Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard): Κομμάτι τοῦ Τείχους τοῦ Βερολίνου

.

Shepard,Sam-KommatiTouTeichousTouBerolinou-Eikona-01

.

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard)

.

Κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου

(Berlin Wall Piece)

.

17-oΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80. Πρέ­πει νὰ τοῦ πά­ρω συ­νέν­τευ­ξη γιὰ μιὰ ἐρ­γα­σί­α μου στὸ μά­θη­μα τῆς κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας τῆς πρώ­της γυ­μνα­σί­ου καὶ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε. Λέ­ει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ θυ­μη­θεῖ τί­πο­τε γιὰ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ μαλ­λιά, τὰ ροῦ­χα, τὴ μου­σι­κὴ ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο. Λέ­ει ὅ­τι ἡ οἰ­κο­νο­μί­α ἦ­ταν χά­λια καὶ γι’ αὐ­τὸ ἔ­φται­γαν οἱ ρε­πουμ­πλι­κά­νοι, ἀλ­λὰ ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τὸ δὲν ξε­χώ­ρι­ζε κά­τι ἄλ­λο κα­τὰ τὴ γνώ­μη του. Λέ­ει ὅ­τι τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἦ­ταν ὅ­τι τό­τε γνώ­ρι­σε τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ ὅ­τι τό­τε γεν­νη­θή­κα­με κι ἐ­γὼ καὶ ἡ ἀ­δελ­φή μου. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Ὅ­ταν τοῦ λέω ὅ­τι ἡ ἐρ­γα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ τὰ προ­σω­πι­κά μας, λέ­ει: «Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ἄλ­λο;» Τοῦ λέω ὅ­τι χρει­ά­ζο­μαι πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ στὺλ καὶ τὴ μό­δα καὶ ὅ,τι ἄλ­λο συ­νέ­βαι­νε στὴ χώ­ρα ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ λέ­ει ὅ­τι τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι μιὰ «ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ὑ­πό­θε­ση» καὶ ὅ­τι ὅ­λα τα ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι μό­νο ἐ­πι­φα­νεια­κὰ καὶ ψεύ­τι­κα – σὰν τὶς εἰ­δή­σεις. Λέ­ει ὅ­τι οἱ εἰ­δή­σεις εἶ­ναι ὅ­λο ψέ­μα­τα καὶ ὁ λό­γος ποὺ εἶ­ναι τό­σο δη­μο­φι­λεῖς εἶ­ναι ὅ­τι πα­ρου­σι­ά­ζον­ται σὰν ἀ­λή­θεια καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὶς πι­στεύ­ουν ἐ­πει­δὴ προ­τι­μοῦν νὰ πι­στεύ­ουν σ’ ἕ­να ψέ­μα. Ὅ­τι δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ χω­νέ­ψουν τὴν ἀ­λή­θεια. Αὐ­τὸ λέ­ει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς εἶ­ναι μιὰ ἁ­πλὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80, ὄ­χι γιὰ τὴν «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ τὶς «εἰ­δή­σεις», ἀλ­λὰ λέ­ει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὸ ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας· ὅ­τι τὸ ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ξε­περ­νά­ει ὅ­λα τα ἄλ­λα ζη­τή­μα­τα γιὰ τὰ μαλ­λιά, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὴ μου­σι­κὴ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἔ­πει­τα λέ­ει ὅ­τι δὲν θυ­μᾶ­ται τὴ ζω­ή του τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 καὶ ὅ­τι ἴ­σως νὰ μὴν ἔ­ζη­σε κὰν ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο, ἀλ­λὰ με­τὰ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ ζοῦ­σε τό­τε για­τί θυ­μᾶ­ται ποὺ γνώ­ρι­σε τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ ὅ­τι τό­τε γεν­νη­θή­κα­με κι ἐ­γὼ καὶ ἡ ἀ­δελ­φή μου. Αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει. Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­ναι τρε­λὸς γιὰ δέ­σι­μο. Ἔ­τσι εἶ­ναι. Χρό­νια τώ­ρα δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι. Ἡ ἀ­δελ­φή μου ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἀπ’ τὸν πα­τέ­ρα μου καὶ εἶ­ναι μό­νο ἕ­ναν χρό­νο πε­ρί­που με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ μέ­να. Πά­ει τρί­τη γυ­μνα­σί­ου. Ξέ­ρει δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα —μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε ἀ­πὸ ποῦ— ὅ­πως ὅ­τι τό­τε τὰ παν­τε­λό­νια εἶ­χαν πα­ρά­ξε­νο στύλ, ἦ­ταν στε­νὰ κά­τω καὶ τὰ φο­ροῦ­σαν μὲ τὰ μπα­τζά­κια χω­μέ­να μέ­σα σὲ μπό­τες μὲ φερ­μου­ὰρ καὶ τὰ κο­ρί­τσια φο­ροῦ­σαν σκι­σμέ­να δι­χτυ­ω­τὰ καλ­σὸν καὶ φτη­νι­ά­ρι­κα λευ­κὰ βαμ­βα­κε­ρὰ γάν­τια προ­σπα­θών­τας νὰ μι­μη­θοῦν τὴ Μαν­τό­να, ποὺ φαν­τά­ζο­μαι πὼς ἔ­κα­νε πά­τα­γο στὴ μου­σι­κὴ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, ἢ τὸν Μά­ι­κλ Τζάκ­σον, ποὺ τό­τε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ λευ­καί­νει τὸ μαῦ­ρο του δέρ­μα, ἢ τὸν Μπὸμπ Σίγ­κερ, ποὺ νό­μι­ζα πὼς ἦ­ταν γνω­στὸς μό­νο γιὰ τὸ τρα­γού­δι «L­i­ke a R­o­ck» ἀ­πὸ κεί­νη τὴ χα­ζὴ δι­α­φή­μι­ση τῆς Σε­βρο­λέ. Κι ἔ­πει­τα, ἐ­κτὸς ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, ξέ­ρει δι­ά­φο­ρα πο­λι­τι­κὰ ὅ­πως ὅ­τι ἡ Ρω­σί­α δὲν ἦ­ταν πιὰ Ρω­σί­α καὶ ὅ­τι γκρε­μί­στη­κε τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου, καὶ τὴ ρω­τά­ω πῶς καὶ ξέ­ρει τέ­τοι­α πράγ­μα­τα καὶ λέ­ει ὅ­τι τὰ ξέ­ρει ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἐ­κεῖ. «Ναί, κα­λά», τῆς λέ­ω κι αὐ­τὴ ἀ­παν­τά­ει, «Μά­λι­στα, μπο­ρῶ νὰ τὸ ἀ­πο­δεί­ξω», τρέ­χει πά­νω στὸ δω­μά­τιό της καὶ ξα­να­κα­τε­βαί­νει μ’ ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι βαμ­μέ­νο μπε­τὸν πε­ρί­που στὸ μέ­γε­θος χάμ­πουρ­γκερ καὶ τὸ βά­ζει πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας μπρο­στὰ σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου. «Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» ρω­τάω κι αὐ­τὴ ἀ­παν­τά­ει, «Ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου».

       «Ὄν­τως!» λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου κι ἐν­θου­σι­ά­ζε­ται. «Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι! Ἀ­πί­στευ­το, ἔ­τσι;» Τὸ πιά­νει καὶ τὸ στρι­φο­γυ­ρί­ζει στὰ χέ­ρια του, ζυ­γι­ά­ζον­τάς το λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­πὸ ἄλ­λον πλα­νή­τη. «Πό­τε πῆ­γες στὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου, γλυ­κιά μου;» Ἡ ἀ­δελ­φή μου τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη.

      «Δὲν θυ­μᾶ­σαι;» λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου. «Πῆ­γα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὴ θεί­α Ἔι­μι.»

      «Δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου. «Πό­σων χρο­νῶν ἤ­σουν;» Τί­πο­τα δὲν θυ­μᾶ­ται. Λὲς καὶ ξε­μω­ρά­θη­κε. Πῶς γί­νε­ται νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κά­τι τέ­τοι­ο; Ὅ­τι ἡ ἴ­δια του ἡ κό­ρη πῆ­γε στὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γέ­ρος ὥ­στε νὰ ξε­μω­ρα­θεῖ, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­χει πά­θει.

      «Ἐ­γὼ ποῦ ἤ­μου­να;» λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου.

      «Μᾶλ­λον θὰ ἔ­μει­νες ἐ­δῶ», λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου.

      «Μᾶλ­λον», λέ­ει ἐ­κεῖ­νος.

      Ρω­τά­ω τὴν ἀ­δελ­φή μου ποῦ τὸ βρῆ­κε τὸ κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ μοῦ λέ­ει ὅ­τι δι­έ­σχι­ζαν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τὸ Βε­ρο­λί­νο τό­τε ποὺ γκρέ­μι­ζαν τὸ τεῖ­χος καὶ οἱ ἐρ­γά­τες μοί­ρα­ζαν κομ­μά­τια στὸν κό­σμο, τοὺς τὰ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Λέ­ει πὼς ἦ­ταν σὰν γι­ορ­τή. Ἦ­ταν τρι­ῶν χρο­νῶν καὶ θυ­μᾶ­ται τὰ χον­τρά, τρι­χω­τὰ ἀν­τρι­κὰ χέ­ρια νὰ μπαί­νουν ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ νὰ τοὺς δί­νουν χον­τρὰ κομ­μά­τια πέ­τρας καὶ μπε­τὸν σὰν νὰ μοί­ρα­ζαν κέ­ικ κι ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἦ­ταν ὅ­λα αὐ­τά.

      Πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι τὸ κομ­μά­τι τοῦ μπε­τὸν πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας. Ἡ μιὰ πλευ­ρὰ εἶ­ναι λεί­α, ἐ­πί­πε­δη καὶ βαμ­μέ­νη μὲ φαν­τα­χτε­ρὸ τιρ­κου­ὰζ καὶ βυσ­σι­νὶ χω­ρι­σμέ­να στὴ μέ­ση ἀ­πὸ μιὰ λε­πτὴ κί­τρι­νη λω­ρί­δα – μοιά­ζει μὲ μπο­γιὰ ἀ­πὸ σπρέ­ι, γκρά­φι­τι ἴ­σως. Ἡ ἄλ­λη πλευ­ρὰ εἶ­ναι σπα­σμέ­νη καὶ τρα­χιὰ καὶ φαί­νον­ται τὰ θραύ­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κὰ ποὺ εἶ­χε φτια­χτεῖ τὸ μπε­τόν: λεῖ­ες πε­τροῦ­λες ποὺ μοιά­ζουν σὰν νὰ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ βά­θη κά­ποι­ου δά­σους καὶ κο­φτε­ρὰ χα­λί­κια ἀ­να­κα­τε­μέ­να μ’ ἕ­να τσι­μέν­το σὰν κι­μω­λί­α ποὺ δὲν μοιά­ζει κα­θό­λου ἀ­με­ρι­κά­νι­κο καὶ κά­τι μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μα­τά­κια ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζουν. Ὅ­ταν τρί­βεις μὲ τὸ δά­χτυ­λο τὴν κό­ψη του, βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο μᾶλ­λον σὰν γυα­λὶ πα­ρὰ σὰν πέ­τρα. Ἡ ἀ­δελ­φή μου προ­σφέ­ρε­ται νὰ μ’ ἀ­φή­σει νὰ πά­ρω τὸ κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ νὰ τὸ δεί­ξω στὴν τά­ξη, μιὰ πο­λὺ γεν­ναι­ό­δω­ρη προ­σφο­ρὰ ἀ­πὸ μέ­ρους της, πι­στεύ­ω. Ὕ­στε­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου πιά­νει τὸ βα­ρὺ κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ τὸ ρί­χνει μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κή, δι­α­φα­νῆ σα­κού­λα μὲ σφρά­γι­σμα κι ὅ­ταν τὸν ρω­τά­ω για­τί τὸ κά­νει αὐ­τό, μοῦ λέ­ει γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ. Λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴ χα­θεῖ ἢ νὰ μὴν τὸ κλέ­ψει κα­νείς, για­τί εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κό, ζων­τα­νὸ κομ­μά­τι τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας. Τί τὸν νοιά­ζει; Δὲν εἶ­ναι κὰν σί­γου­ρος ἂν ἦ­ταν ζων­τα­νὸς ὁ ἴ­διος ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ τώ­ρα λέ­ει ζων­τα­νὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι μπε­τόν. Βγά­ζει ἕ­να με­γά­λο ρο­λὸ ἀ­ση­μὶ μο­νω­τι­κὴ ται­νί­α ἀ­πὸ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ κό­βει ἕ­να κομ­μά­τι μὲ τὰ δόν­τια του. Κολ­λά­ει τὴ λω­ρί­δα τῆς ται­νί­ας στὴ σα­κού­λα κι ἔ­πει­τα παίρ­νει ἕ­ναν μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο καὶ γρά­φει «ΚΟΜ­ΜΑ­ΤΙ ΤΟΥ ΤΕΙ­ΧΟΥΣ ΤΟΥ ΒΕ­ΡΟ­ΛΙ­ΝΟΥ» λὲς καὶ εἶ­ναι ἐ­τι­κέ­τα μου­σεί­ου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο. «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει, «ἔ­τσι θὰ εἶ­ναι ἐν­τά­ξει». Εἶ­ναι θε­ο­πά­λα­βος.

      Ἡ ἀ­δελ­φή μου κά­νει τὰ μα­θή­μα­τά της ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται συ­νέ­χεια κι ἄλ­λα γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 καὶ μοῦ τὰ ξε­φουρ­νί­ζει τὴν ὥ­ρα ποὺ δι­α­βά­ζει λὲς καὶ τὸ μυα­λό της εἶ­ναι ἱ­κα­νὸ νὰ χω­ρί­ζε­ται στὴ μέ­ση καὶ νὰ κά­νει δυ­ὸ πράγ­μα­τα ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­ναι πα­νέ­ξυ­πνη, λέ­ω ἐ­γώ. «Ἕ­να ἡ­φαί­στει­ο πέ­ρα στὰ δυ­τι­κὰ στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον εἶ­χε ἐ­κρα­γεῖ», λέ­ει. «Ἐ­ξερ­ρά­γη καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­κρή­γνυ­ται πό­τε πό­τε ὅ­λη ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἦ­ταν, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι, μπαμ­πά;» Δὲν ξέ­ρω για­τί τὸν ρω­τά­ει. Ποῦ νὰ ξέ­ρει αὐ­τός;

      «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου σκου­πί­ζον­τας μαῦ­ρα μυρ­μήγ­κια ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σφουγ­γά­ρι. Δὲν τὰ πο­δο­πα­τά­ει, μό­νο τὰ ρί­χνει στὸ πά­τω­μα καὶ τὰ ἀ­φή­νει νὰ φύ­γουν.

      «Για­τί δὲν τὰ σκο­τώ­νεις;» τὸν ρω­τά­ω.

      «Μ’ ἀ­ρέ­σουν τὰ μυρ­μήγ­κια», λέ­ει. «Μοῦ θυ­μί­ζουν κα­λο­καί­ρι καὶ τό­πους ζε­στούς. Πάν­τα εἴ­χα­με μυρ­μήγ­κια ὅ­ταν ἤ­μου­να μι­κρός.» Τὸ λέ­ει σὰν νὰ μι­λού­σα­με γιὰ κου­τα­βά­κια ἢ ἰν­δι­κὰ χοι­ρί­δια.

      «Καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ A­I­DS!» ξε­φουρ­νί­ζει ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­δελ­φή μου. «Τό­τε πρω­το­α­να­κά­λυ­ψαν τὸν ἰ­ὸ τοῦ A­I­DS, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.» Ἔ­χει πά­ρει φό­ρα τώ­ρα. Δὲν ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει τὸ μυα­λό της. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο γιὰ μέ­να· σὰν νὰ ἀ­να­φέ­ρει δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ κυ­λᾶ­νε γραμ­μέ­να πά­νω σε μιὰ ὀ­θό­νη μπρο­στά της. Τὸ A­I­DS; Ἀ­πὸ ποῦ τὰ κα­τε­βά­ζει ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ νοῦς της; «Καὶ τό­τε πυ­ρο­βό­λη­σε τὸν Μάρ­βιν Γκέ­ι ὁ πα­τέ­ρας του, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» λέ­ει. Ξαφ­νι­κὰ ὁ πα­τέ­ρας μου πα­γώ­νει κα­τα­με­σῆς στὴν κου­ζί­να λὲς καὶ τὸν χτύ­πη­σε σα­νί­δα στὸ κε­φά­λι.

      «Δί­κιο ἔ­χεις», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου. «Αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Τὸ θυ­μᾶ­σαι;» λέ­ω ἐ­γώ, καὶ τὸν κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα, ὄρ­θιο ἐ­κεῖ μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι νὰ κρέ­με­ται ἀ­π’ τὸ χέ­ρι του στά­ζον­τας στὸ πά­τω­μα νὰ κοι­τά­ζει πέ­ρα χω­ρὶς νὰ βλέ­πει οὔ­τε ἐ­μέ­να οὔ­τε τὴν ἀ­δελ­φή μου οὔ­τε τί­πο­τ’ ἄλ­λο, ἀλ­λὰ λὲς καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὴν εἰ­κό­να τοῦ Μάρ­βιν Γκέ­ι στὸν νοῦ του, πυ­ρο­βο­λη­μέ­νου στὸ κε­φά­λι καὶ μα­τω­μέ­νου, ἀ­πὸ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α στὶς εἰ­δή­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τὶς εἰ­δή­σεις ποὺ σι­χαί­νε­ται.

      «Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­θα­ρά», λέ­ει. «Ἤ­μουν στὴν Κα­λι­φόρ­νια. Τὸ 1984 ἦ­ταν – ἄ­νοι­ξη ἢ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1984 κι ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη. Ὁ Μάρ­βιν Γκέ­ι σκο­τώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του κι ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἱ­ε­ρω­μέ­νος, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Νο­μί­ζω πὼς ἦ­ταν. Ἄν­θρω­πος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε τὸν γιό του στὸ κε­φά­λι γιὰ κά­ποι­α δι­εκ­δί­κη­ση – κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ γυ­ναῖ­κες, νο­μί­ζω. Κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» Στρέ­φε­ται πρὸς τὴν ἀ­δελ­φή μου, ποὺ δὲν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σ’ ἐ­κεί­νη ἀ­πευ­θύ­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση καὶ συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά της μὲ τὸ κε­φά­λι σκυμ­μέ­νο στὸ βι­βλί­ο της, προ­σπα­θών­τας νὰ τε­λει­ώ­σει τὶς ἐρ­γα­σί­ες της. «Δὲν ἦ­ταν κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ μιὰ γυ­ναί­κα;» τῆς ξα­να­λέ­ει. Ἡ ἀ­δελ­φή μου ση­κώ­νει τε­λι­κά το κε­φά­λι καὶ βλέ­πει ὅ­τι τῆς μι­λά­ει. Τὸν κοι­τά­ζει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι σκέ­φτε­ται κά­ποι­ο μα­θη­μα­τι­κὸ πρό­βλη­μα.

      «Δὲν ξέ­ρω, μπαμ­πά», τοῦ λέ­ει, καὶ τὸ βλέμ­μα της ξα­να­γυ­ρί­ζει στὰ βι­βλί­α. Ἐ­κεῖ­νος κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να, κά­πως σὰν νὰ ψά­χνει ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Δὲν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Ποῦ νὰ τὴν ξέ­ρω ἐ­γὼ τὴν ἀ­πάν­τη­ση; Δὲν εἶ­χα κὰν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν ἔ­γι­νε. Κοι­τά­ζει πά­λι πέ­ρα στὴν κου­ζί­να, πρὸς τὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα.

      «Χά, πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ θυ­μᾶ­μαι αὐ­τό», λέ­ει καὶ με­τὰ πε­τά­ει τὸ σφουγ­γά­ρι στὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ βγαί­νει στὴ σκε­πα­στὴ βε­ράν­τα καὶ στέ­κε­ται ἐ­κεῖ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­τε­νί­ζον­τας τὴν αὐ­λὴ καὶ τὸ σφεν­τά­μι. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κοι νε­οσ­σοὶ τι­τι­βί­ζουν στὴ λι­μνού­λα λί­γο πα­ρα­κά­τω στὸν λό­φο. Πιά­νω τὴ δι­ά­φα­νη σα­κού­λα μὲ τὸ κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ τὴ ση­κώ­νω ψη­λὰ στὸ φῶς. Εἶ­ναι μο­νά­χα ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μπε­τόν.

      «Μὴν τὸ χά­σεις», λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

      «Πῶς γί­νε­ται νὰ τὸ χά­σω;» λέ­ω ἐ­γώ. «Ἔ­χει ἐ­τι­κέ­τα.»

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard) (1943). Ὁ βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ Πού­λι­τζερ συγ­γρα­φέ­ας πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πὸ 45 θε­α­τρι­κῶν ἔρ­γων, κα­θὼς καὶ πο­λυ­ά­ριθ­μων δι­η­γη­μά­των καὶ δο­κι­μί­ων. Ἕν­τε­κα ἀ­πὸ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Ὄμ­πι, ἀ­νά­με­σά τους καὶ τὰ B­u­r­i­ed C­h­i­ld, T­he L­a­te H­e­n­ry M­o­ss, S­i­m­p­a­t­i­co, C­u­r­se of t­he S­t­a­r­v­i­ng C­l­a­ss, T­r­ue W­e­st, F­o­ol f­or L­o­ve, T­he G­od of H­e­ll, A Lie of t­he M­i­nd, τὸ ὁ­ποῖ­ο κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο N­ew Y­o­rk D­r­a­ma D­e­sk. Ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πά­νω ἀ­πὸ 30 ται­νί­ες καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ Ὄ­σκαρ τὸ 1984 γιὰ τὴν ἠ­θο­ποι­ί­α του στὴν ται­νί­α T­he R­i­g­ht S­t­u­ff. Ὁ Σέ­παρντ εἰ­σή­χθη στὸ H­a­ll of F­a­me Θε­ά­τρου τὸ 1994. Ζεῖ στὴ Μι­νε­σό­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Διαφημίσεις

Νατάσα Τριτάκη: Κόψε τό λαιμό σου

.

Tritaki,Natasa-KopseToLaimoSou-Eikona-02

.

 

 

 

 

 

.

.

 

 .

Να­τά­σα Τρι­τά­κη

.

Κό­ψε τὸ λαι­μό σου

.

04-Omikron  ΚΟΣΜΟΣ πα­σχί­ζει νὰ μπεῖ ἀ­π’ τὸ τζά­μι. Πό­σο ἐ­κνευ­ρι­στι­κό! Νὰ μπεῖ ὅ­λος ὁ κό­σμος σπί­τι μου ἀ­π’ τὸ τζά­μι! Τὰ πε­ρι­στέ­ρια, τὰ κλά­ξον, τὰ κορ­να­ρί­σμα­τα, τὰ πα­πιὰ μὲ τὰ κου­τιὰ τους μα­ζί, ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ μα­λά­κες ποὺ ὁ­δη­γᾶ­νε χω­ρὶς στα­μα­τη­μὸ μέ­σα ἀ­π’ τὰ δι­κά τους τζά­μια, τὰ τρό­λε­ϊ μὲ τὶς κε­ραῖ­ες τους μα­ζί, μὲ τὸν ὁ­δη­γὸ μα­ζί, ποὺ βρί­ζει τὸ παρ­κα­ρι­σμέ­νο μπρο­στά του στὴ γω­νί­α καὶ κορ­νά­ρει, καὶ βγαί­νει τρέ­χον­τας ὁ ἄλ­λος μέ­σα ἀ­π’ τὸ κα­φε­νεῖ­ο, καὶ τρέ­χει μὲ τὸ οὖ­ζο στὸ χέ­ρι, στὸ γυα­λί, νὰ πέ­σει νὰ τοῦ σπά­σει τὸ γυα­λί, νὰ χυ­θεῖ τὸ γυα­λὶ στὸ δρό­μο καὶ τὸ οὖ­ζο στὸ κά­θι­σμα, νὰ βρω­μά­ει οὖ­ζο ὁ­λό­κλη­ρος ποὺ θὰ βρώ­μα­γε δη­λα­δὴ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, ἀ­κό­μα κι αὐ­τὸς θέ­λει νὰ μπεῖ ἀ­π’ τὸ τζά­μι, μὲ τὸ παρ­κα­ρι­σμέ­νο του μα­ζὶ ποὺ μό­λις τὸ ξε­πάρ­κα­ρε, καὶ τὸ κα­φε­νεῖο ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­π’ ὅ­που βγῆ­κε θέ­λει νὰ μπεῖ, ἡ «Βι­ο­λέ­τα» τὸ λέ­νε, καὶ τὸ δι­πλα­νὸ σου­βλατ­ζί­δι­κο, ὅ­λα, θέ­λουν νὰ μποῦν ἀ­π’ τὸ τζά­μι μου, ἀ­π’ τὸ τζά­μι μου μέ­σα, ὅ­λη ἡ πλα­τεί­α ὅ­που βλέ­πει τὸ σπί­τι, κι οἱ ψη­λὲς κο­λῶ­νες φω­τι­σμοῦ, τὰ σύρ­μα­τα, οἱ κε­ραῖ­ες, οἱ κά­δοι οἱ κί­τρι­νοι τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης τοῦ χαρ­τιοῦ, καὶ τὰ πέν­τε δέν­τρα με­τρη­μέ­να στὰ δά­χτυ­λα. Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν! Ὅ­λα θέ­λουν νὰ πε­ρά­σουν τὸ τζά­μι. Τὸ τζά­μι μου. Χμ! Μὰ εἶ­ναι ἀρ­γὰ τώ­ρα. Εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γὰ τώ­ρα. Εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά.

            Ἐ­γὼ εἶ­μαι κουρ­νι­α­σμέ­νος στὸν κα­να­πέ, κά­θο­μαι μὲς στὸ λευ­κὸ βε­λού­δι­νο τρί­χω­μά μου, γουρ­γου­ρί­ζω, γλύ­φω τὴν πα­τού­σα μου ἀ­τά­ρα­χος, μοῦ ’­χει ἀ­φή­σει καὶ φα­ΐ, ὅ­σο φαῒ θέ­λω, γιὰ μιὰ βδο­μά­δα του­λά­χι­στον, με­τὰ θὰ δοῦ­με, με­τὰ μπο­ρῶ νὰ πε­ρά­σω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ μπά­νιου, μ’ ἕ­να μι­κρὸ σάλ­το στὸ φω­τα­γω­γό, δί­πλα στῆς κυ­ρί­ας Ρέ­ας τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, νὰ μὲ τα­ΐ­σει. Πο­τὲ δὲν κά­θο­μαι νὰ μὲ χα­ϊ­δο­λο­γή­σει, ἀλ­λὰ ἂν χρεια­στεῖ τί θὰ κά­νω, θὰ τὸ κά­νω. Θὰ κά­τσω, ἅ­μα πει­νά­σω θὰ κά­τσω, χα­ρὰ στὸ πρά­μα, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς τὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­να χέ­ρια δὲ χα­ϊ­δεύ­ουν τό­σο ἐ­κνευ­ρι­στι­κά, τό­σο ἔν­το­να τό­σο ἁρ­πα­κτι­κά. Τὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­να χέ­ρια ξέ­ρουν κα­λύ­τε­ρα νὰ χα­ϊ­δεύ­ουν.

            Εἶ­μαι ζε­στὸς καὶ μα­λα­κὸς τώ­ρα, μὲς στὴ γου­νί­τσα μου, τὴν ἄ­σπρη μου γου­νί­τσα, φουν­τω­τός, περ­σι­κός, ἄρ­χον­τας, τί­πο­τα δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­ρά­σει τὸ τζά­μι, τώ­ρα εἶ­ν’ ἀρ­γὰ κό­σμε, τώ­ρα πά­ει. Μό­νο οἱ ἐ­κνευ­ρι­στι­κοὶ θό­ρυ­βοι τῆς πό­λης ἐ­νο­χλοῦν λι­γά­κι, θέ­λω νὰ πά­ψουν, δὲν εἴ­μα­στε κου­φοὶ οἱ ὁ­λό­λευ­κοι περ­σι­κοί, αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­νο­η­σί­ες, ἀ­κού­ω τὰ πάν­τα, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας λό­γος ν’ ἀ­νη­συ­χῶ, ἔ­χει μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη σι­ω­πὴ ἐ­δῶ μέ­σα, εὐ­τυ­χῶς, ἔ­κλει­σε τὸ τζά­μι πρίν. Κι ἔ­τσι ὁ κό­σμος δὲ θὰ ξα­να­πε­ρά­σει ἐ­δῶ μέ­σα. Εὐ­τυ­χῶς.

            Ἂν κου­νη­θῶ λι­γά­κι, νὰ τεν­τω­θῶ λι­γά­κι, ἔ­στω βα­ρι­ε­στη­μέ­να, νὰ πά­ω μέ­χρι τὴν κου­ζί­να… ναί. Θὰ ὑ­πο­λο­γί­σω, ὥ­στε ν’ ἀ­πο­φύ­γω μὲ χά­ρη νὰ τραυ­μα­τί­σω τὰ πο­δα­ρά­κια μου στὸ σπα­σμέ­νο μπου­κά­λι, πώ-πώ γυα­λιά…, γυ­α­λά­κια καὶ κα­κό!… Μ’ ἕ­να μι­κρὸ εὐ­έ­λι­κτο σάλ­το θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω, δὲ θὰ λε­ρω­θῶ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα. Μυ­ρί­ζει κά­πως βέ­βαι­α. Δι­ε­γεί­ρει τὰ ρου­θού­νια μου ποὺ εἶ­ναι πάν­τα ὑ­γρὰ κι εὐ­αί­σθη­τα. Τὰ μου­στά­κια μου ὅ­μως μπο­ροῦν νὰ ὑ­πο­λο­γί­σουν τὴν κλί­ση τοῦ ἅλ­μα­τος. Ἔ­τσι, ἡ κα­τά­λευ­κη φουν­τω­τὴ οὐ­ρί­τσα μου θ’ ἀ­πο­φύ­γει, μό­λις μὲ τὴν ἄ­κρη της θ’ ἀγ­γί­ξει, τὶς χα­ρα­κι­ές, στὶς κά­τα­σπρες φλέ­βες, τὶς βα­θι­ὲς γραμ­μές, στὰ ὁ­λό­α­σπρα νε­α­νι­κά της χέ­ρια, ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, δὲν ἤ­ξε­ραν κα­θό­λου, μὰ κα­θό­λου, νὰ χα­ϊ­δεύ­ουν.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Να­τά­σα Τρι­τά­κη (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν καὶ στὸ τμῆ­μα Ἰ­σπα­νι­κής Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ὁ­λο­κλη­ρώ­σει ἕ­να με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Πο­λι­τι­στι­κῆς Δι­α­χεί­ρι­σης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να, ὡς κα­θη­γή­τρια ἰ­σπα­νι­κῶν.

 

Μαίρη Μόρις (Mary Morris): Τὸ κούρεμα

 

 

Morris,Mary-ToKourema-Eikona-01

 

Μαί­ρη Μό­ρις (M­a­ry M­o­r­r­is)

 

Τὸ κούρεμα

(T­he H­a­i­r­c­ut)

 

01-GammaΝΩ­ΡΙ­ΖΑ ΤΗΝ Ω­ΡΑ ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ τί ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ μοῦ δι­έ­φευ­γε. Στά­θη­κε ἐ­κεῖ φο­ρών­τας τὸ χα­κί του κο­στού­μι, μὲ τὴ ρα­κέ­τα τοῦ τέ­νις στὸ χέ­ρι, τοὺς ἔ­φη­βους γιούς του νὰ χα­μο­γε­λοῦν στε­κό­με­νοι ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιά του. Στά­θη­κα μὲ τὴν κό­ρη μας ἀγ­κα­λιὰ ἀ­νά­με­σα στοὺς γο­νεῖς μου. Κοι­τα­χτή­κα­με μὲ τὸν τρό­πο ποὺ εἶ­χα δεῖ τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴν Γαλ­λί­α νὰ κά­νουν στὶς πα­λι­ὲς πο­λε­μι­κὲς ται­νί­ες γιὰ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση.

       Τί εἶ­ναι λά­θος σ’ αὐ­τὴ τὴν εἰ­κό­να; ρώ­τη­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­να­κα­λών­τας ἕ­να τὲ­στ στὸ ὁ­ποῖ­ο συ­χνὰ ἀ­πο­τύγ­χα­να ὡς παι­δί. Ἤ­μουν ἀ­φε­λής, εὐ­κο­λό­πι­στη. (Ὁ σκύ­λος μπο­ροῦ­σε νὰ τρώ­ει στὸ τρα­πέ­ζι, ἡ σύ­ζυ­γος μπο­ροῦ­σε νὰ φο­ρέ­σει τὸ κο­στού­μι τοῦ συ­ζύ­γου της.) Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ὅ­λοι πε­ρί­με­ναν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ὑ­πο­δε­χτῶ αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα ψυ­χραν­θεῖ, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἐ­πα­νέ­νω­σης, ἡ ὥ­ρα νὰ τὰ ξα­να­βροῦ­με γιὰ ὅ,τι εἶ­χε γί­νει. Φτά­σα­με σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­φα­ση μα­ζὶ ἀ­φό­του ζή­σα­με χώ­ρια καὶ σὲ ἀν­τί­θε­τες ἀ­κτὲς γιὰ ἕ­να χρό­νο. Εἴ­χα­με ψυ­χραν­θεῖ μό­λις πρὶν γεν­νη­θεῖ τὸ παι­δί. Ἐ­κεῖ­νος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ χει­ρι­στεῖ τὶς ἐ­πι­πλέ­ον εὐ­θύ­νες, ἐ­γὼ στη­ρί­χτη­κα πά­νω του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἔ­πρε­πε. Ἤ­θε­λα οἰ­κο­γέ­νεια, αὐ­τὸς ἀ­κό­μη πά­λευ­ε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα μὲ τὸ παι­δὶ ποὺ ἤ­δη εἶ­χε. Προ­σπα­θή­σα­με νὰ χω­ρί­σου­με καὶ ἀ­πο­τύ­χα­με. Πῆ­ρα μιὰ δου­λειὰ στὴν Κα­λι­φόρ­νια, ὅ­που με­τα­κό­μι­σα μὲ τὸ μι­κρὸ παι­δί μου. Ἔ­με­νε στὴν Ἀ­να­το­λι­κὴ Ἀ­κτή. Ἀλ­λὰ μι­λού­σα­με κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ τη­λέ­φω­νο. Κά­να­με ἀρ­κε­τὰ τα­ξί­δια γιὰ νὰ βροῦ­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο. Συμ­φώ­νη­σα νὰ ἀ­φή­σω τὴν δου­λειά μου στὴ Δυ­τι­κὴ Ἀ­κτή. Εἶ­πε θὰ προ­σπα­θοῦ­σε ξα­νά.

       Πέ­ρα­σαν δύ­ο μῆ­νες ποὺ δὲν εἴ­χα­με εἰ­δω­θεῖ. Ἀ­κό­μη ἔ­νι­ω­θα ἐ­νο­χλη­μέ­νη ποὺ χά­λα­σε τὰ σχέ­δια μας γιὰ τὴ μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου (προ­έ­κυ­ψε μιὰ ἐκ­δρο­μὴ γιὰ σκὶ ποὺ εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ στὰ ἀ­γό­ρια). Πει­ρά­χτη­κα ὅ­ταν δὲν τη­λε­φω­νοῦ­σε ἐ­νῶ ἔ­λε­γε πὼς θὰ τὸ ἔ­κα­νε. Πέ­ρα­σα ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις, μι­κρὲς καὶ με­γά­λες, ἀλ­λὰ τώ­ρα εἶ­χα ἔρ­θει μὲ τὴν κό­ρη μας στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν μας στὴ Φλό­ριν­τα, καὶ εἶ­χε φέ­ρει καὶ τὰ ἀ­γό­ρια. Ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γε­νεια­κὲς δι­α­κο­πές, ἡ ὥ­ρα νὰ συμ­φι­λι­ω­θοῦ­με.

       Κοί­τα­ξε ξα­νά, εἶ­πα στὸν ἑ­αυ­τό μου, μὴν μπο­ρών­τας ἀ­κό­μη νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω τί μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε, τί φαι­νό­ταν λά­θος. Τὸ πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν ὄ­μορ­φο, σχε­δὸν μαυ­ρι­σμέ­νο. Τὸ κο­στού­μι του ἦ­ταν κα­θα­ρὸ καὶ σι­δε­ρω­μέ­νο. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν κα­θα­ρὰ καὶ φω­τει­νά, τὰ πα­πού­τσια του γυ­α­λι­σμέ­να. Τὸ γέ­νι καὶ τὰ μαλ­λιὰ του ἦ­ταν κα­θα­ρὰ καὶ κου­ρε­μέ­να.

 

       Ἔ­κα­να μιὰ παύ­ση ἐ­κεῖ. Για­τὶ ὅ­ταν περ­νᾶς πέν­τε χρό­νια τῆς ζω­ῆς σου μὲ κά­ποι­ον, προ­σέ­χεις κά­ποι­α πράγ­μα­τα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας μὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς συ­νή­θει­ες, μι­κρὲς ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­ες ποὺ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξε­χά­σεις. Δὲν θὰ ἔ­τρω­γε πλι­γού­ρι βρώ­μης, ἂν πε­ρι­εῖ­χε γρόμ­πους. Δὲν θὰ φο­ροῦ­σε ρο­λό­ι. Ὅ­ταν πο­νᾶ, κλεί­νε­ται στὸν ἑ­αυ­τό του. Πρέ­πει νὰ παί­ζει τέ­νις κα­θη­με­ρι­νά. Ἔ­χει ἕ­να τρό­πο νὰ καμ­που­ριά­ζει, ὅ­ταν λέ­ει ἕ­να ψέ­μα. Καὶ δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τὲ σὲ κου­ρεῖ­ο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται πὼς ἔ­χει εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια νὰ μπεῖ σὲ κου­ρεῖ­ο. Τοῦ ἔ­κο­βα τὰ μαλ­λιὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α πέν­τε χρό­νια, ἡ πρώ­ην γυ­ναί­κα του ἔ­κα­νε τὸ ἴ­διο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἀν­τί­θε­τα μὲ τὸν Σαμ­ψών, αὐ­τὸς ἤ­θε­λε μιὰ γυ­ναί­κα νὰ τοῦ κό­βει τὰ μαλ­λιά. Εἶ­χα νὰ τὸν δῶ δύ­ο μῆ­νες, καὶ τὰ μαλ­λιά του ἦ­ταν κα­θα­ρὰ καὶ κου­ρε­μέ­να.

       Ἦ­ταν σὰν νὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ση­μα­σί­α τοῦ ὀ­νεί­ρου ἀ­πό­το­μα, σὰν ἕ­νας ἄ­γνω­στος κω­δι­κὸς νὰ εἶ­χε σπά­σει. Ἡ ἀ­θέ­τη­ση τῆς ὑ­πό­σχε­σης γιὰ τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο τοῦ Ἁγ. Βα­λεν­τί­νου, οἱ χα­μέ­νες κλή­σεις, ὁ συ­νά­δελ­φος ποὺ πάν­τα ἔ­πρε­πε νὰ δεῖ. Ξαφ­νι­κὰ σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πι­φοί­τη­σης, κα­θὼς στε­κό­μουν ἀ­κί­νη­τη ἐ­κεῖ στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου δί­πλα μου, τὴ δι­κή του δί­πλα του, ἐ­νῶ ὅ­λοι μας ἤ­μα­σταν χα­ρού­με­νοι ποὺ βρι­σκό­μα­στε σὲ ἕ­να μέ­ρος ἡ­λι­ό­λου­στο καὶ ζε­στό, τὰ κομ­μά­τια τοῦ πὰζλ ἑ­νώ­θη­καν με­τὰ ἀ­πὸ πο­λύ­χρο­νη προ­σπά­θεια. Ἦ­ταν ἕ­να ξε­κα­θά­ρι­σμα, μιὰ συ­νέ­νω­ση, μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη, σὰν μιὰ ὁ­μί­χλη νὰ εἶ­χε δι­α­λυ­θεῖ, ἂν θέ­λε­τε. Δὲν εἶ­χα κα­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ἀ­βέ­βαι­ο. Ὅ­ταν προ­χώ­ρη­σε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει, εἶ­πα, «Ποι­ός ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά σου;» Τρα­βή­χτη­κε λί­γο πί­σω, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἐ­πέ­με­να. «Πές μου», εἶ­πα σπρώ­χνον­τας τὸ παι­δί μας πρὸς τὸν ὦ­μο μου, «Ποιός ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά σου;»

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Μαί­ρη Μό­ρις (M­a­ry M­o­r­r­is). Συγ­γρα­φέ­ας τα­ξι­δι­ω­τι­κῶν χρο­νι­κῶν καὶ δι­η­γη­μά­των. Ζεῖ στὸ Μπρού­κλιν μὲ τὸν σύ­ζυ­γο καὶ τὴν κό­ρη της καὶ δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Κο­λέ­γιο Σά­ρα Λῶ­ρενς. Κεν­τρι­κὸ θέ­μα στὰ δι­η­γή­μα­τά της ἀ­πο­τε­λοῦν οἱ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἀν­τω­νί­α Ἱ­ε­ρί­δου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Θοδωρῆς Ρακόπουλος: Θυρεός

.

Rakopoulos,Thodoris-Thyreos-Eikona-02(PabloPicasso-StegesTisBarkelonisStoFeggarofoto)

.

 

 

 

 

 

 

 

 

.

.

 

.

Θο­δω­ρῆς Ρα­κό­που­λος

 .

Θυ­ρε­ὸς

 

05-EpsilonΠΕΙΤΑ ΣΟΥ ΕΙΠΑ νὰ βα­δί­σου­με γιὰ λί­γο πρὸς τὰ ἐ­κεῖ, στὸ σπί­τι μὲ τὰ χτι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ συ­νέ­χι­ζε μέ­σα στὴ νύ­χτα, χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἔ­τσι σοῦ εἶ­πα. Ἔ­δει­ξες τὸν θυ­ρε­ό: στε­φά­νι, τὸν ἔ­λου­ζε τὸ φεγ­γα­ρό­φω­το, σὰν με­τέ­ω­ρο. Τὸ σπί­τι ἦ­ταν τὸ πιὸ συ­ζη­τη­μέ­νο στὸ χω­ριό, τὸ μό­νο χω­ρὶς τίτ­λους ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας. Ὁ κύ­ριός του, στὸν Κα­να­δά, με­τὰ τὸν ἐμ­φύ­λιο. Συ­νερ­γά­της, ἔ­τσι λέ­νε. Μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους δὲν ὑ­πῆρ­χαν παν­τό­φλες, ἠ­λε­κτρι­κὸ κύ­κλω­μα, ἦ­χοι στὰ ὑ­δραυ­λι­κὰ τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα. Τὸ ξέ­ρα­με, μό­νο ἐ­μεῖς· καὶ σὲ πῆ­ρα ἁ­πα­λά, νὰ σοῦ δεί­ξω μὲ τὸν φα­κό, ἀ­πὸ τὸ κρυ­φὸ ἄ­νοιγ­μα, τὰ σκε­λε­τω­μέ­να πε­ρι­στέ­ρια, τὴ βρύ­ση ποὺ ἔ­στα­ζε σκου­ριὰ μὲς στὸ σκο­τά­δι. Ἦ­ταν ὁ τρό­πος μου τό­τε, δὲν θὰ μὲ πι­στέ­ψεις, νὰ σοῦ ζη­τή­σω νὰ ζή­σεις μα­ζί μου. Γι΄ αὐ­τὸ σὲ πῆ­γα ὣς ἐ­κεῖ: μα­κρι­ά, πέ­ρα κι ἀ­πὸ τὸ Δεύ­τε­ρο Δη­μο­τι­κὸ καὶ τὴν ἁ­πλω­μέ­νη ἀ­λά­να, ποὺ στὴν ἄ­κρη της οἱ λεῦ­κες ἀ­κο­λου­θοῦν τὸ πα­λιὸ ρυά­κι. Κα­θή­σα­με στὰ σκα­λο­πά­τια, κά­τω ἀ­πὸ τὴν βα­ριὰ μαν­τα­λω­μέ­νη πόρ­τα καὶ τὸν θυ­ρε­ό. Τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, ποὺ προ­ε­τοί­μα­ζα, ἔ­στρε­ψες ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κε­φά­λι, νὰ μοῦ δεί­ξεις μὲ μιὰ κί­νη­ση τὸ ἀ­χνὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου. Γερ­τὴ ὁ­λό­κλη­ρη στὴ χα­ρα­μά­δα, μὲ τὸ πη­γού­νι μου στὰ μαλ­λιά σου, ση­κώ­θη­κες καὶ γύ­ρι­σες ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, δεί­χνον­τας τὸ φῶς, σὲ λί­γο τρα­βών­τας κα­τὰ ἐ­κεῖ.

 

Τί­πο­τα ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν προ­λα­βαί­νω νὰ σοῦ πῶ, πε­ρί­με­να με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­ρά, ἀλ­λὰ κά­λε­σες μό­νο τοὺς δι­α­λε­χτούς, «τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς» ἔ­λε­γε κι ἡ κάρ­τα. Δὲν προ­λα­βαί­νω νὰ σκε­φτῶ. «Πο­λὺ χαί­ρο­μαι γιὰ σέ­να», σοῦ σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, σὲ ἀγ­κα­λιά­ζω δυ­ὸ δευ­τε­ρό­λε­πτα λι­γό­τε­ρα· σφίγ­γω καὶ τὸ χέ­ρι τοῦ γαμ­προῦ, «νὰ ζή­σε­τε», μὲ τρυ­πά­ει τὸ δα­χτυ­λί­δι του. «Πο­λὺ χά­ρη­κα ποὺ ἦρ­θες, πῆ­ρες ἀ­ε­ρο­πλά­να γιὰ μᾶς», «Ἔ βέ­βαι­α, δὲν θὰ τὸ ἔ­χα­να», «Μοῦ ἔ­χει πεῖ τὰ κα­λύ­τε­ρα ἡ Ἑ­λέ­νη, νὰ ἔρ­θεις κι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ξέ­ρεις ποῦ εἶ­ναι, ἐ­κεῖ­νο μὲ τὸν θυ­ρε­ό, κον­τὰ στὸ ρέ­μα, νὰ δεῖς πῶς τὸ φτι­ά­ξα­με, δὲν πί­στευ­α στὰ μά­τια μου, ὅ­ταν μοῦ τὸ πρω­το­έ­δει­ξε». Γυρ­νῶ καὶ σὲ βλέ­πω. Μοῦ χα­μο­γε­λᾶς ἀ­θώ­α καὶ σὲ ἀ­κού­ω νὰ μι­λᾶς. «Ναί, Μι­χά­λη μου, νὰ ἔρ­θεις, φτι­ά­ξα­με καὶ κῆ­πο. Δὲν θὰ τὸ γνω­ρί­σεις.»

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Θο­δω­ρῆς Ρα­κό­που­λος (Ἀ­μύν­ται­ο, 1981). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ τὸ Λον­δί­νο, ὅ­που ζεῖ ἀ­πὸ τὸ 2004. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Φα­γιούμ (Μαν­δρα­γό­ρας, 2010). Τι­μή­θη­κε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α ἀ­πὸ τὸ ΕΚΕΒΙ καὶ μὲ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέ­α. Ποί­η­σή του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ρου­μά­νι­κα καὶ δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πολλὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

 

Εἰκόνα: Pablo Picasso, Στέγες τῆς Βαρκελώνης στὸ φεγγαρόφωτο.

 

 

Τζέιμς Στίλ (James Still): Ἡ μετακόμιση

 

Still,James-IMetakomisi-Eikona-02

 

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still)

 

Ἡ με­τα­κό­μι­ση

(The Moving)

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΕΚΟΜΑΣΤΑΝ δί­πλα στὴ φορ­τω­μέ­νη ἅ­μα­ξα ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας κάρ­φω­νε τὰ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα καὶ ἔ­φτυ­νε μέ­σα στὶς κλει­δα­ρι­ὲς γιὰ νὰ τὶς κά­νει νὰ γυ­ρί­σουν. Πε­ρι­μέ­να­με, τὸ ἴ­διο ἀ­νυ­πό­μο­να μὲ τὴ φο­ρά­δα ποὺ ἦ­ταν ζε­μέ­νη στὴν ἅ­μα­ξα, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἐ­πί­μο­να βλέμ­μα­τα. Τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τοῦ Χάρ­ντστε­ϊ εἶ­χε κλεί­σει γιὰ πάν­τα καὶ δι­ά­φο­ροι ἀρ­γό­σχο­λοι ἄν­τρες εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ νὰ δοῦν ποὺ θὰ φεύ­γα­με. Κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὸ φρά­κτη, στρι­μώ­χνον­ταν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ μί­σχοι ἀ­πὸ τὶς ρε­τσι­νο­λα­δι­ὲς ἔ­πλε­καν γρο­θι­ὲς μὲ τὰ κα­φε­τιὰ φύλ­λα.

       Εἶ­δα τὰ ἀ­γό­ρια, μὲ τὶς τσέ­πες γε­μά­τες πέ­τρες, νὰ κοι­τά­ζουν κλε­φτὰ τὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων μας. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὰ πρό­σω­πά τους καὶ ἔ­νιω­σα νὰ γε­μί­ζω νο­σταλ­γί­α. Λα­χτα­ροῦ­σα μιὰ κου­βέν­τα, ἕ­ναν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό. Ὅ­μως, μό­νο ἕ­νας ἀ­γα­θού­λης λυ­πό­ταν ποὺ θά ’φευ­γα – ἕ­νας ἄν­τρας μὲ μυα­λὸ παι­διοῦ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ κορ­δό­νια καὶ τὰ τσιγ­κά­κια ἀ­πὸ τὰ πα­κέ­τα κα­πνοῦ, ἕ­να παι­δὶ μὲ με­γα­λί­στι­κα ροῦ­χα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νὰ λέ­ει πάν­τα τὰ πράγ­μα­τα ἀ­νά­πο­δα. Ὁ Χὶγκ Σό­μερς στε­κό­ταν μὲ τὰ μά­τια γουρ­λω­μέ­να καὶ οἱ ἄλ­λοι τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν. Κά­ποι­ος γο­νά­τι­σε καὶ τοῦ ἔ­λυ­σε τὰ κορ­δό­νια τῶν πα­που­τσι­ῶν του.

      Ἂν καὶ εἶ­χαν βγεῖ καὶ γυ­ναῖ­κες καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἀ­πὸ τὶς βε­ράν­τες τους, μό­νο μιὰ χή­ρα ἦρ­θε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὴ μη­τέ­ρα. Ἡ Σού­λα Μπά­σαμ βά­δι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μας, ψη­λὴ σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, μὲ ἕ­να κί­τρι­νο σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της νὰ κου­νι­έ­ται σὰν βα­ρί­δι ἀ­πὸ ἐκ­κρε­μές.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ εἶ­πε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο: «Ἂν εἶ­χα ἐ­γὼ γυ­ναί­κα στὸ μπό­ι της, θὰ τῆς κρέ­μα­γα κο­λο­κύ­θες, νὰ κά­νει τὴν τα­ΐ­στρα γιὰ τὰ που­λιά. Μὰ τὴν πί­στη μου, σοῦ λέ­ω.» Οἱ ἄλ­λοι γέ­λα­σαν πνι­χτά. Ὁ Λὸς ἔ­κα­νε πί­σω· ἤ­ξε­ρε ὅ­τι οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της δὲν εἶ­χαν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς μῦς τῶν ἀν­τρῶν.

      Ἡ Σού­λα ἦ­ταν τε­ρά­στια δί­πλα στὴ μη­τέ­ρα. Τὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μό­ταν σὰν ἀλ­φά­δι. Ἡ μη­τέ­ρα ἴ­σα ποὺ ἔ­φτα­νε τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο καὶ ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ κοί­τα­ζε στὸν οὐ­ρα­νό. Καὶ τὰ μά­τια της στά­θη­καν στὸ μεν­τα­γιόν, μιὰ καὶ ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε πο­τέ της μεν­τα­γιόν, δα­χτυ­λί­δι ἢ καρ­φί­τσα. Ἡ Σού­λα μί­λη­σε φω­να­χτὰ στὴ μη­τέ­ρα, ρί­χνον­τας στοὺς ἄν­τρες πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς μα­τι­ές: «Πρέ­πει νὰ νι­ώ­θεις πε­ρή­φα­νη ποὺ ὁ ἄν­τρας σου δὲν θέ­λει νὰ μεί­νει νὰ σα­πί­σει στὸ Χάρ­ντστε­ϊ, νὰ κο­προ­σκυ­λιά­ζει ὁ­λη­με­ρίς. Σύν­το­μα ὅ­λοι θὰ πρέ­πει νὰ φύ­γουν. Ἢ αὐ­τὸ ἢ θὰ ψο­φή­σουν τῆς πεί­νας. Δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει ξα­νὰ τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο. Πά­ει, τά ’­φα­γε τὰ ψω­μιά του.»

      Τὰ λό­για της φά­νη­κε νὰ ἀ­να­στα­τώ­νουν τοὺς ἄν­τρες. Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ σή­κω­σε ψη­λὰ τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ ἅ­πλω­σε ὅ­πως κά­νουν οἱ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες. «Δὲν πρό­κει­ται νὰ πᾶ­νε που­θε­νὰ αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι», εἶ­πε. «Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­ταυ­λι­σμοὶ στὸν πο­τα­μὸ Κεν­τά­κι ποὺ νὰ ζη­τᾶ­νε ἐρ­γά­τες. Που­θε­νὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν δου­λει­ές. Εἶ­ναι ἔγ­κλη­μα νὰ γυρ­νᾶς τοὺς δι­κούς σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ σὰν τοὺς γύ­φτους. Ὅ­σο ἔ­χεις μιὰ στέ­γη πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καὶ τὸ σπί­τι σου, αὐ­τὸ λέ­ω ἐ­γώ.»

      Οἱ ἄν­τρες ἔ­βγα­λαν μουγ­κρη­τὰ ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας καὶ κου­νοῦ­σαν τὸ κε­φά­λι τους, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ σή­κω­ναν τὶς τσέ­πες τους ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τες πέ­τρες καὶ κον­το­σί­μω­ναν στὴν ἅ­μα­ξα. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο ἅρ­πα­ξε τὸ κα­πέ­λο τοῦ Χὶγκ Σό­μερς καὶ τὸ φό­ρε­σε. Αὐ­τὸ στη­ρί­χτη­κε πά­νω στ’ ἀ­φτιά του. Τὰ ἀ­γό­ρια ἀ­κούμ­πα­γαν στὶς ρό­δες τῆς ἅ­μα­ξας, ἔ­πι­α­ναν τὰ χα­λι­νά­ρια τῆς φο­ρά­δας, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι τοῦ κι­βώ­τιου μὲ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ νὰ δοῦν τί ἔ­χει μέ­σα. Ὁ Σέ­σι σύρ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι, ἀ­πὸ τὰ πί­σω πρὸς τὰ μπρός, καὶ κου­νοῦ­σε τὸν ζυ­γό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου μή­πως κά­νει κα­μιὰ κα­σκα­ρί­κα.

      Ὁ πα­τέ­ρας ἦρ­θε στὴν αὐ­λὴ κρα­τών­τας τὸ κλει­δί – τὸ σπί­τι ἦ­ταν πιὰ κλει­στό, ἀ­πο­κλεί­ον­τας τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με. Κοί­τα­ξα τὸ ἄ­δει­ο κέ­λυ­φος ποὺ ἦ­ταν τὸ σπί­τι μας, κοί­τα­ξα με­τὰ τὴ χα­μέ­νη πό­λη, καὶ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ μεί­νω στὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χα γεν­νη­θεῖ, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ γνώ­ρι­ζα. Ὁ πα­τέ­ρας σή­κω­σε ψη­λά το κλει­δί, πε­ρα­σμέ­νο στὸ ἕ­να δά­χτυ­λο. «Θὰ ἤ­μουν ὑ­πό­χρε­ος», εἶ­πε, «ἂν κά­ποι­ος ἔ­δι­νε τὸ κλει­δὶ στὸν ἐ­πι­στά­τη».

      Ὁ Χὶγκ Σό­μερς πῆ­γε βα­ρι­ο­πα­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ πα­τέ­ρα, μὲ τὸ που­κά­μι­σο νὰ ἀ­νε­μί­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του. Κά­ποι­ος τὸ εἶ­χε τρα­βή­ξει καὶ τοῦ τό ’­χε βγά­λει. «Ἐ­γὼ θὰ τὸ φέ­ρω», φώ­να­ξε ὁ Χίγκ, καὶ σὰν μω­ρὸ ἅ­πλω­σε καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸ κλει­δί.

      «Δὲν θέ­λω νὰ τὸ φέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας. Δὲν σκό­πευ­ε νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸ κλει­δὶ σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τε­τρα­κό­σια. «Λά­θος κα­τά­λα­βες. Θέ­λω νὰ τὸ πά­ει κά­ποι­ος.»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, ἀλ­λὰ δὲν προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε νὰ πά­ει αὐ­τὸς τὸ κλει­δί. «Ἀ­κό­μα καὶ ἡ Βί­βλος λέ­ει νὰ μὴν πα­ρα­σύ­ρου­με τοὺς ἀ­θώ­ους», εἶ­πε σο­βα­ρά. «Μεῖ­νε ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χεις σα­νί­δια κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια σου καὶ κε­ρα­μί­δια πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι σου.»

      Ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε μὲ θυ­μό: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει νό­μος ποὺ νὰ λέ­ει νὰ κοι­τᾶ­με τὴ δου­λειά μας. Προ­τι­μῶ νὰ πνι­γῶ στὸν ἱ­δρώ­τα ψά­χνον­τας νὰ βρῶ δου­λειὰ πα­ρὰ νὰ μὲ φά­ει τὸ σα­ρά­κι στὸ Χάρ­ντστε­ϊ.»

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ πλη­σί­α­σε τὸν πα­τέ­ρα, μὲ τὰ μά­τια του νὰ καῖ­νε καὶ τὶς γω­νι­ὲς τοῦ στό­μα­τός του νὰ συ­στρέ­φον­ται. Ἔ­γνε­ψε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Σού­λα Μπά­σαμ. «Με­τὰ χα­ρᾶς νὰ πά­ω ἐ­γὼ τὸ κλει­δὶ ἂν πά­ρεις κι ἐ­σὺ μα­ζί σου τὴν ψη­λέγ­κω τὴ χή­ρα καὶ τὴν πᾶς κά­που νὰ βρεῖ ἄν­τρα. Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ φο­ρά­ει τὰ μαῦ­ρα.»

      Οἱ ἄλ­λοι βάλ­θη­καν νὰ γε­λοῦν, πνί­γον­ταν, ξε­φυ­σοῦ­σαν. Ἡ Σού­λα γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μὲ τὸ πρό­σω­πο νὰ τὸ φω­τί­ζει ὁ θυ­μός. «Ἂν εἶ­χα κα­τὰ νοῦ νὰ παν­τρευ­τῶ», εἶ­πε καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ με­τά­νι­ω­νε γιὰ τὰ λό­για της, «σί­γου­ρα θὰ πή­γαι­να ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­βρι­σκα κα­τάλ­λη­λο ἄν­τρα. Θὰ πή­γαι­να…»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ τὴ δι­έ­κο­ψε, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ λε­γό­με­νά της. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα: «Τί θὰ τρῶ­τε γιὰ ψω­μὶ στὸ δρό­μο; Δὲν πέ­φτει πιὰ μάν­να ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ στὶς μέ­ρες μας.»

      Ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λοῦ­σε πα­ρα­τη­ρών­τας τὴ Σού­λα. Εἶ­δε ποὺ σφί­χτη­καν οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της καὶ ὁ Λὸς ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας γύ­ρι­σε πρὸς τὸν Σὶλ καὶ τοῦ εἶ­πε κα­λο­δι­ά­θε­τα: «Μὰ τὸ πρω­ὶ ὑ­πάρ­χει τὸ δρο­σό­με­λι στὰ φύλ­λα. Μπο­ροῦ­με νὰ ξυ­πνοῦ­με νω­ρὶς καὶ νὰ τρῶ­με αὐ­τό.»

      «Ἄ­σ’ τους νὰ πᾶν στὸ δι­ά­ο­λο», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα γιὰ νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὴ Σού­λα. «Οἱ ἄν­τρες δὲν ἔ­χουν θε­ό. Ἄ­σ’ τους νὰ βουρ­λί­ζον­ται.» Πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν τὸ μεν­τα­γιόν, τὸ με­λε­τοῦ­σε γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει, νὰ πά­ρει μα­ζί της τὴ θύ­μη­σή του. Σκέ­φτη­κα τῆς μη­τέ­ρας τὰ ἀ­τρύ­πη­τα ἀ­φτιὰ ἀ­π’ ὅ­που πο­τὲ δὲν εἶ­χε κρε­μά­σει σκου­λα­ρί­κια, τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να της δά­χτυ­λα ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τυ­λί­ξει χρυ­σά­φι, τὸν ἀ­στό­λι­στο μποῦ­στο της ποὺ οὔ­τε μιὰ καρ­φί­τσα δὲν εἶ­χε φι­λο­ξε­νή­σει. Κοί­τα­ζε τὸ μεν­τα­γιὸν ὄ­χι μὲ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­πο­ρί­α.

      «Θὰ τὸ πά­ρω ἐ­γὼ τὸ κλει­δί», εἶ­πε ἡ Σού­λα, «ἀ­φοῦ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος πρό­θυ­μος νὰ κά­νει τὸν κα­λὸ γεί­το­να».

      Ὁ Λὸς ἄ­νοι­ξε τὰ χέ­ρια του, μὲ τὸ πρό­σω­πο σο­βα­ρε­μέ­νο, σὰν τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τας. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἔ­δει­ξε τὴ Σού­λα, μὲ τὸ ἄλ­λο ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸ πλῆ­θος. «Πάν­τα συμ­πο­νοῦ­σα τὶς χῆ­ρες», εἶ­πε. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὸ ὕ­ψος τῆς Σού­λα. «Ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς ποὺ μα­ζευ­τή­κα­με ἐ­δῶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος ἄν­τρας ποὺ νὰ θέ­λει νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν Τε­τρά­ψη­λη Γυ­ναί­κα.»

      Τὸ στό­μα τῆς Σού­λα σκλή­ρυ­νε. «Νὰ μοῦ λεί­πει ὁ οἶ­κτος σου», τοῦ φώ­να­ξε. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του μὲ τὰ νεῦ­ρα τῶν χε­ρι­ῶν της νὰ τεν­τώ­νουν. Ὅ­ταν ὁ Λὸς πι­σω­πά­τη­σε, ἡ Σού­λα στρά­φη­κε πρὸς τὴ μη­τέ­ρα μου, ποὺ μό­λις εἶ­χε ἀ­νέ­βει πά­νω στὴν ἅ­μα­ξα. Τώ­ρα τὰ μά­τια τους ἦ­ταν στὸ ἴ­διο ὕ­ψος. «Ἐ­σὺ μὲ βο­ή­θη­σες ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ δι­κοί μου», εἶ­πε ἡ Σού­λα. «Ἐ­σὺ μὲ πα­ρη­γό­ρη­σες ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας μου κεί­τον­ταν στὸ φέ­ρε­τρό του. Δὲν τὰ ξε­χνῶ. Μα­κά­ρι νὰ εἶ­χα νὰ σοῦ δώ­σω κά­τι νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι, νὰ δεί­χνει ὅ­τι πάν­τα θὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Θὰ εἶ­σαι στὴ σκέ­ψη μου», τὴ βε­βαί­ω­σε ἡ μη­τέ­ρα.

      «Θὰ εἶ­μαι πε­ρή­φα­νη γι’ αὐ­τό.»

      Ἤ­μα­σταν ἕ­τοι­μοι νὰ φύ­γου­με. «Ἀ­νέ­βα πά­νω, γι­ό­κα μου», μοῦ φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας. Πι­ά­στη­κα ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα καὶ σκαρ­φά­λω­σα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ φορ­τί­ου. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τῶν ἀν­τρῶν ἔ­βλε­πα ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κα­ταυ­λι­σμό, μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπι­τά­κια στὸ ἴ­σω­μα, μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τοὺς σω­ροὺς τὰ σκου­πί­δια ποὺ ἔ­και­γαν. Στὸ στῆ­θος μου ἔ­νι­ω­σα νὰ ἀ­να­βλύ­ζει ὁ πό­νος τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ὁ πα­τέ­ρας πλα­τά­γι­σε τὴ γλώσ­σα του καὶ ἡ φο­ρά­δα ξε­κί­νη­σε. Ξε­κί­νη­σε καὶ προ­χώ­ρη­σε μό­νη της, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς ρυ­μοὺς τῆς ἅ­μα­ξας. Οἱ ἁ­λυ­σί­δες τοῦ ζυ­γοῦ ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴ θέ­ση τους καὶ οἱ ἄ­κρες των ρυ­μῶν ἀ­να­πή­δη­σαν στὸ ἔ­δα­φος.

      «Ἔι χό!» φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας καὶ πή­δη­ξε κά­τω. Πί­σω μας εἶ­χαν στή­σει πα­νη­γύ­ρι. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο εἶ­χε κά­νει τὴν κα­σκα­ρί­κα του καὶ εἶ­χε ξε­ζέ­ψει τὴ φο­ρά­δα. Χα­μο­γε­λών­τας ὁ πα­τέ­ρας ἔ­ζε­ψε πά­λι τὸ ζῶ­ο —δὲν τὸν πεί­ρα­ζαν κα­θό­λου τὰ ἔ­ξυ­πνα πει­ράγ­μα­τα— καὶ ξα­να­νέ­βη­κε στὴν ἅ­μα­ξα.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ ἔ­κα­νε χω­νὶ τὰ χέ­ρια του γιὰ νὰ φω­νά­ξει: «Ἂν δὲν πά­ρεις μα­ζί σου τὴ χή­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ βροῦ­με κα­νέ­ναν χα­ζὸ νὰ τὴν παν­τρέ­ψου­με. Θὰ τὴν προ­ξε­νέ­ψου­με στὸν Χὶγκ Σό­μερς.»

      Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­σταν, μὲ τὶς ρό­δες χω­μέ­νες στὴν τρο­χιὰ πα­λι­ῶν αὐ­λα­κι­ῶν, μὲ τὸ φορ­τί­ο νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε. Ξε­μα­κρύ­να­με μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πει­λὴ τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ νὰ ἀν­τη­χεῖ στ’ ἀ­φτιά μας: «Στὴν κό­λα­ση στρώ­νε­τε νὰ κοι­μη­θεῖ­τε!» εἶ­χε φω­νά­ξει. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸ χρυ­σὸ σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ τῆς μη­τέ­ρας καὶ νὰ πάλ­λε­ται στὸ στῆ­θος της σὰν καρ­διά.

      Κοί­τα­ξα πί­σω, εἶ­δα ποὺ ἄρ­χι­σαν νὰ πε­τᾶ­νε τὶς πρῶ­τες πέ­τρες, ἄ­κου­σά τα πα­ρά­θυ­ρά μας νὰ σπᾶ­νε. Κοί­τα­ξα πί­σω στὸν κα­ταυ­λι­σμό, σὰν νὰ κοί­τα­ζα τὸ πρό­σω­πο ἑ­νὸς νε­κροῦ. Εἶ­δα τὸ πλῆ­θος νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ μπρο­στὰ στὴ Σού­λα Μπά­σαμ, σκον­τά­φτον­τας ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Εἶ­χε χτυ­πή­σει τὸν Λὸς Τρὰμπλ μὲ τὴ γρο­θιά της κι αὐ­τὸς εἶ­χε πέ­σει στὰ γό­να­τα καὶ φο­βό­ταν νὰ ξα­να­ση­κω­θεῖ. Ἀ­π’ ὅ­λους μό­νο ὁ Χὶγκ Σό­μερς μᾶς ἔ­βλε­πε ποὺ φεύ­γα­με. Στε­κό­ταν ἐ­κεῖ καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ παν­τε­λό­νι του νὰ μὴν τοῦ πέ­σει, για­τί κά­ποι­ος τοῦ εἶ­χε κό­ψει τὶς τι­ράν­τες. Σή­κω­σε τὸ ἕ­να χέ­ρι ψη­λὰ καὶ μᾶς φώ­να­ξε: «Χαί­ρε­τε, χαί­ρε­τε!»

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still) (Κεν­τά­κι, 1906-2001). Ἔ­γρα­ψε πάμ­πολ­λα δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ βι­βλί­α γιὰ παι­διά, ἐ­νῶ δί­δα­ξε γιὰ δέ­κα χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μόρ­χεντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Λίγ­γρης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1948). Λε­ξι­κο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν βι­βλί­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Δί­δα­ξε ἀγ­γλι­κά, δού­λε­ψε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ B­BC, ἔ­χει κά­νει ὅ­λα σχε­δὸν τὰ εἴ­δη τῆς με­τά­φρα­σης, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια βο­η­θᾶ με­τα­φρα­στὲς μέ­σῳ ἑ­νὸς με­τα­φρα­στι­κοῦ φό­ρουμ ποὺ ἔ­χει ἱ­δρύ­σει. Οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­γι­ναν στὸ μο­νο­το­νι­κὸ καὶ πο­λυ­το­νί­στη­καν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ.

 

Κωνσταντῖνος Νικολούδης: Αὐτοκτονίες καὶ παλιὰ βιβλία

.

Nikoloudis,Konstantinos-AytoktoniesKaiPaliaBiblia-Eikona-02

..

Κων­σταν­τῖ­νος Νι­κο­λού­δης

.

Αὐ­το­κτο­νί­ες καὶ πα­λιὰ βι­βλί­α

 .

05-EpsilonΙΣ ΤΗΝ ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Σπευ­σίπ­που οἰ­κί­αν του ηὐ­το­κτό­νη­σε χθές ὁ Ἄγ­γε­λος Χρυ­σο­κό­ρα­κας, ἐ­τῶν 46, εἰ­σο­δη­μα­τί­ας, λα­βὼν με­γά­λην πο­σό­τη­τα λου­μι­νάλ. Οἱ λό­γοι δὲν ἐ­ξη­κρι­βώ­θη­σαν.»

       Οἱ λί­γοι ἄν­θρω­ποι ποὺ τὸν θυ­μοῦν­ταν —εἶ­χε πρὸ πολ­λοῦ ἀ­πο­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν κο­σμι­κὴ ζω­ὴ— ἀ­να­ρω­τι­όν­ταν τοὺς λό­γους. Καὶ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς φί­λες τῆς μη­τέ­ρας του, μα­ζε­μέ­νες γιὰ τσά­ϊ στῆς κυ­ρί­ας Ἀ­σπι­ώ­τη, ἀ­πο­φά­σι­σαν, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κή ἔ­ρευ­να τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς του ζω­ῆς τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, —μιὰ ἔ­ρευ­να στα­χυ­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­π’ τὶς δι­η­γή­σεις ὑ­πη­ρε­τρι­ῶν σὲ ὑ­πη­ρέ­τρι­ες καὶ μιᾶς δα­σκά­λας στὸν chaufeur τῆς κυ­ρί­ας Νά­νου, τῆς μό­νης ποὺ εἶ­χε ἀ­κό­μα αὐ­το­κί­νη­το, – ὅ­τι οἱ λό­γοι ἦ­σαν οἰ­κο­νο­μι­κοί. Με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη, αὐ­τὴν τὴν ἀ­πό­φα­ση μᾶλ­λον, δὲν ἀ­νε­φέρ­θη πιὰ λέ­ξις γιὰ τὸν Ἄγ­γε­λο – δὲν ἤ­τα­νε σω­στὸ νὰ ξα­να­γί­νει λό­γος γιά ἕ­να θέ­μα τό­σο ἀν­τι­αι­σθη­τι­κό.

       Γύ­ρω ἀ­π’ τὰ 1930 ὁ Ἄγ­γε­λος γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὴν Εὐ­ρώ­πη. Εἶ­χε φοι­τή­σει σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ Πα­νε­πι­στή­μια δί­χως βέ­βαι­α νὰ πά­ρει οὔ­τε ἕ­να δί­πλω­μα. Ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν για­τί, ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πε­χθά­νον­ταν τὶς ἐ­ξε­τά­σεις. Κι ὁ κό­σμος τὸν εὕ­ρι­σκε ἔ­ξυ­πνο καὶ γο­η­τευ­τι­κό. Τὸν λέ­γα­νε homme de lettres. Ἐ­μεῖς ὅ­μως, ποὺ τὸν ξέ­ρα­με κα­λύ­τε­ρα, μᾶλ­λον homme de livres θὰ τὸν ποῦ­με. Δὲν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν τὰ γράμ­μα­τα· τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν τὰ πράγ­μα­τα. Τὰ πράγ­μα­τα καὶ τὰ βι­βλί­α, – ἰ­δί­ως τὰ πα­λιά βι­βλί­α, τὰ λε­ξι­κὰ καὶ οἱ ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες.

       Στὸ δι­ά­στη­μα τῶν εἰ­κο­σι­πέν­τε πε­ρί­που ἐ­τῶν ποὺ μά­ζευ­ε πράγ­μα­τα, εἶ­χαν γε­μί­σει τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του μὲ σπά­νια πα­λιὰ βι­βλί­α ποὺ τὸν γο­ή­τευ­αν μὲ τὴν πε­πα­λαι­ω­μέ­νη ὀρ­θο­γρα­φί­α τους καὶ τὰ πε­ρί­ερ­γα στοι­χεῖ­α: τὸ s σχε­δὸν σὰν f καὶ τὸ st καὶ ct πάν­τα ἑ­νω­μέ­να —: «The Fairie Queene by Edmonde Spenser, Dictionaire Etymologique des mots François dérivés du grec. Imprimerie Gaudot de Girolle la seconde porte cochère à gauche en entrant par la rue de la Dauphine à Paris» ἢ «Ἀ­ρι­στο­τέ­λους πε­ρὶ ποι­η­τι­κῆς. Textum recensuit, versionem refinxit et animadversionibus illustravit Humphrendus de Rezsci-Brown. Oxonii. E Typographeo Clarendoniano MDCXCV».

       Τὰ λε­ξι­κὰ τὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τὰ ἄλ­λα βι­βλί­α, για­τὶ τοῦ μά­θαι­ναν ὅ­τι: «Alogotrophie» δὲν ση­μαί­νει ἡ θρέ­ψις τῶν ἀ­λό­γων, ὅ­πως θὰ νό­μι­ζε κα­νείς, ἀλ­λὰ «nourriture inegale et disproportionèe» για­τὶ τὸ λό­γος ση­μαί­νει proportion καὶ τὸ α εἶ­ναι στε­ρη­τι­κόν. Ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α κα­τη­γο­ρί­α Ἑλ­λή­νων ποὺ ὀ­νο­μά­ζει τὸ στό­μα «Κα­τα­πό­θρα». Καὶ ὅ­τι τὸ «τουλ­δο­φύ­λαξ-α­κος, ὁ» ση­μαί­νει «perfect of the τοῦλ­δον», ποὺ θὰ τὸ κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­μέ­σως, ἂν ἤ­ξε­ρε τί ἦ­ταν τὸ τοῦλ­δον. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ μά­θει, για­τὶ τὸ λε­ξι­κὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε ἤ­τα­νε ἕ­να ἀγ­γλι­κὸ λε­ξι­κὸ ἐ­πε­ξη­γη­μα­τι­κὸ τῶν δη­μο­σί­ων ὑ­πη­ρε­σι­ῶν τοῦ Βυ­ζαν­τι­νοῦ Κρά­τους – «Thesaurus of the names of Paliatal, army and civil employes of the Byzantine Empire». Καὶ κα­νέ­να ἄλ­λο λε­ξι­κὸ δὲν πε­ρι­εῖ­χε τὴν λέ­ξη «τοῦλ­δον».

       Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κὰ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ τὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες. Τὶς ἄ­νοι­γε καὶ μά­θαι­νε ὅ­τι: ἕ­νας Ἄγ­γλος earl προ­σφω­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὸν Βα­σι­λέ­α «our most noble cousin and very puissant prince», ὅ­τι ρε­βέ­κα (μὲ ἕ­να κ) λέ­γε­ται «τὸ ἀρ­χαι­ό­τα­τον με­τὰ τό­ξου μου­σι­κὸν ὄρ­γα­νον», ὅ­τι τὸ «πε­τά­ει, πε­τά­ει… εἶ­ναι εἶ­δος νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς παι­διᾶς», ὅ­τι ἑ­πτὰ πα­νί­σχυ­ροι πρω­θυ­πουρ­γοὶ τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι τρα­γου­δι­σταὶ τοῦ ΙΗ΄ αἰ­ῶ­νος ἦ­σαν εὐ­νοῦ­χοι, καὶ ὅ­τι ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κα­νελ­λό­που­λος, ποὺ εἶ­χε φοι­τή­σει μα­ζί του στὴν Heidelberg, εἶ­χε γί­νει συ­νερ­γά­της τῆς Με­γά­λης Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐγ­κυ­κλο­παι­δεί­ας καὶ ὑ­φη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου.

       Ἐ­φη­με­ρί­δες δὲν ἐ­δι­ά­βα­ζε καὶ δὲν ἄ­κου­γε ρα­δι­ό­φω­νο πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν ἔ­παι­ζε πα­λαι­ὰ Δυ­τι­κὴ καὶ Βυ­ζαν­τι­νὴ μου­σι­κή)· δη­λα­δὴ ἄ­κου­γε μό­νον ξέ­νους σταθ­μούς.

       Στὶς ἐ­κλο­γὲς ἐ­ψή­φι­ζε Λα­ϊ­κὸ Κόμ­μα, ἀ­πὸ πα­λιὰ συ­νή­θεια, καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε κἂν ποι­οὺς ἐ­ψή­φι­ζε, Τὰ ὀ­νό­μα­τα τὰ κοί­τα­ζε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —ἴ­σως ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας κα­νέ­να δυ­ό— ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νὰ σβή­σει ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἦ­σαν εὔ­η­χα ἢ δὲν με­τα­φρά­ζον­ταν ὡ­ραῖ­α σὲ ξέ­νες γλώσ­σες.

       Μιὰ μέ­ρα ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δὲν εἶ­χε πιὰ χρή­μα­τα. Ὁ δι­κη­γό­ρος του τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας κίν­δυ­νος, ὅ­τι ὅ­λα θὰ δι­ορ­θώ­νον­ταν, ἀρ­κεῖ νὰ που­λοῦ­σε τὸ σπί­τι του καὶ νὰ με­τα­κό­μι­ζε σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­που, βέ­βαι­α, δὲν θὰ χω­ροῦ­σαν τὰ πράγ­μα­τά του, ἀλ­λὰ θὰ μπο­ροῦ­σε κι’ αὐ­τὰ νὰ τὰ που­λή­σει, κι’ ἔ­τσι νὰ τὰ ξε­φορ­τω­θεῖ, βγά­ζον­τας κι’ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα.

       Ὅ­ταν γύ­ρι­σε σπί­τι του εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει τί θὰ κά­νει. Ἐ­πῆ­γε στὸ γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­βα­σε ὅ­λα του τὰ λε­ξι­κὰ καὶ τὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες κι’ ἄρ­χι­σε νὰ δια­βά­ζει πε­ρὶ αὐ­το­κτο­νί­ας. Ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ὁ πιὸ εὐ­χά­ρι­στος τρό­πος θὰ ἦ­ταν ὁ τρό­πος τοῦ Σε­νέ­κα: νὰ μπεῖ σ’ ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο καὶ νὰ κό­ψει τὶς φλέ­βες του.

       Ἀλ­λ’ ἀ­νε­βαί­νον­τας στὸ μπά­νιο θυ­μή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τοῦ νε­ροῦ καὶ δὲν θἆ­χε νε­ρὸ ὣς τὴν ἑ­πο­μέ­νη: Κι’ ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­χει­ρι­σθεῖ τὸ Λου­μι­νάλ. Εἶ­χε πάν­το­τε ἕ­να μπου­κα­λά­κι πλά­ϊ στὸ κρε­βά­τι του γιὰ νὰ πί­νει τὶς νύ­χτες ποὺ οἱ ἔν­νοι­ες τῶν λέ­ξε­ων ἢ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν πραγ­μά­των του δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κοι­μη­θεῖ. Πῆ­ρε τὸ μπου­κα­λά­κι καὶ κα­τέ­βη­κε κά­τω.

       Στὸ σα­λό­νι ἄ­νοι­ξε μιὰ βι­τρί­να κι’ ἔ­βγα­λε ἕ­να Ρω­μα­ϊ­κὸ πο­τή­ρι ἀ­πὸ πο­λύ­χρω­μο γυ­α­λι­στε­ρὸ γυα­λὶ ποὺ θύ­μι­ζε ὀ­πά­λι· τὸ γέ­μι­σε μὲ τὸ ναρ­κω­τι­κὸ καὶ τὸ πῆ­ρε μα­ζὶ του στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι κι’ ἔ­ψα­ξε τὸν Φαί­δω­να τοῦ Πλά­τω­νος – μιὰ ἔκ­δο­ση τῆς Βε­νε­τιᾶς τοῦ 1784. Κά­θη­σε καὶ τὸν δι­ά­βα­σε ἀ­π’ ἀρ­χῆς μέ­χρι τέ­λους. Τὰ λό­για τοῦ Σω­κρά­τη πε­ρὶ αὐ­το­κτο­νί­ας δέν τά κα­τά­λα­βε. Δὲν ἔ­φται­γε ἡ γλῶσ­σα· τὰ Ἑλ­λη­νι­κά του ἦ­ταν τέ­λεια. Ἴ­σως μά­λι­στα τὸ «…μὴ πρό­τε­ρον ἀ­πο­κτιν­νύ­ναι δεῖν, πρὶν ἀ­νάγ­κη τι­νὰ θε­ὸς ἐ­πι­πέμ­ψῃ» νὰ τὸ πα­ρε­ξή­γη­σε ὁ­λό­τε­λα, για­τὶ, σὰν ἔ­πι­νε τὸ ναρ­κω­τι­κό, ἄ­κρα­το, σκε­φτό­ταν τόν Σω­κρά­τη κι’ αἰ­σθα­νό­ταν κά­ποι­α συγ­γέ­νεια μ’ αὐ­τόν, καὶ τὸ λαμ­πρὸ πο­τή­ρι τοὔ­δι­νε χα­ρά.

       Ὅ­ταν δὲν ἔ­μει­νε πιὰ στά­λα μέ­σα στὸ πο­τή­ρι, τ’ ἀ­κούμ­πή­σε μὲ προ­σο­χὴ πά­νω στὸ τρα­πε­ζά­κι κι ἀ­νέ­βη­κε νὰ κοι­μη­θεῖ.

       Στὴ σκά­λα θυ­μή­θη­κε ὅ­τι aborigenus με­τα­φρά­ζε­ται «αὐ­τό­χθων»· τὸ «αὐ­το­κτό­νος», ποὺ προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ, τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει· ἦ­ταν sui… κά­τι, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τί.

.. Bonsai-03c-GiaIstologio-04  .

Πη­γή: Περ. Στά­χυς, ἀρ. 8-9, Ἀ­πρί­λιος-Μά­ι­ος 1951.

Κων­σταν­τῖ­νος Νι­κο­λού­δης (Ἀ­γνώ­στων λοι­πῶν στοι­χεί­ων).

 

Ἀλέξιος Μάινας: Μπλὲ μάγουλα

 .

 

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

Μπλὲ μά­γου­λα

 

04-OmikronΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ πα­ρα­θε­ρί­ζα­με συ­νή­θως στὸ Κα­μά­ρι τῆς Σαν­το­ρί­νης, στὸ Μέ­σα βου­νό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα οἱ γο­νεῖς μου μὲ ἔ­στελ­ναν στὸ χω­ριό, ὅ­που ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ μπα­κά­λι­κο. Ἡ ἔν­νοι­α μί­νι μάρ­κετ ἦρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Μὲ τὰ με­γά­λα κα­ρά­βια ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τοὺς του­ρί­στες ἀ­πὸ Πει­ραι­ὰ Ἀ­θη­νιὸ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε ὧ­ρες. Ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Λῆ­μνος.

       Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, σὰν νά ’­χε πέ­σει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ. «Τὸ φτι­ά­ξα­με πιὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ μὴ γί­νει τί­πο­τα…» μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μὲ ἔν­ρι­νη φω­νὴ σὰν νά ’­χε γά­ζες στὴ μύ­τη ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος. «Τί νὰ γί­νει δη­λα­δή;» ρώ­τα­γα. Ἤ­μουν παι­δί, κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λι­ό­ταν.

       Ἦ­ταν ὁ μπα­κά­λης, ξά­δερ­φος τῆς θεί­ας Μα­ρου­λί­ας. Τὸ μα­γα­ζὶ που­λοῦ­σε ἀ­πὸ καρ­πού­ζια μέ­χρι κρη­τι­κὲς μί­νι μπα­νά­νες, ἀ­πὸ συ­ρια­νὰ λου­κού­μια μέ­χρι σαν­το­ρι­νιὸ κου­φέ­το μὲ μέ­λι, ἀ­πὸ φά­βα μέ­χρι φάρ­μα­κα καὶ βι­βλί­α. Ἦ­ταν παν­το­πω­λεῖ­ο. Ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ σκα­λιὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ, κα­θό­ταν πάν­τα μιὰ γι­α­γι­ού­λα, ἔ­τσι μοῦ ’­μοια­ζε, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα πέν­τε ἢ ἑ­ξήν­τα, ζα­ρω­μέ­νη καὶ μό­νη, μὲ μαύ­ρη μαν­τί­λα στὸ κε­φά­λι, καὶ κα­θά­ρι­ζε ὁ­λη­με­ρὶς φι­στί­κια στὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ὁ­λό­κλη­ρο σα­κὶ δί­πλα της. Τὴ θυ­μᾶ­μαι πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, στὰ ἀ­σβε­στω­μέ­να σκα­λιά, νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὰ φι­στί­κια καὶ νὰ ρί­χνει τὸν καρ­πὸ σ’ ἕ­να τσίγ­κι­νο πιά­το. Πο­τὲ δὲν τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει. Τὴ θυ­μᾶ­μαι νὰ δι­αι­ω­νί­ζει τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ἐ­πὶ ὧ­ρες, σὰν μη­χα­νή, καὶ ἀμ­φι­βάλ­λω ἂν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τή, ἀ­βέ­βαι­η, ἐρ­γα­τι­κὴ καὶ δι­η­νε­κής, μὲ συγ­κλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρη τοῦ Ἰσ­λαν­δοῦ ποὺ πνι­γό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Πνι­γό­ταν, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε χα­ρού­με­νος. Τὸν θυ­μᾶ­μαι μὲ μπλὲ μά­γου­λα νὰ χα­μο­γε­λά­ει ἀ­νί­κα­νος νὰ φω­νά­ξει, καὶ νὰ πι­τσι­λά­ει ὁ­λό­γυ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ’­χε ρί­ξει τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης μου, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πια­στεῖ, ὄ­χι ὅ­μως νὰ ξα­πλώ­σει πρὶν τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σαν. Ἤ­μουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ συ­νέ­δε­σα τὸ θά­να­το μὲ τὴν ἀ­πώ­λεια παι­χνι­δι­ῶν.

       Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ παν­το­πω­λεῖ­ο, μπαί­νω μὲ τὸ μυα­λό μου ἀ­π’ τὴ δί­φυλ­λη ἄ­σπρη πόρ­τα. Τὸ ἕ­να φύλ­λο ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος τό ’βγα­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτός, γιὰ νὰ μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο φῶς. Μέ­σα τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σπη­λαι­ῶ­δες καὶ σκο­τει­νό, χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα. Ἔμ­παι­νες καὶ δὲν ἔ­βλε­πες τί­πο­τα γιὰ μι­σὸ λε­πτό. Ἔ­νι­ω­θες ἔκ­θε­τος. Ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο σοῦ μί­λα­γε ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος στὸν Σα­ούλ. Με­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­χνά. Στὸ βά­θος ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος κρα­τοῦ­σε ἕ­να μα­χαί­ρι μὲ τὴ νέ­α φέ­τα ἀ­πὸ Πε­λο­πόν­νη­σο.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μέ­ρος τοῦ μα­γα­ζιοῦ ὑ­πῆρ­χε μιὰ σκά­λα οἰ­κο­δο­μῆς ποὺ ἀ­νέ­βα­ζε τὸν ἀ­γο­ρα­στὴ στὰ ρά­φια μὲ τὰ βα­ζά­κια. Ρί­γα­νη, φα­σκό­μη­λο, ξε­ρα­μέ­να σύ­κα, κα­ρα­με­λω­μέ­να φι­στί­κια μὲ βα­σι­λι­κό, ὅ­λα ντό­πια καὶ δι­α­φα­νῆ σὲ βα­ζά­κια. Σὲ ἕ­να με­γά­λο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο ἐ­νυ­δρεῖ­ο εἶ­χε μι­κρὲς σαῦ­ρες ποὺ ἔ­παιρ­ναν πό­ζες πά­νω σε ξυ­λα­ρά­κια, νό­μι­ζες ὅ­τι ζοῦ­σαν. Σὲ μιὰ ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στὴ σκά­λα κα­θό­ταν μὲ πλά­τη στὸ φῶς τῆς πόρ­τας ἕ­νας χλω­μὸς κύ­ριος σὲ λι­νὸ κου­στού­μι, γα­λά­ζιο που­κά­μι­σο, ἄ­σπρο κα­πέ­λο μὲ φαρ­διὰ πά­νι­νη ται­νί­α, καὶ πα­τε­ρί­τσες. Στὰ χέ­ρια του εἶ­χε ἕ­να τε­τρά­διο κι ἕ­να κόκ­κι­νο μο­λύ­βι, ποῦ καὶ ποῦ ση­μεί­ω­νε κά­τι, θά ’­λε­γες ὅ­τι ἔ­λυ­νε σταυ­ρό­λε­ξο. Ἦ­ταν σχε­δὸν πάν­τα στὸ μα­γα­ζὶ ὅ­ταν πή­γαι­να. Ἔ­στρε­φε γιὰ λί­γο τὸ κε­φά­λι, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε μὲ εὐ­γέ­νεια σὰν νὰ μ’ ἔ­βλε­πε γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ συ­νέ­χι­ζε νὰ λύ­νει, προ­σθέ­τον­τας κά­θε τό­σο μιὰ λέ­ξη.

       Ἤ­μουν σχε­δὸν κά­θε ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ. Μὲ πεί­ρα­ζε ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ κύ­ριος αὐ­τὸς μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­πως χα­μο­γε­λᾶ­με σ’ ἕ­να γά­το ποὺ σου­λα­τσά­ρει στὸ κάγ­κε­λο τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου. Γι’ αὐ­τὸν ἤ­μουν ἕ­να παι­δί. Ἕ­να παι­δὶ ποὺ μπαί­νει μὲ τι­ράν­τες καὶ φεύ­γει μὲ μιὰ μπλὲ σα­κού­λα το­μά­τες καὶ φέ­τα Πε­λο­πον­νή­σου.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ πε­ρί­με­να τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο νὰ ξε­φορ­τώ­σει καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ γιὰ νὰ μοῦ βά­λει κε­φα­λο­τύ­ρι, ἀ­κού­στη­κε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ μὲ φω­νά­ζει ἀπ’ τὸ σο­κά­κι δί­πλα στὸ μα­γα­ζί. Ὁ κύ­ριος μὲ τὶς πα­τε­ρί­τσες ση­κώ­θη­κε, για­τὶ ἐν­νο­οῦ­σαν ἐ­κεῖ­νον, ὅ­λοι Μά­ι­νες, Κα­ρα­μο­λέγ­κοι καὶ Σι­γά­λες λε­γό­μα­σταν, ἔ­βα­λε τὶς πα­τε­ρί­τσες στὶς μα­σχά­λες τοῦ κου­στου­μιοῦ καὶ κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τὸ κου­τσό, γύ­ρι­σε, μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει κά­τι, κοί­τα­ξε καὶ τὸ σταυ­ρό­λε­ξο πά­νω στὴν ψά­θι­νη καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἡ στιγ­μὴ εἶ­χε ἔρ­θει. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πῆ­γα στὴν πο­λυ­θρό­να, πῆ­ρα τε­τρά­διο καὶ μο­λύ­βι, τά ’­χω­σα στὴ σα­κού­λα μὲ τὸ γά­λα καὶ τοὺς γι­αρ­μά­δες καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω, χαι­ρέ­τη­σα τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο, ποὺ δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ ἀ­πο­ρή­σει, κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα. Κα­τέ­βη­κα στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ γυρ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο στὸ σπί­τι.

       Κά­θι­σα σὲ μιὰ βάρ­κα ποὺ εἶ­χε σχο­λά­σει καὶ τρα­βη­χτεῖ στὴν ἀ­κτὴ μὲ τὴ χει­ρο­κί­νη­τη τρο­χα­λί­α καὶ ἔ­βγα­λα τὸ τε­τρά­διο. Πά­νω ἔ­γρα­φε «Ἀγ­γε­λέ­τος». Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Δὲν ἦ­ταν σταυ­ρό­λε­ξα. Ἦ­ταν σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα λευ­κὲς σε­λί­δες μὲ λί­γες χει­ρό­γρα­φες λέ­ξεις στὴν κα­θε­μιά. Σὰν κώ­δι­κας. Ἐν μέ­ρει ἔ­βγα­ζαν νό­η­μα. Σὲ μιὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα ἔ­γρα­φε: Οἱ σαῦ­ρες κοι­μή­θη­καν / Βρεγ­μέ­να τὰ ρά­φια / Χα­μο­γε­λᾶ στὰ στε­γνὰ / Τὸ ἐ­νυ­δρεῖο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).