Ἀλέξιος Μάινας: Ὁ ὑδραυλικὸς

.

untitled

.

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας

 

Ὁ ὑ­δραυ­λι­κὸς

 

05-Miι­λᾶ­με χτὲς συ­νάν­τη­σα ἕ­ναν τύ­πο μὲ στρα­βιὰ μύ­τη καὶ ξαν­θὸ μου­σά­κι καὶ γυα­λιὰ ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια εἴ­χα­με σπρω­χτεῖ καὶ βρι­στεῖ στὴν οὐ­ρὰ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τῶν Φη­ρῶν χω­ρὶς νὰ δώ­σου­με συ­νέ­χεια. Χτὲς ὅ­μως παί­ξα­με μα­ζὶ μπά­σκετ, καὶ μὲ κά­τι παι­διὰ ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Πιὸ πο­λὺ σου­τά­κια. Καὶ κά­τι ἀγ­κω­νι­ές, λί­γο βρό­μι­κα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὰ φτύ­σα­με, δὲν εἴ­μα­στε εἰ­κο­σά­ρη­δες, πᾶ­νε αὐ­τά. Μοιά­ζει μ’ ἕ­ναν πα­λιὸ δε­κα­νέ­α κα­θί­κι ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­δι­αυ­λι­κὰ Χα­ϊ­δα­ρί­ου, τέ­λος πάν­των, ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή, τί μοῦ θύ­μι­σα τώ­ρα, μι­λᾶ­με Ρό­δο με­τά, Ψίν­θος, τσαμ­πι­κο­χώ­ρι, καὶ δὲ βγαί­να­με πο­τὲ ἐ­ξο­δοῦ­χοι. Λοι­πὸν κά­να­με δι­ά­λειμ­μα χτές, εἴ­χα­με φέ­ρει νε­ρὰ σὲ μπου­κά­λια ἀ­π’ τὶς βρύ­σες καὶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ κα­τα­λά­βεις εἶ­χε φέ­ρει μιὰ μπύ­ρα νὰ πι­εῖ, ἔ­λε­ος, θε­έ μου δη­λα­δή. Τέ­λος πάν­των νὰ μὴν τὰ πο­λυ­φλυα­ρῶ, ὁ τύ­πος λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς ἱ­στο­ρί­α: Τσα­κώ­θη­κε, λέ­ει, μὲ τὴν ἀ­δελ­φή του γιὰ τὸ ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε Ζυ­ρί­χη, αὐ­τὴ Γε­νεύ­η. Ὄ­χι, ἐ­πί­ση­μα εἶ­ναι ἡ Ζυ­ρί­χη, ὄ­χι ρὲ ἄ­σχε­τε, ἡ Γε­νεύ­η. Ἄρ­χι­σαν νὰ πει­ρά­ζον­ται καὶ κα­τέ­λη­ξαν νὰ τὰ παίρ­νουν στὸ κρα­νί­ο καὶ νὰ φω­νά­ζουν. Στὴν κρά­να ἐν­τε­λῶς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ τῆς λέ­ει: ἀ­φοῦ ἔ­μει­νες δυ­ὸ φο­ρὲς ρὲ στὸ λύ­κει­ο, τρώ­ει ἕ­να χα­στού­κι καὶ τοῦ φεύ­γουν τὰ γυα­λιά. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ σκη­νὴ παί­χτη­κε, λέ­ει, στὸ μπά­νιο, τα­πη­ρο­κρα­νί­α­ση, λέ­ει. Τὰ γυα­λιὰ πέ­φτουν λοι­πὸν στὸ νι­πτή­ρα, σπᾶ­νε οἱ φα­κοὶ κι ὁ σκε­λε­τὸς δι­πλώ­νε­ται, λέ­ει, στὰ δυ­ό. Ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι γυα­λὶ πά­ει ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, λέ­ει, καὶ σκα­λώ­νει στὸ σι­φό­νι, για­τί ἂν καὶ δὲ βλέ­πεις κά­τι μὲ γυ­μνὸ μά­τι, ἀρ­γεῖ νὰ φύ­γει τὸ νε­ρό. Σή­με­ρα, λέ­ει, ἦρ­θε ὁ ὑ­δραυ­λι­κὸς καὶ δί­νει στὴν ἀ­δελ­φή του τὴν κάρ­τα του μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­πως τῆς εἶ­πε, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­βέν­τα ποὺ ἔ­κα­ναν γιὰ ται­νί­ες τοῦ Τέ­ρι Γκί­λιαμ. Τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, λέ­ει, θὰ βγοῦ­νε. Καὶ τε­λει­ώ­νει τὴν ἱ­στο­ρί­α λέ­γον­τας ἐ­πὶ λέ­ξει: φο­βᾶ­μαι μὴν κά­νει κα­μιὰ μα­λα­κί­α καὶ μεί­νει ἔγ­κυ­ος μὲ τὸν ὑ­δραυ­λι­κό. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α πού μᾶς εἶ­πε χτὲς στὸ μπά­σκετ πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα ποὺ ἔ­φε­ρε, μὲ τὴ στρα­βιὰ του μύ­τη, καὶ μοῦ φαί­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, ἐν­τε­λῶς. Ἐν­νο­ῶ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ μυ­στι­κό­τη­τα καὶ γε­λοι­ό­τη­τα τῶν μη­χα­νι­σμῶν τοῦ κό­σμου καὶ τῶν πάν­των. Δη­λα­δὴ πῶς νὰ στὸ πῶ; Πὲς το σύμ­πτω­ση ἂν σὲ βο­η­θά­ει.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Διαφημίσεις

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Ἡ μόνιμη θλίψη

.

ADC902730993A5870011D15F9C0FC982

.

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης

 

Ἡ μό­νι­μη θλί­ψη

 

04-Httaμα­σταν τρεῖς. Ἡ Μα­ριά­ννα (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Νί­κη), ὁ Πέ­τρος (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Δη­μή­τρης), κι ἐ­γὼ (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Χρῆ­στος). Ποι­ὸς εἶ­χε τὴν ἐ­πα­φὴ δὲν ξέ­ρα­με. Ὑ­πο­θέ­τω ἡ Μα­ριά­ννα, για­τί μιὰ μέ­ρα μᾶς στα­μά­τη­σε γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα χω­ρὶς ἐ­ξή­γη­ση.

            Τὰ θυ­μή­θη­κα τὸ πρω­ὶ στὴν ἀ­να­καί­νι­ση, κα­θὼς πί­σω ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα βρῆ­κα τὰ πορ­τραί­τα τοῦ Βλα­δί­μη­ρου Ἴ­λιτς καὶ τοῦ Μπερ­τό­δου­λου Μπρε­χτ,  στὴν πα­λιὰ κλα­σι­κὴ ἀ­πει­κό­νι­ση, πού μοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει ἡ Μα­ριάννα. Φερ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ Ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λί­νο.

            Τί ἀ­πο­γί­να­με, στο­χά­ζο­μαι τώ­ρα. Ὁ Πέ­τρος (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Δη­μή­τρης) ἔ­γι­νε ὑ­πο­θη­κο­φύ­λα­κας Νέ­ας Φι­λα­δελ­φεί­ας, ἡ Μα­ριά­ννα (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Νί­κη) ἔ­γι­νε νο­μι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Ἐ­θνι­κὴ κι ἐ­γὼ (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Χρῆ­στος) δι­κη­γό­ρος, μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ δί­και­ό τοῦ ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ καὶ τὴ ναυ­α­γι­αί­ρε­ση.

            Ἄ, ναί, ἡ Μα­ριά­ννα, ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ συ­ναν­τῶ στὸ δρό­μο, ἔ­χει τὴ μό­νι­μη ἐ­κεί­νη θλί­ψη ποὺ εἶ­χε καὶ τό­τε. Στὰ μά­τια της καὶ στὸ χα­μό­γε­λο.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης(Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1979, ποί­η­ση).

 

 

Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

.

cyanotype (11)

.

Α.Κ. Χριστοδούλου

 

Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

 

02-Taphέρμα τῆς ὁ­δοῦ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ἐ­κεῖ ποὺ ἄρ­χι­ζαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια τὰ κα­τα­πρά­σι­να πε­ρι­βό­λια, μὲ τὶς μαρ­γα­ρί­τες, τὶς πα­πα­ροῦ­νες καὶ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες νὰ χο­ρε­ύ­ουν ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὰ λυ­γε­ρό­κορ­μα ἀ­ε­ρά­κια τῆς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να το­ύ­βλι­νο κα­λυ­βά­κι, μὲ ἕ­να κολ­λη­τὸ τσα­τμα­δέ­νιο χα­μη­λὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σε μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη γρι­ο­ύ­λα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀ­γω­γι­ά­της, κα­βά­λα σὲ μου­λά­ρι, μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴ Μα­κρυ­νί­τσα, ποὺ νὰ μὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὴν ὄ­μορ­φη πο­λι­τε­ί­α μὲ ἕ­ναν τρυ­φε­ρό, νο­ε­ρὸ ἀ­σφα­λῶς, ἀ­σπα­σμὸ τῆς γλυ­κύ­τα­της Εὐ­θα­λί­ας. Σήμερα τὸ κα­λυ­βά­κι, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, κλει­δω­μέ­νο, μὲ βου­λι­αγ­μέ­νη στέ­γη καὶ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, σώ­ζε­ται ἀ­κό­μη κα­θὼς πλη­θα­ί­νουν ὁ­λό­γυ­ρα οἱ πο­λυ­ό­ρο­φες φυ­λα­κὲς ποὺ ὑ­ψώ­νει ἡ ἀ­συμ­πό­νε­τη πο­λι­τε­ί­α στὶς ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τες ἐ­κτά­σεις τῶν κλη­ρο­νό­μων Κου­τί­να, ξε­στρω­μέ­νες πλέ­ον, δί­χως τά­πη­τες χλό­ης — τὸ μο­νο­πά­τι ἀ­πὸ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος με­το­νο­μά­στη­κε σὲ ὁ­δὸ ᾿Ι­σα­ύ­ρων πρὸς τι­μὴν τῶν εἰ­κο­νο­μά­χων Του. ῞Ο­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α μας δὲν εἶ­ναι γιὰ τὸ λι­τὸ καὶ ἡ­λι­ό­λου­στο ἐν­δι­α­ί­τη­μα τῆς κα­λῆς Εὐ­θα­λί­ας, ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο κα­τα­γώ­γιο, μου­λι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξη­ρα­σί­α στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς της. Τί λέ­ω! γιὰ ἀ­μέ­τρη­τα θε­ό­στε­γνα μπουν­τρο­ύ­μια, ὅ­πως θὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψει, ὑ­πο­θέ­τω, ἡ γρα­φί­δα μας. ῍Ας ἀ­κο­λου­θή­σου­με ὅ­μως τὴ λο­γι­κὴ τῶν πραγ­μά­των. ῾Η Εὐ­θα­λί­α ζοῦ­σε μό­νη στὸ κα­λυ­βά­κι. ῍Αν καὶ φαι­νό­ταν φτω­χή, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­πως ἀ­πο­δε­ί­χτη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων, ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ εὐ­κα­τά­στα­τη. Σπα­τά­λη­σε τό­σο ρευ­στό, ποὺ στὸ τέ­λος ἰ­κμὰς εὐ­ρω­στί­ας δὲν ἀ­πό­μει­νε κα­μιὰ στὸ τα­μεῖ­ο. ῾Ω­στό­σο ζοῦ­σε ἁ­πλὴ ζωή, σὲ μιὰν αὐ­λὴ γε­μά­τη λου­λο­ύ­δια καὶ σὲ μιὰ κα­τα­πρά­σι­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἔ­σφυ­ζε ἀ­πὸ ζωή. ῾Ο­λό­γυ­ρα ἔ­θαλ­λε ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς πα­ρά­δει­σος. ῾Ω­στό­σο τὴν ἀ­γα­θὴ ἐ­το­ύ­τη ψυ­χή, ὅ­πως, ἀλ­λί­μο­νο, κά­θε ψυ­χή, πα­ί­δευ­ε μιὰ πα­ρά­ξε­νη μα­νί­α — κά­θε πρωί, μὲ δυ­ὸ κα­λά­θια στὰ χέ­ρια, χα­νό­ταν στὰ ρου­μά­νια καὶ τὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ Σα­ρα­κη­νοῦ. Τί ἔ­κα­νε στὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ὅ­που δὲν ὑ­πῆρ­χε χλω­ρὸ κλα­δί; Θαυ­μά­στε, κύ­ριοι, τί πα­ρα­ξε­νι­ὲς μπο­ροῦν νὰ τα­λα­νί­ζουν ἀ­κό­μα καὶ τὴν πιὸ ἁ­πλὴ ψυ­χή — ποὺ ση­μα­ί­νει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ προ­σθέ­σω, πὼς δὲν πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν Πλά­ση ψυ­χὴ ἀν­θρώ­που ποὺ νὰ εἶ­ναι στ᾿ ἀ­λή­θεια ἁ­πλή. ῾Η Εὐ­θα­λί­α εἶ­χε τὴ μα­νί­α νὰ μα­ζε­ύ­ει ὁ,τι­δή­πο­τε ξε­ρὸ κα­τα­γῆς — ξε­ρὰ φύλ­λα, ξε­ρὰ λου­λο­ύ­δια, ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια. Γέμιζε τὰ κα­λά­θια καὶ φορ­τω­μέ­νη γύ­ρι­ζε στὸ κα­λυ­βά­κι, ὅ­που συ­νέ­χι­ζε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες ἀ­σχο­λί­ες μιᾶς κα­νο­νι­κῆς μέ­ρας. Μο­λο­νό­τι ὅ­λοι ἦ­ταν πά­ντα κον­τὰ στὴν Εὐ­θα­λί­α, κα­νεὶς ὡ­στό­σο δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει αὐ­τὴ τὴν τό­σο προ­σω­πι­κή της ἰ­δι­ο­τρο­πί­α. Τί νό­η­μα εἶ­χε ἐ­κε­ί­νη ἡ συγ­κο­μι­δὴ τῶν ξε­ρῶν ἀ­πορ­ρι­μά­των τῆς ζω­ῆς, ὅ­που ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ὴ εἶ­χε ἀ­φα­νί­σει κά­θε ἴ­χνος ζω­ῆς, κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε. ᾿Ε­ρω­τή­σεις στὸ ζή­τη­μα τοῦ­το ἡ Εὐ­θα­λί­α δὲ σή­κω­νε. ῎Ε­κο­βε τὴν κου­βέ­ντα καὶ ἀ­πο­συ­ρό­ταν στὸ κα­μα­ρά­κι. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ μα­νί­α τῆς γρι­ο­ύ­λας ξε­θώ­ρια­σε στὴ συ­νε­ί­δη­ση τῶν πε­ρι­ο­ί­κων σὲ ἁ­πλὴ συ­νή­θεια, κι ἐ­φό­σον εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὴν ἴ­δια, σὲ ἀ­πα­σχό­λη­ση δι­α­σκε­δα­στι­κή, ἄ­ρα ἀ­πό­λυ­τα θε­μι­τή. Ξε­θώ­ρια­σε μά­λι­στα τό­σο πο­λὺ ποὺ θὰ προ­κα­λοῦ­σε κα­τά­πλη­ξη ἂν μά­θαι­ναν αἴφ­νης πὼς ἡ συλ­λέ­κτρια εἶ­χε πά­ψει νὰ συλ­λέ­γει τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ ἀ­φή­νει στὸ δι­ά­βα της ἡ ζωή. ῞Ο­μως ὅ­λα ἔ­χουν τέ­λος. ῾Η ἰ­δι­ο­τρο­πί­α τῆς Εὐ­θα­λί­ας ἐν­τα­φι­ά­στη­κε ἕ­να δει­λι­νὸ μα­ζὶ μὲ τὴ σο­ρό της στὸ κοι­μη­τή­ρι τῆς ῾Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Καὶ φυ­σι­κὰ τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα οἱ βα­θιὰ τε­θλιμ­μέ­νοι συγ­γε­νεῖς μὲ κα­τα­κόκ­κι­να τὰ μά­τια, ὑ­πο­τί­θε­ται ἀ­πὸ τὸ κλά­μα, ξε­κλε­ί­δω­σαν τὸ σπι­τά­κι γιὰ τὸ γνω­στὸ συγ­γε­νι­κὸ πλι­ά­τσι­κο. ᾿Αν­τὶ γιὰ τι­μαλ­φῆ καὶ με­τρη­τὰ ὅ­μως δὲ βρῆ­καν πα­ρὰ μό­νο ἕ­ναν χον­τρὸ φά­κελ­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν δε­κά­δες μι­σθω­τή­ρια συμ­φω­νη­τι­κά. ῾Η μα­κα­ρί­τισ­σα φε­ρό­ταν νὰ ἔ­χει μι­σθώ­σει πά­νω ἀ­πὸ πε­νή­ντα δω­μά­τια, ἀ­πο­θη­κοῦ­λες, κα­τα­στή­μα­τα, κα­μα­ρά­κια, κε­λά­ρια καὶ βά­λε. Οἱ κλη­ρο­νό­μοι ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μὲ τὶς τσέ­πες ἄ­δει­ες. ῞Ο,τι κλη­ρο­δό­τη­σε ἡ Εὐ­θα­λί­α σὲ αὐ­τοὺς ἦ­ταν στὸ τέ­λος μό­νο μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἀ­μη­χα­νί­α. Τί ἀ­πο­θη­σα­ύ­ρι­ζε σὲ αὐ­τὲς τὶς ἄ­τυ­πες τρα­πε­ζι­κὲς θυ­ρί­δες ἡ ἄ­γα­μη μα­κα­ρί­τισ­σα; Μιὰ ἀρ­μα­θιὰ κλει­διὰ δί­πλα στὸ φά­κελ­λο ἔ­ρι­ξε φῶς στὸ σκο­τά­δι αὐ­τῶν τῶν μι­σθί­ων. ῞Ο­λα ἦ­ταν φί­σκα γε­μά­τα ἀ­πὸ τὰ ξε­ρὰ φυλ­λα­ρά­κια, τὰ ξε­ρὰ λου­λου­δά­κια καὶ τὰ ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια, ποὺ σό­δευ­ε ἡ νε­κρὴ μὲ τό­ση προ­σή­λω­ση καὶ τό­ση πε­ρι­συλ­λο­γὴ σὲ ὅ­λο τὸ δι­ά­βα τῆς ἄ­γο­νης ζω­ῆς της. ῾Ως φα­ί­νε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος δι­ο­ρα­τι­κὸς νὰ εἰ­κά­σει, ἡ τί­μια Εὐ­θα­λί­α, μο­λο­νό­τι εὐ­νο­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­νε­ξά­ντλη­τη χλω­ρο­φύλ­λη ποὺ ἀ­να­ζω­ο­γο­νοῦ­σε δια­ρκῶς τὴ σω­μα­τι­κή της εὐ­ρω­στί­α, ὠ­θο­ύ­με­νη ὡ­στό­σο ἀ­πὸ ἕ­να ἔν­στι­κτο ἀ­δι­ευ­κρί­νι­στο καὶ σκο­τει­νό, βλα­στο­λο­γοῦ­σε ὁ­λη­με­ρὶς τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ θρα­σο­μα­νοῦ­σε στὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ μυα­λοῦ της. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη βά­σι­μα νὰ ὑ­πο­θέ­σει, πρὸς τι­μὴν ἀ­σφα­λῶς τῆς θα­νο­ύ­σης, πὼς αὐ­τὴ ἡ δα­ή­μων ἀ­στε­φά­νω­τη ψυ­χὴ δὲν πρέ­πει νὰ κα­μώ­θη­κε στιγ­μὴ πὼς ξέ­χα­σε τά­χα τὴν προ­ί­κα, πο­λυ­τί­μη­το δῶ­ρο, μο­να­δι­κὸ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τρός, ποὺ ἄ­φη­ναν ἀ­δα­ή­μο­νες νὰ σα­πί­ζει ὅ­λες οἱ στε­φα­νω­μέ­νες μὲ ἀ­μά­ραν­τα λου­λο­ύ­δια μιᾶς ἀ­ει­θα­λοῦς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως ὣς τὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κεί­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Ἀλέξανδρος Μιστριώτης: Ἔχει ἀργήσει…

.

Mistriotis,Aleksandros-EcheiArgisei-Eikona-04

.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μι­στρι­ώ­της

 

Ἔ­χει ἀρ­γή­σει…

 

01-EpsilonΧΕΙ ΑΡΓΗΣΕΙ καὶ τρέ­χει καὶ ἡ μη­χα­νὴ ση­κώ­νει τὸν κό­σμο καὶ ἡ νύ­χτα σή­κω­σε ὑ­γρα­σί­α. Τὸ ἑ­πό­με­νο φα­νά­ρι εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γὸ καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νει νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ φρε­νά­ρει, εὐ­τυ­χῶς, τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ ποὺ περ­νά­ει ἕ­να ἁ­μά­ξι τρε­λὸ καὶ θὰ τὸν ἔ­λι­ω­νε. Κα­θὼς πε­ρι­μέ­νει σκέ­φτε­ται πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει ἐ­κεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ θὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­ταν ποὺ ἀ­πό­ψε τὴν ἔ­στη­σε. Σκέ­φτε­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴ μά­θαι­νε πο­τὲ ὅ­τι πέ­θα­νε γιὰ νὰ φτά­σει γρή­γο­ρα σὲ ἐ­κεί­νη κι ἂν τὸ μά­θαι­νε πό­σο θὰ τὴν βά­ραι­νε γιὰ μιὰ ζω­ή! Θὰ τῆς τὸ πεῖ καὶ θὰ πά­ρει δρα­μα­τι­κὸ ὕ­φος! Θὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ βρί­σκον­ται. Ἔ­χει με­γά­λα μά­τια ποὺ ἀ­νοί­γουν ὅ­ταν κοι­τά­ζον­ται καὶ κλεί­νουν ὅ­ταν φι­λι­οῦν­ται καὶ γε­λά­ει σὰ νὰ κλαί­ει.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ σει­ρὰ σύν­το­μων κει­μέ­νων Τὸ Λί­γο. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μι­στρι­ώ­της (Ὀτ­τά­βα, Κα­να­δᾶς, 1973) Με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες στὴν Γαλ­λί­α. Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004. Ἡ πρώ­τη του καλ­λι­τε­χνι­κὴ γλώσ­σα εἶ­ναι ἡ γρα­φή. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν συμ­με­το­χή του στὰ εἰ­κα­στι­κὰ πράγ­μα­τα ἐρ­γά­ζε­ται στὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν χο­ρό, κά­νει ἀ­να­γνώ­σεις κει­μέ­νων του μὲ «σκη­νι­κά» στοι­χεῖ­α καὶ ἐ­νη­με­ρώ­νει τὸ ἱ­στο­λό­γιο Στὴν Ἀθήνα.

 

 

Γιάννης Τσίγκρας: Ἡ Πατράκαινα

.

Tsigkras,Giannis-IPatrakaina-Eikona-04

.

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Ἡ Πα­τρά­και­να

 

02-TaphΟ ΒΛΕΠΕΙΣ αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι στὸ χέ­ρι; Τό­ ‘χω ἀ­πὸ παι­δί. Θυ­μᾶ­μαι μέ­χρι καὶ σή­με­ρα πῶς τὸ ἀ­πέ­κτη­σα. Ἔ­τρε­χα ἕ­να βρά­δυ μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διὰ πρὸς τὸ φρά­χτη τῆς Πα­τρά­και­νας, ἕ­να μι­σο­σκό­τει­νο τοῖ­χο, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γι­α­σε­μί. Βι­α­στι­κὴ ὅ­πως πάν­τα, σκόν­τα­ψα κι ἔ­πε­σα. Πρέ­πει νὰ σκί­στη­κα ἀ­πὸ πέ­τρα για­τί ἔ­νι­ω­σα ἕ­να κά­ψι­μο κι εἶ­δα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ χτύ­πη­σα ἕ­να ση­μά­δι, ἄ­σπρο σὰ πι­κρα­μύ­γδα­λο στὴν ἀρ­χὴ ποὺ πῆ­ρε στὴ συ­νέ­χεια τὸ σχῆ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ λει­ριοῦ τῆς Πα­γώ­νας, τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης κό­τας τῆς μά­νας μου.

        Πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ πα­ρα­τή­ρη­σα αὐ­τὸ καὶ τὸ εἶ­πα στὴν πα­ρέ­α μου, λί­γο πρὶν μὲ πά­ρουν τὰ αἵ­μα­τα καὶ βά­λω τὰ κλά­μα­τα.

        Εἶ­χε τρέ­λα μὲ αὐ­τὴ τὴν Πα­γώ­να ἡ κυ­ρὰ Χρυ­σάν­θη. Ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε ὁ συ­να­γερ­μὸς νὰ σφυ­ρί­ζει στὸ Βό­λο ἢ τὸ καμ­πα­νά­κι νὰ χτυ­πά­ει στὸν Ἄ­ι-Τα­ξιά­ρχη, κι ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­παιρ­νε ὑ­πὸ μά­λης τὰ ψει­ρι­α­σμέ­να μας χρά­μια κι ἀ­νέ­βα­ζε στὸ σβέρ­κο του ἐ­μέ­να, πεν­τά­χρο­νη τό­τε, γιὰ νὰ τρέ­ξει βι­α­στι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ συγ­χω­ρια­νοί μας , νὰ σκαρ­φα­λώ­σει τὸν ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ Τρα­νὸ Ἴ­σι­ω­μα, τὸ ἀ­σφα­λὲς ἀ­πὸ τὰ κα­νό­νια τῶν πλοί­ων τοῦ λι­μα­νιοῦ ἢ ἀ­πὸ τοὺς μη­χα­νο­κί­νη­τους στὸν ἁ­μα­ξω­τὸ δρό­μο Γερ­μα­νούς, τό­τε ἐ­κεί­νη χώ­νον­ταν στὶς πυ­κνο­φυ­τε­μέ­νες φα­σο­λι­ὲς «πούλ, πούλ, πούλ», φω­νά­ζον­τας, «ποὺ εἶ­σαι μω­ρὴ Πα­γώ­να καὶ θὰ μᾶς προ­λά­βουν». Καὶ ἦ­ταν ἱ­κα­νὴ θα­νά­σι­μα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σει πε­ρι­μέ­νον­τας τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ κό­τα θὰ πη­δοῦ­σε στὸν ὦ­μο της καὶ θὰ κούρ­νια­ζε ἐ­κεῖ. Τό­τε μό­νο κα­τέ­βαι­νε τὶς σκά­λες κι ἔμ­παι­νε στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­τρε­χαν.

        Ὁ πα­τέ­ρας λα­χά­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ ἄ­σθμα ποὺ τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἀ­πὸ παι­δὶ κι ἀ­πὸ τό, ἐ­λά­χι­στο, βά­ρος μου, λα­χά­νια­ζε ἀ­νε­βαί­νον­τας καὶ βλα­στη­μών­τας τὴν τύ­χη του «δὲ φτά­νουν ὅ­λα τὰ ἄλ­λα, ἔ­χω κι αὐ­τὴ τὴ μουρ­λή, τρέ­ξε Γι­ωρ­γά­κη μου μπρο­στὰ» ἔ­λε­γε στὸν ἀ­δελ­φό μου, «μιὰ φω­λιὰ τῆς Πα­γώ­νας νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σεις πρῶ­τα» σάρ­κα­ζε, κι ὁ Γι­ῶρ­γος ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε τί ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἔ­τρε­χε νὰ πιά­σει κά­ποι­α σπη­λιὰ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ἢ κά­ποι­ο ἀ­πάγ­κιο, στὴ ρί­ζα βρά­χου – ὁ τό­πος ἦ­ταν γε­μά­τος ἀ­πὸ τε­ρά­στι­ες πέ­τρες κι ἀ­πὸ κα­λύ­βες φι­λό­ξε­νων βο­σκῶν ποὺ τά­ι­ζαν, πρῶ­τα ἐ­μᾶς τὰ παι­διά, κι ἂν πε­ρίσ­σευ­ε καὶ τοὺς με­γά­λους, μὲ ἀ­χνι­στό, φρέ­σκο ψω­μὶ κι ἴ­σως καὶ γά­λα.

        Μέ­να­με λί­γες μέ­ρες ἐ­κεῖ, γιὰ μᾶς ἦ­ταν ὁ Πα­ρά­δει­σος, κι ὕ­στε­ρα κα­τε­βαί­να­με στὸ χω­ριὸ με­τρών­τας, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, ἐ­ρεί­πια κι ἀ­πο­κα­ΐ­δια. Θά­βα­με τοὺς νε­κρούς, γέ­ρους συ­νή­θως ποὺ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ μᾶς ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἐ­πι­δι­ορ­θώ­να­με πρό­χει­ρα τὶς ζη­μι­ές, κά­να­με τὴν πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γιᾶς μας στὸν Ἄ­ι-Νι­κό­λα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ὅ­λη τὴν ὥ­ρα γο­να­τι­στοὶ ἦ­ταν τὸ μό­νο τά­μα ποὺ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σου­με.

        Τὰ παι­διὰ ξα­να­βρί­σκα­με τὴ γει­το­νιά, τὰ κο­λο­κύ­θια ποὺ εἴ­χα­με γιὰ κοῦ­κλες ἐ­μεῖς τὰ κο­ρί­τσια καὶ τὰ κα­λά­μια ἄ­λο­γά τους τὰ ἀ­γό­ρια. Ἀρ­χί­ζα­με καὶ πά­λι τὸ «κα­ρά­βω­μα», τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο παι­γνί­δι τό­πων βου­νί­σι­ων μὲ πολ­λὰ νε­ρά, ὅ­πως ὁ δι­κός μας. Ρί­χνα­με στὸ αὐ­λά­κι ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὸ νε­ρὸ στὰ κτή­μα­τα με­γά­λα κομ­μά­τια ἀ­πὸ φλοῦ­δες δέν­τρων, ξυ­λά­κια, σκλη­ρὰ φύ­λα καί, τρέ­χον­τας πλά­ι στὸ αὐ­λά­κι, τὰ πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με νὰ κα­τε­βαί­νουν, στὰ μά­τια μας τε­ρά­στια πο­τα­μό­πλοι­α, ἄλ­λα ξε­περ­νών­τας τὰ ἐμ­πό­δια κι ἄλ­λα στα­μα­τών­τας λί­γο πιὸ κά­τω.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἀ­κού­γα­με τὴ μπάν­τα τῶν ἰ­τα­λῶν νὰ κα­τε­βαί­νει πρὸς τὸν Ἄι-Τα­ξιά­ρχη. «Ο σα­σὰ καὶ τρια­λό», τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ μπρο­στά τους, πρὶν κι ἀ­π’ τὸ μα­έ­στρο, πή­γαι­νε ἕ­νας μι­κρό­σω­μος ἀν­θρω­πά­κος, ὁ Ντού­λιας. Ἔ­κα­νε, ὅ­πως πάν­τα, κω­μι­κές, ἄ­ναρ­χες κι­νή­σεις, δι­ευ­θύ­νον­τας δῆ­θεν κι­νή­σεις ποὺ ἔ­φερ­ναν τὸ γέ­λιο σὲ ὅ­σους πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε τὸ βρά­δυ, τρέ­χα­με νὰ κρυ­φα­κού­σου­με τὴν Πα­τρά­και­να.

         Ἦ­ταν μί­α με­σό­κο­πη γυ­ναι­κού­λα ποὺ βλέ­πα­με κά­θε πρω­ὶ νὰ περ­νά­ει, μαυ­ρον­τυ­μέ­νη πάν­τα, νὰ πη­γαί­νει στοὺς μπα­κά­λη­δες τοῦ χω­ριοῦ ποὺ μοί­ρα­ζαν μὲ τὸ δελ­τί­ο ἀ­λεύ­ρι, λά­δι κι ὄ­σπρια. Ὅ­ταν νύ­χτω­νε κά­θον­ταν στὴν αὐ­λή της, χω­ρὶς νὰ τῆς περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι κά­ποι­οι τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Μὲ τὸ αὐ­τὶ κολ­λη­μέ­νο στὶς πέ­τρες οἱ μι­κρό­τε­ροι, ζη­τού­σα­με ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ τολ­μη­ρό­τε­ρους ποὺ σκαρ­φά­λω­ναν στὸν τοῖ­χο, νὰ μᾶς πε­ρι­γρά­φουν καὶ τὸ τί βλέ­πουν, ἔ­τσι γιὰ νὰ ἔ­χου­με μιὰ πλή­ρη σκη­νή-εἰ­κό­να καὶ λό­γο.

        Ἡ γυ­ναί­κα λοι­πόν, τρα­βοῦ­σε στὴν αὐ­λὴ δυ­ὸ κα­ρέ­κλες καὶ τὶς ἔ­βα­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πε­ζά­κι, πλά­ι στὴ με­γά­λη κε­ρα­σιά. Το­πο­θε­τοῦ­σε δυ­ὸ πιά­τα, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ἄ­δεια, καὶ κά­θον­ταν.

        «Δη­μη­τρά­κη, φά­ε τὸ ψά­ρι σου», ἔ­λε­γε κοι­τών­τας πρὸς τὴν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        «Χόρ­τα­σα, Χα­ρί­κλεια, σὲ εὐ­χα­ρι­στώ», ἀ­παν­τοῦ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της μὲ μιὰ βρα­χνὴ φω­νή.

        «Μή­πως κρυ­ώ­νεις; Νὰ σοῦ φέ­ρω τὸ κα­σκόλ;»

        « Ὄ­χι, γυ­ναί­κα» συ­νέ­χι­ζε, πά­λι μὲ ἀν­τρι­κὴ φω­νή, «μεῖ­νε λί­γο ἀ­κό­μη, σὲ λί­γο θὰ γε­μί­σουν πυ­γο­λαμ­πί­δες τὰ μαλ­λιὰ σου».

        Κι ὅ­λοι, σι­γὰ μή μᾶς ἀ­κού­σει, γε­λού­σα­με για­τί ξέ­ρα­με ὅ­τι ὁ Δη­μη­τρά­κης ἦ­ταν θαμ­μέ­νος στὴ ρί­ζα τῆς κε­ρα­σιᾶς, κομ­μέ­νος στὰ δυ­ό, ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ ὀ­βί­δα.  

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).