Ἀλέξιος Μάινας: Paradise Lost

 

.

Mainas,Aleksios-ParadiseLost-Eikona-05a

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

P­a­r­a­d­i­se L­o­st

 

T-[Tay]-SomataΟ 1994 ΗΜΟΥΝ δε­κα­ο­χτὼ ἐ­τῶν, ἕ­νας νε­ο­θρὶξ μι­κρο­α­στὸς Ἀ­δὰμ στὸ ἄν­θος ὅ­λης μου τῆς ἀ­σά­φειας, καὶ ἤ­μουν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α μου ποὺ χό­ρε­ψε b­l­u­es. Ἦ­ταν στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, τοῦ Τά­κη, σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α – ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι τοῦ πέμ­πτου ὀ­ρό­φου φαι­νό­ταν στὸ βά­θος ὁ Ὑ­μητ­τός, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἦ­ταν ἡ πό­λη ὡς ἀ­ό­ρα­το μυ­θο­λο­γι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα.

       Τὰ ἀ­γό­ρια φο­ρού­σα­με ὅ­λα χον­τροὺς κο­κά­λι­νους σκε­λε­τοὺς ποὺ ξα­νά­γι­ναν τῆς μό­δας με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, καὶ εἴ­χα­με κά­νει πη­γα­δά­κι πά­νω στὸν φαρ­δὺ ὑ­πο­κί­τρι­νο κα­να­πὲ μὲ τὴ γλι­στε­ρὴ δερ­μά­τι­νη ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὶς ἐ­τα­ζέ­ρες γιὰ τὰ κο­κτέ­ιλ, ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ δι­α­πραγ­μα­τευ­ό­με­νοι μὲ ποι­ὰ γει­τό­νισ­σα τοῦ Τά­κη θὰ χο­ρέ­ψου­με. Οἱ ὄ­μορ­φες κα­θόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς ζω­ῆς, σὲ μιὰ γού­βα φω­τὸς τοῦ τρι­πλοῦ πορ­τα­τὶφ καί, ἂν καὶ χα­χά­νι­ζαν ἐμ­φα­νῶς ζων­τα­νὲς καὶ θερ­μό­αι­μες, ἦ­ταν γιὰ μᾶς συμ­πα­γεῖς κι ἀ­προ­σπέ­λα­στες σὰν κέ­ρι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα. Τὸ μό­νο ποὺ μᾶς συ­νέ­δε­ε ἦ­ταν τὸ παρ­κέ.

      Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς ἐμ­φα­νεῖς δυ­σκο­λί­ες τοῦ νὰ μὴν εἶ­σαι πιὰ παι­δὶ βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι νὰ κα­πνί­σω. Ἤ­μουν μό­νος κι ἔ­κα­νε κρύ­ο. Τὸ τσι­γά­ρο δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ συ­ζη­τή­σεις καὶ γνω­ρι­μί­ες ὅ­πως ἡ βόλ­τα μὲ τὸ σκύ­λο, ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος στοι­χή­μα­τος ἢ ἀ­πό­δει­ξης, μιὰ πρά­ξη πί­στης σὲ κά­τι ποὺ δὲν πι­στεύ­α­με ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὁ στρα­τός. Πί­σω ἀ­π’ τὸν πλα­ϊ­νὸ τοῖ­χο τῆς βε­ράν­τας μπρο­στὰ στὴν κου­ζί­να, ἂν ἔ­σκυ­βες πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλώ­στρα, φαι­νό­ταν ἕ­να τρί­γω­νο Ἀ­θή­νας σὰν νε­κρο­τα­φεῖ­ο μὲ πο­λύ­χρω­μα φω­τά­κια καὶ τὴ φι­μω­μέ­νη μεμ­ψι­μοι­ρί­α τῶν νε­κρῶν. Ἔ­νι­ω­θα συν­δε­δε­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­χὸ τῆς πό­λης ὅ­πως μὲ ὀμ­φά­λιο λῶ­ρο. Ἡ Κυ­ψέ­λη τῶν πρώ­των ἐ­τῶν δὲ φαι­νό­ταν μέ­σα στοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, οὔ­τε ἡ ἄλ­λη κυ­ψέ­λη στὴ σκιὰ τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ, ὅ­που με­γά­λω­σα μέ­σα στὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ὅ­ταν ἔ­σβη­να τὸ φῶς μπο­ροῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἀ­νά­σες τῶν μυ­ριά­δων κοι­μώ­με­νων νὰ ἀ­νε­βαί­νουν ψη­λὰ στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα σὰ λω­ρί­δες ρι­ζό­χαρ­το. Δὲ γνώ­ρι­ζα σχε­δὸν κα­νέ­ναν. Τὴ νύ­χτα ἔ­βλε­πα συ­χνὰ φα­νά­ρια, οἱ δι­α­σταυ­ρώ­σεις τοῦ ὕ­πνου μου ἦ­ταν γε­μά­τες γυ­μνοὺς μὲ σα­κά­κια.

      Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἡ Τά­νι (μὲ γι­ώ­τα), μιὰ νορ­βη­γί­δα πρα­σι­νο­μά­τα Μπρυν­χίλ­ντε ποὺ ὁ Τά­κης γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη, κα­λο­και­ρι­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ Φά­λη­ρο. Ἤ­θε­λε νὰ χο­ρέ­ψου­με, μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἀ­νέλ­πι­στη πρό­τα­ση εὐ­θύ­βο­λα καὶ νορ­βη­γι­κά, ἀλ­λὰ τῆς εἶ­πα ὄ­χι, για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λι­α­στοῦ­με πά­νω ἀ­π’ τὴν ἤ­δη ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­να­το­μί­α μου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ μὲ πλη­σί­α­σε, ἄ­φο­βα σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν σει­σμοὶ στὸν πέμ­πτο, σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε ἡ Κραυ­γὴ τοῦ M­u­n­ch, μοῦ πῆ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τὸ τσι­γά­ρο ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κα­νε μιὰ τζού­ρα, τὸ πέ­τα­ξε στὸ σκο­τά­δι χω­ρὶς νὰ ρω­τή­σει, τύ­λι­ξε τοὺς βρα­χί­ο­νες σὲ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μαλ­λί μου σὰν πύ­θω­νες γύ­ρω ἀ­π’ τὸ σβέρ­κο μου, καὶ σφρά­γι­σε μιὰ γιὰ πάν­τα μ’ ἕ­να ἁ­πλὸ γη­τευ­τι­κὸ λί­κνι­σμα τῶν γο­φῶν, μ’ ἕ­να τρί­λε­πτο b­l­u­es πά­νω στὴ στύ­ση μου, κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπλὲ ἀ­πό­η­χο τοῦ “W­i­t­h­o­ut y­ou” πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τὴ μα­κρι­νὴ γαρ­γά­ρα τῆς πό­λης, τί θὰ πεῖ ὑ­πε­ρο­χή. Καὶ ὑ­πέ­ρο­χη θη­λυ­κό­τη­τα.

      Τὰ τρί­α λε­πτὰ πέ­ρα­σαν. Ἡ M­a­r­i­ah σώ­πα­σε πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι. Ἡ Τά­νι τρά­βη­ξε τὴ συ­ρό­με­νη καὶ χά­θη­κε στὰ φιὸρδ τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ πό­λη ἔ­μει­νε ἔ­ξω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου: 7 twitter ἱστορίες

.

Ἄν­να Ἀ­φεν­του­λί­δου

 

7 t­w­i­t­t­er-ἱ­στο­ρί­ες

(μὲ πί­να­κες τοῦ E­g­on S­c­h­i­e­le)

 

[Οἱ “κα­νό­νες” τῆς κα­τα­μέ­τρη­σής τους εἶ­ναι οἱ ἑ­ξῆς:
1. με­τροῦν ἐ­ξί­σου γράμ­μα­τα, ἀ­ριθ­μοί, κε­νὰ καὶ ση­μεῖ­α στί­ξης.
2. ὁ τί­τλος δὲν προ­σμε­τρᾶ­ται στὸ “σῶ­μα” τοῦ κει­μέ­νου.
3. με­τὰ ἀ­πὸ ση­μεῖ­α στί­ξης, δὲν ἀ­φή­νου­με κε­νό.
4. ἂν στὸ τέ­λος τοῦ κει­μέ­νου, τὸ ση­μεῖ­ο στί­ξης εἶ­ναι ἡ τε­λεί­α, δὲν ση­μει­ώ­νε­ται καὶ ὡς ἐκ τού­του δὲν προ­σμε­τρᾶ­ται.]

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Δι­ά­σω­σις

 

ΣΑΝ τὸ πι­α­σμέ­νο ἀ­γρί­μι πά­λευ­ε νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄγ­γιγ­μα ἦ­ταν μιὰ ἐλ­πί­δα ὅ­τι μπο­ροῦ­σε,ἐ­πι­τέ­λους,κά­πως νὰ  ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ                                                                   

                                               

01-Diasosis 

 

Πορ­νι­κόν

 

ΑΡΠΑΖΟΤΑΝ ἀ­π’ τὰ ξέ­να κορ­μιὰ σὰν ἀ­π’ τὰ κάγ­κε­λα τοῦ κε­λιοῦ πρὶν τὴν ἐ­κτέ­λε­ση.Στρο­βι­λι­ζό­ταν στὴ δί­νη τους ὅ­πως ἄλ­λοι σνι­φά­ρουν βεν­ζί­νη   

 

02-Pornikon 

 

Λό­γιον

 

ΤΟΥ ἄ­ρε­σε νὰ τὴν βλέ­πει μὲ ἄλ­λες.­Ὕ­στε­ρα ἔ­γρα­φε ὣς τὸ πρω­ί.Με­τὰ ἀ­πὸ και­ρὸ αὐ­το­κτό­νη­σε.Καὶ ὅ­μως.Τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει

 

03-Logion 

 

Τε­λε­ο­λο­γι­κόν

 

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ἀ­κί­νη­το στὴν ἄ­κρη.Τζά­μι χα­ρα­κω­μέ­νο ἀ­πὸ βρο­χή.Δά­χτυ­λα τρέ­χουν στὶς σκι­ὲς τῆς σάρ­κας χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή.Ὅ,τι τρα­γού­δη­σε ἔ­χει τε­λει­ώ­σει

 

04-Teleologikon         

 

Λά­χε­σις

 

ΞΟΔΕΨΕ μι­σὴ ζω­ὴ ἀ­γνο­ών­τας ἐ­κεί­νη τὴν αἴ­σθη­ση.Θὰ ξο­δέ­ψει ἄλ­λη μι­σὴ ἀ­να­ζη­τών­τάς την σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἄλ­λοι λέ­νε τυ­χαῖ­ο,ἐ­νῶ εἶ­ναι ἁ­πλὰ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτo

                  

Z 035 

 

Μνή­σθη­τε

 

ΑΝΑΚΑΤΕΨΕ χλω­ρί­νη καὶ A­q­ua f­o­r­te.Τὸ ἤ­πι­ε.Ἀ­νά­στρο­φα κύ­λι­σε τὸ αἷ­μα καὶ δι­έ­λυ­σε τὸν δυ­να­τὸ μῦν τῆς γλώσ­σας.Ἀ­να­στα­σί­α, φώ­να­ξα.Δὲν ἤ­σουν πιὰ ἐ­κεῖ

            

06-Mnisthite 

 

Ὑ­στε­ρο­φη­μι­κόν

 

ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ τὸ σφρά­γι­σαν.Για­τί ὅ­λοι θὰ ἔ­βλε­παν τὰ δι­α­λυ­μέ­να μέ­λη.Ὅ­λοι θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν καὶ δὲν ἔ­πρε­πε.Ἀ­νοῖξ­τε το!Δῶ­στε πί­σω τὸν θά­να­τό μου

 

07-Ysterofimikon 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου: Ἱστορία μὲ 13ο Φεγγάρι

 

Afentoulidou,Anna-IstoriaMe13oFeggari-Eikona-01

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου

 

Ἱστορία μὲ 13ο Φεγγάρι

 

H-Itta-Somata ΜΗΤΕΡΑ μὲ εἶχε κουβαλήσει σὲ αὐτὴν τὴν ἀηδία, ἄδεια παραλία. Χωρὶς παιχνίδια.

Ἔβγαινα καὶ μάζευα φύκια καὶ ψόφια στρείδια.

      Τὸ ὡραῖο, ἕνας δράκος κοιμόταν στὴν θάλασσα καὶ τοὺς ἔλεγα συνεχῶς Σσς.

      Ἀλλὰ ἐκείνη δὲν μ’ ἄκουγε.

      Τῆς ἄρεσες ποὺ ἡλιοκαμένος, μόνο μὲ σόρτς, τῆς μιλοῦσες γλυκά. Ἤσουν μορφωμένος καὶ ἤξερες νὰ περιμένεις.

      Ἐγὼ κρυβόμουν πίσω ἀπ’ τὶς γρίλλιες καὶ σᾶς ἄκουγα.

      Ὅταν μαγείρευε μιὰ χοντρὴ γυναίκα καὶ ἐπλένε τὰ ροῦχα, κοίταζα τὶς ἱδρωμένες της μασχάλες.

      Τὸ 13ο φεγγάρι θὰ ἦταν πολὺ φωτεινὸ στὰ κεφάλια σας, ἀλλὰ ἐκείνη εἶχε αἷμα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κολυμπήσει. Κοιμήθηκε νωρίς.

 

      Καθόσουν στὸν βράχο καὶ ἔπινες. Μύριζες ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ὅπως ὁ πατέρας μου, καφενεῖο.

      Σὲ πλησίασα, ἔκαιγαν τὰ μάγουλα.

      Τί θέλεις, μικρή;

      Ἔπεσα στὸ νερὸ μὲ τὰ ροῦχα. Φώναξες, ἀλλὰ ὄχι δυνατά.

      Βγῆκα ἀμέσως καὶ ἔβγαλα τὸ βρεγμένο μου φόρεμα. Τὰ μάτια σου γυάλισαν ὅπως ἡ θάλασσα.

      Θὰ κρυώσεις.

      Σὲ πλησίασα. Ἔτρεμα.

      Ἔβγαλες τὰ φύκια ἀπ’ τὸ στῆθος.

      Πήγαινε.

      Ὄχι.

      Ἔλα νὰ σοῦ δείξω τὰ κοχύλια μου, εἶπα.

      Πίσω ἀπ’ τὸ σπίτι σὲ μιὰ στοίβα καμένα ἔβγαλα τὸ τενεκεδένιο κουτί.

      Εἶναι ὅλα σπασμένα, εἶπες.

      Ἀκριβῶς. Αὐτὰ δὲν τὰ θέλει κανείς.

      Λαχάνιασες.

      Ἀκούμπησα πάνω σου, ὅπως ἐκείνη.

      Ἔβαλα τὸ δάχτυλό σου στὸ στόμα μου.

      Μετὰ γέμισα ἄμμο. Ἤσουν βαρύς. δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀνάσα. δάγκωσα τὰ χείλη. Μάτωσα.

      Ὄχι, ὄχι, ἔλεγες.

      Ἀλλὰ δὲν μποροῦσες νὰ ξεκολλήσεις.

      Τόσο μορφωμένος καὶ ἀκόμα δὲν εἶχες μάθει.

      Κανεὶς δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τέτοιο φεγγάρι.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Κάρλος Ἀλμίρα (Carlos Almira): Ἡ ἐπιστολή

.


.

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira)

 .

Ἡ ἐ­πι­στο­λή

(La carta)

 .

05-Taph-608px-Barcley_custom_corsetsTΕΛΙΚΑ ὅ­λα ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­π’ ὅ,τι πε­ρί­με­να. Ἔ­βα­λα τὴν ἐ­πι­στο­λὴ στὴν τσέ­πη μου δί­χως νὰ τὴν ἀ­νοί­ξω, τὰ προ­σω­πι­κά μου ἀν­τι­κεί­με­να σὲ μιὰ τσάν­τα καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἀ­σαν­σέρ.

       Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σω τὸ γρα­φεῖ­ο: αὐ­τὸ τὸ τοῦ­νελ ἀ­πὸ συμ­πο­νε­τι­κὰ βλέμ­μα­τα, ἀ­πὸ σπλα­χνι­κὴ σι­ω­πή, δί­χως νὰ σκύ­ψω τὸ κε­φά­λι, σὰν νὰ μὴν τρέ­χει τί­πο­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Fuego enemigo, Nowelution, 2010

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira) (Κα­στε­γιόν, 1965). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Jesua (2005).

Κων­σταν­τ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Μπέντζαμιν Ρόζενμπαουμ (Benjamin Rosenbaum): Τὸ πορτοκάλι

.

Rosenbaum,Benjamin-ToPortokali-Eikona-01.

.

Μπέντζαμιν Ρόζενμπαουμ (Benjamin Rosenbaum)

 

Τὸ πορτοκάλι

(The Orange)

 

ΕΝΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο.

       Ἦ­ταν κά­τι τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο, μιὰ προ­σω­ρι­νὴ ἀ­πο­ποί­η­ση τῆς Θεί­ας Πρό­νοι­ας, νὰ ἐμ­πι­στευ­θo­ῦ­με τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πορ­το­κά­λι.

      Τὸ πορ­το­κά­λι, σὲ ἕ­ναν πορ­το­κα­λε­ώ­να τῆς Φλό­ρι­δα, ἀ­πο­δέ­χτη­κε σε­μνὰ τὴν τι­μή. Τὰ ἄλ­λα πορ­το­κά­λια, τὰ που­λιὰ καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ τρα­κτὲρ ἔ­κλα­ψαν ἀ­πὸ χα­ρά. Οἱ μη­χα­νὲς τῶν τρα­κτὲρ μούγ­κρι­ζαν ἐ­ξυ­μνών­τας το.

      Οἱ πι­λό­τοι τῶν ἀ­ε­ρο­πλά­νων ἔ­κα­ναν κύ­κλους πά­νω ἀ­πὸ τὸν πορ­το­κα­λε­ώ­να καὶ ἔ­λε­γαν στοὺς ἐ­πι­βά­τες: «Ἀ­πὸ κά­τω μας βλέ­πε­τε τὸν πορ­το­κα­λε­ώ­να ὅ­που το πορ­το­κά­λι ποὺ κυ­βερ­νᾶ τὸν κό­σμο ὡ­ρι­μά­ζει σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ κλα­δί.» Καὶ οἱ ἐ­πι­βά­τες ἔ­με­ναν σιωπηλοὶ μὲ δέ­ος.

      Ὁ κυ­βερ­νή­της τῆς Φλό­ρι­δα ἀ­να­κή­ρυ­ξε κά­θε ἡ­μέ­ρα ἀρ­γί­α. Τὰ κα­λο­και­ρι­νὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα ὁ Δα­λά­ι Λά­μα ἐρ­χό­ταν στὸν πορ­το­κα­λε­ώ­να, κα­θό­ταν μὲ τὸ πορ­το­κά­λι καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν γιὰ τὴ ζω­ή.

      Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ ὥ­ρα τῆς συγ­κο­μι­δῆς γιὰ τὸ πορ­το­κά­λι, κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­τα­νά­στες ἐρ­γά­τες δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ κά­νει. Κα­τέ­βη­καν σὲ ἀ­περ­γί­α. Οἱ ἐ­πι­βλέ­πον­τες ἔ­κλα­ψαν. Τὰ ἄλ­λα πορ­το­κά­λια ὁρ­κί­στη­καν ὅ­τι θὰ ξυ­νί­σουν. Ὅ­μως, τὸ πορ­το­κά­λι ποὺ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο εἶ­πε: «Ὄ­χι φί­λοι μου, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα.»

      Τε­λι­κά, φέ­ρα­νε ἕ­ναν ἄν­τρα ἀ­πὸ τὸ Σι­κά­γο μὲ καρ­διὰ τό­σο ψυ­χρὴ ὅ­σο ἡ λί­μνη Μί­σιγ­καν τὸ κα­τα­χεί­μω­νο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸν χαρ­το­φύ­λα­κά του, σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ σκά­λα καὶ ἔ­κο­ψε τὸ πορ­το­κά­λι. Τὰ που­λιὰ ἦ­ταν σι­ω­πη­ρὰ καὶ τὰ σύν­νε­φα εἶ­χαν φύ­γει. Τὸ πορ­το­κά­λι εὐ­χα­ρί­στη­σε τὸν ἄν­τρα ἀ­πὸ τὸ Σι­κά­γο.

      Λέ­νε ὅ­τι ὅ­ταν τὸ πορ­το­κά­λι πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἐ­θνι­κὸ σύ­στη­μα ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας καὶ δι­α­νο­μῆς, κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ μη­χα­νή­μα­τα με­τα­τρά­πη­καν σὲ χρυ­σό, οἱ ὁ­δη­γοὶ φορ­τη­γῶν εἶ­χαν στιγ­μὲς ἐ­πι­φοί­τη­σης, οἱ γέ­ροι ἐ­παρ­χι­ῶ­τες παν­το­πῶ­λες τη­λε­φω­νοῦ­σαν στὶς ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νες λε­σβί­ες κό­ρες τους στὴ Γου­ὸλ Στρὶτ καὶ ὅ­λα συγ­χω­ρέ­θη­καν.

      Ἀ­γό­ρα­σα τὸ πορ­το­κά­λι ποὺ κυ­βέρ­νη­σε τὸν κό­σμο γιὰ 39 σὲντς στὰ Sa­fe­way πρὶν τρεῖς ἡ­μέ­ρες καὶ γιὰ τρεῖς ἡ­μέ­ρες κα­θό­ταν στὴν φρου­τι­έ­ρα μου καὶ ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λός μου. Σή­με­ρα μοῦ εἶ­πε: «Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα» καὶ τὸ ἔ­φα­γα.

      Τώ­ρα εἴ­μα­στε πά­λι μό­νοι μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Μπέντζαμιν Ρόζενμπαουμ (Benjamin Rosenbaum). Γεν­νή­θη­κε στὸ Λὸνγκ Ἄι­λαντ. Ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει καὶ ζή­σει σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια ὡς προ­γραμ­μα­τι­στὴς ἠ­λε­κτρο­νι­κῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν. Ὁ ἴ­διος λέ­ει πὼς γρά­φει ἐ­πει­δὴ τὸ λα­τρεύ­ει καὶ ὄ­χι ἀπὸ κά­ποι­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νάγ­κη.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

.

Κώστας Μπέης: Ἀνομία

.

cryingmother

.

Κώ­στας Μπέ­ης

.

Ἀ­νο­μί­α

(Μουζίνα, Βόρεια Ἤπειρος, Χειμώνας 1996-7)

 

τῆσιν δ’ Ἀν­δρο­μά­χη λευ­κώ­λε­νος ἦρ­χε γό­οι­ος
Ἕ­κτο­ρος ἀν­δο­φό­νοι­ο κά­ρη με­τὰ χε­ρὶν ἔ­χου­σα
Ὅ­μη­ρος, Ἰ­λιά­δος, Ω

.

05-Epsilon­να βρά­δυ ἔ­γι­νε ‘­κει πά­νω μα­κε­λει­ό. Χει­μώ­νας, ἔ­βρε­χε καὶ κά­που στὸ δρό­μο τῆς Μου­ζί­νας εἶ­χαν στη­θεῖ γιὰ πλιά­τσκο. Κα­τέ­βαι­νε ἕ­να μερ­σεν­τές, τὸ παι­δί, λέ­νε, δὲν ἦ­ταν κά­νας-φου­κα­ριά­ρης· τὸν ἤ­ξε­ραν ἐ­κεῖ. Κα­τέ­βαι­νε γιὰ τὸ χω­ριὸ ἢ πή­γαι­νε στὰ πε­θε­ρι­κὰ –εἶ­χε μέ­σα τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά–, τοῦ ‘­βγή­καν μπρο­στά. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἦ­ταν μι­λη­μέ­νοι, λέ­νε ὅ­τι εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ μα­ζί του. Τὸ μέ­ρος τὸ ‘­χεις ὑ­πό­ψη σου, στρο­φὲς συ­νε­χῶς καὶ δα­σω­μέ­νοι λό­φοι, καὶ γκρε­μοί. Ἐ­κεῖ δὲν ἔ­χεις ἐλ­πί­δα. …Ξέ­ρεις πὼς εἶν’ ὁ χει­μώ­νας ἐ­κεῖ, ἅ­μα κλεί­σει τὸ βου­νὸ μὲ βρο­χὴ δὲν ἔ­χει νύ­χτα καὶ μέ­ρα. Θυ­μᾶ­σαι τὴν πα­λιὰ τὴν πιά­τσα, ὅ­που κά­ναν στά­ση τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α μὲ δυ­ὸ τρί­α μα­γα­ζιὰ καὶ τὸ χω­ριὸ χω­μέ­νο στὰ ρου­μά­νια, ἐ­κεῖ ἦ­ταν κά­ποι­οι, οἱ συ­νη­θι­σμέ­νοι πί­νον­τας ρα­κί· αὐ­τοὶ ἄ­κου­σαν κι ἔ­κα­ναν φα­σα­ρί­α κι ἔ­τσι τε­λεί­ω­σε ὣς αὐ­τοῦ. Τοῦ βγῆ­καν μπρο­στά, εἴ­πα­νε, μὲ τὰ αὐ­τό­μα­τα, τρεῖς. Βγῆ­κε τὸ παι­δὶ κι ἄλ­λα­ξαν κου­βέν­τες. Ἔ­τσι ἀ­κού­στη­κε, ὅ­τι γνω­ρί­ζον­ταν, ἴ­σως ὄ­χι μ’ ὅ­λους… πάν­τως ντό­πιοι ἦ­ταν, ἔ­τσι λέ­νε, ὅ­λοι. Τί ἀ­πό­γι­ναν οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δὲν ἔ­μα­θα, χά­θη­καν κό­σμος τό­τε. Τώ­ρα, ἢ τοῦ γύ­ρε­ψαν τὴν τσάν­τα, ἢ τὴν εἶ­δαν κι αὐ­τὸς τοὺς τὴν ἔ­δω­σε. Κι ἄ­κου­σε τὸν ἕ­ναν νὰ λέ­ει, νὰ λέ­νε με­τα­ξύ τους, μπρο­στά του, καὶ λε­φτὰ κι ἁ­μά­ξι καὶ μου­νί… Ἔ­βγα­λε τὸ πι­στό­λι καὶ τοῦ τὴ μέ­τρη­σε στὴ μπά­λα. Ἀ­κού­στη­καν ρι­πές, οἱ ἄλ­λοι τὸν ἔ­ρα­ψαν. Τό­τε βγῆ­καν οἱ ἄλ­λοι ἀ­π’ τὴν πιά­τσα, ἀ­κού­στη­καν φω­νές, φα­σα­ρί­α. Λέ­νε ὅ­τι ἔ­ρι­ξαν κι οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ πά­νω κι ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ κι ἔ­φυ­γαν. Ἡ ἄλ­λη εἶ­χε χυ­θεῖ πά­νω κι ἔ­κλαι­γε, τρα­βοῦ­σε τὰ μαλ­λιά της

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Κώ­στας Μπέ­ης Δ(ε)ρό­πο­λη (Ἀλ­βα­νί­α, 1981). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὰ Γι­άν­νι­να. Ἐρ­γά­ζεται στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση.

.

Τσὰκ Παλάνιουκ (Chuck Palahniuk): Συνοδός

.

Palahniuk,Chuck-Synodos-Eikona-06

.

Τσὰκ Πα­λά­νιουκ (C­h­u­ckP­a­l­a­h­n­i­uk)

 

Συ­νο­δός

(E­s­c­o­rt)

.

T-[Tay]-SomataΗΝ ΠΡΩ­ΤΗ ΜΟΥ ΜΕ­ΡΑ ὡς συ­νο­δός, τὸ πρῶ­το «ραν­τε­βού μου» εἶ­χε μό­νο ἕ­να πό­δι. Εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­να δη­μό­σιο λου­τρὸ γιὰ γκέ­ι, γιὰ νὰ ζε­στα­θεῖ, μοῦ εἶ­πε. Ἴ­σως καὶ γιὰ σέξ. Καὶ εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ στὴ σά­ου­να, κον­τὰ στὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ θερ­μαν­τι­κὸ σῶ­μα, πιὸ κον­τὰ ἀ­π’ ὅ­,τι ἔ­πρε­πε. Μέ­χρι νὰ τὸν βροῦ­νε εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες ἀ­ναί­σθη­τος. Τό­σο πολ­λὲς ποὺ τὸ κρέ­ας στὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μπού­τι εἶ­χε ψη­θεῖ ἐν­τε­λῶς καὶ πέ­ρα γιὰ πέ­ρα.

       Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ περ­πα­τή­σει, κι ἐρ­χό­ταν ἡ μη­τέ­ρα του ἀ­πὸ τὸ Γου­ι­σκόν­σιν νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φτεῖ, ὁ­πό­τε τὸ ἄ­συ­λο χρει­α­ζό­ταν κά­ποι­ον νὰ τοὺς κου­βα­λά­ει ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ γιὰ νὰ δοῦν τὰ ντό­πια ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα. Νὰ πᾶ­νε γιὰ ψώ­νια στὸ κέν­τρο. Νὰ δοῦν τὴν πα­ρα­λί­α. Τοὺς κα­ταρ­ρά­χτες Μαλ­τνό­μα. Αὐ­τὰ ἦ­ταν ὅ­λα ποὺ μπο­ροῦ­σες νὰ κά­νεις ὡς ἐ­θε­λον­τής· θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἤ­σουν νο­σο­κό­μος ἢ μά­γει­ρας ἢ για­τρὸς γιὰ νὰ προ­σφέ­ρεις πα­ρα­πά­νω.

      Ἤ­σουν συ­νο­δός, καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μέ­ρος ὅ­που νέ­οι ἄν­θρω­ποι χω­ρὶς ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς πή­γαι­ναν γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἀ­σύ­λου οὔ­τε κὰν τὸ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν ἦ­ταν γραμ­μέ­νο σὲ κα­μιὰ ταμ­πέ­λα, καὶ σοῦ ζη­τοῦ­σαν νὰ εἶ­σαι δι­α­κρι­τι­κὸς στὰ πή­γαι­νε-ἔ­λα σου, για­τὶ οἱ γεί­το­νες δὲν ἤ­ξε­ραν τί συ­νέ­βαι­νε στὸ τε­ρά­στιο πα­λιὸ σπί­τι τοῦ δρό­μου, ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ δι­κό του με­ρί­διο σὲ πρε­ζά­κια καὶ πι­στο­λί­δια, κι ὅ­μως δί­πλα σ’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζεῖ κα­νείς: τέσ­σε­ρις ἑ­τοι­μο­θά­να­τοι σ’ ἕ­να σα­λό­νι, δύ­ο στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Του­λά­χι­στον δύ­ο ἑ­τοι­μο­θά­να­τοι σὲ κα­θε­μί­α ἀ­πὸ τὶς κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου – κι ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὲς κρε­βα­το­κά­μα­ρες. Του­λά­χι­στον οἱ μι­σοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους εἶ­χαν A­I­DS, ἀλ­λὰ τὸ σπί­τι δὲν ἔ­κα­νε δι­α­κρί­σεις. Μπο­ροῦ­σες νὰ ἔρ­θεις ἐ­δῶ καὶ νὰ πε­θά­νεις ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε.

      Ἤ­μουν ἐ­κεῖ λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς μου. Ποὺ ἦ­ταν νὰ εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να φορ­τη­γό, μὲ μιὰ γραμ­μὴ με­τά­δο­σης κί­νη­σης 100 κι­λῶν φορ­τη­γοῦ ντί­ζελ κλά­σης 8 νὰ κρέ­με­ται πά­νω ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ μέ­χρι τὰ πό­δια μου. Ἔ­πρε­πε νὰ σέρ­νο­μαι κά­τω ἀ­πὸ φορ­τη­γὰ κα­θὼς ἔ­φτα­ναν στὴ γραμ­μὴ συ­ναρ­μο­λό­γη­σης, καὶ νὰ το­πο­θε­τῶ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μὲς με­τά­δο­σης κί­νη­σης. Εἰ­κο­σι­έ­ξι κά­θε ὀ­χτὼ ὧ­ρες. Νὰ δου­λεύ­ω μὲ τα­χύ­τη­τα ἐ­νῶ ἔ­φτα­νε τὸ ἑ­πό­με­νο φορ­τη­γὸ καὶ τὸ προ­η­γού­με­νο μὲ τρα­βοῦ­σε σὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τε­ρά­στιους φλε­γό­με­νους φούρ­νους.

      Τὸ πτυ­χί­ο δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ δώ­σει πά­νω ἀ­πὸ πέν­τε δο­λά­ρια τὴν ὥ­ρα. Κι ἄλ­λα παι­διὰ στὸ μα­γα­ζὶ εἶ­χαν ὅ­μοι­α πτυ­χί­α, καὶ δου­λευ­ό­μα­σταν ὅ­τι τὸ πτυ­χί­ο στὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει μα­θή­μα­τα ἠ­λε­κτρο­συγ­κόλ­λη­σης, μή­πως καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ τσιμ­πή­σου­με τὰ ἐ­πι­πλέ­ον δύ­ο δο­λά­ρια τὴν ὥ­ρα, ποὺ τὸ μα­γα­ζὶ ἔ­δι­νε σ’ ὅ­σους ἤ­ξε­ραν ἀ­πὸ συγ­κόλ­λη­ση. Κά­ποι­ος μὲ κά­λε­σε στὴν ἐκ­κλη­σία, καὶ ἤ­μουν τό­σο ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ποὺ πῆ­γα, καὶ στὴν ἐκ­κλη­σία εἶ­χαν ἕ­να φί­κο σὲ γλά­στρα καὶ τὸν ὀ­νό­μα­ζαν Δέν­τρο Προ­σφο­ρᾶς, ἦ­ταν δι­α­κο­σμη­μέ­νος μὲ χάρ­τι­να στο­λί­δια, κά­θε στο­λί­δι τυ­πω­μέ­νο μὲ μί­α κα­λὴ πρά­ξη ποὺ μπο­ροῦ­σες νὰ ἐ­πι­λέ­ξεις. Τὸ δι­κό μου στο­λί­δι ἔ­λε­γε: Βγὲς ραν­τε­βοὺ μὲ κά­ποι­ον ἀ­π’ τὸ ἄ­συ­λο.

      Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ λέ­ξη ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν, «ραν­τε­βού». Ἦ­ταν γραμ­μέ­νος κι ἕ­νας ἀ­ριθ­μὸς τη­λε­φώ­νου.

      Ἔ­βγα­λα τὸν ἄν­τρα μὲ τὸ ἕ­να πό­δι, ἔ­πει­τα αὐ­τὸν καὶ τὴ μη­τέ­ρα του, τοὺς πῆ­γα σ’ ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χή, σὲ ση­μεῖ­α μὲ θέ­α, σὲ μου­σεῖ­α, ἡ ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα του δι­πλω­μέ­νη στὸ πὸρτ-μπαγ­κὰζ τοῦ δε­κα­πεν­τά­χρο­νου Μέρ­κι­ου­ρι Μπόμ­πκα­τ(1) μου. Ἡ μη­τέ­ρα του κά­πνι­ζε, σι­ω­πη­λή. Ὁ γιός της ἦ­ταν τριά­ντα ἐ­τῶν, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες δι­α­κο­πές. Τὸ βρά­δυ, τὴν πῆ­γα πί­σω στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο της κον­τὰ στὴν ἐ­θνι­κή, καὶ κά­πνι­ζε, κα­θι­σμέ­νη στὸ κα­πό, μι­λών­τας γιὰ τὸ γιό της σὲ πα­ρελ­θον­τι­κὸ ἤ­δη χρό­νο. Ὁ γιός της ἔ­παι­ζε πιά­νο, εἶ­πε. Πῆ­ρε πτυ­χί­ο μου­σι­κῆς, ἀλ­λὰ κα­τέ­λη­ξε νὰ κά­νει ἐ­πί­δει­ξη ἠ­λε­κτρι­κῶν μου­σι­κῶν ὀρ­γά­νων σὲ ἐμ­πο­ρι­κὰ κέν­τρα.

      Αὐ­τὲς ἦ­ταν συ­ζη­τή­σεις ποὺ γί­νον­ταν, ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα.

      Ἤ­μουν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νῶν, καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα —με­τὰ ἀ­πὸ ὕ­πνο τρι­ῶν ἢ τεσ­σά­ρων ὡ­ρῶν— ἤ­μουν καὶ πά­λι ξα­πλω­μέ­νος κά­τω ἀ­πὸ φορ­τη­γά. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὰ δι­κά μου προ­βλή­μα­τα δὲν ἔ­μοια­ζαν καὶ πο­λὺ χά­λια. Κοι­τοῦ­σα τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια μου, ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὸ βά­ρος ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ ση­κώ­σω, τὸν τρό­πο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ φω­νά­ξω μὲ δύ­να­μη κα­λύ­πτον­τας τὸν ἀ­ε­ρο­μη­χα­νι­κὸ βρυ­χηθ­μὸ τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ζω­ή μου ἔ­μοια­ζε μὲ θαῦ­μα ἀν­τὶ γιὰ σφάλ­μα.

      Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δες, ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε φύ­γει γιὰ τὸ σπί­τι της. Με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες, εἶ­χε φύ­γει ὁ γιός της. Νε­κρός, φευ­γά­τος.

      Μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μου πή­γαι­να ἀν­θρώ­πους μὲ καρ­κί­νο νὰ δοῦν τὸν ὠ­κε­α­νὸ γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Πή­γαι­να ἀν­θρώ­πους μὲ A­I­DS στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ Χοὺντ γιὰ νὰ δοῦν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο, ὅ­σο ὑ­πῆρ­χε ἀ­κό­μα και­ρός.

      Κα­θό­μουν στὸ πλά­ι τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἐ­νῶ ἡ νο­σο­κό­μα μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­νε ποι­ὰ ση­μά­δια νὰ πε­ρι­μέ­νω στὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του, τὸ ἀγ­κο­μα­χη­τὸ καὶ τὴν ἀ­συ­νεί­δη­τη πά­λη κά­ποι­ου ποὺ πνί­γε­ται στὸν ὕ­πνο του κα­θὼς ἡ νε­φρι­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια γέ­μι­ζε τὰ πνευ­μό­νια του μὲ νε­ρό. Ἀ­π’ τὴν ὀ­θό­νη ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να μπὶπ κά­θε πέν­τε ἢ δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα κα­θὼς τὸ μη­χά­νη­μα ἔ­κα­νε ἔ­νε­ση μορ­φί­νης στὸν ἀ­σθε­νῆ. Τὰ μά­τια τοῦ ἀ­σθε­νῆ κυ­λοῦ­σαν πρὸς τὰ πί­σω, γουρ­λω­τὰ καὶ ἐν­τε­λῶς ἄ­σπρα. Κρα­τοῦ­σες τὰ πα­γω­μέ­να χέ­ρια του γιὰ ὧ­ρες, μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ ἕ­νας ἄλ­λος συ­νο­δὸς ἐρ­χό­ταν γιὰ νὰ σὲ σώ­σει ἢ μέ­χρι ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κα­μί­α ση­μα­σί­α.

      Ἡ μη­τέ­ρα στὸ Γου­ι­σκόν­σιν μοῦ ἔ­στει­λε μιὰ κου­βέρ­τα ποὺ εἶ­χε πλέ­ξει μὲ τὸ βε­λο­νά­κι, μὼβ καὶ κόκ­κι­νη. Μιὰ ἄλ­λη μη­τέ­ρα ἢ για­γιὰ ποὺ συ­νό­δε­ψα μοῦ ἔ­στει­λε μιὰ κου­βέρ­τα μπλέ, πρά­σι­νη καὶ ἄ­σπρη. Μοῦ στεί­λα­νε μιὰ ἄλ­λη κόκ­κι­νη, ἄ­σπρη καὶ μαύ­ρη. Πα­λι­ο­μο­δί­τι­κα τε­τρά­γω­να, σχέ­δια ζὶγκ-ζάγκ. Ἔ­φτια­ξαν μιὰ στοί­βα στὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ κα­να­πέ, μέ­χρις ὅ­του οἱ συγ­κά­τοι­κοί μου μοῦ ζή­τη­σαν νὰ τὶς ἀ­πο­θη­κεύ­σω στὴ σο­φί­τα.

      Λί­γο πρὶν πε­θά­νει, ὁ γιὸς τῆς γυ­ναί­κας, ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ ἕ­να πό­δι, λί­γο πρὶν πέ­σει σὲ ἀ­φα­σί­α, μὲ εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει νὰ πά­ω στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ποὺ ζοῦ­σε πρίν. Εἶ­χε μί­α ντου­λά­πα γε­μά­τη ὄρ­γα­να τοῦ σέξ. Πε­ρι­ο­δι­κά, δερ­μά­τι­να εἴ­δη. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ βρεῖ ἡ μη­τέ­ρα του, ὁ­πό­τε ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ πά­ω καὶ νὰ τὰ πε­τά­ξω ὅ­λα. Ἔ­τσι πῆ­γα, ἐ­κεῖ, στὴ μι­κρή του γκαρ­σο­νι­έ­ρα σφρα­γι­σμέ­νη καὶ μπα­γι­ά­τι­κη ἀ­πὸ τοὺς τό­σους μῆ­νες ποὺ ἦ­ταν ἄ­δεια. Σὰν κρύ­πτη, θὰ ἔ­λε­γα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σω­στὴ λέ­ξη. Ἀ­κού­γε­ται πο­λὺ δρα­μα­τι­κή. Με­λό. Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἁ­πλῶς θλι­βε­ρή. Τὰ ὄρ­γα­να τοῦ σὲξ καὶ τὰ πρω­κτι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ θλι­βε­ρά. Ὀρ­φα­νὰ τώ­ρα πιά. Οὔ­τε αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ σω­στὴ λέ­ξη, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη λέ­ξη ποὺ μοῦ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ.

      Οἱ κου­βέρ­τες εἶ­ναι ἀ­κό­μα σ’ ἕ­να κου­τὶ στὴ σο­φί­τα. Κά­θε Χρι­στού­γεν­να ἕ­νας συγ­κά­τοι­κος πά­ει νὰ βρεῖ τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα στο­λί­δια καὶ βρί­σκει τὶς κου­βέρ­τες, κόκ­κι­νη καὶ μαύ­ρη, πρά­σι­νη καὶ μώβ, κα­θε­μιὰ κι ἕ­νας νε­κρὸς ἄν­θρω­πος, ἕ­νας γιὸς ἢ μιὰ κό­ρη ἢ ἕ­να ἐγ­γό­νι, καὶ ὅ­ποι­ος τὶς βρί­σκει ρω­τά­ει ἂν μπο­ροῦ­με νὰ τὶς βά­λου­με στὰ κρε­βά­τια μας ἢ ἂν θὰ τὶς δώ­σου­με σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα. Καὶ κά­θε Χρι­στού­γεν­να λέ­ω ὄ­χι. Δὲν ξέ­ρω τί μὲ φο­βί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, νὰ πε­τά­ξω ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νε­κρὰ παι­διὰ ἢ νὰ κοι­μη­θῶ μα­ζί τους.

      Μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε για­τί, λέ­ω. Ἀρ­νοῦ­μαι νὰ μι­λή­σω σχε­τι­κά. Ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­γι­ναν πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια. Πού­λη­σα τὸ Μπόμ­πκατ τὸ 1989. Ἔ­πα­ψα νὰ εἶ­μαι συ­νο­δός. Ἴ­σως για­τί με­τὰ τὸν ἄν­τρα μὲ τὸ ἕ­να πό­δι, με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε, με­τὰ τὰ ὄρ­γα­να τοῦ σὲξ πε­τα­μέ­να σὲ σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν, με­τὰ ποὺ θά­φτη­καν στὴ χω­μα­τε­ρή, με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῶν πα­ρα­θύ­ρων τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος καὶ τὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ δέρ­μα καὶ λά­τεξ ποὺ εἶ­χε φύ­γει, τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα φαι­νό­ταν πιὰ μιὰ χα­ρά. Ὁ κα­να­πὲς εἶ­χε ἕ­να γλυ­κό, με­νε­ξε­δὶ χρῶ­μα, οἱ τοῖ­χοι καὶ τὸ χα­λί, κρέμ. Ἡ μι­κρὴ κου­ζί­να εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο, κα­λο­φτι­αγ­μέ­νο πάγ­κο. Ἡ του­α­λέ­τα ἦ­ταν ἄ­σπρη καὶ κα­θα­ρή.

      Κά­θι­σα ἐ­κεῖ, στὴν κα­λό­γου­στη σι­ω­πή. Κι ἐ­γὼ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα ζή­σει ἐ­κεῖ.

      Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἐ­κεῖ.

1. Τύ­πος αὐ­το­κι­νή­του τῆς Φὸρντ Πίν­το.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds.New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

Τσὰκ Πα­λά­νιουκ (C­h­u­ck P­a­l­a­h­n­i­uk). Σα­τι­ρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ αὐ­το­α­πα­σχο­λού­με­νος δη­μο­σι­ο­γρά­φος ποὺ ζεῖ στὸ Πόρ­τλαντ τοῦ Ὄ­ρεγ­κον. Εἶ­ναι εὐ­ρέ­ως γνω­στὸς γιὰ τὸ βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του F­i­g­ht C­l­ub, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει γυ­ρι­στεῖ σὲ ται­νί­α μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς τοὺς Μπρὰντ Πίτ, Ἔν­του­αρτ Νόρ­τον καὶ Ἔ­λε­να Μπό­ναμ-Κάρ­τερ καὶ σκη­νο­θέ­τη τὸν Ντέ­ι­βιντ Φίν­τσερ. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι τὰ H­a­u­n­t­ed καὶ R­a­nt.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

.

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ μεγάλος ἐπισκέπτης

 

 

Christofilakis,Giorgos-OMegalosEpiskeptis-Eikona-01a 

. 

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης

 . 

Ὁ με­γά­λος ἐ­πι­σκέ­πτης

 .

01-HttaΤΑΝΕ οἱ δάφ­νες ἀ­πὸ με­ριά, μα­χαί­ρια δί­κο­πα τὰ φύλ­λα καὶ λέ­λου­δα χα­τζά­ρια, τὰ πεῦ­κα τίγ­κα κου­κου­νά­ρια, πευ­κο­βε­λό­νες στρω­μέ­νο γύ­ρα τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­λο­γό­μυ­γες ντου­μά­νι στὶς κοι­λι­ὲς τῶν ζῶν τὰ μούρ­λαι­ναν στὸ βύ­ζαγ­μα. Ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ κι εἴ­κο­σι πέν­τε Μάρ­τη. Ἀλ­λὰ μύ­ρι­ζε Ἀ­πρί­λη ὁ τό­πος…

       Γῆς, οὐ­ρα­νός, που­λιά, καρ­δι­ές, γρα­σί­δι, ἕ­τοι­μα γιὰ φοῦρ­λες στὸν ἀ­γέ­ρα… Οἱ πα­τε­ρά­δες καὶ οἱ μα­νοῦ­λες, κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν γιοὺς καὶ θυ­γα­τέ­ρες, μα­θη­τά­κους κα­θα­ροντυ­μέ­νους, στὴν πα­ρέ­λα­ση. Κον­το­λο­γῆς, ὅ­λη ἡ Ἅ­για Με­γα­λό­πο­λη καὶ μιὰ κα­το­στα­ριὰ λι­α­νο­χώ­ρια ὁ­λό­γυ­ρα, στὸ πό­δι.

      Στὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτά, μό­λο­γος. Μπλὲ πο­δίτσα τὸ θη­λυ­κὸ γέ­νος. Μπλὲ μπε­ρε­δά­κι ὁ­λό­γι­ο­μο, σκαλ­τσου­νά­κι κον­τὸ λευ­κό. Μπλὲ με­λισ­σο­λό­ι οἱ μα­θή­τρι­ες μὲ κόρ­φους γι­ο­μά­τους ἀ­πή­γα­νο, σκάρ­φη κι ἀ­ψηθιά, πα­ρα­κα­τού­λια στὰ βρά­χια… δεν­τρο­λί­βα­νο, δυ­ό­σμος καὶ βρυ­σοῦ­λες, ἀ­πό­τι­στος κάμ­πος, σπη­λι­α­ρά­κια μο­να­χού­λια χω­ρὶς τὸν ντά­κο τοῦ τσο­πά­νη.

      Ἀ­πὸ με­ριὰ οἱ μα­θη­τές, μπλὲ παν­τε­λό­νια, ἄ­σπρα που­κά­μι­σα, μά­τια μὲ σκυ­λί­σιο πα­ρά­πο­νο κι ἀ­γριά­δα γιὰ τὶς θη­λυ­κές, ποὺ ξά­μω­σαν πρω­ὶ πρω­ὶ τὴν πραμ­μά­τια τους κα­τά­λα­κα στοὺς γυ­ρο­λό­γους.

      Ὅ­λοι ἄ­σπρα, μέγ­κλες που­κά­μι­σα. Μό­νο ὁ Ντα­ρί­βας ξη­γι­ό­τα­νε κόκ­κι­νο κα­ρώ. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοῦ Μα­ρα­φῆ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μι­σο­κούρ­δα­γε τὸ τούμ­πα­νο. Ἤ­τα­νε Ἀρ­χη­γός. Κι εἶ­χε ἄλ­λους δε­κα­ε­φτὰ στὴ διά­τα του. Τὸ ὅ­λο, δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να βαρ­βά­τα, σκού­ξι­μο κι ἀν­τά­ρα, ὅ­που τὰ παί­ζα­νε μόρ­τες ἕ­νας κι ἕ­νας.

      Ὁ μα­θη­τὴς κα­θό­τα­νε σὲ μιὰ πέ­τρα. Συλ­λο­ϊ­σμέ­νος. Εἶ­χε ἔρ­θει πρω­ὶ πρω­ὶ ἡ μά­να του μὲ τὸν Μπίρ­κο —τὸ μου­λά­ρι— τρεῖς ὧ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο ἀ­πὸ τοῦ Με­μῆ. Τοῦ ἔ­φε­ρε δί­πλες, ψω­μά­κι, ἀ­βγου­λά­κια…

      — Κα­λῶς τη­νε.

      — Κά­τσε νὰ φᾶς μιὰ μπου­κιά. Νὰ πά­ρεις δύ­να­μη.

      — Για­τί;

      — Για­τί που­κά­μι­σο κι ἄ­σπρο δὲν ἔ­χει. Βρῆ­κα τοῦ­το τὸ κόκ­κι­νο στὸ μπα­οῦ­λο. Ἔ­χει τὰ κα­ρου­δά­κια…

      — Κα­λό ‘­ναι…

      — Τὰ ἔρ­μα τὰ λε­φτά. Δὲν τὰ με­γα­λώ­νουν τὰ δέν­τρα.

      — Μὴ σε­κλε­τί­ζε­σαι μά­να. Τρά­βα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν «Πορ­το­κα­λιά», τὸ μα­γέ­ρι­κο καὶ στή­σου νὰ μὲ δεῖς ποὺ θὰ περ­νά­ω.

      — Ἔ­τσι θὰ γί­νει…

      Δι­ά­βη­κε ὁ Ντα­ρί­βας τὸ κα­τώ­φλι καὶ τώ­ρα κά­θε­ται στὴν πέ­τρα, τρί­τη φο­ρά, καὶ κουρ­ντί­ζει τὸ τούμ­πα­νο. Πα­ρα­κα­τού­λια οἱ σαλ­πιγ­κτές, φυ­σᾶ­νε τὶς σάλ­πιγ­γες νὰ τὶς φέ­ρουν στὸ ζύ­γι τους, κι ἀ­πά­νω στὸ μπαλ­κό­νι μό­στρα τὸ κα­θη­γη­το­λό­ι ντυ­μέ­νο στὰ γι­ορ­τι­νά. Μαῦ­ρα, μπλὲ κου­στού­μια καὶ φο­ρέ­μα­τα. Τί Σι­κα­νι­ώ­του, τί Περδί­κης, τί Κα­σκαν­τή­ρης, τί Κυ­ρι­α­κό­που­λος, τί Κου­ρου­νι­ώ­του, τί Καλ­πά­κη, τί Νά­τσης. Ὅ­λο τὸ συμ­πε­θε­ριό. Καὶ στὰ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ρια, ζού­λα τσι­γα­ριὰ οἱ ζω­η­ροί…

      Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­να­νε ὅ­λα τοῦ­τα τοῦ Ντα­ρί­βα. Σι­γό­βραζε… Κα­θη­γη­τὲς ὅ­λο κου­στού­μι καὶ ἰ­δέ­α. Καὶ κεί­νη πιὰ ἡ πει­θαρ­χί­α τους, ὁ­πού ‘­ταν ὅ­λο τσί­τω­μα κι ἐ­ξυ­πνά­δα… Σι­γό­βρα­ζε ὁ μα­θη­τής. Ἀλ­λά… τὰ βά­ζει ὁ πλά­τα­νος μὲ τὸ πο­τά­μι;

      — Τὰ βά­νει καὶ τὰ πα­ρα­βά­νει, μι­σό­λε­γε.

      — Τί λὲς Ντα­ρί­βα; Τί βά­νει καὶ πα­ρα­βά­νει; Ἦ­ταν ὁ Μα­ρα­φής. Τὸ συ­νή­θι­ζε… Τσούπ! Φάν­της μπα­στού­νι νὰ σκα­ρί­ζει μπρός σου.

      — Λέ­ω…

      — Για­τί δὲ φο­ρέ­νεις ἄ­σπρο που­κά­μι­σο;

      — Για­τί ὁ ἀρ­χη­γὸς δὲν φο­ρέ­νει.

      — Καὶ φο­ρέ­νει κόκ­κι­νο;

      — Ναί.

      Δὲν εἶ­πε τί­πο­τε. Ἔ­φυ­γε φουρ­κι­σμέ­νος ὁ γυ­μνα­στής. Ἀλ­λὰ τοῦ ἤ­τα­νε καὶ τό­σο ἀ­πα­ραί­τη­τος. Δὲν τό ‘­χε σὲ τί­πο­τα ὁ Ντα­ρί­βας νὰ παί­ξει κόν­τρα καὶ νὰ τοῦ χα­λά­σει τὴν πα­ρέ­λα­ση…

      Ἡ σάλ­πιγ­γα σφύ­ρι­ξε συγ­κέν­τρω­ση. Θη­λυ­κοί, σερ­νι­κοὶ μπῆ­καν σὲ τε­τρά­δες. Μπρο­στὰ τὰ τούμ­πα­να. Πί­σω ἡ Ση­μαί­α. Δί­πλα οἱ ἐ­πί­λε­χτοι… οἱ ἀ­ρι­στοῦ­χοι. Καὶ σού­μα, μο­νο­κού­κι, ὅ­λο τὸ γυ­μνά­σιο, καὶ κα­τὰ μι­κρὰ δι­α­στή­μα­τα οἱ κα­θη­γη­τές, ἀ­κο­λού­θα­γαν τὸ κύ­ριο σῶ­μα.

      Παί­ζα­νε τὰ δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να τοῦ Ντα­ρί­βα κι εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα τους τὰ σπί­τια καὶ χό­ρευ­αν στὸν ἀ­γέ­ρα. Εἶ­χαν προγ­κί­ξει τὰ που­λιὰ ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ποῦ νὰ τολ­μή­σουν ν’ ἀ­ρά­ξουν σὲ κλα­ρά­κι… Κι ὁ μα­θη­τὴς κρά­τα­γε τὰ τουμ­πα­νό­ξυ­λα, χά­ι­δευ­ε ἄ­γρια τὸ τουμ­πα­νό­πε­τσο κι ἔ­βγαι­νε βρόν­τος πρω­τό­γο­νος, ποὺ σοῦ χά­ρα­ζε τὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Βρόν­τος κο­φτός. Ἀ­χὸς μὲ ἀ­χὸ γι­νό­ταν ἄ­χτι καὶ ση­κω­νό­ταν στὸν ἀ­γέ­ρα.

      Πρῶ­τος δε­ξιὰ στὴν τριά­δα —τρεῖς τρεῖς τοὺς ἤ­θε­λε γιὰ μπού­γιο— περ­πά­τα­γε καὶ τή­ρα­γε ἴ­σια πέ­ρα. Νὰ μὴ δεῖ μη­τρο­πο­λί­τη, γυ­μνα­σιά­ρχη, ἔμ­πο­ρο, ἐ­πι­στή­μο­να. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­νε στὴν «Πορτοκαλιά» μο­νά­χα, χα­μή­λω­σε τὸ θώ­ρι. Ὅ­λοι χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν. Φώ­να­ζαν…

      — Γειά σου Ντα­ρί­βα.

      — Ὅρ­μα Ντα­ρί­βα.

      Καὶ τέ­τοι­α, ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του τ’ ἀ­λά­νια.

      Κεῖ μέ­σα στὸ πλῆ­θος, εἶ­δε τὴ μά­να του μ’ ἕ­να σα­κού­λι στὸ χέ­ρι, τὶς πα­λι­ο­βα­κέ­τες στὰ πό­δια καὶ τὸ φου­στά­νι, ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σες φο­ρὲς εἶ­χε φο­ρε­θεῖ μο­νο­φό­ρι, γιὰ νὰ κα­τέ­βει νὰ τὸν δεῖ ἀ­π’ τὸ χω­ριό. Δὲ χει­ρο­κρό­ταγε. Τὸν τή­ρα­ε μό­νο. Ἔ­τσι, κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­πως τὸν εἶ­χε ντύ­σει ἡ ἀ­νάγ­κη.

      Ὁ Ντα­ρί­βας χα­μή­λω­σε τὸ θώ­ρι κι ἔ­δω­σε διά­τα, τὰ τούμ­πα­να νὰ χα­μη­λώ­σουν τὸ παί­ξι­μο, νὰ βγεῖ ἦ­χος χνού­δι, σὰν πού­που­λο τρυ­γό­νας. Πέ­σαν τὰ τούμ­πα­να χα­μη­λά, ἄλ­λα­ξε ὁ ρυθ­μὸς στὴ μέ­ση τῆς πλα­τεί­ας. Ὁ Ντα­ρί­βας ἐ­γύ­ρι­σε καὶ χαι­ρέ­τη­σε τὸ δι­κό του ἐ­πί­ση­μο καὶ ξα­νά­δω­σε διά­τα νὰ ἀ­νέ­βει στὰ τούμ­πα­να ἡ φω­νή…

      Σει­ρὰ τῶν σαλ­πιγ­κτῶν με­τὰ νὰ παί­ξουν..

 

 

φούρλα = γύρος χορευτικός, στριφογύρισμα.

μόλογος = κακὴ φήμη, στὴ φρ. «βγῆκε μόλογος».

ἀ­πή­γα­νος = φαρμακευτικὸ καὶ μυρωδικὸ φυτό.

σκάρ­φη = εἶδος ελλέβορου

ἀ­ψηθιά = τὸ φυτὸ ἄψινθος.

ντάκος = κομμάτι ξύλου ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς ὑποστήριγμα· πα­ξι­μά­δι.

ξαμώνω = ἁπλώνω.

κατάλακα = φανερά.

μέγκλος = θαυμάσιος.

σκαρίζω = βγαίνω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

 

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).

 

Μπροὺς Χόλαντ Ρότζερς (Bruce Holland Rogers): Ἡ νότια γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μπέρλνιγκτον Νόρθερν

 

 

Rogers,BruceHolland-INotiaGrammiTouSidirodromou...-Eikona-05

 

Μπροὺς Χόλαντ Ρότζερς (Bruce Holland Rogers)

 

Ἡ νό­τια γραμ­μὴ τοῦ σι­δη­ρο­δρό­μου Μπέρλ­νιγ­κτον Νόρ­θερν

(The Burlington Northern, Southbound)

 

T-[Tay]-SomataΗΝ ΕΛΕΓΑΝ Κρι­στίν. Δὲν ἔ­βρι­σκε τὸν τρό­πο νὰ τῆς μι­λή­σει, ἔ­τσι τῆς ἔ­γρα­ψε ἕ­να ποί­η­μα στὸ ὁ­ποῖ­ο τὴ σύγ­κρι­νε μὲ τὴ νό­τια γραμμὴ τοῦ σι­δη­ρο­δρό­μου Μπέρλνιγκτον Νόρθερν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη Φὸρτ Κό­λινς. Τῆς μί­λη­σε γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ στέ­κε­ται στὶς γραμ­μὲς τῶν τρέ­νων στὴ λάμ­ψη τοῦ προ­βο­λέ­α. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρα­με­ρί­ζει καὶ νὰ στέ­κε­ται στὴν ἄ­κρη τοῦ στρω­τή­ρα γιὰ νὰ νι­ώ­σει τὸν κρό­το στὰ κό­κα­λά του. Ἀ­νά­με­σα στὸ σπιν­θή­ρι­σμα ἀ­πὸ τὶς στά­χτες καὶ τὴ χα­ρὰ ποὺ ἔ­νι­ω­θε, ἡ μη­χα­νὴ μπο­ροῦ­σε σχε­δὸν νὰ τὸν γο­να­τί­σει. Ὁ ρυθ­μι­κὸς κτύ­πος τῆς μη­χα­νῆς μέ­σα του θὰ ἐ­ξα­σθέ­νι­ζε ὥ­σπου νὰ γι­νό­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ἦ­χος, καὶ με­τὰ τὰ βα­γό­νια —κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ στρίγ­κλι­ζαν κα­θὼς τραν­τά­ζον­ταν—θὰ ἔ­κα­ναν τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἦ­χο κλὶκ κλάκ. Θὰ δι­ά­λε­γε ἕ­να βα­γό­νι καὶ τρέ­χον­τας θὰ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω στὴν ἀ­νε­μό­σκα­λα. Θὰ ἔ­νι­ω­θε τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ ἀ­ε­ρά­κι στὰ μαλ­λιά του καὶ τὰ πλη­σι­έ­στε­ρα βα­γό­νια θὰ εἶ­χαν μιὰ μου­σι­κὴ ὁ­λό­τε­λα δι­κή τους, ἕ­να ρυθ­μὸ ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κού­σει ἂν ἁ­πλὰ στε­κό­ταν κον­τὰ στὶς γραμ­μὲς κα­θὼς περ­νοῦ­σαν. Ἡ κόρ­να θὰ ἀ­κου­γό­ταν γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α δι­α­σταύ­ρω­ση, ὅ­πως ἕ­να γλυ­κὸ τζὰζ τρα­γού­δι. Ἔ­πει­τα, ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση πε­νήν­τα βα­γο­νι­ῶν, θὰ ἔ­νι­ω­θε τὴ δό­νη­ση τῆς μη­χα­νῆς νὰ δου­λεύ­ει ἐν­τα­τι­κά. Θὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κρα­τι­ό­ταν σφι­κτά, νὰ ἀρ­με­νί­ζει πά­νω στὸν σύν­δε­σμο τῆς ἀ­πο­βά­θρας μέ­σα στὴ νύ­χτα, νὰ τα­ξι­δεύ­ει σκυμ­μέ­νος καὶ μὲ τὶς ἀρ­θρώ­σεις του νὰ μου­διά­ζουν ἕ­ως ὅ­του τὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας νὰ τοῦ φα­νέ­ρω­νε τοὺς κόκ­κι­νους λό­φους τοῦ Νέ­ου Με­ξι­κοῦ καὶ νὰ ἔ­νι­ω­θε τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἄ­γριου κυ­πα­ρισ­σιοῦ στὸν ἀ­έ­ρα. Ὕ­στε­ρα θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸ ὄ­νει­ρο γιὰ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει πό­σο γρή­γο­ρα πε­τοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω του οἱ στρω­τῆ­ρες. Θὰ ἔ­γερ­νε στὸν ἄ­νε­μο στὰ ὅ­ρια τῆς πό­λης, καὶ θὰ ἄ­φη­νε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸ κε­νὸ καὶ σὰν προ­σγει­ω­νό­ταν τρέ­χον­τας μὲ μιὰ μα­νί­α ποὺ θὰ ἔ­νι­ω­θε σὲ ὅ­λη του τὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη, ἕ­να σὸκ ποὺ θὰ ἔ­νι­ω­θε σὰν μιὰ λευ­κὴ ἀ­στρα­πὴ καὶ σὰν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἠ­λε­κτρι­σμοῦ, καὶ θὰ ἔ­τρε­χε ἀ­δι­ά­κο­πα στὰ τυ­φλὰ καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς θὰ σκόν­τα­φτε στὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια, θὰ ἔ­γδερ­νε τὶς ἀρ­θρώ­σεις του καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ γό­να­τό του. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους θὰ στα­μα­τοῦ­σε, θὰ ἄ­κου­γε τὸ αἷ­μα νὰ τρέ­χει ὁρ­μη­τι­κὸ πρὸς τὰ αὐ­τιά του γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα κα­θὼς θὰ ἔ­νι­ω­θε τὸ τρέ­νο νὰ ὁρ­μά­ει καὶ νὰ ξε­μα­κραί­νει, καὶ θὰ ἔ­βλε­πε τὰ ἀ­στέ­ρια νὰ πε­ρι­στρέ­φον­ται γιὰ λί­γο κι ὅ­ταν θὰ πή­γαι­νε σπί­τι θὰ ἔ­νι­ω­θε ἕ­να ἁ­πα­λὸ κου­δού­νι­σμα στ’ αὐ­τιά του.

       Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει αὐ­τὸ στὸ ποί­η­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τέσ­σε­ρις σε­λί­δες καὶ κα­τέ­λη­γε:

 

       Θέ­λω νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σω σπί­τι, Κρι­στίν,

       Καὶ ὄ­χι μό­νο. Θέ­λω νὰ σὲ πά­ρω σὲ πρω­ι­νὰ

       Τσου­χτε­ρά, ψυ­χρὰ καὶ με­λαγ­χο­λι­κὰ

       Καὶ νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ κά­νω τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μὴ πο­τὲ ξα­νά.

 

       Δὲν ξα­να­εῖ­χε νέ­α της, οὔ­τε κὰν γιὰ νὰ τὸν πλη­ρο­φο­ρή­σει ὅ­τι πα­ρέ­λα­βε τὸ ποί­η­μα. Ἄλ­λω­στε ποιά γυ­ναί­κα θέ­λει νὰ ἀ­κού­σει ὅ­τι εἶ­ναι σὰν τὴ νό­τια γραμ­μὴ τοῦ σι­δη­ρό­δρο­μου Μπέρλνιγκτον Νόρθερν;

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Rogers,BruceHolland-Eikona-01Μπροὺς Χόλαντ Ρότζερς (Bruce Holland Rogers). Ζεῖ στὸ Γι­ου­τζὶν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον καὶ πα­λι­ό­τε­ρα ζοῦ­σε στὸ Λον­δί­νο. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει δι­δά­ξει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τοῦ Κο­λο­ράν­το καὶ τοῦ Ἰ­λι­νό­ις καὶ εἶ­ναι μό­νι­μο μέ­λος τοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ W­h­i­d­b­ey W­r­i­t­e­rs W­o­r­k­s­h­op M­FA P­r­o­g­r­am, ποῦ εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὸν κό­σμο ποὺ δὲν σχε­τί­ζε­ται μὲ κά­ποι­ο πα­νε­πι­στή­μιο.

Ἱστοσελίδα: http://www.shortshortshort.com/

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Κων­σταν­τί­νου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.