Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard): Κομμάτι τοῦ Τείχους τοῦ Βερολίνου

.

Shepard,Sam-KommatiTouTeichousTouBerolinou-Eikona-01

.

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard)

.

Κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου

(Berlin Wall Piece)

.

17-oΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80. Πρέ­πει νὰ τοῦ πά­ρω συ­νέν­τευ­ξη γιὰ μιὰ ἐρ­γα­σί­α μου στὸ μά­θη­μα τῆς κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας τῆς πρώ­της γυ­μνα­σί­ου καὶ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε. Λέ­ει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ θυ­μη­θεῖ τί­πο­τε γιὰ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ μαλ­λιά, τὰ ροῦ­χα, τὴ μου­σι­κὴ ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο. Λέ­ει ὅ­τι ἡ οἰ­κο­νο­μί­α ἦ­ταν χά­λια καὶ γι’ αὐ­τὸ ἔ­φται­γαν οἱ ρε­πουμ­πλι­κά­νοι, ἀλ­λὰ ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τὸ δὲν ξε­χώ­ρι­ζε κά­τι ἄλ­λο κα­τὰ τὴ γνώ­μη του. Λέ­ει ὅ­τι τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἦ­ταν ὅ­τι τό­τε γνώ­ρι­σε τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ ὅ­τι τό­τε γεν­νη­θή­κα­με κι ἐ­γὼ καὶ ἡ ἀ­δελ­φή μου. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Ὅ­ταν τοῦ λέω ὅ­τι ἡ ἐρ­γα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ τὰ προ­σω­πι­κά μας, λέ­ει: «Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ἄλ­λο;» Τοῦ λέω ὅ­τι χρει­ά­ζο­μαι πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ στὺλ καὶ τὴ μό­δα καὶ ὅ,τι ἄλ­λο συ­νέ­βαι­νε στὴ χώ­ρα ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ λέ­ει ὅ­τι τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι μιὰ «ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ὑ­πό­θε­ση» καὶ ὅ­τι ὅ­λα τα ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι μό­νο ἐ­πι­φα­νεια­κὰ καὶ ψεύ­τι­κα – σὰν τὶς εἰ­δή­σεις. Λέ­ει ὅ­τι οἱ εἰ­δή­σεις εἶ­ναι ὅ­λο ψέ­μα­τα καὶ ὁ λό­γος ποὺ εἶ­ναι τό­σο δη­μο­φι­λεῖς εἶ­ναι ὅ­τι πα­ρου­σι­ά­ζον­ται σὰν ἀ­λή­θεια καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὶς πι­στεύ­ουν ἐ­πει­δὴ προ­τι­μοῦν νὰ πι­στεύ­ουν σ’ ἕ­να ψέ­μα. Ὅ­τι δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ χω­νέ­ψουν τὴν ἀ­λή­θεια. Αὐ­τὸ λέ­ει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς εἶ­ναι μιὰ ἁ­πλὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80, ὄ­χι γιὰ τὴν «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ τὶς «εἰ­δή­σεις», ἀλ­λὰ λέ­ει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὸ ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας· ὅ­τι τὸ ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ξε­περ­νά­ει ὅ­λα τα ἄλ­λα ζη­τή­μα­τα γιὰ τὰ μαλ­λιά, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὴ μου­σι­κὴ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἔ­πει­τα λέ­ει ὅ­τι δὲν θυ­μᾶ­ται τὴ ζω­ή του τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 καὶ ὅ­τι ἴ­σως νὰ μὴν ἔ­ζη­σε κὰν ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο, ἀλ­λὰ με­τὰ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ ζοῦ­σε τό­τε για­τί θυ­μᾶ­ται ποὺ γνώ­ρι­σε τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ ὅ­τι τό­τε γεν­νη­θή­κα­με κι ἐ­γὼ καὶ ἡ ἀ­δελ­φή μου. Αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει. Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­ναι τρε­λὸς γιὰ δέ­σι­μο. Ἔ­τσι εἶ­ναι. Χρό­νια τώ­ρα δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι. Ἡ ἀ­δελ­φή μου ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἀπ’ τὸν πα­τέ­ρα μου καὶ εἶ­ναι μό­νο ἕ­ναν χρό­νο πε­ρί­που με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ μέ­να. Πά­ει τρί­τη γυ­μνα­σί­ου. Ξέ­ρει δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα —μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε ἀ­πὸ ποῦ— ὅ­πως ὅ­τι τό­τε τὰ παν­τε­λό­νια εἶ­χαν πα­ρά­ξε­νο στύλ, ἦ­ταν στε­νὰ κά­τω καὶ τὰ φο­ροῦ­σαν μὲ τὰ μπα­τζά­κια χω­μέ­να μέ­σα σὲ μπό­τες μὲ φερ­μου­ὰρ καὶ τὰ κο­ρί­τσια φο­ροῦ­σαν σκι­σμέ­να δι­χτυ­ω­τὰ καλ­σὸν καὶ φτη­νι­ά­ρι­κα λευ­κὰ βαμ­βα­κε­ρὰ γάν­τια προ­σπα­θών­τας νὰ μι­μη­θοῦν τὴ Μαν­τό­να, ποὺ φαν­τά­ζο­μαι πὼς ἔ­κα­νε πά­τα­γο στὴ μου­σι­κὴ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, ἢ τὸν Μά­ι­κλ Τζάκ­σον, ποὺ τό­τε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ λευ­καί­νει τὸ μαῦ­ρο του δέρ­μα, ἢ τὸν Μπὸμπ Σίγ­κερ, ποὺ νό­μι­ζα πὼς ἦ­ταν γνω­στὸς μό­νο γιὰ τὸ τρα­γού­δι «L­i­ke a R­o­ck» ἀ­πὸ κεί­νη τὴ χα­ζὴ δι­α­φή­μι­ση τῆς Σε­βρο­λέ. Κι ἔ­πει­τα, ἐ­κτὸς ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, ξέ­ρει δι­ά­φο­ρα πο­λι­τι­κὰ ὅ­πως ὅ­τι ἡ Ρω­σί­α δὲν ἦ­ταν πιὰ Ρω­σί­α καὶ ὅ­τι γκρε­μί­στη­κε τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου, καὶ τὴ ρω­τά­ω πῶς καὶ ξέ­ρει τέ­τοι­α πράγ­μα­τα καὶ λέ­ει ὅ­τι τὰ ξέ­ρει ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἐ­κεῖ. «Ναί, κα­λά», τῆς λέ­ω κι αὐ­τὴ ἀ­παν­τά­ει, «Μά­λι­στα, μπο­ρῶ νὰ τὸ ἀ­πο­δεί­ξω», τρέ­χει πά­νω στὸ δω­μά­τιό της καὶ ξα­να­κα­τε­βαί­νει μ’ ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι βαμ­μέ­νο μπε­τὸν πε­ρί­που στὸ μέ­γε­θος χάμ­πουρ­γκερ καὶ τὸ βά­ζει πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας μπρο­στὰ σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου. «Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» ρω­τάω κι αὐ­τὴ ἀ­παν­τά­ει, «Ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου».

       «Ὄν­τως!» λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου κι ἐν­θου­σι­ά­ζε­ται. «Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι! Ἀ­πί­στευ­το, ἔ­τσι;» Τὸ πιά­νει καὶ τὸ στρι­φο­γυ­ρί­ζει στὰ χέ­ρια του, ζυ­γι­ά­ζον­τάς το λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­πὸ ἄλ­λον πλα­νή­τη. «Πό­τε πῆ­γες στὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου, γλυ­κιά μου;» Ἡ ἀ­δελ­φή μου τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη.

      «Δὲν θυ­μᾶ­σαι;» λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου. «Πῆ­γα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὴ θεί­α Ἔι­μι.»

      «Δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου. «Πό­σων χρο­νῶν ἤ­σουν;» Τί­πο­τα δὲν θυ­μᾶ­ται. Λὲς καὶ ξε­μω­ρά­θη­κε. Πῶς γί­νε­ται νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κά­τι τέ­τοι­ο; Ὅ­τι ἡ ἴ­δια του ἡ κό­ρη πῆ­γε στὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γέ­ρος ὥ­στε νὰ ξε­μω­ρα­θεῖ, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­χει πά­θει.

      «Ἐ­γὼ ποῦ ἤ­μου­να;» λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου.

      «Μᾶλ­λον θὰ ἔ­μει­νες ἐ­δῶ», λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου.

      «Μᾶλ­λον», λέ­ει ἐ­κεῖ­νος.

      Ρω­τά­ω τὴν ἀ­δελ­φή μου ποῦ τὸ βρῆ­κε τὸ κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ μοῦ λέ­ει ὅ­τι δι­έ­σχι­ζαν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τὸ Βε­ρο­λί­νο τό­τε ποὺ γκρέ­μι­ζαν τὸ τεῖ­χος καὶ οἱ ἐρ­γά­τες μοί­ρα­ζαν κομ­μά­τια στὸν κό­σμο, τοὺς τὰ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Λέ­ει πὼς ἦ­ταν σὰν γι­ορ­τή. Ἦ­ταν τρι­ῶν χρο­νῶν καὶ θυ­μᾶ­ται τὰ χον­τρά, τρι­χω­τὰ ἀν­τρι­κὰ χέ­ρια νὰ μπαί­νουν ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ νὰ τοὺς δί­νουν χον­τρὰ κομ­μά­τια πέ­τρας καὶ μπε­τὸν σὰν νὰ μοί­ρα­ζαν κέ­ικ κι ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἦ­ταν ὅ­λα αὐ­τά.

      Πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι τὸ κομ­μά­τι τοῦ μπε­τὸν πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας. Ἡ μιὰ πλευ­ρὰ εἶ­ναι λεί­α, ἐ­πί­πε­δη καὶ βαμ­μέ­νη μὲ φαν­τα­χτε­ρὸ τιρ­κου­ὰζ καὶ βυσ­σι­νὶ χω­ρι­σμέ­να στὴ μέ­ση ἀ­πὸ μιὰ λε­πτὴ κί­τρι­νη λω­ρί­δα – μοιά­ζει μὲ μπο­γιὰ ἀ­πὸ σπρέ­ι, γκρά­φι­τι ἴ­σως. Ἡ ἄλ­λη πλευ­ρὰ εἶ­ναι σπα­σμέ­νη καὶ τρα­χιὰ καὶ φαί­νον­ται τὰ θραύ­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κὰ ποὺ εἶ­χε φτια­χτεῖ τὸ μπε­τόν: λεῖ­ες πε­τροῦ­λες ποὺ μοιά­ζουν σὰν νὰ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ βά­θη κά­ποι­ου δά­σους καὶ κο­φτε­ρὰ χα­λί­κια ἀ­να­κα­τε­μέ­να μ’ ἕ­να τσι­μέν­το σὰν κι­μω­λί­α ποὺ δὲν μοιά­ζει κα­θό­λου ἀ­με­ρι­κά­νι­κο καὶ κά­τι μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μα­τά­κια ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζουν. Ὅ­ταν τρί­βεις μὲ τὸ δά­χτυ­λο τὴν κό­ψη του, βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο μᾶλ­λον σὰν γυα­λὶ πα­ρὰ σὰν πέ­τρα. Ἡ ἀ­δελ­φή μου προ­σφέ­ρε­ται νὰ μ’ ἀ­φή­σει νὰ πά­ρω τὸ κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ νὰ τὸ δεί­ξω στὴν τά­ξη, μιὰ πο­λὺ γεν­ναι­ό­δω­ρη προ­σφο­ρὰ ἀ­πὸ μέ­ρους της, πι­στεύ­ω. Ὕ­στε­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου πιά­νει τὸ βα­ρὺ κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ τὸ ρί­χνει μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κή, δι­α­φα­νῆ σα­κού­λα μὲ σφρά­γι­σμα κι ὅ­ταν τὸν ρω­τά­ω για­τί τὸ κά­νει αὐ­τό, μοῦ λέ­ει γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ. Λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴ χα­θεῖ ἢ νὰ μὴν τὸ κλέ­ψει κα­νείς, για­τί εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κό, ζων­τα­νὸ κομ­μά­τι τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας. Τί τὸν νοιά­ζει; Δὲν εἶ­ναι κὰν σί­γου­ρος ἂν ἦ­ταν ζων­τα­νὸς ὁ ἴ­διος ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ τώ­ρα λέ­ει ζων­τα­νὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι μπε­τόν. Βγά­ζει ἕ­να με­γά­λο ρο­λὸ ἀ­ση­μὶ μο­νω­τι­κὴ ται­νί­α ἀ­πὸ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ κό­βει ἕ­να κομ­μά­τι μὲ τὰ δόν­τια του. Κολ­λά­ει τὴ λω­ρί­δα τῆς ται­νί­ας στὴ σα­κού­λα κι ἔ­πει­τα παίρ­νει ἕ­ναν μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο καὶ γρά­φει «ΚΟΜ­ΜΑ­ΤΙ ΤΟΥ ΤΕΙ­ΧΟΥΣ ΤΟΥ ΒΕ­ΡΟ­ΛΙ­ΝΟΥ» λὲς καὶ εἶ­ναι ἐ­τι­κέ­τα μου­σεί­ου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο. «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει, «ἔ­τσι θὰ εἶ­ναι ἐν­τά­ξει». Εἶ­ναι θε­ο­πά­λα­βος.

      Ἡ ἀ­δελ­φή μου κά­νει τὰ μα­θή­μα­τά της ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται συ­νέ­χεια κι ἄλ­λα γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 καὶ μοῦ τὰ ξε­φουρ­νί­ζει τὴν ὥ­ρα ποὺ δι­α­βά­ζει λὲς καὶ τὸ μυα­λό της εἶ­ναι ἱ­κα­νὸ νὰ χω­ρί­ζε­ται στὴ μέ­ση καὶ νὰ κά­νει δυ­ὸ πράγ­μα­τα ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­ναι πα­νέ­ξυ­πνη, λέ­ω ἐ­γώ. «Ἕ­να ἡ­φαί­στει­ο πέ­ρα στὰ δυ­τι­κὰ στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον εἶ­χε ἐ­κρα­γεῖ», λέ­ει. «Ἐ­ξερ­ρά­γη καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­κρή­γνυ­ται πό­τε πό­τε ὅ­λη ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἦ­ταν, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι, μπαμ­πά;» Δὲν ξέ­ρω για­τί τὸν ρω­τά­ει. Ποῦ νὰ ξέ­ρει αὐ­τός;

      «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου σκου­πί­ζον­τας μαῦ­ρα μυρ­μήγ­κια ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σφουγ­γά­ρι. Δὲν τὰ πο­δο­πα­τά­ει, μό­νο τὰ ρί­χνει στὸ πά­τω­μα καὶ τὰ ἀ­φή­νει νὰ φύ­γουν.

      «Για­τί δὲν τὰ σκο­τώ­νεις;» τὸν ρω­τά­ω.

      «Μ’ ἀ­ρέ­σουν τὰ μυρ­μήγ­κια», λέ­ει. «Μοῦ θυ­μί­ζουν κα­λο­καί­ρι καὶ τό­πους ζε­στούς. Πάν­τα εἴ­χα­με μυρ­μήγ­κια ὅ­ταν ἤ­μου­να μι­κρός.» Τὸ λέ­ει σὰν νὰ μι­λού­σα­με γιὰ κου­τα­βά­κια ἢ ἰν­δι­κὰ χοι­ρί­δια.

      «Καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ A­I­DS!» ξε­φουρ­νί­ζει ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­δελ­φή μου. «Τό­τε πρω­το­α­να­κά­λυ­ψαν τὸν ἰ­ὸ τοῦ A­I­DS, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.» Ἔ­χει πά­ρει φό­ρα τώ­ρα. Δὲν ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει τὸ μυα­λό της. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο γιὰ μέ­να· σὰν νὰ ἀ­να­φέ­ρει δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ κυ­λᾶ­νε γραμ­μέ­να πά­νω σε μιὰ ὀ­θό­νη μπρο­στά της. Τὸ A­I­DS; Ἀ­πὸ ποῦ τὰ κα­τε­βά­ζει ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ νοῦς της; «Καὶ τό­τε πυ­ρο­βό­λη­σε τὸν Μάρ­βιν Γκέ­ι ὁ πα­τέ­ρας του, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» λέ­ει. Ξαφ­νι­κὰ ὁ πα­τέ­ρας μου πα­γώ­νει κα­τα­με­σῆς στὴν κου­ζί­να λὲς καὶ τὸν χτύ­πη­σε σα­νί­δα στὸ κε­φά­λι.

      «Δί­κιο ἔ­χεις», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου. «Αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Τὸ θυ­μᾶ­σαι;» λέ­ω ἐ­γώ, καὶ τὸν κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα, ὄρ­θιο ἐ­κεῖ μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι νὰ κρέ­με­ται ἀ­π’ τὸ χέ­ρι του στά­ζον­τας στὸ πά­τω­μα νὰ κοι­τά­ζει πέ­ρα χω­ρὶς νὰ βλέ­πει οὔ­τε ἐ­μέ­να οὔ­τε τὴν ἀ­δελ­φή μου οὔ­τε τί­πο­τ’ ἄλ­λο, ἀλ­λὰ λὲς καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὴν εἰ­κό­να τοῦ Μάρ­βιν Γκέ­ι στὸν νοῦ του, πυ­ρο­βο­λη­μέ­νου στὸ κε­φά­λι καὶ μα­τω­μέ­νου, ἀ­πὸ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α στὶς εἰ­δή­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τὶς εἰ­δή­σεις ποὺ σι­χαί­νε­ται.

      «Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­θα­ρά», λέ­ει. «Ἤ­μουν στὴν Κα­λι­φόρ­νια. Τὸ 1984 ἦ­ταν – ἄ­νοι­ξη ἢ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1984 κι ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη. Ὁ Μάρ­βιν Γκέ­ι σκο­τώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του κι ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἱ­ε­ρω­μέ­νος, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Νο­μί­ζω πὼς ἦ­ταν. Ἄν­θρω­πος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε τὸν γιό του στὸ κε­φά­λι γιὰ κά­ποι­α δι­εκ­δί­κη­ση – κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ γυ­ναῖ­κες, νο­μί­ζω. Κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» Στρέ­φε­ται πρὸς τὴν ἀ­δελ­φή μου, ποὺ δὲν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σ’ ἐ­κεί­νη ἀ­πευ­θύ­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση καὶ συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά της μὲ τὸ κε­φά­λι σκυμ­μέ­νο στὸ βι­βλί­ο της, προ­σπα­θών­τας νὰ τε­λει­ώ­σει τὶς ἐρ­γα­σί­ες της. «Δὲν ἦ­ταν κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ μιὰ γυ­ναί­κα;» τῆς ξα­να­λέ­ει. Ἡ ἀ­δελ­φή μου ση­κώ­νει τε­λι­κά το κε­φά­λι καὶ βλέ­πει ὅ­τι τῆς μι­λά­ει. Τὸν κοι­τά­ζει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι σκέ­φτε­ται κά­ποι­ο μα­θη­μα­τι­κὸ πρό­βλη­μα.

      «Δὲν ξέ­ρω, μπαμ­πά», τοῦ λέ­ει, καὶ τὸ βλέμ­μα της ξα­να­γυ­ρί­ζει στὰ βι­βλί­α. Ἐ­κεῖ­νος κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να, κά­πως σὰν νὰ ψά­χνει ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Δὲν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Ποῦ νὰ τὴν ξέ­ρω ἐ­γὼ τὴν ἀ­πάν­τη­ση; Δὲν εἶ­χα κὰν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν ἔ­γι­νε. Κοι­τά­ζει πά­λι πέ­ρα στὴν κου­ζί­να, πρὸς τὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα.

      «Χά, πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ θυ­μᾶ­μαι αὐ­τό», λέ­ει καὶ με­τὰ πε­τά­ει τὸ σφουγ­γά­ρι στὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ βγαί­νει στὴ σκε­πα­στὴ βε­ράν­τα καὶ στέ­κε­ται ἐ­κεῖ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­τε­νί­ζον­τας τὴν αὐ­λὴ καὶ τὸ σφεν­τά­μι. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κοι νε­οσ­σοὶ τι­τι­βί­ζουν στὴ λι­μνού­λα λί­γο πα­ρα­κά­τω στὸν λό­φο. Πιά­νω τὴ δι­ά­φα­νη σα­κού­λα μὲ τὸ κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ τὴ ση­κώ­νω ψη­λὰ στὸ φῶς. Εἶ­ναι μο­νά­χα ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μπε­τόν.

      «Μὴν τὸ χά­σεις», λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

      «Πῶς γί­νε­ται νὰ τὸ χά­σω;» λέ­ω ἐ­γώ. «Ἔ­χει ἐ­τι­κέ­τα.»

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard) (1943). Ὁ βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ Πού­λι­τζερ συγ­γρα­φέ­ας πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πὸ 45 θε­α­τρι­κῶν ἔρ­γων, κα­θὼς καὶ πο­λυ­ά­ριθ­μων δι­η­γη­μά­των καὶ δο­κι­μί­ων. Ἕν­τε­κα ἀ­πὸ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Ὄμ­πι, ἀ­νά­με­σά τους καὶ τὰ B­u­r­i­ed C­h­i­ld, T­he L­a­te H­e­n­ry M­o­ss, S­i­m­p­a­t­i­co, C­u­r­se of t­he S­t­a­r­v­i­ng C­l­a­ss, T­r­ue W­e­st, F­o­ol f­or L­o­ve, T­he G­od of H­e­ll, A Lie of t­he M­i­nd, τὸ ὁ­ποῖ­ο κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο N­ew Y­o­rk D­r­a­ma D­e­sk. Ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πά­νω ἀ­πὸ 30 ται­νί­ες καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ Ὄ­σκαρ τὸ 1984 γιὰ τὴν ἠ­θο­ποι­ί­α του στὴν ται­νί­α T­he R­i­g­ht S­t­u­ff. Ὁ Σέ­παρντ εἰ­σή­χθη στὸ H­a­ll of F­a­me Θε­ά­τρου τὸ 1994. Ζεῖ στὴ Μι­νε­σό­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: