Ντέιβ Ἔγκερς (Dave Eggers): Σχετικὰ μὲ τὸν ἄνδρα ποὺ ἄρχισε νὰ πετάει ὅταν τὴν γνώρισε

 

EggersDave-SchetikameTonAntra...-Eikona-03

 

Ντέ­ιβ Ἔγ­κερς (Dave Eggers)

 

Σχε­τι­κὰ μὲ τὸν ἄν­δρα ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ πε­τά­ει

ὅ­ταν τὴν γνώ­ρι­σε

 

(About The Man Who Began Flying After Meeting Her)

 

O-Omikron-SomataΤΑΝ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΕ καὶ ἄ­ρε­σε τό­σο πο­λὺ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, ἦ­ταν σὰν νὰ ἄ­κου­γε τὰ πάν­τα πιὸ κα­θα­ρὰ ἀ­πὸ πρίν, σὰν νά ’­βλε­πε πιὸ ἔν­το­νες τὶς γραμ­μὲς τοῦ κό­σμου γύ­ρω του. Συ­νε­χῶς ἦ­ταν σὲ ἐ­γρή­γορ­ση, ἔ­νι­ω­θε ἐ­ξυ­πνό­τε­ρος, σκε­φτό­ταν ὅ­λο και­νού­ρια πράγ­μα­τα γιὰ νὰ κά­νει στὸν ἐ­λεύ­θε­ρό του χρό­νο. Συλ­λο­γι­ζό­ταν δρα­στη­ρι­ό­τη­τες οἱ ὁ­ποῖ­ες νω­ρί­τε­ρα μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­μυ­δρὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες, μὰ τώ­ρα ἔ­μοια­ζαν νὰ ἐ­πεί­γουν, καὶ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­πρε­πε, ἐν­νο­εῖ­ται αὐ­τό, νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει μὲ τὴ νέ­α του σύν­τρο­φο. Ἤ­θε­λε νὰ πε­τά­ξει μα­ζί της μέ­σα σὲ κεῖ­νες τὶς ἐ­λα­φρι­ὲς ἱ­πτά­με­νες κα­τα­σκευ­ές. Πάν­το­τε τὸν ἕλ­κυ­αν τὰ ἀ­νε­μό­πτε­ρα καὶ τὰ αἰ­ω­ρό­πτε­ρα, τὰ ἀ­λε­ξί­πτω­τα καὶ τὰ ἀ­νε­μο­πλά­να, καὶ πί­στευ­ε πὼς τώ­ρα αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν μιὰ πλευ­ρὰ τῆς νέ­ας τους ζω­ῆς μα­ζί: θὰ ἦ­ταν τὸ ζευ­γά­ρι ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα καὶ δι­α­κο­πές, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, μέ­σα σὲ μι­κρὰ ἀ­ε­ρο­σκά­φη. Θὰ μά­θαι­ναν τὴν ὁ­ρο­λο­γί­α· θὰ γρά­φον­ταν μέ­λη σὲ λέ­σχες. Καὶ θὰ εἶ­χαν καὶ κά­ποι­ου εἴ­δους μπαγ­κα­ζι­έ­ρα, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σαν ἕ­να με­γά­λο βὰν ἴ­σως, ὅ­που θὰ ἔμ­παι­ναν οἱ νέ­ες μη­χα­νὲς αὐ­τὲς μὲ τὰ εὐ­λύ­γι­στα, λε­πτὰ φτε­ρά τους δι­πλω­μέ­να, καὶ ἔ­τσι θὰ πή­γαι­ναν σὲ νέ­α μέ­ρη, γιὰ νὰ τὰ δοῦ­νε ἀ­πὸ ψη­λά. Τὸ εἶ­δος τῶν πτή­σε­ων ποὺ τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε ἦ­ταν κον­τὰ στὸ ἔ­δα­φος – λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ 300 μέ­τρα πά­νω ἀ­πὸ τὴν γῆ. Ἤ­θε­λε νὰ βλέ­πει τὰ πάν­τα νὰ κι­νοῦν­ται κά­τω του γορ­γά, ἤ­θε­λε νὰ μπο­ρεῖ νὰ χαι­ρε­τᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεῖ κά­τω, νὰ βλέ­πει νε­ρο­βού­βα­λους νὰ καλ­πά­ζουν, νὰ με­τρᾶ δελ­φί­νια κα­θὼς ἐ­κεῖ­να γλι­στροῦ­σαν πλά­ι στὶς ἀ­κτές. Καὶ ἤλ­πι­ζε πὼς τέ­τοι­ου εἴ­δους πτή­σεις θὰ τὶς ἤ­θε­λε κι ἐ­κεί­νη. Ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε τό­σο πο­λὺ στὴν ἰ­δέ­α αὐ­τή, ποὺ ἕ­νω­νε μιὰ ζω­ὴ τέ­τοι­α, καὶ τὶς πτή­σεις, καὶ μα­ζὶ ἐ­κεί­νη, ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε τί θά ’­κα­νε ἂν δὲν γί­νον­ταν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τό. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πε­τά­ει μό­νος του, ἔ­τσι. Ἂν ὄ­χι μα­ζί της, τό­τε κα­λύ­τε­ρα κα­θό­λου. Ἀλ­λὰ ἂν τῆς ζη­τοῦ­σε νὰ πε­τά­ξει μα­ζί του καὶ ἐ­κεί­νη δί­στα­ζε ἢ δὲν ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν ἀρ­κε­τά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μα­ζί της; Θὰ μπο­ροῦ­σε; Ἀ­πο­φα­σί­ζει πὼς ὄ­χι. Ἂν λοι­πὸν δὲν τὸν συ­νό­δευ­ε μέ­σα στὸ βὰν —ὅ­που τα φτε­ρὰ θὰ τὰ εἶ­χαν δι­πλώ­σει μὲ προ­σο­χὴ πο­λύ— τό­τε αὐ­τὸς ὄ­φει­λε νὰ φύ­γει, νὰ χα­μο­γε­λά­σει καὶ νὰ φύ­γει· καὶ με­τὰ θὰ ψά­ξει καὶ πά­λι. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν καὶ ἂν ἔ­βρι­σκε μιὰ σύν­τρο­φο ἄλ­λη, ἀ­πὸ τώ­ρα τό ’­ξέ­ρε πὼς τὰ σχέ­διά του δὲν θὰ ἔ­χουν νὰ κά­νου­νε μὲ πτή­σεις. Θὰ εἶ­ναι ἄλ­λα σχέ­δια, γιὰ ἕ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο, για­τί ἂν εἶ­ναι νὰ πε­τά­ξει στὴ γῆ τό­σο κον­τά, θὰ εἶ­ναι μό­νο μα­ζί της.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: http://www.guardian.co.uk/books/2004/mar/27/fiction.shortshortstories?INTCMP=SRCH

 

Ντέ­ιβ Ἔγ­κερς (DaveEggers) (Βοστώνη, ΗΠΑ, 1970). Σύγ­χρο­νος ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἔ­γι­νε πρῶ­τα γνω­στὸς μὲ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ βι­βλί­ο A Staggering Work of Heartbreaking Genius (2000). Ἀ­κο­λού­θη­σαν ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα ὅ­πως τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα You Shall Know Our Velocity (2002) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των How We Are Hungry (2004), ἐ­νῶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ Ὅ­ταν Σκο­τεί­νια­σε ὁ Οὐ­ρα­νὸς (2009· What is the What, 2006) καὶ Τὰ ἀ­γρί­μια (Τό­πος, 2011· The Wild Things, 2009). Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βα­σί­ζε­ται στὸ κλα­σι­κὸ παι­δι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα τοῦ Maurice Sendak, Where the Wild Things Are (1963) καὶ συ­νο­δεύ­ει τὸ σε­νά­ριο τῆς ὁ­μώ­νυ­μης ται­νί­ας ποὺ συ­νέ­γρα­ψε μὲ τὸν σκη­νο­θέ­τη Spike Jonze. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἔγ­κερς συ­χνὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νά­με­σα στὴ μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὶς (αὐ­το)βι­ο­γρα­φι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις. Ὁ ἴ­διος δι­α­κρί­νε­ται ἐ­πί­σης γιὰ τὸ ἐκ­δο­τι­κὸ καὶ κοι­νω­νι­κό του ἔρ­γο: ἔ­χει ἱ­δρύ­σει τὸν οἶ­κο McSweeney’s μὲ ἕ­δρα το Σὰν Φραν­σί­σκο (ὅ­που ἐκ­δί­δει ἀ­νά­με­σα σὲ ἄλ­λους τὸν Χα­βι­ὲρ Μα­ρί­ας, τὸν Μι­σὲλ Οὐ­ελ­μπὲκ καὶ τὸν Νὶκ Χόρν­μπι, τὸ τρι­μη­νια­ῖο πε­ρι­ο­δι­κὸ McSweeney’s Quarterly Concern ἀλ­λὰ καὶ τὸ μη­νια­ῖο The Believer), ἐ­νῶ δη­μι­ούρ­γη­μά του εἶ­ναι καὶ τὸ 826 Valencia, ἕ­να μὴ κερ­δο­σκο­πι­κὸ κέν­τρο ἐ­πι­μόρ­φω­σης, στὸ ὁ­ποῖ­ο μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἐ­θε­λον­τὲς δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά, λο­γο­τε­χνί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ σὲ παι­διά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Πα­σχά­λης Νι­κο­λά­ου (Ἀ­λε­ξαν­δρού­πο­λη, 1979). Δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου East Anglia μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Ὠ­νά­ση, καὶ δι­δά­σκων στὸ Τμῆ­μα Ξέ­νων Γλωσ­σῶν, Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας τοῦ Ἰ­ο­νί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Ἄρ­θρα, βι­βλι­ο­κρι­τι­κές, ποι­ή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις Ἑλ­λή­νων καὶ Ἀγ­γλό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἔ­χει συ­νε­πι­με­λη­θεῖ τὸν συλ­λο­γι­κὸ τό­μο Translating Selves: Experience and Identity between Languages and Literatures (Continuum, 2008) κα­θὼς καὶ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ποι­η­μά­των τοῦ Νά­σου Βα­γε­νᾶ στὰ ἀγ­γλι­κὰ (The Perfect Order: Selected Poems 1974-2010, Anvil Press· στὴ μι­κρὴ λί­στα γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Criticos).

 

Διαφημίσεις

Τάσος Καλούτσας: Τὰ κιούπια μὲ τὶς ἐλιές

.

Kaloutsas,Tasos-TaKioupiaMeTisElies-Eikones-02

 

Τά­σος Κα­λούτ­σας

Τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ές

 

02-PiΡΙΝ ΑΚΟΜΑ με­τα­κο­μί­σουν οἱ θο­ρυ­βώ­δεις ἔ­νοι­κοι τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου, ἡ για­γιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὰ πλα­στι­κὰ πα­γού­ρια μὲ τὶς ἐ­λι­ές. Κα­τέ­βη­κε δυ­ὸ-τρί­α σκα­λο­πά­τια πρὸς τὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ τὴν εἶ­δα νὰ στα­μα­τά­ει στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, φα­νε­ρὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στη. Κα­θὼς τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σα νὰ στέ­κε­ται δι­στα­κτι­κή, ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί θὰ μπο­ροῦ­σε τά­χα νὰ ψυ­χα­νε­μί­ζε­ται, μὲ τὸ χέ­ρι της ἀ­νά­ε­ρο πά­νω ἀ­π’ τὰ δο­χεῖ­α, τὸ κε­φά­λι της γε­μά­το ἤ­χους πα­ρά­ξε­νους, με­γε­θυ­σμέ­νους, ὅ­πως σ’ ἕ­να δω­μά­τιο, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­χουν ἀ­φαι­ρε­θεῖ ὅ­λα τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κι ὁ ἀν­τί­λαλός του σὲ τρο­μά­ζει. Κι ὕ­στε­ρα πά­λι τὸ τυ­φλὸ ψη­λά­φη­μα, τοῖ­χο-τοῖ­χο, τὸ ἀρ­γὸ σύρ­σι­μο τῶν πο­δι­ῶν της στὸ ὑ­γρὸ δά­πε­δο, ἕ­νας κό­σμος πα­λιὸς καὶ μου­χλι­α­σμέ­νος, κι ἐ­κεί­νη, μαυ­ρο­φo­ρε­μέ­νη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σε τὰ ἀ­με­τά­κλη­τα βή­μα­τα τοῦ πε­πρω­μέ­νου της,  μὲ στεί­ρα προ­ο­πτι­κή.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες, οἱ νοι­κά­ρη­δες ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ὁ­ρι­στι­κά. Ἡ για­γιὰ ποὺ ἄλ­λο­τε πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε σι­ω­πη­λὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ­τι­δή­πο­τε συ­νέ­βαι­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τῆς αὐ­λό­πορ­τας, ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὸ πό­στο της, κο­κα­λω­μέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ κοι­τά­ζον­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῆς κου­ζί­νας. Ἡ μη­τέ­ρα ἐ­κεῖ ἀ­ρά­δια­ζε στὸ ρά­φι τὰ πι­α­τι­κὰ κι ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­τέ­νι­ζε ὁ­λο­έ­να πιὸ ἀ­πό­μα­κρη, ἀρ­γο­σα­λεύ­ον­τας τὸ κε­φά­λι. Ἔ­τσι δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση τοὺς ἀ­λέ­γρους νε­α­ροὺς ποὺ ξε­γλί­στρη­σαν μὲ τὶς βα­λί­τσες τους, παίρ­νον­τας μα­ζί τους καὶ τὴν ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νέ­ων ἀ­νε­ξή­γη­των θο­ρύ­βων.

       Ἡ για­γιὰ ἔ­λε­γε: Τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ές… Καὶ θαρ­ρεῖς, στὴ φω­νὴ της θρό­ι­ζε θα­λε­ρὸς ὁ γκρι­ζο­πρά­σι­νος ἐ­λαι­ώ­νας τοῦ πα­ρελ­θόν­τος της. Στὸν καρ­πε­ρὸ θεσ­σα­λι­κὸ κάμ­πο ὅ­που ζοῦ­σε πα­λιὰ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σὲ τέ­τοι­α πή­λι­να δο­χεῖ­α ξε­πί­κρι­ζαν ἢ συν­τη­ροῦ­σαν στὴν ἅλ­μη τὶς ἐ­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ κτῆ­μα τους καὶ φύ­λα­γαν τὸ λά­δι τους, στὶς ἀ­πο­θῆ­κες. Κι ἦ­ταν τό­τε, τῆς ξέ­φυ­γε μιά μέ­ρα, ποὺ τὴν ἔ­βα­λε στὸ μά­τι ὁ λή­σταρ­χος Γι­αγ­κού­λας ἀ­πό ’­να ξά­γναν­το ψη­λὰ —αὐ­τὴ κο­πέ­λα δρο­σε­ρὴ καὶ ρο­δο­μά­γου­λη, νὰ σέρ­νει τὸ χο­ρό!—, καὶ τσου­ρου­φλί­στη­κε ἡ καρ­διά του. «Δὲν ἤ­ξε­ρα πὼς ἔ­χε­τε τὰ κι­ού­πια μὲ τὶς ἐ­λι­ὲς στὸ ὑ­πό­γει­ο!» ψελ­λί­ζει τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή της. Κι ὁ πα­τέ­ρας, ἔ­ξω φρε­νῶν: «Θὲς νὰ τσα­κι­στεῖς, μω­ρὲ μη­τέ­ρα, καὶ κα­τε­βαί­νεις ἐ­κεῖ κά­τω; Εἶ­ναι πράγ­μα­τα γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α σου, αὐ­τά;» Κι ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ νὰ κλει­δω­θεῖ ἡ πόρ­τα πρὸς τὸ ὑ­πό­γειο, μπὰς καὶ τῆς κο­πεῖ λι­γά­κι τὸ χού­ι νὰ τρι­γυρ­νά­ει πέ­ρα-δῶ­θε καὶ  νὰ χώ­νε­ται ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὴν σπέρ­νουν.

       Τὴν λυ­πό­μου­να. Τὶς νύ­χτες τύ­χαι­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ τρυ­πώ­σω κλε­φτὰ στὸ δω­μά­τιό της γιὰ νὰ πά­ρω κά­ποι­ο ξε­χα­σμέ­νο βι­βλί­ο ἢ τε­τρά­διο. Ἠ­χη­ρὸ ρο­χα­λη­τὸ ποὺ ξαφ­νι­κὰ τὸ δι­έ­κο­πτε ἕ­νας βα­θὺς ἀ­να­σα­σμός. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἕ­να ξε­φύ­ση­μα με­ρι­κῶν δευ­τε­ρο­λέ­πτων καὶ με­τὰ ξα­νὰ δυ­νά­μω­νε τὸ ρο­χα­λη­τό. Τὴν ἡ­μέ­ρα τό ‘θε­λε πο­λὺ νὰ κρα­τι­έ­ται ξύ­πνια. «Ἔ­λα ἡ­λιά­κο!» ἔ­λε­γε καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τρα­βή­ξω ὣς πέ­ρα τὶς κουρ­τί­νες. «Στὴ μαύ­ρη γῆς» πρό­σθε­τε «θὰ κοι­μό­μα­στε συ­νέ­χεια. Ἀ­λὶ σ’ ἐ­μᾶς!…» Κι ἔ­τσι ὅ­πως κα­θό­ταν ἀ­να­κλα­δι­στή, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη της στὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ συ­νά­ζον­τας μ’ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὶς ζε­στὲς ἡ­λι­α­χτί­δες, μουρ­μού­ρι­ζε θυ­μό­σο­φα αὐ­το­σχέ­δια στι­χά­κια ποὺ σκά­ρω­νε ἢ στή­ρι­ζε τὸ χέ­ρι στὸ πη­γού­νι της καὶ κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι της στο­χα­στι­κά.

       Τὸ βρά­δυ ἔ­και­γε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ συ­χνὰ ση­κω­νό­ταν νὰ κό­ψει βόλ­τες —κά­νει κα­λὸ στὴ χώ­νε­ψη, ἔ­λε­γε— στὸ δω­μά­τιό της ἤ ἔ­ξω στὸ δι­ά­δρο­μο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ξε­χνοῦ­σε ἀ­ναμ­μέ­νο καὶ τὸ ἔ­σβη­να ἐ­γώ. Τὴν ἔ­παιρ­νε γλυ­κὰ ὁ ὕ­πνος, συ­νή­θως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή της, καὶ τό­τε, σκύ­βον­τας πά­νω της, ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σα προ­κα­τα­βο­λι­κὰ τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς νε­κρι­κῆς της μά­σκας: Μά­γου­λα ρου­φηγ­μέ­να, μά­τια βα­θου­λω­μέ­να στὶς κό­χες τους, μι­σά­νοι­χτο στό­μα καὶ πέν­θι­μα, μπλα­βι­σμέ­να χεί­λη.

       Οἱ νοι­κά­ρη­δες δὲν ξα­να­φά­νη­καν, ὅ­μως ἡ για­γιά μᾶς ἀ­νήγ­γει­λε ἕ­να πρω­ι­νὸ πὼς βρί­σκον­ταν πά­λι ἐ­κεῖ (ἔ­δει­ξε ἀ­ό­ρι­στα μὲ τὸ δά­χτυ­λό της ψη­λά, στὸν πά­νω ὄ­ρο­φο), για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γε, λέ­ει, νὰ τρα­γου­δᾶ­νε δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα. Δὲν τοὺς ἀ­κοῦ­τε κι ἐ­σεῖς; Μᾶς ρώ­τη­σε δι­στα­κτι­κά, μ’ ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο. Ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ φο­βό­ταν ὁ πα­τέ­ρας, για­τί τὸν εἶ­δα συν­νε­φι­α­σμέ­νο νὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Στὸ τέ­λος ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει κι ἐ­κεί­νη «μα­ζί τους» δι­ά­φο­ρα τρα­γού­δια τοῦ και­ροῦ της κι αὐ­τὸ κρά­τη­σε μιὰ ἑ­βδο­μά­δα. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, —λί­γο πρὶν σι­γή­σει βρα­χνὴ καὶ κου­ρα­σμέ­νη ἡ φω­νή της καὶ βυ­θι­στεῖ σὲ κῶ­μα—, προ­φα­νῶς δι­κῆς της πά­λι ἐ­πι­νό­η­σης, μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ Χά­ρο, ποὺ γύ­ρευ­ε, λέ­ει, νὰ τὴν κλέ­ψει, —νὰ τὴν πά­ει στὸ Πα­ρί­σι καὶ νὰ τὴν γα­μή­σει!.., ταί­ρια­ξε τὴ ρί­μα— κι ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ τέ­τοι­α τρυ­φε­ρὰ αἰ­σχρό­λο­γα, ὥ­στε ὁ πα­τέ­ρας, πα­νι­κό­βλη­τος, δι­έ­τα­ξε ἀ­μέ­σως νὰ κλεί­σου­με ἑρ­μη­τι­κὰ πόρ­τες καὶ  πα­ρά­θυ­ρα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Φαμπιὰν Βίκε (Fabian Vique): Ἡ ποίηση δὲν συγκινεῖ πλέον

 

Vique,Fabian-IPoiisiDenSygkineiPleon-04

 

Φαμ­πιὰν Βί­κε (FabianVique)

 

Ἡ ποί­η­ση δὲν συγ­κι­νεῖ πλέ­ον

(A poesia ya no conmueve)

 

01-GammaΙΑ ΝΑ ΣΑΓΗΝΕΥΣΕΙ τὸ κο­ρί­τσι οἱ-κό­ρες-τῶν-μα­τι­ῶν-σου-εἶ­ναι-γα­λά­ζι­ες, θέ­λη­σε νὰ γρά­ψει τοὺς πιὸ θλιμ­μέ­νους στί­χους ἀ­πό­ψε. Ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε, εἶ­χε ὑ­περ­βο­λι­κὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ πρό­σω­πό του ὁ­λό­κλη­ρο, ὣς καὶ ἡ ἴ­δια του ἡ πέ­να, χα­μο­γε­λοῦ­σαν ἀ­νό­η­τα. Τοῦ βγῆ­κε λοι­πὸν ἕ­να ἄ­θλιο στι­χούρ­γη­μα, ἀ­νά­ξιο λό­γου, ποὺ τὸ κο­ρί­τσι, εὐ­τυ­χῶς, οὔ­τε κὰν δι­ά­βα­σε πο­τέ, για­τί ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα βγῆ­κε μ’ ἕ­ναν οἰ­κο­νο­μο­λό­γο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: http://Minificciones.com.ar 

 

Φαμ­πιὰν Βί­κε (FabianVique) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, 1966). Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συλ­λο­γὲς μὲ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς Ὀ­δησ­σοῦ (Μι­κρὴ Ἄρ­κτος, Ἀ­­θή­­να, 2012).

 

Καίτη Βασιλάκου: Games

.

Basilakou,Kaiti-Games-Eikona-01

.

Καίτη Βασιλάκου

.

Games

.

   

      — Ἀ­ρι­μάν, εἶ­σαι γιὰ ἕ­να παι­χνί­δι; ρω­τᾶ ὁ Ἀ­τάρ.

      — Εἶ­μαι, ἀ­παν­τᾶ ὁ Ἀ­ρι­μάν. Ποι­ός θὰ κά­νει τὸν κα­κό;

      — Ἐ­γώ. Πά­τα τὸ start.

      Ὁ Ἀ­ρι­μὰν πα­τᾶ τὸ start καὶ στὴν ὀ­θό­νη ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ τό­πος τῶν μο­νο­μα­χι­ῶν τους, ἕ­νας γα­λά­ζιος πλα­νή­της ποὺ πε­ρι­στρέ­φε­ται ἀρ­γὰ πε­ρὶ τὸν ἑ­αυ­τό του.

      — Πᾶ­με Ἀ­φρι­κή;

      — Μπά, βα­ρέ­θη­κα μ’ αὐ­τὴ τὴν Ἀ­φρι­κή. Πᾶ­με κα­λύ­τε­ρα Ἀ­σί­α.

      Ὁ Ἀ­ρι­μάν πλη­κτρο­λο­γεῖ μὲ τα­χύ­τη­τα.

      — Μια­νμάρ;

      — Πά­λι πλημ­μύ­ρες;

      — Τί θέ­λεις τό­τε;

      — Γιὰ κοί­τα στὴ θά­λασ­σα γιὰ κα­νέ­να πλοῖ­ο.

      — Κά­τι βλέ­πω στὸν κόλ­πο τῆς Βεγ­γά­λης.

      — Φέ­ρε το πιὸ κον­τά.

      Στὴν ὀ­θό­νη δι­α­κρί­νε­ται ἕ­να μι­κρὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ πλοῖ­ο ποὺ πλέ­ει ἀ­μέ­ρι­μνο στὴ θά­λασ­σα. Ὁ Ἀ­τὰρ καὶ ὁ Ἀ­ρι­μάν κοι­τά­ζον­ται πο­νη­ρά.

      — Ἕ­τοι­μος;

      — Ἕτοι­μος.

      — Πᾶ­με!

      — Βά­ζω φω­τιὰ στὶς μη­χα­νές, λέ­ει ὁ Ἀ­τὰρ καὶ πλη­κτρο­λο­γεῖ.

      Τὸ κα­ρά­βι τυ­λί­γε­ται στὶς φλό­γες καὶ κά­ποι­οι ἄν­θρω­ποι τρέ­χουν πά­νω-κά­τω σὲ κα­τά­στα­ση πα­νι­κοῦ.

      — Ρί­χνω τὶς βάρ­κες στὴ θά­λασ­σα, λέ­ει ὁ Ἀ­ρι­μάν καὶ πλη­κτρο­λο­γεῖ.

      — Πέ­φτουν ἀ­νά­πο­δα στὸ νε­ρό, ἀν­τι­κρού­ει ὁ Ἀ­τάρ.

      — Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μί­α.

      Οἱ βάρ­κες πέ­φτουν ἀ­νά­πο­δα στὴ θά­λασ­σα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὴν ποὺ πρό­λα­βε νὰ σώ­σει ὁ Ἀ­ρι­μάν.

      — Ρί­χνω τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴ θά­λασ­σα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα, λέ­ει ὁ Ἀ­τάρ.

      Οἱ ναυα­γοὶ σκορ­πί­ζον­ται στὴ θά­λασ­σα οὐρ­λι­ά­ζον­τας ἀ­πελ­πι­σμέ­να.

      — Σώ­ζω ἕ­ναν, ἀν­τε­πι­τί­θε­ται ὁ Ἀ­ρι­μάν.

      Ἕ­νας νε­α­ρὸς ἄν­δρας πλη­σιά­ζει κο­λυμ­πών­τας τὴ βάρ­κα κι ἀ­νε­βαί­νει μὲ κό­πο ἐ­πά­νω.

      — Ἔκ­πλη­ξη! φω­νά­ζει ὁ Ἀ­τὰρ καὶ πλη­κτρο­λο­γεῖ.

      Πά­νω στὴ βάρ­κα βρί­σκε­ται ἤ­δη κά­ποι­ος ἄλ­λος: μιὰ μι­κρὴ λευ­κὴ τί­γρη τῆς Βεγ­γά­λης. Ὁ Ἀ­ρι­μάν στα­μα­τᾶ τὸ παι­χνί­δι θυ­μω­μέ­νος.

      — Κλέ­βεις! Τί δου­λειὰ ἔ­χει αὐ­τὸ τὸ θη­ρί­ο στὴ ναυ­α­γο­σω­στι­κὴ λέμ­βο;

      — Δὲν κλέ­βω κα­θό­λου. Χρη­σι­μο­ποί­η­σα τὸν ἀ­πρό­βλε­πτο πα­ρά­γον­τα.

      — Πές μου τί δου­λειὰ ἒ­χει αὐ­τὴ ἡ τί­γρη μέ­σα στὴ βάρ­κα!

      — Θὰ σοῦ ἐ­ξη­γή­σω ἀ­μέ­σως τὸ τι­γρά­κι τὸ πή­γαι­ναν σ’ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο οἰ­κο­λό­γων στὴ Σρὶ Λάν­κα. Αὐ­τὸς ποὺ τὸ συ­νό­δευ­ε, πρό­λα­βε νὰ τὸ βγά­λει ἀ­πὸ τὸ κλου­βὶ του καὶ νὰ τὸ πε­τά­ξει στὴ βάρ­κα. Ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος πνί­γη­κε. Τί θὰ κά­νεις τώ­ρα;

      Ὁ Ἀ­ρι­μὰν στέ­κε­ται ἀ­μή­χα­νος πά­νω ἀ­πὸ τὰ πλῆ­κρα του.

      — Βιά­σου, τοῦ λέ­ει ὁ Ἀ­τὰρ. Τὸ ζῶ­ο εἶ­ναι τρο­μαγ­μέ­νο καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

      — Δι­καί­ω­μα, λέ­ει ὁ Ἀ­ρι­μάν. Θέ­λω πί­στω­ση χρό­νου.

      — Σοῦ δί­νω ἕ­να λε­πτό. Με­τὰ ἡ τί­γρη θὰ ἐ­πι­τε­θεῖ στὸν ἄν­δρα.

      Ὁ Ἀ­ρι­μὰν σκέ­φτε­ται λί­γο, ἔ­πει­τα πλη­κτρο­λο­γεῖ βι­α­στι­κά.

.

     Με­ρι­κὲς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ἕ­να πα­ρα­πλέ­ον πλοῖ­ο ποὺ εἶ­χε εἰ­δο­ποι­η­θεῖ γιὰ τὸ ναυά­γιο, ἐν­το­πί­ζει τὴ βάρ­κα μὲ τὴ λευ­κὴ τί­γρη τῆς Βεγ­γά­λης.

     Στὸ νε­ρό, δί­πλα στὴ βάρ­κα, κο­λυμ­πᾶ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος ἕ­νας ναυα­γὸς μὲ κα­τα­ξε­σκι­σμέ­να τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ ζώ­ου. Ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α ποὺ ἔ­κα­νε στὴ συ­νέ­χεια τὶς ἔ­ρευ­νες, δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­νι­χνεύ­σει τὴν αἰ­τί­α τῆς φω­τιᾶς στὸ πλοῖ­ο. Μυ­στή­ριο ἐ­πί­σης πα­ρέ­μει­νε πῶς ἔ­πε­σαν ἀ­νά­πο­δα ὅ­λες οἱ ναυ­α­γο­σω­στι­κὲς λέμ­βοι πλὴν μιᾶς. Ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν, πνί­γη­καν ὅ­λοι οἱ ἐ­πι­βαί­νον­τες, ἐ­νῶ σώ­θη­κε μί­α τί­γρη, ἦ­ταν τό­σο ἀ­πί­θα­νο, ποὺ τὸ ἀ­νέ­φε­ραν ὅ­λα τὰ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὰ πρα­κτο­ρεῖ­α τοῦ κό­σμου.

.

      Οἱ συ­νέ­πει­ες τοῦ παι­χνι­διοῦ τους ὡ­στό­σο κα­θό­λου δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρουν τὸν Ἀ­τὰρ καὶ τὸν Ἀ­ρι­μάν.

      — Ὀ­χτώ-ἕ­να! Χά­λια τὰ πῆ­γες αὐ­τὴν τὴ φο­ρά, Ἀ­ρι­μάν, χα­χα­νί­ζει ὁ Ἀ­τάρ.

      — Ὀ­χτώ-δυ­ό, λέ­ει ὁ Ἀ­ρι­μάν μου­τρω­μέ­νος. Μὴν ξε­χνᾶς πὼς ἔ­σω­σα καὶ τὴν τί­γρη.

      — Ἐν­τά­ξει, ὀ­χτώ-δυ­ό. Εἶ­σαι τώ­ρα γιὰ ἄλ­λο ἕ­να;

      — Εἶ­μαι. Τί λὲς νὰ παί­ξου­με;

      — Λέ­ω νὰ παί­ξου­με ἕ­ναν κα­λὸ σει­σμὸ αὐ­τὴν τὴ φο­ρά.

      — Πά­λι σει­σμό; Πρὶν ἀ­πὸ ἕ­να μή­να δὲν τὸν παί­ξα­με στὴν Ἀ­ϊ­τή;

       — Ἄλ­λο στὴν Ἀ­ϊ­τή. Τώ­ρα θὰ πᾶ­με στὴ Χι­λή. Ὀ­χτὼ Ρί­χτερ εἶ­ναι κα­λά;

       — Κά­νε τα ἐν­νιά.

       — Ὀ­χτὼ κόμ­μα ὀ­χτὼ καὶ ξε­κι­νᾶ­με. Ποι­ὸς θὰ κά­νει τὸν κα­κό;

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ὁ Τέταρτος Κλῶνος (Αἴολος, Ἀθήνα, 2011).

Καίτη Βασιλάκου (Χανιά). Σπούδασε ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἐργάζεται ὡς φιλόλογος στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Ὁ πειρασμὸς τοῦ ἐρημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ (Ἰωλκός, 2010).

 

Τὸμ Γουόλεν (Tom Whalen): Ἡ Ἐπίσκεψη τῶν Θεῶν

 

Whalen,Tom-IEpiskepsiTonTheon-Eikona-01

 

Τὸμ Γουόλεν (Tom Whalen)

 

Ἐπίσκεψη τῶν Θεῶν

(The Visitation)

 

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ για­τί ἦρ­θαν ἢ ἀ­πὸ ποῦ. Οὔ­τε κὰν ὁ δή­μαρ­χος.

       Ξέ­ρεις ἀ­πὸ ποῦ εἶ­ναι; τὸν ρω­τᾶ­με.

       Ὄ­χι, μᾶς ἀ­παν­τᾶ, ἀλ­λὰ τὸ ψά­χνει τὸ λη­ξι­αρ­χεῖ­ο.

 

       Σή­με­ρα οἱ θε­ό­τη­τες (μᾶς εἶ­παν ὅ­τι εἶ­ναι θε­οί) ἔ­κα­ναν στά­χτη τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο τοῦ Ντου­ράν­γκο.

 

       Ἀ­κού­ω κά­τι νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὴ στέ­γη, βγαί­νω ξυ­πό­λυ­τος ἔ­ξω στὸ γκα­ζὸν καὶ ρί­χνω τὸ φῶς τοῦ φα­κοῦ μου στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ κο­ρυ­φή. Τρεῖς ἀπ’ αὐ­τούς, κα­θι­σμέ­νοι στὶς φτέρ­νες τους, ξη­λώ­νουν κε­ρα­μί­δια καὶ τὰ πε­τᾶ­νε στὶς αὐ­λὲς τῶν γει­τό­νων.

       Στα­μα­τῆ­στε! φω­νά­ζω.

       Γυ­ρί­ζουν ρά­θυ­μα τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὸ μέ­ρος μου, μὲ κοι­τά­ζουν γιὰ ἕ­να λε­πτὸ ἢ καὶ πα­ρα­πά­νω καὶ μοῦ πε­τᾶ­νε τρί­α κε­ρα­μί­δια στὸ κε­φά­λι.

       Σκύ­βω καὶ τὰ ἀ­πο­φεύ­γω, γυ­ρί­ζω μπου­σου­λι­στὰ μέ­σα στὸ σπί­τι καὶ φτιά­χνω τσά­ι.

 

       Στα­μά­τη­σα ἕ­ναν ἀ­π’ αὐ­τοὺς στὸ δρό­μο.

       Συγ­γνώ­μη, τοῦ εἶ­πα, μπο­ρεῖς νὰ μοῦ πεῖς για­τί κο­πα­νοῦ­σες μὲ τὸ λο­στὸ ἐ­κεί­νη τὴ Σε­βρο­λέτ;

       Ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι μοῦ ἄ­ρε­σε, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ δρό­μο του.

 

       Ἡ ἐμ­φά­νι­σή τους; Μά­τια ποὺ χρυ­σί­ζουν. Πέν­τε δά­χτυ­λα σὲ κά­θε χέ­ρι, πιὸ χον­τρὰ ἀ­π’ τὰ δι­κά μας. Χα­λα­σμέ­να δόν­τια. Μέ­σο ὕ­ψος: 1,65. Γε­νι­κὴ δι­α­γω­γή: ἐ­πί­μεμ­πτη.

 

       Πῶς γί­να­τε θε­οί; τοὺς ρω­τᾶ­με.

       Ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς μας, ἀ­παν­τοῦν.

 

       Ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­χει κι ἀ­πὸ μιὰ θε­ω­ρί­α. Κά­ποι­οι λέ­νε πὼς μᾶς ἔ­χουν κα­τα­ρα­στεῖ ἀ­δί­κως, ἄλ­λοι πὼς μᾶς ἔ­χουν κα­τα­ρα­στεῖ δι­καί­ως, ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι εἶ­ναι μιὰ εὐ­λο­γί­α μὲ τὴ μορ­φὴ κα­τά­ρας. Ἡ κυ­ρί­α Σέ­παλ μοῦ εἶ­πε τὴ δι­κή της ἄ­πο­ψη.

       Πι­στεύ­ω πὼς οἱ συγ­κρί­σεις εἶ­ναι ἀ­πο­κρου­στι­κές, εἶ­πε, καὶ πὼς ὁ ἐ­που­ρά­νιος πα­τέ­ρας εἶ­ναι φάν­τα­σμα. Πι­στεύ­ω σὲ μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη λέ­ξη καὶ σὲ τί­πο­τε ἄλ­λο. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ προ­θέ­σεις εἶ­ναι φω­τι­ὲς ποὺ φεγ­γο­βο­λοῦν, ὅ­τι τὰ πλά­σμα­τα τῆς νω­θρό­τη­τας εἶ­ναι οἱ λοῦ­στροι τοῦ ἥ­λιου, ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἐ­να­τέ­νι­ση δού­λου καὶ ἀ­φέν­τη ἔ­χει βυ­θι­στεῖ σὲ μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λι­πο­θυ­μί­α. Στα­μά­τη­σε, καὶ κα­τέ­λη­ξε μὲ μιὰ κραυ­γή, πι­στεύ­ω στὸν ἀ­έ­να­ο ἐρ­χο­μὸ τοῦ Νυμ­φί­ου!

      Οἱ θε­ό­τη­τες ὁρ­μοῦν κα­τα­πά­νω της κα­τὰ κύ­μα­τα.

 

       Συγ­κα­λοῦ­με γε­νι­κὴ συ­νέ­λευ­ση τῶν κα­τοί­κων, ἀλ­λὰ οἱ ὀρ­γί­λες θε­ό­τη­τες προ­σέρ­χον­ται σὰν σύ­νο­λο πνευ­στῶν καὶ κα­τα­πνί­γουν τὶς λέ­ξεις μας μὲ στριγ­κοὺς ἤ­χους.

 

       Σκαρ­φα­λώ­νω στὸν τροῦ­λο τοῦ Δη­μαρ­χεί­ου καὶ οὐρ­λιά­ζω ἀ­κα­τά­λη­πτες συλ­λα­βὲς πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό. Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα, κα­τε­βαί­νω καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Μπαί­νον­τας στὴν κου­ζί­να, βλέ­πω τέσ­σε­ρις ἀ­π’ αὐ­τοὺς κα­θι­σμέ­νους γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νο μου ψυ­γεῖ­ο, νὰ τρῶ­νε τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια.

 

       Πη­γαί­νου­με στὸν πα­πὰ τῆς ἐ­νο­ρί­ας καὶ ζη­τᾶ­με τὴ συμ­βου­λή του.

       Δο­κι­μά­σα­τε νὰ τοὺς λο­γι­κέ­ψε­τε; μᾶς ρω­τά­ει.

       Τὸν δέ­νου­με μὲ τὶς ζῶ­νες μας σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ τοὺς τὸν πα­ρα­δί­νου­με.

 

       Ἡ ζω­ὴ στὸ χω­ριό μας συ­νε­χί­ζε­ται.

 

       Μπαί­νουν στὸ μα­γα­ζί μου, τρεῖς ἀ­π’ αὐ­τούς, ντυ­μέ­νοι μὲ σκοῦ­ρα σταυ­ρω­τὰ κο­στού­μια καὶ γυ­α­λι­στε­ρὰ με­λόν. Ἤρ­θα­με γιὰ πλι­ά­τσι­κο, μοῦ λέ­νε.

       Μά­λι­στα, ἀ­παν­τῶ.

       Κα­μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση; μὲ ρω­τοῦν.

       Κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ σπά­νια βι­βλί­α τὰ ἔ­χω ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, τοὺς λέω.

       Τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο.

       Κοι­τά­ζω ὁ­λό­γυ­ρα κα­θὼς ἀ­να­λαμ­βά­νουν δρά­ση, ἀλ­λὰ τὰ μά­τια μου ἀρ­νοῦν­ται νὰ ἑ­στιά­σουν, ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α καὶ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἕ­να θαμ­πὸ συ­νον­θύ­λευ­μα.

       Σοῦ ἄ­ξι­ζε, μοῦ λέ­νε, σκου­πί­ζον­τας τὴ σκό­νη ἀ­π’ τὸ πέ­το τους μὲ τὴ ρά­χη τῶν λευ­κῶν χε­ρι­ῶν τους. Καὶ τώ­ρα, εὐ­χα­ρί­στη­σέ μας.

       Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ.

       Πα­ρα­κα­λοῦ­με, καὶ κα­λη­μέ­ρα.

       Κα­λη­μέ­ρα σας, ἀ­πο­κρί­νο­μαι.

       Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους καὶ βγαί­νουν ὁ ἕ­νας πί­σω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο.

       Κά­ποι­ο πρω­ὶ ἐ­πι­κρα­τεῖ παν­τοῦ ἡ­συ­χί­α. Βγαί­νου­με δι­στα­κτι­κὰ ἀ­π’ τὰ σπί­τια μας. Μὰ ποῦ πῆ­γαν;

       Ἀ­να­λή­φθη­καν στοὺς οὐ­ρα­νούς;

       Σω­ρι­α­ζό­μα­στε στὰ γό­να­τα πά­νω στὸ πε­ζο­δρό­μιο, χα­μο­γε­λᾶ­με ἠ­λί­θια ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, ἀρ­χί­ζου­με νὰ ξε­ρι­ζώ­νου­με ὁ ἕ­νας τὰ μαλ­λιὰ τοῦ ἄλ­λου.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τὸμ Γουόλεν (Tom Whalen) (1948). Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Φρά­ιμ­πουρκ τῆς Γερ­μα­νί­ας. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας πολ­λῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ποι­η­τι­κῶν συλ­λο­γῶν, κρι­τι­κῶν, ἄρ­θρων καὶ δο­κι­μί­ων, ἀ­κό­μα καὶ σε­να­ρί­ων. Ἔ­χει βρα­βευ­τεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς γιὰ τὸ ἔρ­γο του. (Ἱστοσελίδα: http://tomwhalen.com/)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Εἰ­ρή­νη Τσαγ­κα­ρά­κη (1984). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ξέ­νων Γλωσ­σῶν, Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας τοῦ Ἰ­ο­νί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Ἐ­δῶ καὶ δύο χρό­νια δου­λεύ­ει ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες, ἐ­νῶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ γρα­φεῖ­α τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ καὶ μὲ ἕ­ναν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο.

 

Βασίλης Μποῦτος: Ἀτυχία Αὐτόχειρος

.

Mpoutos,Basilis-AtychiaAytocheiros-Eikona-03

.

Βα­σί­λης Μποῦ­τος

.

Ἀ­τυ­χί­α αὐ­τό­χει­ρος

 .

01-HttaΠΟΛΙΤΕΙΑ τοῦ τσίρ­κου ἡ πο­λύ­χρω­μη εἶ­χε ξε­φυ­τρώ­σει σὰν ξω­τι­κὸ λου­λού­δι ἕ­να βρά­δυ ἄ­νοι­ξης στὰ χέρ­σα οἰ­κό­πε­δα τῆς φαν­τα­σί­ας μου. Τὰ ἀ­στέ­ρια τῆς πά­νι­νης ὀ­ρο­φῆς του, ἂν καὶ ζω­γρα­φι­σμέ­να, συ­να­γω­νί­ζον­ταν σὲ λάμ­ψη αὐ­τὰ τῆς νύ­χτας. Πῆ­γα. Τὰ μά­τια μου ἀ­νί­χνευ­σαν τὸν χῶ­ρο, ἀ­δη­μο­νών­τας γιὰ ὅ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­μνή­σεις καὶ δι­η­γή­σεις πε­ρί­με­να νὰ δῶ. Ὅ­μως πό­σο μι­κρὸς φάν­τα­ζε τώ­ρα ὁ κά­πο­τε τε­ρά­στιος κό­σμος τοῦ τσίρ­κου· πό­σο ψεύ­τι­κος καὶ χυ­δαῖ­ος. Ἔ­νι­ω­θα ἄβο­λα στὰ ξύ­λι­να κα­θί­σμα­τα, ἀ­μή­χα­να. Ὅ­ταν τὰ φῶ­τα ἔ­σβη­σαν καὶ ὁ προ­βο­λέ­ας ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στὴ σκη­νή, ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα. Τί νὰ ἔ­βλε­πα; Τὰ τέ­ρα­τα καὶ τὰ ση­μεῖ­α ποὺ ὑ­πο­σχό­ταν μὲ ὑ­περ­φί­α­λη βε­βαι­ό­τη­τα ὁ λευ­κον­τυ­μέ­νος πα­ρου­σιαστής; Τὶς γυ­ναῖ­κες μὲ τὰ γυ­μνὰ ὀ­πί­σθια καὶ τοὺς ἄν­δρες μὲ τὰ λα­μὲ γι­λέ­κα μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας νὰ ἰ­σορ­ρο­ποῦν στὸ συρ­μα­τό­σχοι­νο; Τὸ σάλ­το μορ­τά­λε, ποὺ κα­τέ­λη­ξε αἰ­ώ­ρη­ση σὲ μο­νό­ζυ­γο; Τοὺς κλό­ουν ἢ τὴν ἐ­λά­χι­στη Γι­α­πω­νέ­ζα μὲ τὰ σπα­θιὰ πά­νω στὴν μπά­λα; Μό­νο τὰ κα­νίς, σὰν νι­φά­δες χι­ο­νιοῦ, ντυ­μέ­να σπα­νι­ό­λες, μπα­λα­ρί­νες καὶ το­ρέρος, προ­σπά­θη­σαν εἰ­λι­κρι­νῶς νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν, μὰ αὐ­τὸ δὲν στά­θη­κε ἱ­κα­νό· ἀν­τι­θέ­τως, με­λαγ­χό­λη­σα. Ἐ­ξορ­γί­στη­κα μὲ τοὺς πι­θή­κους καὶ τὴν κα­κο­γου­στιά τους. Ὅ,τι ἐ­πα­κο­λού­θη­σε, μά­γοι, φω­τι­ές, ζογ­κλὲρ καὶ ἀ­λο­γά­κια, δὲν μ’ ἔπει­σαν. Ἀ­νέ­βα­λα τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή μου, ἐ­νῶ ἤ­δη τὸ κά­θι­σμα εἶ­χε γί­νει ἀ­νυ­πό­φο­ρο καὶ τὸ κρύ­ο ἔγλει­φε τὶς σάρ­κες μου, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ τὰ ἄ­γρια θη­ρί­α, τὰ πο­λυ­δι­α­φη­μι­σμέ­να. Ἕ­να μαστί­γιο πλα­τά­γι­σε, ἕ­να παι­δά­κι ἔ­κλα­ψε καὶ ξαφνι­κὰ μπρο­στά μου, λου­σμέ­νη στὸ φῶς, μιὰ κα­κόκε­φη λε­ο­πάρ­δα­λη. Ὁ θη­ρι­ο­δα­μα­στὴς πλα­τά­γι­σε ξα­νὰ τὸ μα­στί­γιο, θέ­λον­τας δῆ­θεν νὰ ἐ­πι­βλη­θεῖ στὸ, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο ζῶ­ο, ποὺ σκαρφά­λω­σε στὴ θέ­ση του μὲ βρυ­χηθ­μούς. Με­τὰ ἐμ­φα­νί­στη­καν κι ἄλ­λα θη­ρί­α σαρ­κο­βό­ρα – κά­τι λι­ον­τά­ρια κου­ρα­σμέ­να. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ὁ φό­βος κι ὁ τρό­μος τῶν δα­σῶν, ὡς δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι τώ­ρα δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν τὴν εἰ­λημ­μέ­νη ὑ­πο­χρέ­ω­σή τους νὰ μᾶς τρο­μο­κρα­τή­σουν ἐκ τοῦ ἀ­σφα­λοῦς· νὰ μᾶς θέλ­ξουν μὲ τὴν ἀ­γριά­δα τους. Λό­γοι εὐ­γε­νεί­ας πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ ἀ­νάγ­κα­σαν νὰ χει­ρο­κρο­τή­σω. Πι­κρά­θη­κα. Ἕ­νας ἱπ­πο­πό­τα­μος ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὰ σκέρ­τσα του, ἀλ­λὰ τὸ πά­χος του δὲν βο­ή­θη­σε. Ἀ­πο­χώ­ρη­σε, ἀ­φοῦ ὑ­πο­κλί­θη­κε συ­νε­σταλ­μέ­να, εἰ­σπράτ­τον­τας τὴ χλεύ­η ὅ­λων.

       Ἄ­φη­σα τὴ θέ­ση μου καὶ μὲ τρό­πο βγῆ­κα ἔ­ξω· κά­τω ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι βρέ­θη­κα, ἀ­νά­με­σα στὰ ζῶ­α. Οἱ ἀ­νά­σες τους μύ­ρι­ζαν θά­να­το· στὰ βε­λού­δι­να πέλ­μα­τά τους τὸν ἔ­κρυ­βαν. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ ἡ­με­ρω­μέ­να κα­τοι­κί­δια ποὺ εἶ­δα, δὲν ἦ­ταν. Οἱ μα­ϊ­μοῦ­δες φω­να­σκοῦ­σαν· χτυ­ποῦ­σαν τὸ πλέγ­μα τοῦ κλου­βιοῦ τους· μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους δόν­τια τὸ δάγ­κω­ναν. Ξέ­φυ­γα τῆς προ­σο­χῆς ἑνὸς πε­ρι­πλα­νώ­με­νου σκύ­λου καὶ τοῦ ἐ­λέγ­χου τῆς λο­γι­κῆς μου ἀρ­κε­τὰ εὔ­κο­λα, καὶ χω­ρὶς πε­ρι­στρο­φὲς τρά­βη­ξα τοὺς σύρ­τες τῶν κλου­βι­ῶν. Μιὰ ἡ­δο­νὴ αἰ­σθάν­θη­κα γιὰ τὴ λύ­τρω­ση ποὺ ἐρ­χό­ταν. Τὰ ζῶ­α, μου­δι­α­σμέ­να στὴν ἀρ­χή, δὲν ἀν­τέ­δρα­σαν. Πρῶ­τα οἱ μα­ϊ­μοῦ­δες πή­δη­ξαν στὴ νύ­χτα καὶ χά­θη­καν. Τὰ πό­δια τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, τὰ δόν­τια τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης ἦρ­θαν πρὸς ἐ­μέ­να. Τὰ μά­τια τους μὲ εἶ­δαν καὶ πέ­θα­να…

       Κα­θὼς τὸ σῶ­μα μου βλέ­πω νε­κρὸ στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων νὰ εἶ­ναι ὅ­πως τὸ ἔπλα­σε ὁ ἔ­ρω­τας, λυ­πᾶ­μαι. Λυ­πᾶ­μαι ποὺ ὁ φό­βος πρό­λα­βε τὰ λι­ον­τά­ρια, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ χρό­νια σχε­δί­α­ζα ἕ­ναν θά­να­το ρω­μα­ϊ­κό, ἀν­τά­ξιο τῶν και­ρῶν μας. Καὶ γιὰ αὐ­τό­χει­ρες τῆς ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας μου, τὸ στὺλ καὶ ἡ ποι­ό­τη­τα τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι μιὰ ἐ­σχά­τη δι­καί­ω­ση. Γι’ αὐ­τὸ τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, τὴν πραγ­μα­τι­κή, τὸν φό­βο θὰ δα­μά­σω…

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναῖ­κες στὰ πάρ­κα (Κα­στα­νι­ώ­της, 1992).

Βα­σί­λης Μποῦ­τος (Λά­ρι­σα, 1959).Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Χει­ρο­νο­μί­ες ντρο­πῆς (Ὁ­δός Πα­νός, 1986), τε­λευ­ταῖ­ο: Τὰ δά­κρυ­α τῆς βα­σί­λισ­σας (Νε­φέ­λη,

 

Μαίρη Ρόμπισον (Mary Robison): Δικά σου

 

.

Robison,Mary-DikaSou-Eikones-01

.

ΜαίρηΡόμπισον (Mary Robison)

 

Δι­κά σου

(Y­o­u­rs)

 

04-Htta ΑΛΙΣΟΝ ΠΑΛΕΨΕ νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ ἄ­σπρο της Ρε­νό, κου­τσαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῆς τε­λευ­ταί­ας κο­λο­κύ­θας. Βρῆ­κε τὸν Κλὰρκ στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, στὴν βε­ράν­τα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ ἦ­ταν στρω­μέ­νη μὲ κλα­διὰ καὶ φύλ­λα.

       Φο­ροῦ­σε μιὰ μάλ­λι­νη σάρ­πα. Πή­γαι­νε μπρὸς-πί­σω, σὲ μιὰ ἐ­πεν­δυ­μέ­νη πο­λυ­θρό­να, ποὺ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὶς κλει­δώ­σεις τοῦ παν­το­φλο­φο­ρε­μέ­νου πο­διοῦ του.

       Ἡ Ἄ­λι­σον κα­τέ­βα­σε μιὰ με­γά­λη κο­λο­κύ­θα, καὶ τὴν ἄ­φη­σε πά­νω στὶς πλα­τι­ὲς σα­νί­δες τοῦ πα­τώ­μα­τος.

       Ὁ Κλὰρκ ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρος, ἑ­βδο­μήν­τα ὀ­κτώ, ἐ­νῶ ἡ Ἄ­λι­σον τριά­ντα πέν­τε. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νοι. Ἦ­ταν καὶ οἱ δυ­ὸ ἀρ­κε­τὰ ψη­λοὶ καὶ ἔ­μοια­ζαν κά­πως με­τα­ξύ τους στὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που. Ἡ Ἄ­λι­σον φο­ροῦ­σε μιὰ πε­ρού­κα ἀ­πὸ φυ­σι­κὴ τρί­χα. Ἦ­ταν πυ­κνὴ καὶ ξαν­θὴ σὰν κου­κού­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό της. Φο­ροῦ­σε ἕ­να ἀ­νοι­χτό­χρω­μο τζὶν σή­με­ρα. Συ­νή­θως φο­ροῦ­σε ἀν­θε­κτι­κὰ ροῦ­χα, για­τί τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα πρό­σφε­ρε ἐ­θε­λον­τι­κὴ βο­ή­θεια στὸν παι­δι­κὸ σταθ­μό.

       Το­πο­θέ­τη­σε μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες κο­λο­κύ­θες στὴν μα­κριὰ πο­διὰ τοῦ Κλάρκ. «Τώ­ρα, τί­πο­τα σου­ρε­α­λι­στι­κό», τοῦ εἶ­πε. «Ἁ­πλὰ χά­ρα­ξε ἕ­να κα­νο­νι­κὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τὰ εἶ­ναι γιὰ παι­διά.»

       Στὸ φου­α­γι­έ, πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο μάρ­κας H­e­p­p­l­e­w­h­i­te, ἡ Ἄ­λι­σον βρῆ­κε τὴ λί­στα τῆς ὑ­πη­ρέ­τριας μὲ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ μὲ σβη­σμέ­να αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χε ἤ­δη κά­νει, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τὸ δεῖ­πνο τοῦ Κλάρκ. Ἡ Ἄ­λι­σον κοί­τα­ξε γρή­γο­ρα τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τῆς ἡ­μέ­ρας: ἕ­να φαν­τα­χτε­ρὸ πα­κέ­το μὲ κου­πό­νια, ἕ­νας λο­γα­ρια­σμὸς ἀ­πὸ τὰ Οἰ­νο­πνευ­μα­τώ­δη Τζέ­ιμ­στα­ουν, ὁ τη­λε­ο­πτι­κὸς ὁ­δη­γὸς Νο­εμ­βρί­ου τῆς συν­δρο­μη­τι­κῆς τη­λε­ό­ρα­σης, καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο, τὸ πιὸ ἀ­στεῖ­ο, ἕ­να ἤ­δη ἀ­νοιγ­μέ­νο καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­γε­νὲς γράμ­μα, ἀ­πὸ τοὺς συγ­γε­νεῖς τοῦ Κλὰρκ στὰ Βό­ρεια. «Εἶ­σαι ἕ­νας ἀ­νό­η­τος γέ­ρος», δι­ά­βα­σε ἡ Ἄ­λι­σον, καί, «Σ’ ἐ­ξα­πα­τοῦν ἀ­πάν­θρω­πα.» Ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἐ­σώ­κλει­στη δω­ρο­ε­πι­τα­γὴ γιὰ τὸν Κλάρκ, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­σι­μη, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ὑ­πο­γε­γραμ­μέ­νη, «Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός».

       Ἀρ­γά, ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα αὐ­τή, ἡ Ἄ­λι­σον καὶ ὁ Κλὰρκ ξε­κοί­λια­σαν καὶ χά­ρα­ξαν τὶς κο­λο­κύ­θες μα­ζί, πά­νω σε ἕ­να πα­λιὸ τρα­πέ­ζι στη­μέ­νο στὴν πί­σω αὐ­λή, πά­νω σε ἐ­φη­με­ρί­δες πά­νω ἀ­πὸ μου­σκε­μέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, μὲ μα­χαι­ρά­κια καὶ κου­τά­λια καὶ μὲ ἕ­να ἑλ­βε­τι­κὸ μα­χαί­ρι στρα­τοῦ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ Κλὰρκ γιὰ νὰ σχη­μα­τί­ζει μὲ ἀ­κρί­βεια τὰ δόν­τια, τὰ μά­τια καὶ τὰ ρου­θού­νια. Ὁ Κλὰρκ ὑ­πῆρ­ξε για­τρός, πα­θο­λό­γος, ἀλ­λὰ καὶ ζω­γρά­φος τὶς Κυ­ρια­κές. Οἱ τέσ­σε­ρις κο­λο­κύ­θες του ἦ­ταν ἐκ­φρα­στι­κὲς καὶ ἔ­ξυ­πνα σχε­δι­α­σμέ­νες. Τὰ χα­ραγ­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ταί­ρια­ζαν στὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ σχῆ­μα τῶν κο­λο­κύ­θων. Οἱ δύ­ο φαί­νον­ταν ἄ­γρι­ες καὶ ἀ­κα­νό­νι­στα αἰχ­μη­ρές. Ἡ μία ἔ­δει­χνε ἔκ­πλη­ξη. Ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν γα­λή­νια καὶ φω­τει­νή.

       Τὰ τέσ­σε­ρα πρό­σω­πα ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ Ἄ­λι­σον ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἐ­πι­δέ­ξια φτι­αγ­μέ­να, μὲ σχι­σμὲς καὶ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να ση­μεῖ­α. Εἶ­χε κό­ψει τρί­γω­να γιὰ μύ­τες καὶ μά­τια. Τὰ στό­μα­τα ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει ἦ­ταν ἁ­πλὰ κομ­μά­τια πα­τά­τες – δύ­ο γυ­ρι­σμέ­νες πά­νω καὶ δύ­ο γυ­ρι­σμέ­νες κά­τω.

       Μέ­χρι τὶς μί­α τὸ πρω­ὶ εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει. Ὁ Κλάρκ, ποὺ εἶ­χε λυ­γί­σει τὸ κορ­μί του πρὸς τὰ ἐμ­πρὸς γιὰ νὰ δου­λέ­ψει, ἔ­γει­ρε πί­σω στὴν πο­λυ­θρό­να καὶ κοί­τα­ξε νυ­σταγ­μέ­να στὸ κε­νό. Ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἦ­ταν σβη­στὰ ἀ­πέ­ναν­τι στὴ ρε­μα­τιά.

       Ὁ Κλὰρκ στα­μά­τη­σε. Γιὰ τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν ὥ­ρα, ἡ νύ­χτα στὴ Βιρ­τζί­νια ἦ­ταν ζε­στή. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα φύλ­λα εἶ­χαν ἤ­δη πέ­σει καὶ σκορ­πί­σει στὸν ἄ­νε­μο, καὶ τὰ δέν­τρα ἔ­στε­καν ἀ­νε­νό­χλη­τα. Τὸ φεγ­γά­ρι ὁ­λό­γι­ο­μο ἀ­πὸ πά­νω τους.

       Ἡ Ἄ­λι­σον συ­γύ­ρι­σε τὴν ἀ­κα­τα­στα­σί­α.

       «Τὰ δι­κά σου φα­νά­ρια ἀ­πὸ κο­λο­κύ­θα εἶ­ναι πο­λύ, πο­λὺ πιὸ κα­λὰ ἀ­πὸ τὰ δι­κά μου», τῆς εἶ­πε ὁ Κλάρκ.

       «Οὔ­τε γιὰ ἀ­στεῖ­ο», εἶ­πε ἡ Ἄ­λι­σον.

       «Κοί­τα με», εἶ­πε ὁ Κλάρκ, καὶ ἡ Ἄ­λι­σον τὸν κοί­τα­ξε.

       Αὐ­τὴ κρα­τοῦ­σε μιὰ μου­σκε­μέ­νη δέ­σμη ἐ­φη­με­ρί­δες. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες βρο­μοῦ­σαν γλυ­κὰ μα­ζὶ μὲ τὴν μυ­ρω­διὰ ἀ­π’ τὴν ψί­χα τῆς κο­λο­κύ­θας.

       «Τὰ δι­κά σου εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ κα­λά», εἶ­πε αὐ­τός.

       «Κά­νεις λά­θος. Θὰ δεῖς ὅ­ταν θ’ ἀ­νά­ψουν», εἶ­πε ἡ Ἄ­λι­σον.

       Πῆ­γε μέ­σα, κι ἦρ­θε πί­σω κρα­τών­τας κί­τρι­να κε­ριά. Τῆς πῆ­ρε λί­γη ὥ­ρα νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει ὅ­λα τα κε­ριά, καὶ με­τὰ νὰ πα­ρα­τά­ξει τὸ τε­λι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα σὲ μιὰ σει­ρὰ πά­νω στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ἄ­να­ψε ὅ­λα τα κε­ριὰ καὶ στε­ρέ­ω­σε κα­λά τα κα­πά­κια τῶν κο­λο­κύ­θων πά­νω ἀ­πὸ τὶς μι­κρὲς φλό­γες.

       «Βλέ­πεις;» τοῦ εἶ­πε.

       Ἔ­μει­ναν μα­ζὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ κοι­τοῦ­σαν τὰ πορ­το­κα­λιὰ πρό­σω­πα.

       «Εἴ­μα­στε ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ κα­λη­νύ­χτα», εἶ­πε ἡ Ἄ­λι­σον. «Μὴν σβή­σεις τὰ κε­ριά. Θὰ βά­λω και­νούρ­για αὔ­ριο.»

       Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα, στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους, με­ρι­κὲς βδο­μά­δες νω­ρί­τε­ρα στὴ ζω­ή της ἀ­π’ ὅ­,τι εἶ­χαν προ­βλέ­ψει, ἡ Ἄ­λι­σον ἄρ­χι­σε νὰ ἀρ­γο­πε­θαί­νει. «Μὴ μὲ κοι­τά­ξεις ἂν βγεῖ ἡ πε­ρού­κα μου», εἶ­πε στὸν Κλάρκ. «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ.»

       Ὁ σφυγ­μός της φτε­ρού­γι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά του. Σή­κω­σε τὰ γό­να­τά της καὶ κλώ­τση­σε πί­σω το πά­πλω­μα. Εἶ­πε κά­τι στὸν Κλὰρκ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ κλεί­δω­μα τοῦ γκα­ράζ.

       Μι­λών­τας στὸ τη­λέ­φω­νο, ὁ Κλὰρκ εἶ­χε ξε­κά­θα­ρη θέ­α πί­σω στὴ βε­ράν­τα. Ἤ­θε­λε νὰ με­θύ­σει μα­ζὶ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά. Ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ, λό­γῳ τῆς πιὸ σφαι­ρι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης ποὺ εἶ­χε, ὅ­τι τὸ νὰ κα­τέ­χεις μό­νο ἕ­να μι­κρὸ τα­λέν­το, σὰν τὸ δι­κό του, ἦ­ταν ἕ­να ἀ­παί­σιο καὶ κα­τα­στρο­φι­κὸ πράγ­μα, ὅ­τι τὸ νὰ εἶ­σαι ἁ­πλὰ λί­γο ξε­χω­ρι­στὸς σή­μαι­νε πὼς πε­ρί­με­νες πά­ρα πολ­λά, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καὶ πο­λὺ λί­γο σοῦ ἄ­ρε­σε ὁ ἑ­αυ­τός σου. Ἤ­θε­λε νὰ τὴν δι­α­βε­βαι­ώ­σει πὼς δὲν εἶ­χε χά­σει τί­πο­τα.

       Μι­λοῦ­σε στὸ τη­λέ­φω­νο τώ­ρα. Ἔ­βλε­πε τὰ φα­νά­ρια ἀ­πὸ κο­λο­κύ­θα. Τὰ φα­νά­ρια ἀ­πὸ κο­λο­κύ­θα ἔ­βλε­παν ἐ­κεῖ­νον.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Robison,Mary-Eikona-02ΜαίρηΡό­μπι­σον (Mary Robison) (Οὐάσινγκτον, 1949). Διή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Δη­μοσί­ευ­σε τέσ­σε­ρις συλ­λογὲς δι­η­γημά­των καὶ τέσ­σε­ρα μυ­θι­στορή­μα­τα. Ἔλα­βε πολ­λὲς δια­κρί­σεις γιὰ τὸ ἔργο της καὶ θε­ω­ρεῖται ἀπὸ τοὺς κύ­ριους εἰση­γητὲς τῆς μι­νι­μα­λι­στικῆς γραφῆς. Ἔ­χει δι­δά­ξει σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἡ δου­λειά της ἔ­χει ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ δι­ε­θνῶς.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Κων­σταν­τί­να Διά­κου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.