Γιάννης Τσίγκρας: Ἡ Πατράκαινα

.

Tsigkras,Giannis-IPatrakaina-Eikona-04

.

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Ἡ Πα­τρά­και­να

 

02-TaphΟ ΒΛΕΠΕΙΣ αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι στὸ χέ­ρι; Τό­ ‘χω ἀ­πὸ παι­δί. Θυ­μᾶ­μαι μέ­χρι καὶ σή­με­ρα πῶς τὸ ἀ­πέ­κτη­σα. Ἔ­τρε­χα ἕ­να βρά­δυ μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διὰ πρὸς τὸ φρά­χτη τῆς Πα­τρά­και­νας, ἕ­να μι­σο­σκό­τει­νο τοῖ­χο, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γι­α­σε­μί. Βι­α­στι­κὴ ὅ­πως πάν­τα, σκόν­τα­ψα κι ἔ­πε­σα. Πρέ­πει νὰ σκί­στη­κα ἀ­πὸ πέ­τρα για­τί ἔ­νι­ω­σα ἕ­να κά­ψι­μο κι εἶ­δα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ χτύ­πη­σα ἕ­να ση­μά­δι, ἄ­σπρο σὰ πι­κρα­μύ­γδα­λο στὴν ἀρ­χὴ ποὺ πῆ­ρε στὴ συ­νέ­χεια τὸ σχῆ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ λει­ριοῦ τῆς Πα­γώ­νας, τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης κό­τας τῆς μά­νας μου.

        Πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ πα­ρα­τή­ρη­σα αὐ­τὸ καὶ τὸ εἶ­πα στὴν πα­ρέ­α μου, λί­γο πρὶν μὲ πά­ρουν τὰ αἵ­μα­τα καὶ βά­λω τὰ κλά­μα­τα.

        Εἶ­χε τρέ­λα μὲ αὐ­τὴ τὴν Πα­γώ­να ἡ κυ­ρὰ Χρυ­σάν­θη. Ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε ὁ συ­να­γερ­μὸς νὰ σφυ­ρί­ζει στὸ Βό­λο ἢ τὸ καμ­πα­νά­κι νὰ χτυ­πά­ει στὸν Ἄ­ι-Τα­ξιά­ρχη, κι ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­παιρ­νε ὑ­πὸ μά­λης τὰ ψει­ρι­α­σμέ­να μας χρά­μια κι ἀ­νέ­βα­ζε στὸ σβέρ­κο του ἐ­μέ­να, πεν­τά­χρο­νη τό­τε, γιὰ νὰ τρέ­ξει βι­α­στι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ συγ­χω­ρια­νοί μας , νὰ σκαρ­φα­λώ­σει τὸν ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ Τρα­νὸ Ἴ­σι­ω­μα, τὸ ἀ­σφα­λὲς ἀ­πὸ τὰ κα­νό­νια τῶν πλοί­ων τοῦ λι­μα­νιοῦ ἢ ἀ­πὸ τοὺς μη­χα­νο­κί­νη­τους στὸν ἁ­μα­ξω­τὸ δρό­μο Γερ­μα­νούς, τό­τε ἐ­κεί­νη χώ­νον­ταν στὶς πυ­κνο­φυ­τε­μέ­νες φα­σο­λι­ὲς «πούλ, πούλ, πούλ», φω­νά­ζον­τας, «ποὺ εἶ­σαι μω­ρὴ Πα­γώ­να καὶ θὰ μᾶς προ­λά­βουν». Καὶ ἦ­ταν ἱ­κα­νὴ θα­νά­σι­μα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σει πε­ρι­μέ­νον­τας τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ κό­τα θὰ πη­δοῦ­σε στὸν ὦ­μο της καὶ θὰ κούρ­νια­ζε ἐ­κεῖ. Τό­τε μό­νο κα­τέ­βαι­νε τὶς σκά­λες κι ἔμ­παι­νε στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­τρε­χαν.

        Ὁ πα­τέ­ρας λα­χά­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ ἄ­σθμα ποὺ τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἀ­πὸ παι­δὶ κι ἀ­πὸ τό, ἐ­λά­χι­στο, βά­ρος μου, λα­χά­νια­ζε ἀ­νε­βαί­νον­τας καὶ βλα­στη­μών­τας τὴν τύ­χη του «δὲ φτά­νουν ὅ­λα τὰ ἄλ­λα, ἔ­χω κι αὐ­τὴ τὴ μουρ­λή, τρέ­ξε Γι­ωρ­γά­κη μου μπρο­στὰ» ἔ­λε­γε στὸν ἀ­δελ­φό μου, «μιὰ φω­λιὰ τῆς Πα­γώ­νας νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σεις πρῶ­τα» σάρ­κα­ζε, κι ὁ Γι­ῶρ­γος ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε τί ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἔ­τρε­χε νὰ πιά­σει κά­ποι­α σπη­λιὰ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ἢ κά­ποι­ο ἀ­πάγ­κιο, στὴ ρί­ζα βρά­χου – ὁ τό­πος ἦ­ταν γε­μά­τος ἀ­πὸ τε­ρά­στι­ες πέ­τρες κι ἀ­πὸ κα­λύ­βες φι­λό­ξε­νων βο­σκῶν ποὺ τά­ι­ζαν, πρῶ­τα ἐ­μᾶς τὰ παι­διά, κι ἂν πε­ρίσ­σευ­ε καὶ τοὺς με­γά­λους, μὲ ἀ­χνι­στό, φρέ­σκο ψω­μὶ κι ἴ­σως καὶ γά­λα.

        Μέ­να­με λί­γες μέ­ρες ἐ­κεῖ, γιὰ μᾶς ἦ­ταν ὁ Πα­ρά­δει­σος, κι ὕ­στε­ρα κα­τε­βαί­να­με στὸ χω­ριὸ με­τρών­τας, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, ἐ­ρεί­πια κι ἀ­πο­κα­ΐ­δια. Θά­βα­με τοὺς νε­κρούς, γέ­ρους συ­νή­θως ποὺ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ μᾶς ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἐ­πι­δι­ορ­θώ­να­με πρό­χει­ρα τὶς ζη­μι­ές, κά­να­με τὴν πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γιᾶς μας στὸν Ἄ­ι-Νι­κό­λα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ὅ­λη τὴν ὥ­ρα γο­να­τι­στοὶ ἦ­ταν τὸ μό­νο τά­μα ποὺ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σου­με.

        Τὰ παι­διὰ ξα­να­βρί­σκα­με τὴ γει­το­νιά, τὰ κο­λο­κύ­θια ποὺ εἴ­χα­με γιὰ κοῦ­κλες ἐ­μεῖς τὰ κο­ρί­τσια καὶ τὰ κα­λά­μια ἄ­λο­γά τους τὰ ἀ­γό­ρια. Ἀρ­χί­ζα­με καὶ πά­λι τὸ «κα­ρά­βω­μα», τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο παι­γνί­δι τό­πων βου­νί­σι­ων μὲ πολ­λὰ νε­ρά, ὅ­πως ὁ δι­κός μας. Ρί­χνα­με στὸ αὐ­λά­κι ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὸ νε­ρὸ στὰ κτή­μα­τα με­γά­λα κομ­μά­τια ἀ­πὸ φλοῦ­δες δέν­τρων, ξυ­λά­κια, σκλη­ρὰ φύ­λα καί, τρέ­χον­τας πλά­ι στὸ αὐ­λά­κι, τὰ πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με νὰ κα­τε­βαί­νουν, στὰ μά­τια μας τε­ρά­στια πο­τα­μό­πλοι­α, ἄλ­λα ξε­περ­νών­τας τὰ ἐμ­πό­δια κι ἄλ­λα στα­μα­τών­τας λί­γο πιὸ κά­τω.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἀ­κού­γα­με τὴ μπάν­τα τῶν ἰ­τα­λῶν νὰ κα­τε­βαί­νει πρὸς τὸν Ἄι-Τα­ξιά­ρχη. «Ο σα­σὰ καὶ τρια­λό», τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ μπρο­στά τους, πρὶν κι ἀ­π’ τὸ μα­έ­στρο, πή­γαι­νε ἕ­νας μι­κρό­σω­μος ἀν­θρω­πά­κος, ὁ Ντού­λιας. Ἔ­κα­νε, ὅ­πως πάν­τα, κω­μι­κές, ἄ­ναρ­χες κι­νή­σεις, δι­ευ­θύ­νον­τας δῆ­θεν κι­νή­σεις ποὺ ἔ­φερ­ναν τὸ γέ­λιο σὲ ὅ­σους πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε τὸ βρά­δυ, τρέ­χα­με νὰ κρυ­φα­κού­σου­με τὴν Πα­τρά­και­να.

         Ἦ­ταν μί­α με­σό­κο­πη γυ­ναι­κού­λα ποὺ βλέ­πα­με κά­θε πρω­ὶ νὰ περ­νά­ει, μαυ­ρον­τυ­μέ­νη πάν­τα, νὰ πη­γαί­νει στοὺς μπα­κά­λη­δες τοῦ χω­ριοῦ ποὺ μοί­ρα­ζαν μὲ τὸ δελ­τί­ο ἀ­λεύ­ρι, λά­δι κι ὄ­σπρια. Ὅ­ταν νύ­χτω­νε κά­θον­ταν στὴν αὐ­λή της, χω­ρὶς νὰ τῆς περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι κά­ποι­οι τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Μὲ τὸ αὐ­τὶ κολ­λη­μέ­νο στὶς πέ­τρες οἱ μι­κρό­τε­ροι, ζη­τού­σα­με ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ τολ­μη­ρό­τε­ρους ποὺ σκαρ­φά­λω­ναν στὸν τοῖ­χο, νὰ μᾶς πε­ρι­γρά­φουν καὶ τὸ τί βλέ­πουν, ἔ­τσι γιὰ νὰ ἔ­χου­με μιὰ πλή­ρη σκη­νή-εἰ­κό­να καὶ λό­γο.

        Ἡ γυ­ναί­κα λοι­πόν, τρα­βοῦ­σε στὴν αὐ­λὴ δυ­ὸ κα­ρέ­κλες καὶ τὶς ἔ­βα­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πε­ζά­κι, πλά­ι στὴ με­γά­λη κε­ρα­σιά. Το­πο­θε­τοῦ­σε δυ­ὸ πιά­τα, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ἄ­δεια, καὶ κά­θον­ταν.

        «Δη­μη­τρά­κη, φά­ε τὸ ψά­ρι σου», ἔ­λε­γε κοι­τών­τας πρὸς τὴν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        «Χόρ­τα­σα, Χα­ρί­κλεια, σὲ εὐ­χα­ρι­στώ», ἀ­παν­τοῦ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της μὲ μιὰ βρα­χνὴ φω­νή.

        «Μή­πως κρυ­ώ­νεις; Νὰ σοῦ φέ­ρω τὸ κα­σκόλ;»

        « Ὄ­χι, γυ­ναί­κα» συ­νέ­χι­ζε, πά­λι μὲ ἀν­τρι­κὴ φω­νή, «μεῖ­νε λί­γο ἀ­κό­μη, σὲ λί­γο θὰ γε­μί­σουν πυ­γο­λαμ­πί­δες τὰ μαλ­λιὰ σου».

        Κι ὅ­λοι, σι­γὰ μή μᾶς ἀ­κού­σει, γε­λού­σα­με για­τί ξέ­ρα­με ὅ­τι ὁ Δη­μη­τρά­κης ἦ­ταν θαμ­μέ­νος στὴ ρί­ζα τῆς κε­ρα­σιᾶς, κομ­μέ­νος στὰ δυ­ό, ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ ὀ­βί­δα.  

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: