Ἀντώνης Ζέρβας: Τὸ ἀσπράγκαθο

.

Zerbas,Antonis-ToAspragkatho-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Tὸ ἀσπράγκαθο

                                   .

S-[Sigma]-SomataΚΟΛΥΜΠΟΣ ἦ­ταν τὸ πα­ρα­τσού­κλι του. Τό­ση ἐν­τύ­πω­ση μοῦ ἔ­κα­νε ἡ λέ­ξη κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἄ­κου­γα, ὅ­σο ποὺ συ­νή­θι­σα νὰ τὴν ἐ­κλαμ­βά­νω ὡς πα­ρα­φθο­ρὰ τοῦ «σώ­γαμ­προ­ς». Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ πο­ῶ­δες φυ­τὸ τῆς οἰ­κογενείας τῶν προ­σω­παν­θῶν, κοι­νῶς ἀ­σπράγ­κα­θο. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μελ­λε ν΄ ἀ­παν­τή­σω σὲ ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Ψελ­λοῦ τὴ λέ­ξη «κω­λάν­τε­ρο­ς» ποὺ ἀ­κου­γό­ταν συ­χνό­τα­τα στὰ παι­δι­κά μου χρό­νια καὶ προσ­δι­ό­ρι­ζε ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ψι­λό­λι­γνο, κι­τρι­νι­ά­ρι­κο, θρη­σκευ­τι­κὸ παι­δί, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βα­νό­ταν ἀ­πὸ μα­νί­α, σὰν ἄ­κου­γε νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦν ἔ­τσι. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἤ­ρε­μος, ὁ Κω­λάν­τε­ρος ἔ­ψελ­νε ὡ­ραῖ­α καὶ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸν Συ­να­ξα­ρι­στή. Αὐ­τὸν εἶ­χε πλη­σιά­σει ὁ και­νούρ­γιος θε­ο­λό­γος μας γιὰ νὰ τοῦ ὑ­πο­δεί­ξει τοὺς «κόκ­κι­νου­ς» τῆς τά­ξης ποὺ κα­τὰ κα­νό­να προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ὲς ἕ­να γύ­ρω στὰ Ντα­μά­ρια. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς ἄλ­λω­στε, πὼς ἡ ἰδέα ζοῦ­σε μὲ ἀν­θρω­πο­θυ­σί­ες.

       Σκό­λυμ­πος καὶ Σκό­λια­νδρος, τὸ ἄλ­λο πα­ρα­τσού­κλι του, ποὺ τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ Να­νώ. Ὁ Νι­κό­λας δὲν ἦ­ταν ἄ­πι­στος ἐ­ρα­στής, πα­ρὰ τὸ δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νο πα­ρελ­θόν του, ἰ­δί­ως στὰ ντα­μά­ρια ὅ­που φύ­τρω­ναν τὰ ἀ­σπράγ­κα­θα καὶ ὅ­που ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ βρά­δι θὰ μά­θαι­να μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ἀ­πὸ ἕ­να συ­νο­μή­λι­κο κο­ρί­τσι ποὺ τά ΄θέ­λε ὅ­τι καὶ ἡ μά­να μου ἦ­ταν γυ­ναί­κα. Ὁ Νι­κό­λας ἦ­ταν πι­στὸς στὴ Να­νὼ μέ­χρι δου­λεί­ας. Μό­νος του δὲν θὰ τολ­μοῦ­σε ν’­ ἁ­πλώ­σει κὰν τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ὅ­λα ἔ­χα­ναν τὶς ἀ­πο­στά­σεις τους μέ­σα στὸ σα­λό­νι μας μὲ τὶς τρεῖς φαρ­δι­ὲς πο­λυ­θρό­νες ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἐ­ρυ­θρό­σαρ­κο κα­να­πὲ ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς μη­ροὺς νὰ γλι­στροῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φρὰ κα­λο­και­ρι­νὰ φο­ρέ­μα­τα καὶ ν’ ἀν­τη­χοῦν τὰ λι­γω­τι­κὰ ξε­καρ­δί­σμα­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα τῶν ἐ­πι­σκε­πτρι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τι­δροῦ­σαν αὐ­το­μά­τως, τρα­βών­τας τὸ φου­στά­νι τους καὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ ἀν­τί­θε­το.

       — Δὲς ἐ­πι­δερ­μί­δα, ἔ­λε­γε ἡ Να­νὼ κι ἔ­θε­τε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὸ γό­να­το τῆς μιᾶς. Ἔ­λα νὰ δεῖς ντέ. Πιά­σε ἐ­δῶ – , καὶ μὲ μιὰ ἁ­πα­λή, θω­πευ­τι­κὴ κί­νη­ση τὸ προ­χω­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸ γό­να­το πιὸ μέ­σα, στὴν ἄ­κρη τοῦ μη­ροῦ. Ἡ ἐ­πι­σκέ­πτρια, ἀ­να­ψοκ­κο­νι­σμέ­νη, τὴν ἄ­φη­νε πρὸς στιγ­μὴν καὶ ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ζε στά­ση.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ ἐ­ξάρ­τη­σή του ἀ­πὸ τὴ Να­νὼ ποὺ χω­ρὶς αὐ­τὴν δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄν­δρας, καὶ μά­λι­στα δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νος. Γι΄αὐ­τὸ καὶ θύ­μω­νε μα­ζί της, ὅ­ταν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε Σκό­λια­νδρο. Καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε συ­στη­μα­τι­κά, μό­λις ἔ­με­ναν μό­νοι. Τὸν ἔ­πια­νε ἡ μα­νί­α τοῦ Κω­λάν­τε­ρου. Ἐ­κεί­νη χω­νό­ταν μὲ τὴν πλά­τη στὸν κα­να­πὲ ἔ­τσι ποὺ τὸ φου­στά­νι της ἀ­νέ­βαι­νε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκα­γε μύ­τη τὸ βρα­κί της.

       — Σκό­λυμπος γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σκό­λια­νδρος μα­ζί μου, τοῦ κα­τα­μαρ­τυ­ροῦ­σε ὅ­λο σαρ­κα­σμό. —Σ΄ ἄ­ρε­σε ποὺ τῆς χά­ι­δευ­α τὸ μπού­τι ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γες. Εἶ­δες τί στή­θια ποὺ τά ΄χει… ἡ σκρό­φα. Καὶ τὸ που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το. Νά ‘σου­να μω­ρὲ μό­νος … ἔ, πα­λι­ο­σκό­λια­νδρε, σκορ­δό­πι­στε. Καὶ ἡ Να­νώ ἄρ­χι­ζε νὰ μι­μεῖ­ται μὲ τὰ χέ­ρια της πά­νω στὸ κορ­μί της τὴν φαν­τα­στι­κή του πε­ρι­πέ­τεια μὲ τὴ φί­λη της, τὴ σκρό­φα.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α λι­γνὴ μὰ σαρ­κω­μέ­νη Να­νώ νὰ μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει εὐ­δι­ά­θε­τη τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς σου­μά­δες καὶ  τὶς βυσ­σι­νά­δες, νὰ ἐ­πι­θέ­τει τὰ ψη­λὰ πο­τή­ρια στὸν ἀ­στρα­φτε­ρὸ δί­σκο μὲ τὰ πο­λύ­πλεγ­κτα αὐ­τιὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς κα­τά­φερ­νε νὰ τὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πεῖ, λί­γη ὥ­ρα μό­νο με­τὰ τὰ ἰ­δι­ω­τι­κά τους μέ­σα στὸ ἀ­μί­λη­το με­ση­μέ­ρι ποὺ μοῦ εἶ­χε πα­γώ­σει τὸ αἷ­μα, κα­θὼς κρυ­φο­κοί­τα­ζα τὸν μα­νι­α­σμέ­νο Νι­κό­λα νὰ τὴ δέρ­νει μὲ τὴ ζώ­νη του, χτυ­πών­τας ἀ­δι­α­κρί­τως κα­τὰ μῆ­κος καὶ πλά­τος, ὅ­λο τὸ κορ­μί της. Δὲν ἔ­κλαι­γε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ὥ­σπου πή­δη­σε πά­νω του καὶ σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τάς τον, τοῦ ἔ­λε­γε: — Σκό­λια­νδρε, δό­λι­ε μου, Σκό­λια­νδρε, ἀ­γά­πη μου, ἀ­γά­πη μου.

       Καὶ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α Να­νὼ νὰ κα­τε­βαί­νει τὶς σκά­λες τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­μί­λη­τη μὲ τὶς δυ­ὸ δε­τὲς βα­λί­τσες. Τὰ εἶ­χα μαρ­τυ­ρή­σει ὅ­λα. Πὼς ἔ­φερ­νε σπί­τι τὸν Σκό­λυμ­προ, ὅ­ταν ἔ­λει­παν οἱ γο­νεῖς μας. Πὼς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ σα­λό­νι μὲ τὶς φί­λες της. Πὼς μά­λω­ναν ξε­βρά­κω­τοι κι ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­δερ­νε μὲ τὴ ζώ­νη του. Πὼς δὲν μᾶς πρό­σε­χε οὔ­τε μᾶς πε­ρι­ποι­ό­ταν. Πὼς μ΄ ἔ­παιρ­νε στὸ δω­μά­τιο τῆς μα­μᾶς, μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη κι ἤ­θε­λε νὰ τῆς κά­νω τὴν ὑ­πη­ρέ­τρια, ἐ­νῶ ντυ­νό­ταν καὶ γδυ­νό­τα­νε. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο, πὼς μὲ φώ­να­ζε Κω­λάν­τε­ρο.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

 Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 39, Δε­κέμ­βριος 2005.

Ἀντώνης Ζέρβας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Διαφημίσεις