Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Ἡ σκιὰ μὲ μορφὴ ἀλόγου

.

FRANCE-CULTURE-LIGHTS-FESTIVAL-LYON

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Ἡ σκιὰ μὲ μορφὴ ἀλόγου

(L’ ombra a forma di cavallo)

 

02-OmikronΠΡΟ­ΣΠΕ­ΡΟ­ΝΕ δού­λευ­ε ὡς ἀ­να­βά­της στὶς ἱπ­πο­δρο­μί­ες. Μιὰ μέ­ρα ἔ­σπα­σε τὸ ἕ­να του πό­δι καὶ τὸν ἀ­πέ­λυ­σαν. Δὲν εἶ­χε χρή­μα­τα γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἄ­λο­γο κι ἔ­τσι τρι­γυρ­νοῦ­σε μὲ τὰ πό­δια καὶ κού­τσαι­νε.

       Ὁ Προ­σπε­ρό­νε κα­τοι­κοῦ­σε σ’ ἕ­να σπι­τά­κι στὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Ρώ­μης κι εἶ­χε κι ἕ­ναν μπα­ξὲ ὅ­που καλ­λι­ερ­γοῦ­σε βρώ­μη καὶ γλυ­κὰ ρα­πά­νια γιὰ τ’ ἄ­λο­γα. Μ’ ἄλ­λα λό­για ὁ πρώ­ην ἀ­να­βά­της συ­νέ­χι­ζε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται τὴν ἀ­πό­κτη­ση ἀ­λό­γου, για­τὶ βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε καὶ σύ­ζυ­γο. Κι ἔ­τσι, κα­θὼς ἦ­ταν κου­τσός, τὰ κο­ρί­τσια δὲν ἤ­θε­λαν νὰ βγαί­νουν μα­ζί του, πό­σο μᾶλ­λον νὰ τὸν παν­τρευ­τοῦν. Ὁ φου­κα­ρὰς ὁ Προ­σπε­ρό­νε ἦ­ταν πο­λὺ δυ­στυ­χι­σμέ­νος .

      Μιὰ μέ­ρα ποὺ περ­πα­τοῦ­σε στὸν ἥ­λιο, ἀν­τι­λή­φθη­κε πὼς ἡ σκιά του εἶ­χε τὴ μορ­φὴ ἀ­λό­γου. Ὁ Προ­σπε­ρό­νε τρο­μο­κρα­τή­θη­κε. Φο­βή­θη­κε πὼς εἶ­χε πά­θει ἡ­λί­α­ση καὶ εἶ­χε τρε­λα­θεῖ. Συμ­βαί­νει συ­χνὰ καὶ τὸ δι­α­βά­ζου­με καὶ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες πώς, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἡ­λί­α­σης, μπο­ρεῖ νὰ τρε­λα­θεῖ κα­νεὶς καὶ νὰ βλέ­πει ὁ­ρά­μα­τα ἢ νὰ βγά­λει ὅ­λα του τὰ ροῦ­χα καὶ νὰ τρι­γυρ­νά­ει γυ­μνὸς ἕ­ως ὅ­του ἀ­ρι­βά­ρει ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ τὸν πά­ει στὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο. Ὡ­στό­σο ἡ πε­ρί­πτω­σή του ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὴ καὶ οὔ­τε κὰν τοῦ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀπ’ τὸ μυα­λὸ νὰ βγά­λει τὰ ροῦ­χα του, πα­ρό­λο ποὺ ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη. Κοί­τα­ξε γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὴ σκιά του καὶ εἶ­δε πὼς εἶ­χε πάν­τα τὴ μορ­φὴ ἀ­λό­γου, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πό­δια, τὸ μα­κρὺ κε­φά­λι καὶ τὸ τορ­νευ­τὸ σῶ­μα. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λό­κο­το πράγ­μα. Δο­κί­μα­σε νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει τὸ βῆ­μα καὶ ἡ σκιὰ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­το­τε, δη­λα­δὴ βρι­σκό­ταν πάν­τα στὸ πλά­ι του. Κι ἐ­νῶ αὐ­τὸς κού­τσαι­νε, ἡ σκιὰ μὲ τὴ μορ­φὴ ἀ­λό­γου περ­πα­τοῦ­σε ἄ­ψο­γα καὶ μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πό­δια κι ἄ­κου­γες τὸν ἦ­χο πο­δο­βο­λη­τοῦ.

      Γιὰ λί­γο ὁ Προ­σπε­ρό­νε ἔ­κα­νε τὴν πά­πια. Πή­γαι­νε κά­θε μέ­ρα νὰ κά­νει τὴ βόλ­τα του στὸν ἥ­λιο, ἔ­ρι­χνε ποῦ καὶ ποῦ κα­μιὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νη μα­τιὰ στὴν ἀ­λο­γί­σια σκιά του καὶ προ­χω­ροῦ­σε σὰν νὰ μὴν ἔ­τρε­χε τί­πο­τα. Ὁ κό­σμος περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ δὲν ἔ­παιρ­νε χαμ­πά­ρι αὐ­τὸ τὸ ἀλ­λό­κο­το φαι­νό­με­νο. Κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι, σκε­φτό­ταν ὁ Προ­σπε­ρό­νε ποὺ συ­νή­θι­ζε ἤ­δη τὴ σκιά του καὶ ἄρ­χι­ζε νὰ δέ­νε­ται μα­ζί της, ὅ­πως μ’ ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ἄ­λο­γο ρά­τσας. Τῆς ἔ­δω­σε μά­λι­στα καὶ ὄ­νο­μα, τὴν ὀ­νό­μα­σε Ἥ­λιο, ὅ­πως ἕ­να ἄ­λο­γο χά­ρις στὸ ὁ­ποῖ­ο κά­πο­τε εἶ­χε κερ­δί­σει τὸ πρῶ­το βρα­βεῖ­ο στὶς ἱπ­πο­δρο­μί­ες, στὰ Κα­λυ­βά­κια. Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ γέ­λια μό­λις σκέ­φτη­κε πὼς εἶ­χε δώ­σει τ’ ὄ­νο­μα Ἥ­λιος σὲ μιὰ σκιά.

      Ἕ­να πρω­ὶ νω­ρὶς-νω­ρὶς ὁ Προ­σπε­ρό­νε, ὡς συ­νή­θως, πῆ­γε νὰ κά­νει μιὰ βόλ­τα στὰ λι­βά­δια. Οἱ δρο­σο­στα­λί­δες ἔ­κα­ναν τὸ χορ­τά­ρι ν’ ἀ­στρά­φτει, κα­νέ­να σύν­νε­φο δὲν ἔ­κρυ­βε τὸν ἥ­λιο, ἀ­κό­μα κι ὁ ἀ­έ­ρας ἦ­ταν δρο­σε­ρός. Τοῦ φά­νη­κε πὼς ἡ σκιὰ ἔ­σκυ­βε γιὰ νὰ βο­σκή­σει τὸ χορ­τά­ρι κι ἀ­κό­μα τοῦ φά­νη­κε πὼς ἔ­δει­χνε κά­ποι­α ση­μά­δια ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­ας, για­τί κά­θε τό­σο σὰν νὰ τρό­χα­ζε. Ὁ Προ­σπε­ρό­νε, πα­ρὰ τὸ κου­τσό του πό­δι, σὰν ν’ ἄρ­χι­σε κι αὐ­τὸς νὰ βη­μα­τί­ζει πιὸ σβέλ­τα καὶ εἶ­δε πὼς ἡ σκιὰ βάλ­θη­κε ἀ­μέ­σως νὰ τρο­χά­ζει. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ πρώ­ην ἀ­να­βά­της δὲν μπό­ρε­σε πιὰ ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ: κα­βα­λί­κε­ψε τὰ κα­πού­λια τῆς σκιᾶς του κι ἄρ­χι­σε νὰ ἱπ­πεύ­ει στὸ λι­βά­δι, πῆ­ρε τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ Ρώ­μη, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ σπι­τά­κι του στὰ πε­ρί­χω­ρα.

      Κά­ποι­ος ἀ­φη­γή­θη­κε πὼς εἶ­δε ἕ­ναν ἔ­φιπ­πο ἄν­τρα νὰ περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν λό­φο, καλ­πά­ζον­τας. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, ὁ Προ­σπε­ρό­νε δὲν ἐ­πέ­στρε­ψε πιὰ στὸ σπί­τι καὶ κα­νεὶς ἀ­π’ ὅ­σους τὸν ἤ­ξε­ραν δὲν τὸν ξα­νά­δε.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: