μα εἶ­χε ἐ­κε­ί­νη ἡ συγ­κο­μι­δὴ τῶν ξε­ρῶν ἀ­πορ­ρι­μά­των τῆς ζω­ῆς, ὅ­που ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ὴ εἶ­χε ἀ­φα­νί­σει κά­θε ἴ­χνος ζω­ῆς, κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε. ᾿Ε­ρω­τή­σεις στὸ ζή­τη­μα τοῦ­το ἡ Εὐ­θα­λί­α δὲ σή­κω­νε. ῎Ε­κο­βε τὴν κου­βέ­ντα καὶ ἀ­πο­συ­ρό­ταν στὸ κα­μα­ρά­κι. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ μα­νί­α τῆς γρι­ο­ύ­λας ξε­θώ­ρια­σε στὴ συ­νε­ί­δη­ση τῶν πε­ρι­ο­ί­κων σὲ ἁ­πλὴ συ­νή­θεια, κι ἐ­φό­σον εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὴν ἴ­δια, σὲ ἀ­πα­σχό­λη­ση δι­α­σκε­δα­στι­κή, ἄ­ρα ἀ­πό­λυ­τα θε­μι­τή. Ξε­θώ­ρια­σε μά­λι­στα τό­σο πο­λὺ ποὺ θὰ προ­κα­λοῦ­σε κα­τά­πλη­ξη ἂν μά­θαι­ναν αἴφ­νης πὼς ἡ συλ­λέ­κτρια εἶ­χε πά­ψει νὰ συλ­λέ­γει τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ ἀ­φή­νει στὸ δι­ά­βα της ἡ ζωή. ῞Ο­μως ὅ­λα ἔ­χουν τέ­λος. ῾Η ἰ­δι­ο­τρο­πί­α τῆς Εὐ­θα­λί­ας ἐν­τα­φι­ά­στη­κε ἕ­να δει­λι­νὸ μα­ζὶ μὲ τὴ σο­ρό της στὸ κοι­μη­τή­ρι τῆς ῾Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Καὶ φυ­σι­κὰ τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα οἱ βα­θιὰ τε­θλιμ­μέ­νοι συγ­γε­νεῖς μὲ κα­τα­κόκ­κι­να τὰ μά­τια, ὑ­πο­τί­θε­ται ἀ­πὸ τὸ κλά­μα, ξε­κλε­ί­δω­σαν τὸ σπι­τά­κι γιὰ τὸ γνω­στὸ συγ­γε­νι­κὸ πλι­ά­τσι­κο. ᾿Αν­τὶ γιὰ τι­μαλ­φῆ καὶ με­τρη­τὰ ὅ­μως δὲ βρῆ­καν πα­ρὰ μό­νο ἕ­ναν χον­τρὸ φά­κελ­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν δε­κά­δες μι­σθω­τή­ρια συμ­φω­νη­τι­κά. ῾Η μα­κα­ρί­τισ­σα φε­ρό­ταν νὰ ἔ­χει μι­σθώ­σει πά­νω ἀ­πὸ πε­νή­ντα δω­μά­τια, ἀ­πο­θη­κοῦ­λες, κα­τα­στή­μα­τα, κα­μα­ρά­κια, κε­λά­ρια καὶ βά­λε. Οἱ κλη­ρο­νό­μοι ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μὲ τὶς τσέ­πες ἄ­δει­ες. ῞Ο,τι κλη­ρο­δό­τη­σε ἡ Εὐ­θα­λί­α σὲ αὐ­τοὺς ἦ­ταν στὸ τέ­λος μό­νο μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἀ­μη­χα­νί­α. Τί ἀ­πο­θη­σα­ύ­ρι­ζε σὲ αὐ­τὲς τὶς ἄ­τυ­πες τρα­πε­ζι­κὲς θυ­ρί­δες ἡ ἄ­γα­μη μα­κα­ρί­τισ­σα; Μιὰ ἀρ­μα­θιὰ κλει­διὰ δί­πλα στὸ φά­κελ­λο ἔ­ρι­ξε φῶς στὸ σκο­τά­δι αὐ­τῶν τῶν μι­σθί­ων. ῞Ο­λα ἦ­ταν φί­σκα γε­μά­τα ἀ­πὸ τὰ ξε­ρὰ φυλ­λα­ρά­κια, τὰ ξε­ρὰ λου­λου­δά­κια καὶ τὰ ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια, ποὺ σό­δευ­ε ἡ νε­κρὴ μὲ τό­ση προ­σή­λω­ση καὶ τό­ση πε­ρι­συλ­λο­γὴ σὲ ὅ­λο τὸ δι­ά­βα τῆς ἄ­γο­νης ζω­ῆς της. ῾Ως φα­ί­νε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος δι­ο­ρα­τι­κὸς νὰ εἰ­κά­σει, ἡ τί­μια Εὐ­θα­λί­α, μο­λο­νό­τι εὐ­νο­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­νε­ξά­ντλη­τη χλω­ρο­φύλ­λη ποὺ ἀ­να­ζω­ο­γο­νοῦ­σε δια­ρκῶς τὴ σω­μα­τι­κή της εὐ­ρω­στί­α, ὠ­θο­ύ­με­νη ὡ­στό­σο ἀ­πὸ ἕ­να ἔν­στι­κτο ἀ­δι­ευ­κρί­νι­στο καὶ σκο­τει­νό, βλα­στο­λο­γοῦ­σε ὁ­λη­με­ρὶς τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ θρα­σο­μα­νοῦ­σε στὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ μυα­λοῦ της. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη βά­σι­μα νὰ ὑ­πο­θέ­σει, πρὸς τι­μὴν ἀ­σφα­λῶς τῆς θα­νο­ύ­σης, πὼς αὐ­τὴ ἡ δα­ή­μων ἀ­στε­φά­νω­τη ψυ­χὴ δὲν πρέ­πει νὰ κα­μώ­θη­κε στιγ­μὴ πὼς ξέ­χα­σε τά­χα τὴν προ­ί­κα, πο­λυ­τί­μη­το δῶ­ρο, μο­να­δι­κὸ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τρός, ποὺ ἄ­φη­ναν ἀ­δα­ή­μο­νες νὰ σα­πί­ζει ὅ­λες οἱ στε­φα­νω­μέ­νες μὲ ἀ­μά­ραν­τα λου­λο­ύ­δια μιᾶς ἀ­ει­θα­λοῦς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως ὣς τὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κεί­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: