Τάσος Καλούτσας: Τὰ κιούπια μὲ τὶς ἐλιές

.

Kaloutsas,Tasos-TaKioupiaMeTisElies-Eikones-02

 

Τά­σος Κα­λούτ­σας

Τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ές

 

02-PiΡΙΝ ΑΚΟΜΑ με­τα­κο­μί­σουν οἱ θο­ρυ­βώ­δεις ἔ­νοι­κοι τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου, ἡ για­γιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὰ πλα­στι­κὰ πα­γού­ρια μὲ τὶς ἐ­λι­ές. Κα­τέ­βη­κε δυ­ὸ-τρί­α σκα­λο­πά­τια πρὸς τὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ τὴν εἶ­δα νὰ στα­μα­τά­ει στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, φα­νε­ρὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στη. Κα­θὼς τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σα νὰ στέ­κε­ται δι­στα­κτι­κή, ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί θὰ μπο­ροῦ­σε τά­χα νὰ ψυ­χα­νε­μί­ζε­ται, μὲ τὸ χέ­ρι της ἀ­νά­ε­ρο πά­νω ἀ­π’ τὰ δο­χεῖ­α, τὸ κε­φά­λι της γε­μά­το ἤ­χους πα­ρά­ξε­νους, με­γε­θυ­σμέ­νους, ὅ­πως σ’ ἕ­να δω­μά­τιο, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­χουν ἀ­φαι­ρε­θεῖ ὅ­λα τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κι ὁ ἀν­τί­λαλός του σὲ τρο­μά­ζει. Κι ὕ­στε­ρα πά­λι τὸ τυ­φλὸ ψη­λά­φη­μα, τοῖ­χο-τοῖ­χο, τὸ ἀρ­γὸ σύρ­σι­μο τῶν πο­δι­ῶν της στὸ ὑ­γρὸ δά­πε­δο, ἕ­νας κό­σμος πα­λιὸς καὶ μου­χλι­α­σμέ­νος, κι ἐ­κεί­νη, μαυ­ρο­φo­ρε­μέ­νη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σε τὰ ἀ­με­τά­κλη­τα βή­μα­τα τοῦ πε­πρω­μέ­νου της,  μὲ στεί­ρα προ­ο­πτι­κή.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες, οἱ νοι­κά­ρη­δες ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ὁ­ρι­στι­κά. Ἡ για­γιὰ ποὺ ἄλ­λο­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε σι­ω­πη­λὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ­τι­δή­πο­τε συ­νέ­βαι­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τῆς αὐ­λό­πορ­τας, ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὸ πό­στο της, κο­κα­λω­μέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ κοι­τά­ζον­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῆς κου­ζί­νας. Ἡ μη­τέ­ρα ἐ­κεῖ ἀ­ρά­δια­ζε στὸ ρά­φι τὰ πι­α­τι­κὰ κι ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­τέ­νι­ζε ὁ­λο­έ­να πιὸ ἀ­πό­μα­κρη, ἀρ­γο­σα­λεύ­ον­τας τὸ κε­φά­λι. Ἔ­τσι δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση τοὺς ἀ­λέ­γρους νε­α­ροὺς ποὺ ξε­γλί­στρη­σαν μὲ τὶς βα­λί­τσες τους, παίρ­νον­τας μα­ζί τους καὶ τὴν ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νέ­ων ἀ­νε­ξή­γη­των θο­ρύ­βων.

       Ἡ για­γιὰ ἔ­λε­γε: Τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ές… Καὶ θαρ­ρεῖς, στὴ φω­νὴ της θρό­ι­ζε θα­λε­ρὸς ὁ γκρι­ζο­πρά­σι­νος ἐ­λαι­ώ­νας τοῦ πα­ρελ­θόν­τος της. Στὸν καρ­πε­ρὸ θεσ­σα­λι­κὸ κάμ­πο ὅ­που ζοῦ­σε πα­λιὰ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σὲ τέ­τοι­α πή­λι­να δο­χεῖ­α ξε­πί­κρι­ζαν ἢ συν­τη­ροῦ­σαν στὴν ἅλ­μη τὶς ἐ­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ κτῆ­μα τους καὶ φύ­λα­γαν τὸ λά­δι τους, στὶς ἀ­πο­θῆ­κες. Κι ἦ­ταν τό­τε, τῆς ξέ­φυ­γε μιά μέ­ρα, ποὺ τὴν ἔ­βα­λε στὸ μά­τι ὁ λή­σταρ­χος Γι­αγ­κού­λας ἀ­πό ’­να ξά­γναν­το ψη­λὰ —αὐ­τὴ κο­πέ­λα δρο­σε­ρὴ καὶ ρο­δο­μά­γου­λη, νὰ σέρ­νει τὸ χο­ρό!—, καὶ τσου­ρου­φλί­στη­κε ἡ καρ­διά του. «Δὲν ἤ­ξε­ρα πὼς ἔ­χε­τε τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ὲς στὸ ὑ­πό­γει­ο!» ψελ­λί­ζει τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή της. Κι ὁ πα­τέ­ρας, ἔ­ξω φρε­νῶν: «Θὲς νὰ τσα­κι­στεῖς, μω­ρὲ μη­τέ­ρα, καὶ κα­τε­βαί­νεις ἐ­κεῖ κά­τω; Εἶ­ναι πράγ­μα­τα γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α σου, αὐ­τά;» Κι ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ νὰ κλει­δω­θεῖ ἡ πόρ­τα πρὸς τὸ ὑ­πό­γειο, μπὰς καὶ τῆς κο­πεῖ λι­γά­κι τὸ χού­ι νὰ τρι­γυρ­νά­ει πέ­ρα-δῶ­θε καὶ  νὰ χώ­νε­ται ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὴν σπέρ­νουν.

       Τὴν λυ­πό­μου­να. Τὶς νύ­χτες τύ­χαι­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ τρυ­πώ­σω κλε­φτὰ στὸ δω­μά­τιό της γιὰ νὰ πά­ρω κά­ποι­ο ξε­χα­σμέ­νο βι­βλί­ο ἢ τε­τρά­διο. Ἠ­χη­ρὸ ρο­χα­λη­τὸ ποὺ ξαφ­νι­κὰ τὸ δι­έ­κο­πτε ἕ­νας βα­θὺς ἀ­να­σα­σμός. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἕ­να ξε­φύ­ση­μα με­ρι­κῶν δευ­τε­ρο­λέ­πτων καὶ με­τὰ ξα­νὰ δυ­νά­μω­νε τὸ ρο­χα­λη­τό. Τὴν ἡ­μέ­ρα τό ‘θε­λε πο­λὺ νὰ κρα­τι­έ­ται ξύ­πνια. «Ἔ­λα ἡ­λιά­κο!» ἔ­λε­γε καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τρα­βή­ξω ὣς πέ­ρα τὶς κουρ­τί­νες. «Στὴ μαύ­ρη γῆς» πρό­σθε­τε «θὰ κοι­μό­μα­στε συ­νέ­χεια. Ἀ­λὶ σ’ ἐ­μᾶς!…» Κι ἔ­τσι ὅ­πως κα­θό­ταν ἀ­να­κλα­δι­στή, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη της στὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ συ­νά­ζον­τας μ’ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὶς ζε­στὲς ἡ­λι­α­χτί­δες, μουρ­μού­ρι­ζε θυ­μό­σο­φα αὐ­το­σχέ­δια στι­χά­κια ποὺ σκά­ρω­νε ἢ στή­ρι­ζε τὸ χέ­ρι στὸ πη­γού­νι της καὶ κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι της στο­χα­στι­κά.

       Τὸ βρά­δυ ἔ­και­γε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ συ­χνὰ ση­κω­νό­ταν νὰ κό­ψει βόλ­τες —κά­νει κα­λὸ στὴ χώ­νε­ψη, ἔ­λε­γε— στὸ δω­μά­τιό της ἤ ἔ­ξω στὸ δι­ά­δρο­μο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ξε­χνοῦ­σε ἀ­ναμ­μέ­νο καὶ τὸ ἔ­σβη­να ἐ­γώ. Τὴν ἔ­παιρ­νε γλυ­κὰ ὁ ὕ­πνος, συ­νή­θως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή της, καὶ τό­τε, σκύ­βον­τας πά­νω της, ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σα προ­κα­τα­βο­λι­κὰ τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς νε­κρι­κῆς της μά­σκας: Μά­γου­λα ρου­φηγ­μέ­να, μά­τια βα­θου­λω­μέ­να στὶς κό­χες τους, μι­σά­νοι­χτο στό­μα καὶ πέν­θι­μα, μπλα­βι­σμέ­να χεί­λη.

       Οἱ νοι­κά­ρη­δες δὲν ξα­να­φά­νη­καν, ὅ­μως ἡ για­γιά μᾶς ἀ­νήγ­γει­λε ἕ­να πρω­ι­νὸ πὼς βρί­σκον­ταν πά­λι ἐ­κεῖ (ἔ­δει­ξε ἀ­ό­ρι­στα μὲ τὸ δά­χτυ­λό της ψη­λά, στὸν πά­νω ὄ­ρο­φο), για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γε, λέ­ει, νὰ τρα­γου­δᾶ­νε δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα. Δὲν τοὺς ἀ­κοῦ­τε κι ἐ­σεῖς; Μᾶς ρώ­τη­σε δι­στα­κτι­κά, μ’ ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο. Ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ φο­βό­ταν ὁ πα­τέ­ρας, για­τί τὸν εἶ­δα συν­νε­φι­α­σμέ­νο νὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Στὸ τέ­λος ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει κι ἐ­κεί­νη «μα­ζί τους» δι­ά­φο­ρα τρα­γού­δια τοῦ και­ροῦ της κι αὐ­τὸ κρά­τη­σε μιὰ ἑ­βδο­μά­δα. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, —λί­γο πρὶν σι­γή­σει βρα­χνὴ καὶ κου­ρα­σμέ­νη ἡ φω­νή της καὶ βυ­θι­στεῖ σὲ κῶ­μα—, προ­φα­νῶς δι­κῆς της πά­λι ἐ­πι­νό­η­σης, μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ Χά­ρο, ποὺ γύ­ρευ­ε, λέ­ει, νὰ τὴν κλέ­ψει, —νὰ τὴν πά­ει στὸ Πα­ρί­σι καὶ νὰ τὴν γα­μή­σει!.., ταί­ρια­ξε τὴ ρί­μα— κι ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ τέ­τοι­α τρυ­φε­ρὰ αἰ­σχρό­λο­γα, ὥ­στε ὁ πα­τέ­ρας, πα­νι­κό­βλη­τος, δι­έ­τα­ξε ἀ­μέ­σως νὰ κλεί­σου­με ἑρ­μη­τι­κὰ πόρ­τες καὶ  πα­ρά­θυ­ρα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: