Τάσος Ψάρρης: Ἡ διαδρομή

.

Psarris,Tasos-IDiadromi-Eikona-04.

.

Τά­σος Ψάρ­ρης

 

Ἡ δι­α­δρο­μή

.

04-HttaΜΥΤΗ ΤΗΣ εἶ­χε γί­νει ἕ­να μὲ τὸ τζά­μι. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο βού­ι­ζε. Εἶ­δε τὴ λί­μνη μὲ τὶς ἰ­τι­ὲς νὰ περ­νά­ει τρέ­χον­τας. Ἐ­κεῖ ἔ­κα­νε βαρ­κά­δα μὲ τὸν ἀ­δερ­φό της τὰ κα­λο­καί­ρια. Εἶ­χαν φτιά­ξει μιὰ αὐ­το­σχέ­δια βάρ­κα μὲ μιὰ πόρ­τα καὶ γιὰ κου­πιὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν δυ­ὸ σκου­πό­ξυ­λα. Τί ξύ­λο εἶ­χε φά­ει ἀ­πὸ τὴ μά­να της! Ἀ­κό­μα πο­νοῦ­σαν τὰ μά­γου­λά της! Τώ­ρα ἡ λί­μνη ἦ­ταν πα­γω­μέ­νη. Κά­ποι­α ζῶ­α πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὴν κρυ­σταλ­λω­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια μυ­ρί­ζον­τας τὸν πά­γο. Ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­αν ὅ­τι μπο­ροῦ­σαν νὰ περ­πα­τᾶ­νε πά­νω στὸ νε­ρό, ἢ νὰ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χαν κά­νει λά­θος, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἡ λί­μνη ποὺ ἤ­ξε­ραν. Ἕ­να ζαρ­κά­δι μὲ ἀ­ση­μέ­νιο τρί­χω­μα πέ­ρα­σε τεν­τώ­νον­τας τὸν λαι­μό. Ἂν δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρη ὅ­τι τὴν γε­λοῦ­σαν τὰ μά­τια της, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι τὸ εἶ­δε νὰ τὴν στρα­βο­κοι­τά­ζει. Χα­μο­γέ­λα­σε. Μιὰ συ­στοι­χί­α ἀ­πὸ κυ­πα­ρίσ­σια. Χω­ρά­φια καὶ ἀμ­πέ­λια, ἄ­σπρα, ἄ­σπρα, νε­κρά. Ἴ­χνος καλ­λι­έρ­γειας. Μιὰ μάν­τρα μὲ συρ­μα­τό­πλεγ­μα μή­κους ὁ­λό­κλη­ρων χι­λι­ο­μέ­τρων. Τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε πα­λιά. Καὶ ἡ μάν­τρα πα­λιὰ ἦ­ταν φρά­χτης. Τί εἶ­χε συμ­βεῖ; Τὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ δά­σκα­λος θὰ ἤ­ξε­ρε σί­γου­ρα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σει. Ὁ δά­σκα­λος ἤ­ξε­ρε νὰ ἀ­παν­τά­ει σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­ρω­τή­σεις. Ψη­λός, ἀ­δύ­να­τος, μὲ τε­τρά­γω­νους ὤ­μους. Καὶ νέ­ος, πο­λὺ νέ­ος, ὅ­λοι τὸν περ­νοῦ­σαν γιὰ μα­θη­τή. Μή­πως ἦ­ταν λι­γά­κι τσιμ­πη­μέ­νη μα­ζί του; Ἔ­κα­νε μιὰ γκρι­μά­τσα ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας. Σί­γα μὴν ἤ­ξε­ρε τό­τε ἀ­πὸ ἔ­ρω­τες. Ἡ μη­χα­νὴ μούγ­κρι­ζε κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια της. Οἱ ρό­δες σφύ­ρι­ζαν. Κά­ποι­οι σκαν­τζό­χοι­ροι ἔ­παι­ζαν στὸ χι­ό­νι. Με­ρι­κὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα ποὺ ὁ χι­ο­νιὰς δὲν μπῆ­κε στὸν κό­πο νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί τους. Ἔ­τρι­ψε τὶς πα­λά­μες της. Τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν πρη­στεῖ. Ἄρ­χι­σε νὰ κρυ­ώ­νει. Τὰ πρῶ­τα σπί­τια. Τὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν κόκ­κι­νη ταμ­πέ­λα. Χαρ­τζι­λί­κι καὶ σο­κο­λά­τες. Τὰ παν­τζού­ρια ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα. Ἡ πλα­τεί­α μὲ τὴ μαρ­μά­ρι­νη κρή­νη. Κά­ποι­α ση­μαιά­κια μὲ τὸ ἐ­θνό­ση­μο ἀ­κό­μα κρε­μα­σμέ­να. Τὸ κου­ρεῖ­ο. Τὸ παν­το­πω­λεῖ­ο μὲ τὸν με­γά­λο ἀ­νε­μι­στή­ρα. Ὅ­λα κλει­στά. Ἐ­ρη­μιὰ στὸ χω­ριό, οὔ­τε ἕ­νας γνω­στός.

Γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ἄλ­λη. Ἡ θέ­ση τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν κε­νή.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Δη­μο­σί­ευ­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μαῦ­ρο (Mo­men­tum, Ἀ­θή­να, 2012). Γιὰ τὸ Ἱστολόγιο «Ἱστορίες Μπονζάι» ἐπιμελήθηκε τὸ ἀφιέρωμα στὸν Ἰσπανὸ πεζογράφο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: