Ἀντώνης Ζέρβας: Ὁ φιλόσοφος και ὁ ἄνδρας

 

.

Zerbas,Antonis-OFilosofosKiOAndras-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Ὁ φιλόσοφος καὶ ὁ ἄνδρας

 

02-DeltaΕΝ ΕΙΜΑΙ ὁ πρῶ­τος τυ­χών· ἔ­χω ὄ­νο­μα κι ὁ λό­γος μου βά­ρος», τό­νι­ζε μιὰ μέ­ρα ἕ­νας γνω­στὸς φι­λό­σο­φος τῆς πό­λης μας, κα­θὼς βα­δί­ζα­με, λο­γο­μα­χών­τας γιὰ τὴ δι­α­γω­γὴ κά­ποιου κοι­νοῦ μας φί­λου. Τὸν εἶ­χε ἐκ­θέ­σει, ἐ­πει­δὴ ἀ­θέ­τη­σε ὁ­ρι­σμέ­νες δε­σμεύ­σεις οἰ­κο­νο­μι­κῆς φύ­σε­ως. Ὁ φι­λό­σο­φος εἶ­χε ἐκ­μα­νεῖ, καὶ ὡς φι­λό­σο­φος, ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ δι­ο­χε­τεύ­ει τὸ φαρ­μά­κι καὶ νὰ θέ­τει σὲ κί­νη­ση τὴν κα­τα­λα­λιά. Ἤ­ξε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­τι ὁ μι­κρός μας τό­πος ἦ­ταν πο­λὺ εὐ­ε­πί­φο­ρος στὶς ξι­νὲς γλύ­κες τῶν ἐν­τυ­πώ­σε­ων καὶ ὅ­τι ὁ λό­γος, προ­σαρ­μο­σμέ­νος κα­τάλλη­λα, μπο­ρεῖ νὰ γκρε­μί­σει ὁ­λό­κλη­ρο σπί­τι.

       Αὐ­τοῦ ἀ­πέ­βλε­πε ὁ φι­λό­σο­φος, δι­ό­τι ὁ φί­λος ἦ­ταν ἰ­δι­ο­κτή­της χρη­μα­τι­στη­ρια­κοῦ γρα­φεί­ου ποὺ ἕ­να δι­ά­στη­μα ἔ­κα­νε χρυ­σὲς δου­λει­ές, μὰ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ κλεί­σει, ἀ­φοῦ στρε­φό­ταν ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας τοῦ φι­λο­σό­φου.

      Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὁ φι­λό­σο­φος τῆς πό­λης μας δὲν ἀ­πέ­βλε­πε ἀ­πευ­θεί­ας στὸν πλου­τι­σμό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς σκέ­ψης του ποὺ κιν­δύ­νευ­ε νὰ μει­ω­θεῖ αἰ­σθη­τά, ἂν ἔ­παυ­αν νὰ ἐμ­πι­στεύ­ον­ται τὴν εὐ­φυί­α του, ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ὅ­σους ἔ­χουν τοὺς τρό­πους νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζουν τὴν κοι­νὴ γνώ­μη. Κα­τὰ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Θα­λῆ λοι­πόν, μπο­ροῦ­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἕ­νας φι­λό­σο­φος δι­α­θέ­τει ὅ­σα προ­σόν­τα χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ νὰ πλου­τί­σει καὶ μά­λι­στα γρή­γο­ρα, ἀρ­κεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν εὐ­φυί­α του γι’ αὐ­τὸ τὸν σκο­πό. Ἔ­τσι, κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν πε­ρι­φρο­νή­σει γιὰ τὴν ἐ­πι­δει­κτι­κὴ λι­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του, οὔ­τε νὰ τοῦ προ­σά­ψει δι­πλὲς προ­θέ­σεις. Ὁ λό­γος ἦ­ταν τὸ μέ­λη­μά του. Τὴν εὐ­φυΐα του τὴ δά­νει­ζε πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἄλ­λων.

      — Μὰ δὲν φταῖς κι ἐ­σύ, τοῦ εἶ­πα, ὅ­ταν ξέ­ρεις ὅ­τι τὰ ἠ­θι­κὰ δι­δά­σκον­ται μὲ τὸ προ­σω­πι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα; Τό­τε ποὺ τὸ χρη­μα­τι­στή­ριο μοί­ρα­ζε λε­φτά, ὁ ἴ­διος δὲν καυ­χι­ό­σουν πὼς ἦ­ταν μα­θη­τής σου καὶ κέρ­δι­ζε, για­τί ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὶς συμ­βου­λές σου;

      Ὁ φι­λό­σο­φος ὀρ­γί­στη­κε, τό­σο ποὺ φο­βή­θη­κα. Ὄ­χι τό­σο μή­πως μὲ ἐ­πι­τι­μή­σει, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­κα­να τὶς ὀρ­θὲς λο­γι­κὲς δι­α­κρί­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε τὸ ζή­τη­μά μας. Στὸ κά­τω κά­τω δὲν ἤ­μουν φι­λό­σο­φος. Φο­βή­θη­κα για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἡ ὀρ­γὴ τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου εἶ­ναι ἐ­ξί­σου πα­ρά­λο­γη καὶ ἀ­φα­νι­στι­κή. Ὁ Σο­πεγ­χά­ου­ερ στά­θη­κε ὁ πρῶ­τος νε­ώ­τε­ρος φι­λό­σο­φος ποὺ φρόν­τι­σε μὲ με­γά­λη ἐ­πι­μέ­λεια τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά του. Καὶ εἶ­μαι βέ­βαι­ος πώς, ἂν δὲν εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ ἀ­να­γνω­ρι­σθεῖ στὸν και­ρό του, θὰ ξό­δευ­ε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ συν­τρί­ψει τὸν ἀν­τα­γω­νι­στή του. Ἀρ­κεῖ νὰ δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς σε­λί­δες του γιὰ τὸν Ἕ­γε­λο.

      Κρα­τοῦ­σε ἕ­να με­γά­λο φά­κελ­λο καὶ τὰ μά­τια του ἄ­στρα­φταν. Κά­τι προ­φα­σί­στη­κα, ἔ­τρε­ξα πρὸς τὸ πε­ρί­πτε­ρο κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα κα­κὴν κα­κῶς. Ἔ­κτο­τε δὲν τὸν ξα­να­εῖ­δα, οὔ­τε θέ­λη­σα νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σω τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τῆς παρ­ρη­σί­ας.

      Ἡ εἰ­λι­κρί­νεια εἶ­ναι πράγ­μα­τι μέ­γα ἁ­μάρ­τη­μα καὶ κα­νεὶς ἁ­μαρ­τω­λός τοῦ εἴ­δους δὲν προ­κό­βει. Δὲν ἔ­μελ­λα νὰ προ­κό­ψω στὴ ζω­ή μου, για­τὶ μοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ τὰ πα­ρα­μύ­θια. Καὶ ὅ­ποιος τέρ­πε­ται ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­μύ­θια. δὲν εἶ­ναι πο­λὺ σο­βα­ρὸς ἄν­θρω­πος. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τοῦ ἔ­χεις ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἐκ­θέ­σει στὰ κα­λὰ τῶν κα­θου­μέ­νων, συγ­χέ­ον­τας τὶς ὀρ­θὲς δι­α­κρί­σεις. Μπο­ρεῖ ν’ ­ἀρ­χί­σει νὰ σοῦ μι­λά­ει φε­ρ’ εἰ­πεῖν γιὰ τὶς ἠ­θι­κὲς τέρ­ψεις τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἢ τὶς αἰ­σθη­τι­κὲς τέρ­ψεις τῆς ἠ­θι­κῆς. Γιὰ τὴν ἀ­προ­σω­πο­λη­ψί­α, γιὰ τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς τα­κτι­κῆς, γιὰ τὸ κε­νὸ τῆς ἰ­σχύ­ος καὶ τῆς δύ­να­μης, γιὰ τὸν ὀρ­θὸ λό­γο ποὺ δὲν ἔ­χει καμ­μί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­τόρ­θω­ση τοῦ λό­γου.

      Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι· ἡ ἄ­σφαλ­τος κολ­λοῦ­σε καὶ ξε­κολ­λοῦ­σε μπρο­στά σου, ἀ­να­δί­δον­τας μιὰ μπό­χα καμ­μέ­νου λά­στι­χου. Εἶ­χα κουρ­νιά­σει κά­τω ἀ­πὸ τὴν τέν­τα ἑνὸς πε­ρί­πτε­ρου, στὴν ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς γραμ­μῆς Κυ­ψέ­λη – Παγ­κρά­τι, καὶ πε­ρί­με­να πό­τε θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του ὁ ὁ­δη­γὸς ποὺ δρο­σι­ζό­ταν στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­θε τέ­ταρ­το. Σὲ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση, θὰ κα­τη­φό­ρι­ζα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη ἢ με­θε­πό­με­νη στά­ση. Ἀλ­λὰ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη, δὲν σά­λευ­α.

      Ἡ πό­λη κά­θι­δρη ἔ­δει­χνε παν­τοῦ τὰ βρώ­μι­κα βρα­κιά της. Κα­νεὶς δὲν ἐν­τυ­πω­σι­α­ζό­ταν, για­τὶ κα­νεὶς δὲν σι­χαί­νε­ται τὴ δι­κή του βρώ­μα. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν ζοῦ­σα πιὰ σ΄αὐ­τὴ τὴν πό­λη· τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα, δὲν μ’­ἄ­ρε­σε ὅ­μως τὸ χτι­κιό της. Καὶ πε­ρι­μέ­νον­τας, ὅ­λη ἡ πό­λη γι­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ ξε­κι­νή­σει. Τί βλα­στή­μι­ες, θ’ ­ἀ­κού­σου­με, σκε­πτό­μουν. Τί ἐ­κνευ­ρι­σμοί, ὅ­σο νὰ φτά­σου­με στὸ Στά­διο. Νὰ δι­α­σχί­σου­με τὴν Πα­τη­σί­ων, ἔ­πει­τα ν’ ­ἀ­νέ­βου­με ἕ­ως τὸ Σύν­ταγ­μα, νὰ κά­νου­με τὴ στρο­φὴ γιὰ τὸ Στά­διο. Ἂν περ­νοῦ­σε κα­νέ­να τα­ξί, του­λά­χι­στον.

      Ἕ­νας ξε­ρα­κια­νός, ψη­λό­λι­γνος ἄν­δρας στὰ γκρί­ζα μὲ πέ­δι­λα μπῆ­κε καὶ κά­θη­σε στὴ θέ­ση τοῦ ὁ­δη­γοῦ. «Πε­ρά­στε», μοῦ εἶ­πε εὐ­γε­νι­κά. Φω­νὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀν­τρί­κια, με­γα­λω­μέ­νη μὲ δη­μο­τι­κὰ καὶ λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια. Ἔ­βα­λε μπρός. Κα­τη­φο­ρί­σα­με. Οἱ δρό­μοι πή­χτρα. Κά­θε τό­σο, τὰ φρέ­να τσί­ρι­ζαν. Στα­μά­τη­σε στὸ πρῶ­το φα­νά­ρι. Σφούγ­γι­σε τὸν λαι­μὸ του μ’ ­ἕ­να μαν­τή­λι ποὺ τὸ εἶ­χε πε­ρα­σμέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σο. Ξα­να­ξε­κί­νη­σε. Πρώ­τη, δεύ­τε­ρη στά­ση. Οἱ ἴ­δι­ες κι­νή­σεις, τὸ ἐ­πο­πτι­κὸ μά­τι στὸν κα­θρέ­φτη, πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα. «Περ­νά­ει, κα­λέ, ἀ­πὸ τὴν Κλαυθ­μῶ­νος;» «Βε­βαί­ως, κυ­ρί­α μου. Ποῦ θέ­λε­τε νὰ κα­τέ­βε­τε; Ἐν­τά­ξει. Πε­ρά­στε.»

      Κα­τέ­βη­κα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Στά­διο. Μι­σὴ ὥ­ρα καὶ κά­τι. Στά­θη­κα καὶ τὸν κοί­τα­ξα νὰ ξα­να­φεύ­γει. Αὐ­τὸς εἶ­ναι σο­βα­ρὸς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος ἄν­τρας, εἶ­πα μέ­σα μου. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ὁ­δη­γὸς μὲ τὰ πέ­δι­λα καὶ τὸ μου­σκε­μέ­νο που­κά­μι­σο τοῦ δρο­μο­λο­γί­ου. Ποι­ά φι­λο­σο­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση τὸν τρέ­φει;

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: