Ἀντώνης Ζέρβας: Τὸ ἀσπράγκαθο

.

Zerbas,Antonis-ToAspragkatho-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Tὸ ἀσπράγκαθο

                                   .

S-[Sigma]-SomataΚΟΛΥΜΠΟΣ ἦ­ταν τὸ πα­ρα­τσού­κλι του. Τό­ση ἐν­τύ­πω­ση μοῦ ἔ­κα­νε ἡ λέ­ξη κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἄ­κου­γα, ὅ­σο ποὺ συ­νή­θι­σα νὰ τὴν ἐ­κλαμ­βά­νω ὡς πα­ρα­φθο­ρὰ τοῦ «σώ­γαμ­προ­ς». Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ πο­ῶ­δες φυ­τὸ τῆς οἰ­κογενείας τῶν προ­σω­παν­θῶν, κοι­νῶς ἀ­σπράγ­κα­θο. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μελ­λε ν΄ ἀ­παν­τή­σω σὲ ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Ψελ­λοῦ τὴ λέ­ξη «κω­λάν­τε­ρο­ς» ποὺ ἀ­κου­γό­ταν συ­χνό­τα­τα στὰ παι­δι­κά μου χρό­νια καὶ προσ­δι­ό­ρι­ζε ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ψι­λό­λι­γνο, κι­τρι­νι­ά­ρι­κο, θρη­σκευ­τι­κὸ παι­δί, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βα­νό­ταν ἀ­πὸ μα­νί­α, σὰν ἄ­κου­γε νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦν ἔ­τσι. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἤ­ρε­μος, ὁ Κω­λάν­τε­ρος ἔ­ψελ­νε ὡ­ραῖ­α καὶ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸν Συ­να­ξα­ρι­στή. Αὐ­τὸν εἶ­χε πλη­σιά­σει ὁ και­νούρ­γιος θε­ο­λό­γος μας γιὰ νὰ τοῦ ὑ­πο­δεί­ξει τοὺς «κόκ­κι­νου­ς» τῆς τά­ξης ποὺ κα­τὰ κα­νό­να προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ὲς ἕ­να γύ­ρω στὰ Ντα­μά­ρια. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς ἄλ­λω­στε, πὼς ἡ ἰδέα ζοῦ­σε μὲ ἀν­θρω­πο­θυ­σί­ες.

       Σκό­λυμ­πος καὶ Σκό­λια­νδρος, τὸ ἄλ­λο πα­ρα­τσού­κλι του, ποὺ τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ Να­νώ. Ὁ Νι­κό­λας δὲν ἦ­ταν ἄ­πι­στος ἐ­ρα­στής, πα­ρὰ τὸ δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νο πα­ρελ­θόν του, ἰ­δί­ως στὰ ντα­μά­ρια ὅ­που φύ­τρω­ναν τὰ ἀ­σπράγ­κα­θα καὶ ὅ­που ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ βρά­δι θὰ μά­θαι­να μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ἀ­πὸ ἕ­να συ­νο­μή­λι­κο κο­ρί­τσι ποὺ τά ΄θέ­λε ὅ­τι καὶ ἡ μά­να μου ἦ­ταν γυ­ναί­κα. Ὁ Νι­κό­λας ἦ­ταν πι­στὸς στὴ Να­νὼ μέ­χρι δου­λεί­ας. Μό­νος του δὲν θὰ τολ­μοῦ­σε ν’­ ἁ­πλώ­σει κὰν τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ὅ­λα ἔ­χα­ναν τὶς ἀ­πο­στά­σεις τους μέ­σα στὸ σα­λό­νι μας μὲ τὶς τρεῖς φαρ­δι­ὲς πο­λυ­θρό­νες ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἐ­ρυ­θρό­σαρ­κο κα­να­πὲ ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς μη­ροὺς νὰ γλι­στροῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φρὰ κα­λο­και­ρι­νὰ φο­ρέ­μα­τα καὶ ν’ ἀν­τη­χοῦν τὰ λι­γω­τι­κὰ ξε­καρ­δί­σμα­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα τῶν ἐ­πι­σκε­πτρι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τι­δροῦ­σαν αὐ­το­μά­τως, τρα­βών­τας τὸ φου­στά­νι τους καὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ ἀν­τί­θε­το.

       — Δὲς ἐ­πι­δερ­μί­δα, ἔ­λε­γε ἡ Να­νὼ κι ἔ­θε­τε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὸ γό­να­το τῆς μιᾶς. Ἔ­λα νὰ δεῖς ντέ. Πιά­σε ἐ­δῶ – , καὶ μὲ μιὰ ἁ­πα­λή, θω­πευ­τι­κὴ κί­νη­ση τὸ προ­χω­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸ γό­να­το πιὸ μέ­σα, στὴν ἄ­κρη τοῦ μη­ροῦ. Ἡ ἐ­πι­σκέ­πτρια, ἀ­να­ψοκ­κο­νι­σμέ­νη, τὴν ἄ­φη­νε πρὸς στιγ­μὴν καὶ ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ζε στά­ση.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ ἐ­ξάρ­τη­σή του ἀ­πὸ τὴ Να­νὼ ποὺ χω­ρὶς αὐ­τὴν δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄν­δρας, καὶ μά­λι­στα δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νος. Γι΄αὐ­τὸ καὶ θύ­μω­νε μα­ζί της, ὅ­ταν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε Σκό­λια­νδρο. Καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε συ­στη­μα­τι­κά, μό­λις ἔ­με­ναν μό­νοι. Τὸν ἔ­πια­νε ἡ μα­νί­α τοῦ Κω­λάν­τε­ρου. Ἐ­κεί­νη χω­νό­ταν μὲ τὴν πλά­τη στὸν κα­να­πὲ ἔ­τσι ποὺ τὸ φου­στά­νι της ἀ­νέ­βαι­νε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκα­γε μύ­τη τὸ βρα­κί της.

       — Σκό­λυμπος γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σκό­λια­νδρος μα­ζί μου, τοῦ κα­τα­μαρ­τυ­ροῦ­σε ὅ­λο σαρ­κα­σμό. —Σ΄ ἄ­ρε­σε ποὺ τῆς χά­ι­δευ­α τὸ μπού­τι ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γες. Εἶ­δες τί στή­θια ποὺ τά ΄χει… ἡ σκρό­φα. Καὶ τὸ που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το. Νά ‘σου­να μω­ρὲ μό­νος … ἔ, πα­λι­ο­σκό­λια­νδρε, σκορ­δό­πι­στε. Καὶ ἡ Να­νώ ἄρ­χι­ζε νὰ μι­μεῖ­ται μὲ τὰ χέ­ρια της πά­νω στὸ κορ­μί της τὴν φαν­τα­στι­κή του πε­ρι­πέ­τεια μὲ τὴ φί­λη της, τὴ σκρό­φα.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α λι­γνὴ μὰ σαρ­κω­μέ­νη Να­νώ νὰ μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει εὐ­δι­ά­θε­τη τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς σου­μά­δες καὶ  τὶς βυσ­σι­νά­δες, νὰ ἐ­πι­θέ­τει τὰ ψη­λὰ πο­τή­ρια στὸν ἀ­στρα­φτε­ρὸ δί­σκο μὲ τὰ πο­λύ­πλεγ­κτα αὐ­τιὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς κα­τά­φερ­νε νὰ τὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πεῖ, λί­γη ὥ­ρα μό­νο με­τὰ τὰ ἰ­δι­ω­τι­κά τους μέ­σα στὸ ἀ­μί­λη­το με­ση­μέ­ρι ποὺ μοῦ εἶ­χε πα­γώ­σει τὸ αἷ­μα, κα­θὼς κρυ­φο­κοί­τα­ζα τὸν μα­νι­α­σμέ­νο Νι­κό­λα νὰ τὴ δέρ­νει μὲ τὴ ζώ­νη του, χτυ­πών­τας ἀ­δι­α­κρί­τως κα­τὰ μῆ­κος καὶ πλά­τος, ὅ­λο τὸ κορ­μί της. Δὲν ἔ­κλαι­γε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ὥ­σπου πή­δη­σε πά­νω του καὶ σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τάς τον, τοῦ ἔ­λε­γε: — Σκό­λια­νδρε, δό­λι­ε μου, Σκό­λια­νδρε, ἀ­γά­πη μου, ἀ­γά­πη μου.

       Καὶ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α Να­νὼ νὰ κα­τε­βαί­νει τὶς σκά­λες τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­μί­λη­τη μὲ τὶς δυ­ὸ δε­τὲς βα­λί­τσες. Τὰ εἶ­χα μαρ­τυ­ρή­σει ὅ­λα. Πὼς ἔ­φερ­νε σπί­τι τὸν Σκό­λυμ­προ, ὅ­ταν ἔ­λει­παν οἱ γο­νεῖς μας. Πὼς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ σα­λό­νι μὲ τὶς φί­λες της. Πὼς μά­λω­ναν ξε­βρά­κω­τοι κι ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­δερ­νε μὲ τὴ ζώ­νη του. Πὼς δὲν μᾶς πρό­σε­χε οὔ­τε μᾶς πε­ρι­ποι­ό­ταν. Πὼς μ΄ ἔ­παιρ­νε στὸ δω­μά­τιο τῆς μα­μᾶς, μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη κι ἤ­θε­λε νὰ τῆς κά­νω τὴν ὑ­πη­ρέ­τρια, ἐ­νῶ ντυ­νό­ταν καὶ γδυ­νό­τα­νε. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο, πὼς μὲ φώ­να­ζε Κω­λάν­τε­ρο.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

 Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 39, Δε­κέμ­βριος 2005.

Ἀντώνης Ζέρβας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Διαφημίσεις

Δημήτρης Νόλλας: Τὸ τρυφερὸ δέρμα

 

Nollas,Dimitris-ToTryferoDerma-01

.

Δη­μή­τρης Νόλ­λας

 

Τὸ τρυ­φε­ρὸ δέρ­μα

 

06-Omikron ΣΧΕ­ΔΙ­Α­ΣΜΕ­ΝΟΣ ΚΗ­ΠΟΣ τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­σύ­δο­το κρά­μα ἀγ­γλο­α­ρα­βι­κῆς τέ­χνης γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εὐ­θυ­νό­ταν ὁ κύ­ριος Θό­δω­ρος, εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ πρῶ­το ἀ­π’ τὰ πολ­λὰ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, τὰ παι­χνί­δια μου στὸ ἐ­λά­χι­στο. Ἐν­νο­ῶ βε­βαί­ως αὐ­τὰ τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ χώ­ρου, για­τί τὰ ἄλ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ τὰ παί­ζω στὸ δω­μά­τιό μου. Ἔ­τσι ὑ­πῆρ­χαν τρί­α, αὐ­στη­ρὰ δι­α­λεγ­μέ­να καὶ αὐ­τό­νο­μα παι­χνί­δια, ποὺ τὸ ἕ­να ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ προ­σω­πι­κό μου ἐ­νῶ τὰ ἄλ­λα δύ­ο προ­ϋ­πό­θε­ταν καὶ μιὰ τρί­τη συμ­με­το­χή. Τὰ πρω­ι­νά, καὶ πρὶν ἡ ζέ­στη κα­τέ­βει στὸ ὕ­ψος μου, κα­τά­βρε­χα μὲ τὴ μά­νι­κα, ἀ­φοῦ κλεί­δω­να τὴν πόρ­τα τοῦ κή­που γιὰ ἀ­σφά­λεια, ὅ­ποι­ον ἀ­νύ­πο­πτα περ­νοῦ­σε ἀ­π’ ἔ­ξω. Αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι εἶ­χε σύν­το­μο τέ­λος κα­θὼς πλή­θαι­ναν οἱ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­νί­ο­τε συ­νο­δευ­μέ­νες ἀ­πὸ χον­τρὲς βρι­σιές. Ἕ­νας μά­λι­στα, ποὺ ἂν καὶ τὸν εἶ­χα κα­λὰ ση­μα­δέ­ψει κα­τά­φε­ρε νὰ μοῦ ξε­φύ­γει μὲ πι­τσι­λι­σμέ­νο μό­νο τὸ ἕ­να πα­τζά­κι, ἀ­παί­τη­σε νὰ τοῦ στεί­λου­με ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κου­στού­μι στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο, ἀ­πει­λών­τας πὼς σὲ ἀν­τί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση «θὰ μοῦ τὸ πλη­ρώ­σε­τε ἀ­κρι­βά». Τὰ βρά­δια, ἔν­τρο­μος ἀ­πὸ τὸ φῶς ποὺ φεύ­γει, ἔ­δερ­να μὲ κλω­τσι­ές, μπου­νι­ὲς καὶ φτυ­σι­ὲς τὸν Ἄλ­κη, δυ­ὸ χρό­νια μι­κρό­τε­ρό μου καὶ γιὸ τοῦ κυ­ρί­ου Μπισ­δό­κου, ποὺ κα­θό­ταν στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι. Σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, μὲ τὴ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα καὶ τὶς κο­λό­νες στὴν εἴ­σο­δο, πο­λὺ συ­χνὰ καὶ σὲ ἀ­κα­θό­ρι­στες ὧ­ρες παί­ζα­νε πιά­νο καί, μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα, φέρ­να­νε μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη Αὐ­στρια­κιά, μὲ σα­κοῦ­λες στὰ μά­τια καὶ βρογ­χο­κή­λη, τὴ m­a­d­a­me M­e­y­r­i­ng, καὶ τοὺς τρα­γου­δοῦ­σε συ­νο­δεί­ᾳ πιά­νου. Τὶς ἄλ­λες μέ­ρες ἔ­παι­ζε ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δερ­φὴ τοῦ Ἄλ­κη τρυ­φε­ρὰ κομ­μά­τια εἰς μνή­μην τοῦ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κοῦ της, καὶ ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς κουρ­τί­νες, ποὺ φού­σκω­νε τὸ ζε­στὸ ἀ­ε­ρά­κι, σκορ­πί­ζον­ταν οἱ θλιμ­μέ­νες με­λω­δί­ες πά­νω μας. Γι’ αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ἡ φή­μη πώς, ὄν­τας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς στὴ διά­ρκεια τῶν πρώ­των ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κῶν τα­ρα­χῶν, αἰχ­μα­λω­τί­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς Ἐ­λα­σί­τες καὶ τρά­βη­ξε τῶν πα­θῶν του. Δὲ φτά­νει ποὺ τοῦ βγάλαν τὰ μά­τια πα­ρά, σχε­δὸν ταυ­το­χρό­νως, τὸν γδά­ρα­νε ζων­τα­νό. Ἕ­νας ἄλ­λος θρύ­λος ἤ­θε­λε αὐ­τὸν τὸν ἀ­νή­συ­χο νέ­ο, κομ­μου­νι­στὴ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νο σὲ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό, καὶ πὼς ὅ­ταν αὐ­τὸ ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε τοῦ κάρ­φω­σαν τὶς ἀρ­βύ­λες στὰ πό­δια καὶ τὸν δι­έ­τα­ξαν νὰ κά­νει τὸ γύ­ρο τοῦ στρα­το­πέ­δου δίς. Ὁ κη­που­ρός μας, ὁ κύ­ριος Θό­δω­ρος, ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­ταν στὸν ἑ­αυ­τό του ἔ­λε­γε πὼς «εἶ­μαι γά­τα ἐ­γώ», πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ τρί­τη ἐκ­δο­χή. Ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός, ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἂν καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α, νὰ πί­νει οὖ­ζο στὸ κρα­σο­πό­τη­ρο, γύ­ρι­σε ἕ­να βρά­δυ τό­σο τύ­φλα πού, σὰν ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του, θέ­λη­σε νὰ σκε­πα­στεῖ μὲ τσί­που­ρο καὶ πνί­γη­κε.

       Πολ­λὰ-πολ­λὰ μ’ αὐ­τὴ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια δὲν εἴ­χα­με, ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὸ ξύ­λο πού ‘­δι­να στὸν Ἄλ­κη. Τώ­ρα, αὐ­τὸν για­τί τὸν ἔ­δερ­να: πη­δοῦ­σε κά­θε ἀ­πό­γευ­μα τὴ σχε­τι­κὰ χα­μη­λὴ μάν­τρα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ σπί­τια μας, στε­κό­ταν δυὸ μέ­τρα μα­κριά μου μὲ τὰ χέ­ρια στὴ μέ­ση καὶ φώ­να­ζε «εἶ­σαι μά­λα­κας». Ἐ­γώ, πού ‘­χα κρυ­φα­κού­σει συ­χνὰ τὸν κύ­ριο Θό­δω­ρο νὰ λέ­ει τὸ ἴ­διο πράγ­μα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ μπαμ­πὰς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, ἤ­μουν σί­γου­ρος γιὰ τὸ λα­θε­μέ­νο το­νι­σμό. «Εἶ­σαι μα­λά­κας, Ἄλ­κη», τὸν δι­όρ­θω­να. «Ὄ­χι, εἶ­σαι μά­λα­κας», ἐ­πέ­με­νε. Λὰ ἐ­γώ, μὰ αὐ­τός. Λὰ μπου­νι­ές, μὰ κλω­τσι­ές, βρο­χὴ τὸ ξύ­λο. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα τὸ ζῶ­ον. Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ νά τον πά­λι, ἕ­τοι­μος νὰ ὑ­πο­στεῖ τὸν κα­θη­με­ρι­νό του ἐ­ξευ­τε­λι­σμό. Ὅ­μως, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, οὔ­τε ὁ Ἄλ­κης οὔ­τε ἡ μά­νι­κα μ’ ἐν­θου­σί­α­ζαν τό­σο πο­λὺ ὅ­σο ἡ βα­ριὰ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τοῦ κή­που. Μ’ αὐ­τὴν εἶ­χα χω­ρὶς συ­ζή­τη­ση στε­νὰ προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις. Τὸ παι­χνί­δι μα­ζί της τὸ θε­ω­ροῦ­σα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κό μου, κι αὐ­τὴ ἡ πόρ­τα εἶ­χε γί­νει κομ­μά­τι τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου, τό­σο ποὺ ἕ­να και­ρὸ μὲ ἀ­πα­σχό­λη­σαν τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ θὰ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ με­τα­φο­ρά της στὸ δω­μά­τιό μου. Ἀ­νέ­βαι­να στὸ ἀ­νοι­χτὸ φύλ­λο τῆς πόρ­τας καὶ πα­τι­νά­ρον­τας μὲ τό ‘­να πό­δι τὴν ἔ­ρι­χνα πά­νω στὸ κλει­στό, κά­νον­τας νὰ βρον­τᾶ καὶ νὰ τραν­τά­ζε­ται ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ σι­δε­ρέ­νιο σύμ­πλεγ­μα, ἔ­τσι ποὺ ἡ για­γιὰ τὶς πρῶ­τες φο­ρὲς πά­θαι­νε τα­χυ­παλ­μί­ες καὶ φώ­να­ζε «τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου, τὸ τέ­λος», ὥ­σπου τὸ συ­νή­θι­σε. Τὸ γι­α­σε­μὶ πά­νω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα σει­ό­ταν κι αὐ­τό, κι ἔ­τσι πολ­λὲς φο­ρὲς τὰ με­ση­μέ­ρια κα­θό­μουν στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ κε­φά­λι, μυ­ρω­μέ­νο.

      Κά­θε χρό­νο, ἀ­π’ τὶς ἀρ­χὲς Μα­ΐου, ἐρ­χό­μα­σταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­θε­ρί­σου­με στὸ χω­ριὸ μὲ τὸ με­γά­λο πο­τά­μι καὶ τὶς κα­ρυ­δι­ές, για­τὶ «ἂς ὄ­ψε­ται ἡ κα­τά­στα­σις». Ἐ­δῶ μέ­να­με ἡ για­γιά, ὁ μπαμ­πάς, ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης καὶ σχε­δὸν μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των. Τὸ σπί­τι, ὅ­πως καὶ ἡ χαλ­βα­δο­ποι­ΐ­α, ἀ­νῆ­κε σὲ ὅ­λους, πράγ­μα δύ­σκο­λο νὰ χω­ρέ­σει στὸ μυα­λό μου, για­τί ἐ­νῶ ἐ­γὼ εἶ­χα τὸ πο­δή­λα­τό μου, τὰ μο­λύ­βια μου, τὴ για­γιά μου, τὸν μπαμ­πά μου, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἕ­να ἐρ­γο­στά­σιο ἢ ἕ­να σπί­τι μπο­ρεῖ νὰ τό ‘­χουν τό­σοι πολ­λοί. «Ἂς ὄ­ψον­ται αὐ­τοὶ οἱ λη­στὲς ποὺ θέ­λουν νὰ κά­νουν τὴν πα­τρί­δα μας λίμ­πα.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι λη­στές», δυ­σφο­ροῦ­σε ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης, «ἁ­πλῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς χώ­ρας». «Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω», φού­σκω­νε ὁ ἄλ­λος θεῖ­ος, ὁ Πλά­των, «αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς θὰ πεῖ λη­στές». Κα­κοῦρ­γοι, ἄ­νο­μοι, σκυ­λο­σπο­ρά, αἱ­μο­δι­ψεῖς, συ­νέ­χι­ζε νὰ τοὺς στο­λί­ζει τρώ­γον­τας πα­γω­μέ­να μού­σμου­λα. Ὁ μπαμ­πὰς ἔ­λε­γε, ἐ­μεῖς νὰ κοι­τά­ζου­με τὴ δου­λειά μας, καὶ αὐ­τὸ πο­τὲ στὴν ἀρ­χή, τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πά­ρουν φό­ρα, νὰ πε­ρά­σουν στὰ ἐν­τε­λῶς προ­σω­πι­κά τους, ἡ για­γιὰ σκού­πι­ζε τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­π’ τὰ λαι­μά της, «ἀ­π’ τὴ μύ­τη θὰ μοῦ τὸ βγά­λε­τε», «ἂν δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ», «ἀ­χαΐ­ρευ­τε», «γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ», «σκα­τὰς εἶ­σαι, νὰ τὶ εἶ­σαι», «ΜΗ, τὸ παι­δί». Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη κα­βα­λή­σει τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πόρ­τα καὶ τὴν κο­πα­νοῦ­σα ἀ­γρί­ως, ὄ­χι για­τί δὲν ἔ­βρι­σκα ἐν­δι­α­φέ­ρον στοὺς κα­βγά­δες τους, ἀλ­λὰ για­τί τοὺς εἶ­χα μά­θει πρὸ πολ­λοῦ ἀ­π’ ἔ­ξω. Εἶ­χα πλου­τί­σει τὸ λε­ξι­λό­γιό μου μὲ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὺς καὶ φρά­σεις σπά­νι­ες γιὰ τὸ μυα­λό μου, ὅ­πως μπα­τα­ξής, ἀ­ε­ρι­τζής, τό­κος, κα­νό­νι, ἡ ζά­χα­ρη ἀ­νε­βαί­νει, θὰ μᾶς κά­ψει ὁ Σο­φού­λης καὶ ἄλ­λες. Ἡ ἔκ­φρα­ση ποὺ χα­ρά­χτη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ στὸ κε­φά­λι μου ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ θεῖ­ος Πλά­των, ὅ­ταν ἀ­πο­πει­ρά­θη­καν κά­τι μα­κρι­νὰ ξα­δέρ­φια νὰ τοῦ ἀ­πο­σπά­σουν χρή­μα­τα γιὰ νὰ με­τα­να­στέ­ψουν στὸν Κα­να­δά. «Ὁ­ρί­στε μας», εἶ­πε τὸ με­ση­μέ­ρι, ἀ­φοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­λο σύγ­χυ­ση τὴν πε­ρι­πέ­τειά του, «μά­θα­νε πὼς γα­μι­ό­μα­στε, πλα­κώ­σα­νε κι οἱ γύ­φτοι». Τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα ξε­κόλ­λη­σε ἀ­στρα­πια­ῖα ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι, ποὺ κρα­τοῦ­σε καὶ ἦρ­θε νὰ μοῦ πα­γώ­σει μιὰ ἰ­δέ­α χα­μό­γε­λου, κρί­νον­τας του­λά­χι­στον ἀ­γε­νῆ τὴν γκρι­μά­τσα μου. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα καὶ μὲ μπερ­δε­μέ­να αἰ­σθή­μα­τα θε­ω­ροῦ­σα τοὺς γύ­φτους καὶ τὰ μα­κρι­νὰ ξα­δέρ­φια συ­νώ­νυ­μους, ἂν ὄ­χι συγ­γε­νεῖς. Σ’ αὐ­τούς, λοι­πόν, τοὺς κα­βγά­δες ὅ­ταν ὁ μπαμ­πὰς ἔ­βλε­πε πὼς ἡ για­γιὰ κοκ­κί­νι­ζε, γούρ­λω­νε τὰ μά­τια της χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ βγά­λει λέ­ξη πα­ρὰ μό­νο μή, σσσσσ, ἄχ, ὢχ καὶ τέ­τοι­α, ἔ­λε­γε, «ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε τώ­ρα, ἂς κοι­τά­ζει ὁ κα­θέ­νας τὴ δου­λειά του». Αὐ­τὲς οἱ μά­χες τῶν ἰ­δε­ῶν καὶ τῶν προ­σώ­πων ἐ­κό­πα­ζαν πλή­ρως ἐ­κεῖ κά­που στὸν κα­φέ, ὁ­πό­τε συ­νή­θως μι­λοῦ­σαν «χαλ­βά». Ἔ­τσι ἔ­λε­γε ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης, κά­νον­τας τὴ σκα­λι­στὴ ρά­χη τῆς κα­ρέ­κλας νὰ τρί­ζει, «λοι­πόν, ἂς μι­λή­σου­με χαλ­βά».

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο, μὲ τὴ μυ­ρου­διὰ τῆς πρώ­της βρο­χῆς ξε­γλί­στρη­σα ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ για­γιὰ τσί­ρι­ζε, ὁ Τσι­γάν­τες, ὁ Τσι­γάν­τες, καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζε μιὰ πι­α­τέ­λα κοκ­κι­νι­στό, κά­νον­τας μιὰ ἀ­δέ­ξια κί­νη­ση συμ­βι­βα­σμοῦ τῶν πνευ­μά­των. Στὸν κῆ­πο τὰ τζι­τζί­κια, ὁ ἀ­πό­η­χος τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας, καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ὁ γλυ­κὸς βόμ­βος τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου. Μὲ τὸ μέ­τω­πο κολ­λη­μέ­νο στὸ βρεγ­μέ­νο μέ­ταλ­λο πά­ω κι ἔρ­χο­μαι κλω­τσών­τας καὶ σπρώ­χνον­τας τὴν πόρ­τα πρὸς τὰ πί­σω. Ὁ θεῖ­ος Πλά­των ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει νὰ ὑ­ψω­θεῖ πά­νω ἀ­π’ τὶς φω­νὲς τῶν ἄλ­λων καὶ ἐ­πι­βάλ­λει τὴ σι­ω­πή του λέ­γον­τας, τὰ κου­κιὰ εἶ­ναι με­τρη­μέ­να ὅ­πως οἱ μέ­ρες τους. Πα­ρα­τη­ρῶ, σὰν τὸν πο­λυ­βο­λη­τὴ τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου, τὸ κλει­στὸ φύλ­λο τῆς πόρ­τας νὰ μὲ πλη­σιά­ζει καὶ τὰ βρεγ­μέ­να ἀ­ρα­βουρ­γή­μα­τά της νὰ με­γε­θύ­νον­ται. Στριγ­γλίζει καὶ τραν­τά­ζε­ται ἡ βα­ριὰ πόρ­τα καὶ τὸ τρυ­φε­ρὸ μουγ­κρη­τὸ τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου δι­α­περ­νᾶ καὶ κομ­μα­τιά­ζει τ’ αὐ­τιά μου κα­τε­βαί­νον­τας βα­θιὰ στὸ στο­μά­χι μου. Νι­ώ­θω τῆς καρ­διᾶς μου τὸ τί­ναγ­μα κα­θὼς τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν ἀ­κού­γε­ται τώ­ρα τί­πο­τ’ ἄλ­λο, βογ­κᾶ κι ἀ­να­τα­ρά­ζει τὰ μέ­σα μου καὶ τὰ κομ­μά­τια τους, σὰν ἀ­πὸ ναυά­γιο, τα­ρα­κου­νιοῦν­ται καὶ φτά­νουν κυ­μα­τι­στὰ στὶς ἄ­κρες του κορ­μιοῦ μου. Οἱ στά­λες τῆς βρεγ­μέ­νης πόρ­τας πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ μά­τια μου καὶ τά ‘­κλει­σα. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄλ­λα θὰ λέ­ει ἡ για­γιά, ἄλ­λα ὁ μπαμ­πάς, ἄλ­λα ὁ ἕ­νας κι ἄλ­λα ὁ ἄλ­λος. Ἡ για­γιὰ ἔ­τρε­χε πρὸς τὴ με­ριά μου φω­νά­ζον­τας, «για­βρή μου τὸ χε­ρά­κι του», καὶ πὼς στε­κό­μουν μπρο­στὰ στὴν καγ­κε­λό­πορ­τα ντοῦ­ρος, ἂν καὶ χλω­μὸς νὰ κοι­τά­ζω τὰ μα­τω­μέ­να κομ­μά­τια δέρ­μα­τος. Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­πε, «ἀ­νο­η­σί­ες. Λι­πο­θύ­μη­σε καὶ τὸν κα­τε­βά­σα­με στὸ Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν». Μιὰ ἄλ­λη ἐκ­δο­χὴ ἔ­λε­γε πὼς μοῦ βγῆ­κε μιὰ φω­νή, σκού­ξι­μο ὄ­χι ἀ­στεῖ­α, ποὺ ὣς καὶ τὰ τζι­τζί­κια τρό­μα­ξαν καὶ πρὸς στιγ­μὴν σώ­πα­σαν.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ τρυ­φε­ρὸ δέρ­μα (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, Ἀ­θή­να, 1982).

 

Δη­μή­τρης Νόλ­λας (Ἀ­δρια­νὴ Δρά­μας, 1940). Δι­ή­γη­μα, Νου­βέ­λα, Μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Φραν­κφούρ­τη Νο­μι­κὰ καὶ Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α καὶ στὶς Βρυ­ξέλ­λες Κι­νη­μα­το­γρά­φο. Δί­δα­ξε τε­χνι­κὴ σε­να­ρί­ου στὸ τμῆ­μα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου ἐ­νῶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘­80 συ­νερ­γά­στη­κε σὲ σε­νά­ρια κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν καὶ τη­λε­ο­πτι­κῶν πα­ρα­γω­γῶν μὲ τοὺς σκη­νο­θέ­τες Χα­τζῆ, Πα­να­γι­ω­τό­που­λο, Ἀγ­γε­λό­που­λο, Σμα­ρα­γδῆ, Λαμ­πρι­νὸ καὶ Βούλ­γα­ρη. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Κέν­τρου Βι­βλί­ου (Ε­ΚΕ­ΒΙ) ἀ­πὸ τὸ 2004 ἕ­ως τὸ 2007. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Πο­λυ­ξέ­νη (Νου­βέ­λα, ἔκδ. Βέρ­γος, Ἀ­θή­να, 1974).Τε­λευ­ταῖ­ο του: Ὁ και­ρὸς τοῦ κα­θε­νὸς (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2010).

 

 

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Διακλάδωση

.

FD002694 

.

 Μα­ρ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Δι­α­κλά­δω­ση

 

02-TaphΗΣ ΕΛΕΓΕ Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ ἔ­χει μιὰ πα­ρέ­α στὰ γε­ρα­τειά της. Τῆς φαι­νό­τα­νε πρό­στυ­χος λό­γος γιὰ νὰ ζή­σεις μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Τῆς ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας της νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ κά­νει παι­διά, κά­ποι­ος νὰ τὴ γη­ρο­κο­μή­σει. Τῆς φαι­νό­τα­νε ἄ­γριος λό­γος γιὰ νὰ φέ­ρεις στὸν κό­σμο νέ­α ζω­ή. Γε­ρὸ σκα­ρὶ ἤ­τα­νε, ἀρ­ρώ­στια μέ­χρι τὰ ἑ­ξήν­τα της δὲν κα­τά­λα­βε, ἄλ­λο νὰ πεῖς ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νά­χια, γρί­πες καὶ τὰ τέ­τοι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ ἀρ­ρώ­στη­σε στὰ ἑ­ξήν­τα. Δὲν ἔ­δω­σε τὴ ση­μα­σί­α πού ‘πρε­πε στὸ κρύω­­μα, γύ­ρι­σε αὐ­τὸ σὲ πνευ­μο­νί­α. Δώ­δε­κα μέ­ρες νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὰ ὀ­ξυ­γό­να καὶ τοὺς ὀ­ρούς, κι ἄλ­λο ἐ­νά­μι­σι μή­να στὸ σπί­τι κρε­βα­τω­μέ­νη.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο, πάν­τως πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ χτές, κι ἀ­πὸ προ­χτὲς πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα.  Ἤ­θε­λε κά­τι ζε­στὸ νὰ πι­εῖ νὰ τῆς πρα­ΰ­νει τὸ στῆ­θος. Μὲ τὴν κρί­ση, ποῦ λε­φτὰ νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, μιὰ κο­πέ­λα νὰ τὴν φρον­τί­ζει. Μό­νη της τά ‘βγα­λε πέ­ρα. Μὲ τὶς φί­λες της. Μιὰ ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἐρ­χό­τα­νε, μιὰ ἡ Μα­ρί­α καὶ ὅ­πο­τε μπο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἄλ­λες.  Νά ‘ναι κα­λὰ ὅ­λοι της οἱ φί­λοι, δί­πλα της στά­θη­καν ἀ­γόγ­γυ­στα.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ρι­χνε τὸ τσά­ι μο­σχο­βο­λι­στὸ μὲς στὸ φλιτ­ζά­νι, τῆς ἦρ­θε στὸ νοῦ ὁ Ἄ­ρης, ποὺ εἶ­χε ἡ­μέ­ρες νὰ τὸν σκε­φτεῖ, ἀ­π’ ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἂν ζοῦ­σε, θά ‘χε πα­τη­μέ­να τὰ ἑ­ξήν­τα πέν­τε.  «Οὔ­τε ἡ σκό­νη ἀ­πὸ τὰ κοκ­κα­λά­κια του…» ἔ­λε­γε κά­θε ποὺ τὸν σκε­φτό­ταν. Τὸ παι­δὶ τους τὸ πρῶ­το θὰ κόν­τευ­ε τὰ σα­ράν­τα. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­χαν κι ἕ­να δεύ­τε­ρο.

       Γύ­ρε­ψε ψω­μὶ νὰ τὸ βου­τή­ξει μὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ές. Ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πέ­ναν­τι τὸ μί­νι μάρ­κετ, ἀλ­λὰ ποι­ὸς νὰ πά­ει; Δὲν τὴν ἔ­νοια­ξε καὶ πο­λύ. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ πε­ρί­με­νε τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ ψώ­νια. Κα­νο­νι­σμέ­να τά ‘χαν με­τα­ξύ τους, ἡ Ἀ­ρε­τὴ τῆς ἑ­βδο­μά­δας τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τῆς κά­θε μέ­ρας —γά­λα, ψω­μὶ κι ἐ­φη­με­ρί­δα— ἡ Μα­ρί­α.

        Πῆ­ρε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κρε­βά­τι κι ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μὰ ἔ­νι­ω­σε βα­ριὰ τὰ βλέ­φα­ρά της. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κο­μο­δί­νο μι­σο­πι­ω­μέ­νο καὶ σκε­πά­στη­κε μὲ τὰ ζε­στὰ σκε­πά­σμα­τα. Ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι καὶ δι­πλώ­θη­κε σὰν ἔμ­βρυ­ο στῆς μά­νας τὴν κοι­λιά. Πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­πο­μά­κρυ­νε λι­γά­κι τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της κι ἔ­ψαυ­σε τὰ σεν­τό­νια – σὰ νά ‘ψά­χνε κά­τι. Ἕ­να σχῆ­μα γνω­στὸ στῆς ἀ­που­σί­ας τὸ σχῆ­μα πά­νω. Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νά­σα­νε βα­θιά. Εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­νι­ω­θε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νά­σαι­νε χω­ρὶς τὰ ὀ­ξυ­γό­να τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα. «Ἔ­χω πο­λὺ και­ρὸ νὰ πά­ω στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο» σκέ­φτη­κε. Κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς σὰν γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ θὰ πά­ρει τὴ Μα­ρί­α καὶ τὴν Ἀ­ρε­τή, νὰ ἔρ­θουν καὶ οἱ ἄν­τρες τους,  θὰ πεῖ καὶ τῆς Σού­λας καὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὸ χω­ριὸ ν’ ἀ­νά­ψου­νε στοῦ Ἄ­ρη τὸν τά­φο ἕ­να κε­ρί. Θά ‘χει φτιά­ξει κι ὁ και­ρός. «Εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στὸ χω­ριὸ τὴν ἄ­νοι­ξη», σκέ­φτη­κε. Κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μὲ μιὰ στα­γό­να νο­σταλ­γί­α ἀ­τσα­λά­κω­τη νὰ τῆς  δαγ­κώ­νει τὴν ψυ­χή· χω­ρὶς κα­μιὰ ἀ­γω­νί­α.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Ἡ Δάφνη καὶ τὸ βουνὸ (2011).

 

Ἀλεξάντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Τὸ σακίδιο τοῦ κολχόζ

 .

 Solzenitsin,Aleksandr-ToSakkidioTouKolchoz-01

 .

Ἀ­λε­ξάν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Солженицын)

.

Τὸ σα­κί­διο τοῦ κολ­χόζ

(Колхозный рюкзак)

 .

05-OmikronΤΑΝ σ’ ἕ­να προ­α­στια­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σᾶς πι­έ­ζουν στὸ στῆ­θος ἢ στὰ πλευ­ρὰ μὲ τὴ σκλη­ρή του γω­νιὰ καὶ πο­νᾶ­τε – μὴν βρί­ζε­τε, ἀλ­λὰ κοι­τάξ­τε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ πλεγ­μέ­νο ἀ­πὸ σομ­φὸ κου­τί, μὲ τὸ φαρ­δύ, ξε­φτι­σμέ­νο λου­ρί του ἀ­πὸ κα­ρα­βό­πα­νο. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ κου­βα­λοῦν γιὰ τὴν πό­λη γά­λα, μυ­ζή­θρα καὶ ντο­μά­τες, δι­κά τους κι ἀ­κό­μα δύ­ο γει­τό­νων τους, ἐ­νῶ ἀ­π’ τὴν πό­λη φέρ­νουν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ φραν­τζό­λες γιὰ τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες.

       Αὐ­τὸ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο σα­κί­διο ἔ­χει με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ φτη­νό. Μ’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν οὔ­τε τὰ πο­λύ­χρω­μα ἀ­θλη­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια του, μὲ τὶς τσε­ποῦ­λες τους καὶ τ’ ἀ­στρα­φτε­ρὰ θη­λυ­κω­τή­ρια. Ση­κώ­νει τό­σο βά­ρος πού, ἀ­κό­μα καὶ φο­ρών­τας ἕ­ναν χον­τρό, χει­μω­νιά­τι­κο ἐ­πεν­δύ­τη ἐρ­γα­σί­ας, ὁ μα­θη­μέ­νος χω­ρι­ά­τι­κος ὦ­μος δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τέ­ξει τὸ λου­ρί του.

      Γι’ αὐ­τὸ οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες υἱ­ο­θέ­τη­σαν τού­τη τὴν πρα­κτι­κή: ση­κώ­νουν τὸ πλεγ­μέ­νο σα­κί­διο ὣς τὴ μέ­ση της πλά­της καὶ περ­νοῦν τὸ λου­ρὶ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους. Ἔ­τσι τὸ φορ­τί­ο ἰ­σο­μοι­ρά­ζε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δυ­ὸ ὤ­μους καὶ τὸ στῆ­θος.

      Ἀ­δελ­φοί μου ἐν τῇ γρα­φί­δι καὶ τῇ συγ­γρα­φῇ! Δὲν σᾶς λέ­ω νὰ προ­βά­ρε­τε ἕ­να τέ­τοι­ο κα­λα­θά­κι στὴν πλά­τη σας. Ἂν ὅ­μως σᾶς ἔ­σπρω­ξαν ἀ­πό­το­μα μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο – τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρε­τε τα­ξί.

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Из­да­тельство Эксмо, Мо­сква 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κισ­λο­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Γιάννης Νικολούδης: Δὲν ξέρω

.

Nikoloudis,Giannis-DenKsero-Eikona-03b

.

Γιά­ννης Νι­κο­λού­δης

 

Δὲν ξέ­ρω

 

02-PiΕΡΥΣΙ ἔ­φτα­σα ἐ­δῶ. Τὸ λέ­ω συ­χνὰ στὸν ἑ­αυ­τό μου γιὰ νὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι. Για­τί εὔ­κο­λα ξε­χνᾶς ἐ­δῶ. Ξε­χνᾶς τί θὲς νὰ κά­νεις. Ξε­χνᾶς ἂν ἔ­χεις κά­τι νὰ κά­νεις. Ξε­χνᾶς ὅ­τι ξε­χνᾶς.

       Μιὰ πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση μὲ πευ­κό­δεν­τρα καὶ εὐ­κα­λύ­πτους ἁ­πλώ­νε­ται πά­νω ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πα­ρυ­φὴ τῆς κω­μό­πο­λης. Τὸ ἔ­φτια­ξαν λέ­ει οἱ να­ζῆ­δες με­τὰ τὴ μά­χη τῆς Κρή­της. Σκο­ποὶ κοι­μοῦν­ται στὰ καί­ρια ση­μεῖ­α του, σὲ ἀ­πο­θῆ­κες ὁ­πλι­σμοῦ, σὲ νη­σί­δες πρα­τη­ρί­ων καυ­σί­μων. Τὶς αἴ­θρι­ες μέ­ρες ἀ­πο­γει­ώ­νον­ται καὶ προ­σγει­ώ­νον­ται μα­χη­τι­κά. Σκιρ­τά­ει ἡ ρα­θυ­μί­α τοῦ τό­που. Μπε­κρῆ­δες βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ κα­φε­νεῖ­α καὶ ἀ­τε­νί­ζουν τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να στὸ φόν­το ἑ­νὸς ἄ­χρω­μου οὐ­ρα­νοῦ.

      «Θὰ πέ­σουν λο­κατ­ζῆ­δες, πέ­ρα στὴ Κα­λύ­βα τοῦ λα­οῦ», λέ­ει.

      «Ἄ­σκη­ση;»

      «Ναί. Κά­θε χρό­νο αὐ­τὸ γί­νε­ται.»

      «Μὲ ἔ­στει­λε νὰ μοῦ δώ­σε­τε τὸ τι­μο­λό­γιο.»

      «Ποι­ό τι­μο­λό­γιο;»

      Πα­ρα­πα­τά­ει. Κορ­δό­νια σά­λιου μου­σκεύ­ουν τὸ που­λό­βερ του. Ἕ­να μά­τσο λο­γα­ρια­σμοὶ αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν φρε­νι­α­σμέ­να λε­πι­δό­πτε­ρα στὸν ἀ­έ­ρα ποὺ ση­κώ­νει ἕ­να ἀ­ε­ρό­θερ­μο. «Ποι­ό τι­μο­λό­γιο;», ξα­να­λέ­ει.

      «Θὰ ξα­να­πε­ρά­σω», τοῦ κά­νω.

      Μιὰ γά­τα ἁ­πλώ­νε­ται σὰν χαλ­κο­μα­νί­α στὴν ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κη ἄ­σφαλ­το. Κά­ποι­ος ἔ­χει πα­ρα­γε­μί­σει τὸ ἀ­νοι­χτό της στό­μα μὲ ἕ­να μι­κρὸ ντο­μα­τά­κι. Τὰ σω­θι­κά της ξε­πλέ­νον­ται ἀ­πὸ μιὰ ἥ­συ­χη βρο­χή. Ὅ­ταν ζοῦ­σε τὴν ἔ­λε­γα Ζα­χα­ρέ­νια. Νι­α­ού­ρι­ζε σὰν κα­το­λί­σθη­ση ζά­χα­ρης. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε τὴν πά­τη­σαν.

      «Στὸ ἔ­δω­σε;», μοῦ λέ­ει ὅ­ταν μπῶ μέ­σα.

      «Ἔ, ὄ­χι.»

      «Για­τί;»

      «Δὲν ξέ­ρω.»

      «Τί ἦ­ταν νὰ σοῦ δώ­σει;»

      «Δὲν θυ­μᾶ­μαι.»

      «Καὶ για­τί δὲν σοῦ τὸ ἔ­δω­σε;»

      «Ἔ…»

      Βλα­στη­μά­ει. Κο­πα­νά­ει τὰ χέ­ρια του στὸ γρα­φεῖ­ο. «Νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος μιὰ δου­λειὰ δὲν εἶ­σαι ἱ­κα­νὸς νὰ κά­νεις.» Βρί­ζει θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες. Πί­νει κα­φὲ καὶ ξα­να­βρί­ζει. Καὶ ἔ­πει­τα: «Τί ἦ­ταν νὰ σοῦ δώ­σει;»

      «Νὰ τὸν πά­ρω τη­λέ­φω­νο νὰ τὸν ρω­τή­σω;»

      «Ναί, πά­ρε τον».

      Δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸ νού­με­ρό του. Καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό μας εἶ­ναι κομ­μέ­νο. Τοῦ τὸ λέ­ω.

      «Δὲν πει­ρά­ζει», λέ­ει.

      Τὸ μού­χρω­μα σκο­τει­νιά­ζει τὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­ση γί­νε­ται μιὰ κουμ­πό­τρυ­πα κά­τω ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο.

      «Ἀ­φεν­τι­κό, θὰ τὰ ποῦ­με αὔ­ριο», τοῦ λέ­ω.

      «Γειά σου.»

      Μᾶλ­λον ἀ­πό­ψε θὰ ση­κω­θῶ καὶ θὰ φύ­γω. Ἅ­παξ καὶ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ ἦρ­θα, θὰ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το πρά­μα ποὺ θὰ κά­νω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Νι­κο­λού­δης (Κρή­τη, 1989). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Φωτογραφία: Κωστῆς Μπακόπουλος (βλ. καὶ http://bakopoulos.com/)

 

Τζ. Ντέιβιντ Στίβενς (J. David Stevens): Ὁ Θάνατος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος

 

.

Stevens,J.David-OThanatosTouDiigimatos-Eikona-01

.

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens)

 

Θάνατος τοῦ Διηγήματος

(The Death of the Short Story)

 

17-oΘΑΝΑΤΟΣ τοῦ Δι­η­γή­μα­τος μᾶς κα­τέ­λα­βε ἑ­ξα­πή­νης. Πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τό­σο στε­νὰ τὴν Ποί­η­ση ποὺ πα­ρα­βλέ­ψα­με τὰ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ ση­μά­δια. Τὴ μιὰ μέ­ρα τὸ Δι­ή­γη­μα ἦ­ταν ἐ­δῶ, ἔ­βλε­πε πο­δό­σφαι­ρο, πή­γαι­νε σὲ μπὰρ ἐρ­γέ­νη­δων, ἔ­φτια­χνε τάρ­τες. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα —ΠΑΦ!— δι­α­βά­σα­με γιὰ τὴν ἀ­πώ­λειά του στοὺς T­i­m­es, καὶ πα­ρα­τή­σα­με σύ­ξυ­λα τὰ ψω­μά­κια μας κι ἀ­φή­σα­με τοὺς κα­φέ­δες μὲ τὸ γά­λα νὰ σχη­μα­τί­ζουν λευ­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα στὰ σκοῦ­ρα ξύ­λι­να τρα­πέ­ζια τῆς κου­ζί­νας μας.

       Φυ­σι­κά, αὐ­τὸ ξε­σή­κω­σε τὸ κοι­νὸ αἴ­σθη­μα. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, βλέ­πα­με πλή­θη νὰ στοι­βά­ζουν λου­λού­δια καὶ τα­ρι­χευ­μέ­να ζῶ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ βι­βλι­ο­θῆ­κες σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Σύν­το­μα οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ἔ­βρι­θαν ἀ­πὸ ὑ­πο­νο­ού­με­να. Ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ χά­θη­κε πά­νω στὸ ἄν­θος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ἔ­λε­γαν. Τὸ κοι­νὸ ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­το ἀ­κού­γον­τας τὴ Βι­ο­γρα­φί­α νὰ πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς εἶ­χε σχέ­ση μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα στὴ διά­ρκεια τῆς φά­σης «ἀ­πω­θη­μέ­νης μνή­μης τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας». Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης ἔ­γι­ναν τό­σο φορ­τι­κὰ ποὺ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν πό­λη γιὰ ἕ­να μή­να προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­πι­λύ­σει τὰ θέ­μα­τά της κα­τ’ ἰ­δί­αν.

      Στὴν κη­δεί­α, τὸ Πε­ζο­ποί­η­μα στὸ ἐγ­κώ­μιό του ἀ­να­φέρ­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, στοὺς ἐκ­δό­τες ὡς «προ­α­γω­γοὺς τῆς ἀ­γο­ρᾶς» καὶ ἀ­πο­κά­λε­σε τοὺς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὺς «λο­γο­τε­χνι­κὰ ἁρ­πα­κτι­κὰ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­να πλέ­ον μὲ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση τοῦ Δι­η­γή­μα­τος». Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­λοι φταί­γα­με. Στὸ ἐ­πι­κή­δει­ο δεῖ­πνο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, γυ­ρο­φέρ­να­με σα­στι­σμέ­νοι, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι τί θὰ μπο­ρού­σα­με ἄ­ρα­γε νὰ εἴ­χα­με κά­νει. Σὲ μιὰ γω­νί­α, ἡ ἄ­ξε­στη Νου­βέ­λα με­θοῦ­σε μὲ φθη­νὸ C­h­a­r­d­o­n­n­ay καὶ φλυ­α­ροῦ­σε, μι­λών­τας γιὰ τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς ποὺ ἔ­ζη­σε μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα. Πα­ρη­γο­ρή­θη­κε σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τας στὴν τύ­χη πε­ρα­στι­κοὺς καὶ φω­νά­ζον­τας «Σ’­ἀ­γα­πῶ!» τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ ἔ­βα­λε σὲ ἀ­νη­συ­χί­α τοὺς ἐκ­δό­τες λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν λί­γα μέ­τρα πιὸ πέ­ρα.

      Τὶς ἑ­βδο­μά­δες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν φῆ­μες ὅ­τι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος εἶ­χε κρυ­ο­γε­νε­τι­κὰ ἀ­πο­θη­κευ­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο κον­τὰ στὴν Ὀ­μά­χα. Κά­ποι­ος κα­θη­γη­τὴς στὴ Γλα­σκώ­βη πρό­σφε­ρε χί­λι­ες λί­ρες σὲ ὅ­ποι­ον μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­πα­ρά­ξει ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ DNA τοῦ Δι­η­γή­μα­τος, γιὰ λό­γους κλω­νο­ποί­η­σης. Ἐ­νῶ ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν ὅ­τι τὸ Δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­χε πε­θά­νει, ἀλ­λὰ προ­σποι­ή­θη­κε πὼς πέ­θα­νε κι ἀ­πο­σύρ­θη­κε σὲ κά­ποι­ο ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο ὀ­ρει­νὸ κα­τα­φύ­γιο κά­που στὶς Ἄν­δεις ἢ τὰ Ἰ­μα­λά­ι­α.

      Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη μᾶς ἀ­να­κού­φι­σε κά­πως. Ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­πι­νο­οῦ­με φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὸ Δι­ή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­μοι­αζαν ἀ­λη­θο­φα­νεῖς με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο. Φαν­τα­ζό­μα­σταν τὸ Δι­ή­γη­μα νὰ κά­θε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­κι μὲ τὸν Τζὸν Λέ­νον, τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν Ἀ­μέ­λια Ἔρ­χαρτ, νὰ σι­γο­πί­νουν κο­νιὰκ ἑ­κα­τὸ ἐ­τῶν καὶ νὰ συ­ζη­τοῦν γιὰ τοὺς παῖ­κτες ποὺ θὰ κα­τέ­βα­ζαν στὶς φαν­τα­στι­κές τους ὁ­μά­δες μπέ­ιζ­μπολ. Τοὺς φαν­τα­ζό­μα­σταν νὰ φο­ροῦν τὶς κάλ­τσες ποὺ εἴ­χα­με χά­σει στὸ στε­γνω­τή­ριο πρὸ πολ­λοῦ καὶ νὰ παί­ζουν μὲ τὰ ψι­λὰ ποὺ μᾶς εἶ­χαν πα­ρα­πέ­σει ἀ­νά­με­σα στὰ μα­ξι­λα­ρά­κια τοῦ κα­να­πέ. Στὴν προ­ε­ξο­χὴ τοῦ τοί­χου, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο, μὲ θέ­α τὰ βου­νά, ἔ­βλε­παν, πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, μιὰ στρο­βι­λι­ζό­με­νη δί­νη ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὰ χρώ­μα­τα φαν­τά­ζον­ταν πὼς ἦ­ταν τὰ ὄ­νει­ρά τους καὶ πε­ρί­με­ναν καρ­τε­ρι­κὰ τὶς στιγ­μὲς ἐ­κεῖ­νες ποὺ μιὰ λε­πτὴ γραμ­μὴ φω­τὸς θὰ ξέ­φευ­γε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­νὸ πλαί­σιο, σὰν ζω­η­ρὴ μου­σι­κὴ νό­τα ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ προ­τοῦ χα­θεῖ σὰν ἀ­στρα­πὴ στὴν πε­ρι­βάλ­λου­σα νύ­χτα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Σί­τον Χὸλ καὶ ζεῖ στὸ βό­ρει­ο Νιοὺ Τζέρ­σε­ϊ. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα δι­η­γή­μα­τά του δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ Har­p­e­r­’s M­a­g­a­z­i­ne, T­he P­a­r­is R­e­v­i­ew, M­id-A­m­e­r­i­c­an R­e­v­i­ew καὶ N­o­t­re D­a­me R­e­v­i­ew, ἀ­νά­με­σά σε ἄλ­λα. Γρά­φει λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς καὶ τὸ βι­βλί­ο του T­he W­o­rd R­i­d­es A­g­a­in: R­e­r­e­a­d­i­ng t­he Fron­t­i­er in A­m­e­r­i­c­an F­i­c­t­i­on δη­μο­σι­εύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ O­h­io U­n­i­v­e­r­s­i­ty P­r­e­ss. Ζεῖ στὸ Ρί­τσμοντ τῆς Βιρ­τζί­νια.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).