Γιάννης Παπαγιάννης: Ὁ Ἄχρονος ἄνθρωπος

 

 

Papagiannis,Giannis-OAchronosAnthropos-Eikona-02

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης

 

Ὁ ἄχρονος ἄνθρωπος

 

03-Omikron GEORG KANTOR, πα­τέ­ρας τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν συ­νό­λων, ἦ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος (λέ­νε) ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ μο­να­δι­κὸ το­μέ­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ὅ­που ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει. Πα­ρα­τή­ρη­σε, λοι­πόν, αὐ­τὸς ὁ μέ­γας μα­θη­μα­τι­κὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­θέ­λη­τα κα­τέ­λη­ξε ἔγ­κλει­στος σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή, ὅ­τι στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, δὲν εἶ­ναι ἀ­λη­θὲς παν­τοῦ, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, εἶ­ναι πάν­τα ἀ­λη­θές, ἑ­πο­μέ­νως, στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος. Καί, ὁρ­μώ­με­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια του αὐ­τήν, σκέ­φτη­κε, μή­πως, ἐ­φ’ ὅ­σον ὑ­πάρ­χει ἔ­στω ἕ­νας το­μέ­ας δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος, ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει καὶ σὲ ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ἀλ­λὰ εἶ­ναι, ἁ­πλῶς, μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση καί, μή­πως, ἐ­ὰν πι­στέ­ψει ὅ­τι ὁ και­ρὸς δὲν περ­νά­ει, στα­μα­τή­σει πράγ­μα­τι ὁ χρό­νος καὶ αὐ­τός, ὁ G­e­o­rg K­a­n­t­or, γί­νει ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ θὰ κερ­δί­σει μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­θα­να­σί­α.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν κι ἔ­κα­νε m­a­s­t­er στὴν Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Πέν­τε ­ρες (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1989), τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ­σθέ­νεια τῆς πε­τα­λού­δας (ἐκδ. Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰ­κό­να: Γε­λοι­ο­γρα­φί­α ποὺ συ­νό­δευ­ε τὸ ἄρ­θρο τοῦ Pierre Thuillier, «Dieu, Cantor et l’Infini» (περ. La Recherche, December, 1977), τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τὸν C­a­n­t­or, τὶς θρη­σκευ­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις, τὴν ψυ­χα­σθέ­νειά του καὶ τὴν θε­ω­ρί­α του τῶν ὑ­πε­ρα­ριθ­μή­σι­μων συ­νό­λων.

 

Διαφημίσεις

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal): Τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ κόσμου

 

Rosenthal,Chuck-ToKalyteroPaidiTouKosmou-Eikona-06

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal)

 

Τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ κόσμου

(Τhe nicest kid in the universe)

 

17-oΦΡΑΝΚΥ ΓΚΟΡΚΥ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ κό­σμου. Πάν­τα ἄ­κου­γε τοὺς γο­νεῖς του. Μοι­ρα­ζό­ταν τὰ παι­χνί­δια του ἀλ­λὰ καὶ τὶς λι­χου­δί­τσες του μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Τὰ που­λιὰ κά­θον­ταν τὰ πρω­ι­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου του, πε­ρι­μέ­νον­τάς τον νὰ ξυ­πνή­σει γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σουν τὸ τρα­γού­δι τους. Ἄ­γρια ζῶ­α ἔρ­χον­ταν στὸν Φράν­κυ Γκόρ­κυ καὶ ἔ­τρω­γαν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια του. Κά­θε παι­δὶ ποὺ ἔ­ζη­σε στὴν 24η ὁ­δὸ ἄ­κου­γε γιὰ τὸν Φράν­κυ Γκόρ­κυ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δί.

       Δὲν ἦ­ταν, ὅ­μως, καὶ τὸ ἐ­ξυ­πνό­τε­ρο.

       Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πρό­σε­ξε πο­τέ του τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν πρό­σε­ξε πο­τέ του τὸ φεγ­γά­ρι, μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα οἱ γο­νεῖς του τὸν πῆ­γαν ἔ­ξω. Μιὰ κρύ­α νύ­χτα τοῦ Δε­κέμ­βρη με­τὰ ἀ­πὸ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴ γι­ορ­τὴ τῆς Ἄ­μω­μου Συλ­λή­ψε­ως καὶ τῆς ἐ­πε­τεί­ου τοῦ Πὲρλ Χάρ­μπορ, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ νύ­χτα ποὺ ὁ Γκά­ρυ καὶ ἡ Γκρέ­τα ἔ­δει­ξαν στὸν Φράν­κυ τὸ μι­σο­φέγ­γα­ρο. Ὁ Φράν­κυ νό­μι­ζε πὼς ἦ­ταν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο φῶς στὸ δρό­μο. «Ὄ­χι», τοῦ εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, ὁ Γκά­ρυ Γκόρ­κυ, «Εἶ­ναι τὸ φεγ­γά­ρι!­».

       Καὶ ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ γιὰ τὸ φεγ­γά­ρι, ἂν καὶ εὐ­χό­ταν νὰ ἦ­ταν στρογ­γυ­λό, καὶ κά­θε βρά­δυ ποὺ τὸν ἔ­βα­ζαν γιὰ ὕ­πνο πή­γαι­νε στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου του, ἐ­κεῖ ὅ­που τὰ που­λιὰ τὸν πε­ρί­με­ναν νὰ ξυ­πνή­σει τὸ πρω­ί, γιὰ νὰ κοι­τά­ξει τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γι­νό­τα­νε με­γα­λύ­τε­ρο καὶ βα­σι­κά, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἔ­μοια­ζε νὰ στρογ­γύ­λευ­ε. Φυ­σι­κὰ ἦ­ταν κα­λὸ παι­δὶ καὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τὰ κα­λὰ παι­διὰ ἔ­παιρ­ναν συ­χνὰ αὐ­τὸ ποὺ εὔ­χον­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ ἀρ­κε­τὰ πα­ρα­μύ­θια ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­κτη­σαν αὐ­τὸ ποὺ εὐ­χή­θη­καν, ὅ­πως ὁ βα­σι­λιὰς Μί­δας, καὶ κα­τέ­λη­γαν νὰ προ­κα­λοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κὸ πα­ρὰ κα­λό, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως φά­νη­κε τυ­χε­ρὸς ἀ­φοῦ κα­νέ­νας ἄλ­λος δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε πὼς τὸ φεγ­γά­ρι στρογ­γύ­λευ­ε. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει στὴ για­γιά του ποὺ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε στοὺς γο­νεῖς του καὶ ποὺ πάν­τα φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει πολ­λά. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι γι­νό­τα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ με­γά­λο καὶ κά­ποι­ο βρά­δυ ἔ­γι­νε τό­σο με­γά­λο καὶ τό­σο λευ­κὸ ποὺ νό­μι­σε πὼς θὰ τοῦ ρου­φή­ξει τὰ κό­κα­λα καὶ ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ τὰ κό­κα­λα ὅ­λου του κό­σμου, κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει τὴν εὐ­θύ­νη. Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ θυ­μή­θη­κε πὼς συ­νή­θως δὲν κά­νεις μό­νο μί­α εὐ­χὴ ἀλ­λὰ τρεῖς καὶ ἔ­τσι ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να τὸ θα­να­τε­ρὸ πα­γω­μέ­νο φεγ­γά­ρι καὶ εὐ­χή­θη­κε νὰ ἔ­φευ­γε μα­κριὰ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὴ για­γιά του.

       Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ κό­σμου ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν σή­μαι­νε πὼς ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ σω­στό, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ἴ­διος τὸ ἤ­ξε­ρε αὐ­τὸ καὶ ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ξα­νά­γι­νε σχε­δὸν μι­σὸ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ νι­ώ­θει κα­λύ­τε­ρα ἀν­τι­λή­φθη­κε πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χη­θεῖ πρὶν ἦ­ταν νὰ ἐ­πα­νέλ­θει τὸ φεγ­γά­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ καὶ ὄ­χι νὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Τὸ νὰ εὔ­χε­ται νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἦ­ταν με­γά­λο σφάλ­μα, εἰ­δι­κὰ τώ­ρα ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴν τρί­τη εὐ­χή του, ὥ­στε νὰ δεῖ τὴ για­γιά του ἀ­φοῦ, ἔ­μα­θε πὼς θὰ ἐρ­χό­τα­νε τὰ Χρι­στού­γεν­να, ὅ­πως ἔ­κα­νε πάν­τα.

       Ὁ­πό­τε ἦ­ταν μιὰ θλι­βε­ρὴ πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σβη­σε. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα παι­χνί­δια του καὶ ἀν­τὶ νὰ μεί­νει ξύ­πνιος ὅ­λη νύ­χτα προ­σπα­θών­τας νὰ μὴ σκέ­φτε­ται τί θὰ ἔ­παιρ­νε γιὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, σκε­πτό­με­νος τὸν μι­κρὸ Χρι­στού­λη καὶ τοὺς σο­φοὺς μά­γους καὶ πῶς ὁ κό­σμος θὰ σω­νό­τα­νε ἀ­πὸ τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα, αὐ­τὸς συ­νέ­χι­σε νὰ πη­γαί­νει στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ νὰ βλέ­πει τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ ἔ­σβη­σε λό­γῳ τῆς εὐ­χῆς του. Καὶ τώ­ρα τὸ μό­νο ποὺ ἔ­με­νε ἦ­ταν ἡ για­γιά του, ἡ για­γιὰ Γκόρ­κυ, ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ Μπά­φα­λο ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε χρό­νο τὰ Χρι­στού­γεν­να, ποὺ θὰ τὸν ἄ­κου­γε καὶ θὰ ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει.

       Καὶ ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ πε­τά­χτη­κε ὄρ­θιος ἐ­κεῖ­νο τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πρω­ι­νὸ πε­ρι­μέ­νον­τας στὸ μπρο­στι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴ για­γιὰ Γκόρ­κυ καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε, ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη κα­κὴ πρά­ξη στὴ ζω­ή του, ἔ­τρε­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι χω­ρὶς ἄ­δεια καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε παρ­κά­ρει ἡ για­γιὰ Γκόρ­κυ, ἐ­πει­δὴ οἱ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κοι ἐ­πι­σκέ­πτες σὲ ὅ­λη τὴ γει­το­νιὰ πῆ­ραν ὅ­λες τὶς θέ­σεις τοῦ χώ­ρου στάθ­μευ­σης στὴν πλευ­ρὰ τῶν Γκόρ­κυ, γλί­στρη­σε στὸν πά­γο καὶ ἔ­σβη­σε ἀ­πὸ ἕ­να με­θυ­σμέ­νο ὁ­δη­γό.

       Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, ὅ­ταν ὁ κό­σμος παίρ­νει τὴ θέ­ση στάθ­μευ­σης κά­ποι­ου ἄλ­λου.

       Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα μου, ὅ­ταν δὲν κοι­τᾶς καὶ στὶς δυὸ πλευ­ρὲς τοῦ δρό­μου.

       Συμ­βαί­νει νὰ πε­θαί­νεις, ἂν εἶ­σαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ συμ­βαί­νει, ὅ­ταν προ­σπα­θεῖς νὰ ἐ­ξη­γή­σεις κά­τι.

     Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal). Γεν­νή­θη­κε στὸ Ἴ­ρι, Πεν­σιλ­βά­νια καὶ εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γι­ού­τα. Ἔ­χει γρά­ψει 8 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια καὶ τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς γιὰ δι­α­λέ­ξεις. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σκεύ­η Μαυ­ρου­δῆ. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Ἀντώνης Ζέρβας: Ὁ φιλόσοφος και ὁ ἄνδρας

 

.

Zerbas,Antonis-OFilosofosKiOAndras-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Ὁ φιλόσοφος καὶ ὁ ἄνδρας

 

02-DeltaΕΝ ΕΙΜΑΙ ὁ πρῶ­τος τυ­χών· ἔ­χω ὄ­νο­μα κι ὁ λό­γος μου βά­ρος», τό­νι­ζε μιὰ μέ­ρα ἕ­νας γνω­στὸς φι­λό­σο­φος τῆς πό­λης μας, κα­θὼς βα­δί­ζα­με, λο­γο­μα­χών­τας γιὰ τὴ δι­α­γω­γὴ κά­ποιου κοι­νοῦ μας φί­λου. Τὸν εἶ­χε ἐκ­θέ­σει, ἐ­πει­δὴ ἀ­θέ­τη­σε ὁ­ρι­σμέ­νες δε­σμεύ­σεις οἰ­κο­νο­μι­κῆς φύ­σε­ως. Ὁ φι­λό­σο­φος εἶ­χε ἐκ­μα­νεῖ, καὶ ὡς φι­λό­σο­φος, ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ δι­ο­χε­τεύ­ει τὸ φαρ­μά­κι καὶ νὰ θέ­τει σὲ κί­νη­ση τὴν κα­τα­λα­λιά. Ἤ­ξε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­τι ὁ μι­κρός μας τό­πος ἦ­ταν πο­λὺ εὐ­ε­πί­φο­ρος στὶς ξι­νὲς γλύ­κες τῶν ἐν­τυ­πώ­σε­ων καὶ ὅ­τι ὁ λό­γος, προ­σαρ­μο­σμέ­νος κα­τάλλη­λα, μπο­ρεῖ νὰ γκρε­μί­σει ὁ­λό­κλη­ρο σπί­τι.

       Αὐ­τοῦ ἀ­πέ­βλε­πε ὁ φι­λό­σο­φος, δι­ό­τι ὁ φί­λος ἦ­ταν ἰ­δι­ο­κτή­της χρη­μα­τι­στη­ρια­κοῦ γρα­φεί­ου ποὺ ἕ­να δι­ά­στη­μα ἔ­κα­νε χρυ­σὲς δου­λει­ές, μὰ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ κλεί­σει, ἀ­φοῦ στρε­φό­ταν ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας τοῦ φι­λο­σό­φου.

      Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὁ φι­λό­σο­φος τῆς πό­λης μας δὲν ἀ­πέ­βλε­πε ἀ­πευ­θεί­ας στὸν πλου­τι­σμό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς σκέ­ψης του ποὺ κιν­δύ­νευ­ε νὰ μει­ω­θεῖ αἰ­σθη­τά, ἂν ἔ­παυ­αν νὰ ἐμ­πι­στεύ­ον­ται τὴν εὐ­φυί­α του, ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ὅ­σους ἔ­χουν τοὺς τρό­πους νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζουν τὴν κοι­νὴ γνώ­μη. Κα­τὰ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Θα­λῆ λοι­πόν, μπο­ροῦ­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἕ­νας φι­λό­σο­φος δι­α­θέ­τει ὅ­σα προ­σόν­τα χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ νὰ πλου­τί­σει καὶ μά­λι­στα γρή­γο­ρα, ἀρ­κεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν εὐ­φυί­α του γι’ αὐ­τὸ τὸν σκο­πό. Ἔ­τσι, κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν πε­ρι­φρο­νή­σει γιὰ τὴν ἐ­πι­δει­κτι­κὴ λι­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του, οὔ­τε νὰ τοῦ προ­σά­ψει δι­πλὲς προ­θέ­σεις. Ὁ λό­γος ἦ­ταν τὸ μέ­λη­μά του. Τὴν εὐ­φυΐα του τὴ δά­νει­ζε πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἄλ­λων.

      — Μὰ δὲν φταῖς κι ἐ­σύ, τοῦ εἶ­πα, ὅ­ταν ξέ­ρεις ὅ­τι τὰ ἠ­θι­κὰ δι­δά­σκον­ται μὲ τὸ προ­σω­πι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα; Τό­τε ποὺ τὸ χρη­μα­τι­στή­ριο μοί­ρα­ζε λε­φτά, ὁ ἴ­διος δὲν καυ­χι­ό­σουν πὼς ἦ­ταν μα­θη­τής σου καὶ κέρ­δι­ζε, για­τί ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὶς συμ­βου­λές σου;

      Ὁ φι­λό­σο­φος ὀρ­γί­στη­κε, τό­σο ποὺ φο­βή­θη­κα. Ὄ­χι τό­σο μή­πως μὲ ἐ­πι­τι­μή­σει, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­κα­να τὶς ὀρ­θὲς λο­γι­κὲς δι­α­κρί­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε τὸ ζή­τη­μά μας. Στὸ κά­τω κά­τω δὲν ἤ­μουν φι­λό­σο­φος. Φο­βή­θη­κα για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἡ ὀρ­γὴ τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου εἶ­ναι ἐ­ξί­σου πα­ρά­λο­γη καὶ ἀ­φα­νι­στι­κή. Ὁ Σο­πεγ­χά­ου­ερ στά­θη­κε ὁ πρῶ­τος νε­ώ­τε­ρος φι­λό­σο­φος ποὺ φρόν­τι­σε μὲ με­γά­λη ἐ­πι­μέ­λεια τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά του. Καὶ εἶ­μαι βέ­βαι­ος πώς, ἂν δὲν εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ ἀ­να­γνω­ρι­σθεῖ στὸν και­ρό του, θὰ ξό­δευ­ε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ συν­τρί­ψει τὸν ἀν­τα­γω­νι­στή του. Ἀρ­κεῖ νὰ δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς σε­λί­δες του γιὰ τὸν Ἕ­γε­λο.

      Κρα­τοῦ­σε ἕ­να με­γά­λο φά­κελ­λο καὶ τὰ μά­τια του ἄ­στρα­φταν. Κά­τι προ­φα­σί­στη­κα, ἔ­τρε­ξα πρὸς τὸ πε­ρί­πτε­ρο κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα κα­κὴν κα­κῶς. Ἔ­κτο­τε δὲν τὸν ξα­να­εῖ­δα, οὔ­τε θέ­λη­σα νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σω τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τῆς παρ­ρη­σί­ας.

      Ἡ εἰ­λι­κρί­νεια εἶ­ναι πράγ­μα­τι μέ­γα ἁ­μάρ­τη­μα καὶ κα­νεὶς ἁ­μαρ­τω­λός τοῦ εἴ­δους δὲν προ­κό­βει. Δὲν ἔ­μελ­λα νὰ προ­κό­ψω στὴ ζω­ή μου, για­τὶ μοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ τὰ πα­ρα­μύ­θια. Καὶ ὅ­ποιος τέρ­πε­ται ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­μύ­θια. δὲν εἶ­ναι πο­λὺ σο­βα­ρὸς ἄν­θρω­πος. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τοῦ ἔ­χεις ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἐκ­θέ­σει στὰ κα­λὰ τῶν κα­θου­μέ­νων, συγ­χέ­ον­τας τὶς ὀρ­θὲς δι­α­κρί­σεις. Μπο­ρεῖ ν’ ­ἀρ­χί­σει νὰ σοῦ μι­λά­ει φε­ρ’ εἰ­πεῖν γιὰ τὶς ἠ­θι­κὲς τέρ­ψεις τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἢ τὶς αἰ­σθη­τι­κὲς τέρ­ψεις τῆς ἠ­θι­κῆς. Γιὰ τὴν ἀ­προ­σω­πο­λη­ψί­α, γιὰ τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς τα­κτι­κῆς, γιὰ τὸ κε­νὸ τῆς ἰ­σχύ­ος καὶ τῆς δύ­να­μης, γιὰ τὸν ὀρ­θὸ λό­γο ποὺ δὲν ἔ­χει καμ­μί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­τόρ­θω­ση τοῦ λό­γου.

      Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι· ἡ ἄ­σφαλ­τος κολ­λοῦ­σε καὶ ξε­κολ­λοῦ­σε μπρο­στά σου, ἀ­να­δί­δον­τας μιὰ μπό­χα καμ­μέ­νου λά­στι­χου. Εἶ­χα κουρ­νιά­σει κά­τω ἀ­πὸ τὴν τέν­τα ἑνὸς πε­ρί­πτε­ρου, στὴν ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς γραμ­μῆς Κυ­ψέ­λη – Παγ­κρά­τι, καὶ πε­ρί­με­να πό­τε θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση του ὁ ὁ­δη­γὸς ποὺ δρο­σι­ζό­ταν στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­θε τέ­ταρ­το. Σὲ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση, θὰ κα­τη­φό­ρι­ζα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη ἢ με­θε­πό­με­νη στά­ση. Ἀλ­λὰ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη, δὲν σά­λευ­α.

      Ἡ πό­λη κά­θι­δρη ἔ­δει­χνε παν­τοῦ τὰ βρώ­μι­κα βρα­κιά της. Κα­νεὶς δὲν ἐν­τυ­πω­σι­α­ζό­ταν, για­τὶ κα­νεὶς δὲν σι­χαί­νε­ται τὴ δι­κή του βρώ­μα. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν ζοῦ­σα πιὰ σ΄αὐ­τὴ τὴν πό­λη· τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα, δὲν μ’­ἄ­ρε­σε ὅ­μως τὸ χτι­κιό της. Καὶ πε­ρι­μέ­νον­τας, ὅ­λη ἡ πό­λη γι­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ ξε­κι­νή­σει. Τί βλα­στή­μι­ες, θ’ ­ἀ­κού­σου­με, σκε­πτό­μουν. Τί ἐ­κνευ­ρι­σμοί, ὅ­σο νὰ φτά­σου­με στὸ Στά­διο. Νὰ δι­α­σχί­σου­με τὴν Πα­τη­σί­ων, ἔ­πει­τα ν’ ­ἀ­νέ­βου­με ἕ­ως τὸ Σύν­ταγ­μα, νὰ κά­νου­με τὴ στρο­φὴ γιὰ τὸ Στά­διο. Ἂν περ­νοῦ­σε κα­νέ­να τα­ξί, του­λά­χι­στον.

      Ἕ­νας ξε­ρα­κια­νός, ψη­λό­λι­γνος ἄν­δρας στὰ γκρί­ζα μὲ πέ­δι­λα μπῆ­κε καὶ κά­θη­σε στὴ θέ­ση τοῦ ὁ­δη­γοῦ. «Πε­ρά­στε», μοῦ εἶ­πε εὐ­γε­νι­κά. Φω­νὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀν­τρί­κια, με­γα­λω­μέ­νη μὲ δη­μο­τι­κὰ καὶ λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια. Ἔ­βα­λε μπρός. Κα­τη­φο­ρί­σα­με. Οἱ δρό­μοι πή­χτρα. Κά­θε τό­σο, τὰ φρέ­να τσί­ρι­ζαν. Στα­μά­τη­σε στὸ πρῶ­το φα­νά­ρι. Σφούγ­γι­σε τὸν λαι­μὸ του μ’ ­ἕ­να μαν­τή­λι ποὺ τὸ εἶ­χε πε­ρα­σμέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σο. Ξα­να­ξε­κί­νη­σε. Πρώ­τη, δεύ­τε­ρη στά­ση. Οἱ ἴ­δι­ες κι­νή­σεις, τὸ ἐ­πο­πτι­κὸ μά­τι στὸν κα­θρέ­φτη, πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα. «Περ­νά­ει, κα­λέ, ἀ­πὸ τὴν Κλαυθ­μῶ­νος;» «Βε­βαί­ως, κυ­ρί­α μου. Ποῦ θέ­λε­τε νὰ κα­τέ­βε­τε; Ἐν­τά­ξει. Πε­ρά­στε.»

      Κα­τέ­βη­κα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Στά­διο. Μι­σὴ ὥ­ρα καὶ κά­τι. Στά­θη­κα καὶ τὸν κοί­τα­ξα νὰ ξα­να­φεύ­γει. Αὐ­τὸς εἶ­ναι σο­βα­ρὸς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος ἄν­τρας, εἶ­πα μέ­σα μου. Ὁ ἀ­νώ­νυ­μος ὁ­δη­γὸς μὲ τὰ πέ­δι­λα καὶ τὸ μου­σκε­μέ­νο που­κά­μι­σο τοῦ δρο­μο­λο­γί­ου. Ποι­ά φι­λο­σο­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση τὸν τρέ­φει;

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret): Μαζὶ μὲ ἕναν Ἄραβα

.

Jauffret,Regis-MaziMeEnanAraba-Eikona-01

.

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret)

 .

Μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα

(Avec un Arabe)

 .

17-oΓΙΟΣ ΜΟΥ εἶ­χε ἐγ­χει­ρι­στεῖ γιὰ ὄγ­κο στὸν ἐγ­κέ­φα­λο. Ἡ κα­τά­στα­σή του δὲν  ­ἦτα­ν  πο­λὺ σο­βα­ρὴ καὶ ἔ­γι­νε κα­λά. Ἐ­δῶ καὶ πέν­τε χρό­νια ζεῖ ξα­νὰ μιὰ κα­νο­νι­κὴ ζω­ή, μά­λι­στα ἐ­φηῦ­ρε μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ κι­νεῖ­ται μὲ νε­ρό. Στὰ ἑ­ξήν­τα του κα­τε­βά­ζει ἰ­δέ­ες σὰν νὰ ἦ­ταν νέ­ος.  Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, πῆ­ρε δι­α­ζύ­γιο γιὰ νὰ παν­τρευ­τεῖ μιὰ δη­μο­σι­ο­γρά­φο ποὺ τοῦ γνώ­ρι­σε ἠ­θο­ποι­οὺς καὶ γε­νι­κὰ δι­α­ση­μό­τη­τες.

       Δὲν ἔ­χω πιὰ κα­μιὰ ἔ­γνοι­α γι’ αὐ­τόν, εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ εὐ­τυ­χὴς γιὰ ἄν­θρω­πος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο ἀ­νη­συ­χοῦ­σα, ὅ­ταν ἦ­ταν στὴν κλι­νι­κή, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τό­σο ζε­στὸ δω­μά­τιο ποὺ μοι­ρα­ζό­ταν μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα. Για­τὶ, γιὰ πο­λὺ κα­κή μας τύ­χη, δὲν εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­φα­λί­σου­με ἕ­να δι­κό μας μο­νό­κλι­νο δω­μά­τιο. Τό­τε μά­λι­στα κα­τά­φε­ρα νὰ δι­α­πι­στώ­σω πὼς ἡ χώ­ρα μας εἶ­χε δι­α­τη­ρή­σει, πα­ρὰ τὴν κρί­ση, τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ φι­λο­ξε­νί­α της.

       Πράγ­μα­τι, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι τὴν ὥ­ρα τοῦ γεύ­μα­τος σέρ­βι­ραν καὶ στοὺς δυ­ὸ τὰ ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πιά­τα ἐ­νῶ ἐ­πί­σης, ὅ­ταν ὁ φί­λος μας πα­ρα­πο­νιό­ταν γιὰ πό­νους μορ­φά­ζον­τας,  τοῦ ἔ­στελ­ναν ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον γιὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Αὐ­τὲς οἱ ἀ­βελ­τη­ρί­ες μὲ ἐ­κνεύ­ρι­σαν καὶ θε­ω­ρών­τας τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα πα­ρά­δο­ξο, ἔ­σκυ­ψα νὰ τὸ πῶ χα­μη­λό­φω­να στὸ αὐ­τὶ τοῦ γιοῦ μου.

       — Ξέ­ρεις, μα­μά, τὸν φρον­τί­ζουν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ μέ­να.

       — Σί­γου­ρα.

       — Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο.

       Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Τοῦ ἄλ­λα­ζαν τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους κά­θε πρω­ί, ἐ­νῶ κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ γιός μου ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν σει­ρά του, πρὶν κά­ποι­ος κα­τα­δε­χτεῖ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί του. Μο­λο­νό­τι ἔ­δω­σα­  φι­λο­δώ­ρη­μα στὴν ὑ­πεύ­θυ­νη νο­σο­κό­μα, ἡ κα­τά­στα­ση δὲν βελ­τι­ώ­θη­κε ἐ­παρ­κῶς. Ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα μου νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κύ­ριος πά­λι δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως δε­κτι­κός. Ὡ­στό­σο, προ­σπά­θη­σε φα­νε­ρὰ νὰ τὸν πεί­σει ὅ­τι τὸ κά­πως ἄ­γριο δέρ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­κεί­νου, ποὺ ἔ­λε­γε πολ­λὰ γιὰ­ τὴν πι­κρί­α καὶ τὸ μί­σος ποὺ ἔ­τρε­φε γιὰ τὴν ἀ­στι­κὴ τά­ξη, ἦ­ταν ἁ­πλῶς σκου­ρό­χρω­μη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ ἄν­τρας μου τὸν προ­ει­δο­ποί­η­σε πώς, ἂν ὁ γιὸς μας δὲν θε­ρα­πευ­ό­ταν, θὰ τὸν μή­νυ­ε.

       — Ἀ­ξί­ζει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς φρον­τί­δες, ποὺ θὰ τὶς πε­ρί­με­νε κα­νεὶς μό­νο ἀ­πὸ ἕ­να πρω­τό­γο­νο νο­σο­κο­μεῖ­ο.

       Πα­ρὰ τὰ ὀ­γδόν­τα πέν­τε του χρό­νια, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­βα­λε πο­λὺ κό­πο, σὲ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς συ­νάν­τη­σης, γιὰ νὰ μὴ βγά­λει τὴ ζώ­νη του καὶ τὸν τι­μω­ρή­σει ὅ­πως τοὺς ἰ­θα­γε­νεῖς. Κι ὅ­μως εἶ­ναι ἕ­νας γλυ­κὸς ἄν­θρω­πος, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ση­κώ­σει χέ­ρι πά­νω μου οὔ­τε πά­νω στὰ παι­διά μας.

       Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γιὰ νὰ τὸν ἠ­ρε­μή­σω, ἐ­πει­δὴ φο­βή­θη­κα πά­ρα πο­λὺ μή­πως τοῦ ἔρ­θει συγ­κο­πή. Πέ­θα­νε δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια. Ὅ­μως εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νη  ὅ­τι, ἂν ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τὸν εἶ­χαν δε­χτεῖ μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­γέ­νεια καὶ χω­ρὶς νὰ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σου­ν μιὰ ἀ­φ’­ ὑ­ψη­λοῦ πε­ρι­φρό­νη­ση στὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του, θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μα­ζί μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­résda­mοur, C­l­ém­e­n­ceP­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­tsdelav­ied­esg­e­ns, A­s­i­led­esf­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

.

Μαρία Δαλαμήτρου: Ἡ Ἀνοστάλγητη

 

Dalamitrou,Maria-IAnostalgiti-Eikona-01

 

Μαρία Δαλαμήτρου

 

Ἡ Ἀνοστάλγητη

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν δυ­σά­ρε­στα. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­στεῖ γι’ αὐ­τό. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, δὲν ἤ­ξε­ραν κὰν ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε καὶ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο. Ἦ­ταν παι­διά, δὲν τὸ εἶ­χαν ξα­να­δεῖ. Καὶ ἡ Μι­λού­να ἦ­ταν παι­δί. Στὰ βου­νὰ εἶ­χε χι­ό­νια. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δυ­σά­ρε­στος, ὁ θά­να­τος τοὺς φά­νη­κε καὶ πε­ρί­ερ­γος, κι ἔ­λε­γαν πὼς ἔ­χει χρῶ­μα κε­ρα­σί, για­τί τὰ χεί­λη τῆς Μι­λού­να τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­να. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, ζω­γρά­φι­σαν κε­ρά­σια πά­νω στὸ βρά­χο γιὰ νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σουν καὶ στοὺς ἄλ­λους. Τὰ παι­διὰ πῆ­ραν βό­τσα­λα καὶ ζω­γρά­φι­σαν κε­ρά­σια κι αὐ­τά. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν τὴ Μι­λού­να κι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι κοι­μή­θη­καν νω­ρίς.

       Ὁ βρά­χος ἦ­ταν ἕ­νας δύ­σμορ­φος με­γά­λος ὄγ­κος ἀ­πὸ ἀ­σβέ­στη δί­πλα στὴ θά­λασ­σα.

       Τὴ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη πιὸ δυ­σά­ρε­στα. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­στεῖ γι’ αὐ­τό. Στὰ βου­νὰ φά­νη­καν κέ­δροι. Τὴν ἀρ­χι­κὴ ἔκ­πλη­ξη τὴ δι­α­δέ­χτη­κε μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη. Πῶς ζεῖ; Καὶ ἔ­πει­τα, πῶς ξα­να­πέ­θα­νε; Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε, ἡ μά­να της δὲ στα­μά­τη­σε νὰ φω­νά­ζει ἀ­πὸ χα­ρά. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι χά­ρη­καν, ἀλ­λὰ καὶ φο­βή­θη­καν. Ἡ Μι­λού­να δὲ μι­λοῦ­σε κα­θό­λου γι’ αὐ­τό, σάμ­πως γιὰ νὰ ξε­χά­σει, καὶ μό­νο ἔ­τρε­χε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. H ἐ­πι­στρο­φή της τοὺς εἶ­χε φα­νεῖ πε­ρί­ερ­γη κι ἔ­λε­γαν πὼς ὄ­χι μό­νο ὁ θά­να­τος, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ζω­ὴ ἔ­χει χρῶ­μα κε­ρα­σί, για­τί τὴν πρώ­τη μέ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε ἡ Μι­λού­να, τὰ χεί­λη της ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­να. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, πῆ­γαν στὸν βρά­χο γιὰ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὸς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ φα­γώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ χρό­νο. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, ὅ­λα ἔ­γι­ναν γρή­γο­ρα, σάμ­πως γιὰ νὰ ξε­χα­στοῦν. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν τὴ Μι­λού­να, κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἔ­κλα­ψαν πο­λύ. Γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­ποι­ος εἶ­πε πὼς δὲν ἦ­ταν δί­και­ο, καὶ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ὅ­λοι κού­νη­σαν τὸ κε­φά­λι. Ἡ μά­να ἔ­φυ­γε, δὲν τὴν ξα­να­εῖ­δαν. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι δὲν κοι­μή­θη­κε κα­νείς.

       Τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νια, οἱ κέ­δροι ἄλ­λα­ζαν φύλ­λα πιὸ ἀρ­γά.

       Τὴν τρί­τη φο­ρά, ζοῦ­σαν λί­γοι ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἡ Μι­λού­να, αὐ­τοὶ ἦ­ταν γε­ρα­σμέ­νοι, καὶ νό­μι­ζαν πὼς ἔ­βλε­παν φάν­τα­σμα. Με­τὰ εἶ­δαν τὰ χεί­λη τὰ κε­ρα­σί. Τὴν πῆ­ραν πά­λι μα­ζί τους καὶ δὲν τὴν ἄ­φη­σαν κα­θό­λου. Ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε ξα­να­γυ­ρί­σει. Κι αὐ­τοὺς τοὺς εἶ­χαν πο­νέ­σει. Σκέ­φτη­καν ὅ­μως ἀ­πὸ μέ­σα τους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν φω­να­χτά, πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα γιὰ ὅ­λους, ἀν­τὶ νὰ πε­θαί­νει κά­ποι­ος πολ­λὲς φο­ρές. Δὲν τὸ εἶ­παν στὴ Μι­λού­να, για­τί αὐ­τὴ τώ­ρα ἦ­ταν ζων­τα­νή. Στὰ βου­νὰ τὰ χι­ό­νια ἔ­λι­ω­σαν, ἔ­γι­ναν κα­ταρ­ρά­χτες, οἱ ἐ­πο­χὲς πέ­ρα­σαν, κι ἦρ­θε ἕ­να πρω­ὶ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­πο­ροῦν, σή­κω­σαν τὸ κε­φά­λι στὸν οὐ­ρα­νό, κά­ποι­οι νὰ λυ­ποῦν­ται, ἔ­σκυ­ψαν τὰ μά­τια στὴ γῆ, μό­νο ἕ­νας τὴν κοι­τοῦ­σε ὅ­ταν τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν, καὶ σκε­φτό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα του πὼς θὰ ξα­ναρ­θεῖ. Γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­ποι­ος θύ­μω­σε, εἶ­πε πὼς δὲν ἦ­ταν δί­και­ο, κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξα­ναρ­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα νὰ φεύ­γει κα­νείς, νὰ μὴν ξα­να­ζεῖ. Οἱ λί­γοι ποὺ ἔ­μει­ναν κού­νη­σαν τὸ κε­φά­λι. Τώ­ρα ὅ­λη ἡ ζω­ὴ τοὺς φά­νη­κε δυ­σά­ρε­στη. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι, πέ­θα­ναν κι αὐ­τοί. Ἔ­μει­νε ἕ­να παι­δί.

       Τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ μὲ τὰ χι­ό­νια ποὺ ἔ­λι­ω­σαν ἔ­φε­ρε τὰ φύλ­λα τῶν κέ­δρων στὸ βρά­χο, στὴ θά­λασ­σα.

       Τέ­ταρ­τη φο­ρὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε. Μά­ται­α πε­ρί­με­νε ὁ ἕ­νας ὁ μι­κρό­τε­ρος, ποὺ τώ­ρα ἦ­ταν γέ­ρος κι αὐ­τός, νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ ἡ Μι­λού­να. Μά­ται­α πε­ρί­με­νε νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴ φυ­λή. Ὅ­σο ζοῦ­σε αὐ­τὸς του­λά­χι­στο, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ποὺ θυ­μό­ταν, δὲν ξα­να­γεν­νή­θη­κε κα­νείς. Στὸ τέ­λος βα­ρέ­θη­κε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε κι αὐ­τός. Τα­ξί­δε­ψε στὴ θά­λασ­σα καὶ τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Φο­βή­θη­κε λί­γο, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τοῦ ἄ­ρε­σε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει στὴ θά­λασ­σα πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν γιὰ πα­ρέ­α στὸ τα­ξί­δι, δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν γιὰ πα­ρέ­α ὣς τὸ τέ­λος, πέ­θα­νε μό­νος αὐ­τός. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ἀ­πό­γευ­μα, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι, θυ­μή­θη­κε τὴ Μι­λού­να. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σε, τοῦ εἶ­χε πεῖ, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ζη­σε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ γυρ­νοῦ­σε, τὰ θυ­μό­ταν ὅ­λα, θυ­μό­ταν τὸ θά­να­το, θυ­μό­ταν καὶ τὴ ζω­ή, θυ­μό­ταν ξα­νὰ τὸ θά­να­το, θυ­μό­ταν ξα­νὰ τὴ ζω­ή, θυ­μό­ταν καὶ τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται, οὔ­τε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει. Ἦ­ταν δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση ἡ ἐ­πι­στρο­φή.

       Ὁ ἥ­λιος κα­τέ­βη­κε στὴ θά­λασ­σα, ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­σε, ὁ οὐ­ρα­νὸς κοκ­κί­νι­σε καὶ ἡ θά­λασ­σα βά­φτη­κε κε­ρα­σί. Ὅ­ταν ὁ ἕ­νας ὁ μι­κρό­τε­ρος πέ­θα­νε, θυ­μή­θη­κε τὴ Μι­λού­να ζων­τα­νή, πρὶν αὐ­τὴ πε­θά­νει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ καὶ γεν­νη­θεῖ ὁ­ρι­στι­κὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους ἡ ὁ­ρι­στι­κό­τη­τα τοῦ τέ­λους καὶ ἡ νο­σταλ­γί­α γιὰ μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μαρία Δαλαμήτρου (Κοζάνη, 1978). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ Ἄντρες παρὰ τέταρτο (ΑΩ, διηγήματα, 2012).

 

Πάμελα Πέιντερ (Pamela Painter): Γίνομαι Σοφότερη

 

Painter,Pamela-GinomaiSofoteri--Eikona-02

 

Πάμελα Πέιντερ (PamelaPainter)

 

Γίνομαι Σοφότερη

(I G­et S­m­a­rt)

 

ΤΟΥ ΛΕΩ πὼς σκέ­φτο­μαι νὰ πά­ρω μιὰ νέ­α γά­τα.

       «Μὲ τί­πο­τα», ἀ­παν­τά­ει, σὰν νὰ μὴν εἶ­ναι δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μο. Σὰν νὰ ἔ­χω νὰ πλη­ρώ­σω τὸ μι­σὸ ἐ­νοί­κιο ἀ­πὸ τό­τε στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ καὶ ὅ­λες οἱ γά­τες κο­στί­ζουν, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης καὶ τῆς νέ­ας στι­λά­της πόρ­τας γιὰ γά­τες ποὺ εἶ­ναι ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νη δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       Τοῦ ἐ­ξη­γῶ πὼς βρι­σκό­μουν στὸ Κέν­τρο Δι­ά­σω­σης Ζώ­ων καὶ εἶ­δα πὼς ἔ­χουν δε­κα­ε­πτὰ ἀ­ξι­α­γά­πη­τα γα­τά­κια – σ’ ὅ­λα τὰ χρώ­μα­τα. «Τὸ μό­νο ποὺ μέ­νει εἶ­ναι νὰ δι­α­λέ­ξεις τὸ χρῶ­μα» τοῦ λέ­ω.

       «Γιὰ στά­σου», ἀ­παν­τά­ει, κα­θὼς πα­ρα­τάσ­σει τὸ μυ­τε­ρὸ λο­γι­στι­κό του μο­λύ­βι ὁ­ρι­ζον­τί­ως στὸ πά­νω μέ­ρος τοῦ σταυ­ρό­λε­ξου καὶ κρο­τα­λί­ζει νευ­ρι­κὰ τὶς ἀρ­θρώ­σεις τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ. «Δὲν θέ­λω κι ἄλ­λη γά­τα. Τί πρό­βλη­μα ἔ­χουν οἱ τρεῖς ποὺ ἔ­χου­με;»

       Ἐν τῷ με­τα­ξύ, οἱ τρεῖς ποὺ ἔ­χου­με, ἀ­κοῦ­νε τὸν τό­νο τῆς συ­ζή­τη­σής μας νὰ ὑ­ψώ­νε­ται καὶ βα­δί­ζουν πρὸς τὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ δοῦν τί συμ­βαί­νει. Ἡ περ­σι­κή, ἡ Τζα­νέτ, μπαι­νο­βγαί­νει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ πό­δια μου καὶ τὸ μα­κρύ της τρί­χω­μα ἀ­νε­μί­ζει, κα­θὼς ὁ γκρι­ζο-ρι­γω­τὸς Πα­ρα­πο­νιά­ρης πη­δά­ει πά­νω στὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας τὰ βλέ­φα­ρά του πρὸς ἐ­μᾶς. Ἡ Ρο­δα­κι­νού­λα ἡ τρί­χρω­μη, πη­δά­ει μέ­σα στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ τρί­βει τὸ ἐ­ρε­θι­σμέ­νο μου στο­μά­χι. Οὔ­τε μιὰ γά­τα δὲν πλη­σιά­ζει τὸν Ρό­ι. «Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα μὲ τὶς τρεῖς ποὺ ἔ­χου­με», τοῦ ἀ­παν­τά­ω.

       «Τό­τε ξέ­χα­σε τὴν ἰ­δέ­α γιὰ μιὰ νέ­α γά­τα», λέ­ει καὶ βυ­θί­ζε­ται στὸ σταυ­ρό­λε­ξό του.

       Ξύ­νω τὴν Ρο­δα­κι­νού­λα στὸ ση­μεῖ­ο πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ γιὰ νὰ τὴν κά­νω νὰ γουρ­γου­ρί­σει καὶ τε­λει­ώ­νω τὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κό μου φλι­τζά­νι ἀ­λη­θι­νοῦ κα­φέ. Ἔ­χω ἤ­δη τε­λει­ώ­σει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ σταυ­ρο­λέ­ξου τοῦ Ρό­ι καὶ ξέ­ρω ἀ­κρι­βῶς πιὰ λέ­ξη θὰ τὸν δυ­σκο­λέ­ψει.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη Κυ­ρια­κή, κά­που ἀ­νά­με­σα στὰ σταυ­ρό­λε­ξα καὶ τοὺς κα­φέ­δες κά­νω τὶς συ­στά­σεις λέ­γον­τας, «Λοι­πόν, τώ­ρα ἔ­χου­με τρεῖς και­νούρ­γι­ες γά­τες».

       Ὁ Ρό­ι ἀ­γρι­εύ­ει, μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ μο­λύ­βι του καὶ ξε­φω­νί­ζει, «Τί στὸ δι­ά­ο­λο – σοῦ εἶ­πα…»

       Τοῦ λέ­ω, «Ἠ­ρέ­μη­σε, μὴν νευ­ριά­ζεις πρὶν τὰ γνω­ρί­σεις». Ἀλ­λὰ ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του ὑ­ψώ­νε­ται πα­ρὰ τὶς προ­σπά­θει­ές μου νὰ κρα­τή­σω τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α. Ἔ­τσι, ὑ­ψώ­νω καὶ ἐ­γὼ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς μου, ὅ­πως γί­νε­ται σὲ κά­θε σω­στὴ δι­ω­δί­α καὶ τώ­ρα σί­γου­ρα οἱ γά­τες ἔρ­χον­ται νὰ δοῦν τί συμ­βαί­νει.

       «Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ Σα­βά­να», λέ­ω ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Ρο­δα­κι­νού­λα μα­στι­γώ­νον­τας μὲ τὴν οὐ­ρά της τὸν ἀ­έ­ρα, ἰ­σο­ζυ­γί­ζον­τας τὴ δυ­σχε­ρῆ μου θέ­ση. Ὁ Ρό­ι ξε­φυ­σᾶ καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ, ἂν ἔ­χει πο­τὲ κα­λέ­σει ὀ­νο­μα­στι­κὰ τὶς γά­τες. «Καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Γό­ης», δεί­χνον­τας τὸν Πα­ρα­πο­νιά­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ ψυ­γεί­ου ἰ­σορ­ρο­πών­τας σὲ στά­ση τῶν τρι­ῶν. «Πο­τὲ δὲν ἐ­νήρ­γη­σε σὰν ἕ­νας πα­ρα­πο­νιά­ρης», συ­νε­χί­ζω. «Γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο οἱ γο­νεῖς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀλ­λά­ζουν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν τους κά­θε λί­γα χρό­νια ἢ νὰ τοὺς δί­νουν πα­ρα­τσού­κλια.»

       «Εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το», λέ­ει ὁ Ρό­ι. «Τὰ παι­διὰ ποὺ λέ­γον­ταν Φεγ­γα­ρο­α­χτί­δα, Αἰ­ώ­νια Ἀ­γά­πη καὶ Ἐ­λεύ­θε­ρος τώ­ρα ἀ­πο­κα­λοῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους Σού­ζι, Πὰτ καὶ Τζίμ.»

       «Βλέ­πεις;» λέ­ω.

       «Ὄ­χι», ἀ­παν­τά­ει, «δὲν βλέ­πω­», ἀρ­νού­με­νος νὰ ἑ­στιά­σει σὲ μέ­να ἢ στὶς γά­τες ἀ­φή­νον­τας τὸν κα­φέ του νὰ κρυ­ώ­σει. Ἡ Τζα­νὲτ πη­δά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο καὶ συ­νε­χί­ζει ἐ­λα­φρο­πα­τών­τας πά­νω στὴν κου­ζί­να μα­γει­ρέ­μα­τος γιὰ νὰ πά­ει στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­π’ ὅ­που πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ δρά­ση στὸν ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας τρο­φο­δό­τη γιὰ που­λιὰ τοῦ χορ­το­φά­γου γεί­το­νά μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἀ­σφα­λὴς ἐ­νάν­τια στὶς γά­τες. Λέ­ω στὸν Ρό­ι πὼς σί­γου­ρα θὰ θυ­μᾶ­ται τὸ ὄ­νο­μά της, ἀ­φοῦ πάν­τα λέ­ει, «Τί μπε­λάς. Ἔ­τσι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ Μπέ­λα».

       «Μὴν τὸ κά­νεις αὐ­τό», ξε­φω­νί­ζει.

       «Ἔ­τσι δὲν ἔ­χου­με μό­νο μί­α ἀλ­λὰ τρεῖς και­νούρ­γι­ες γά­τες», τοῦ ἀ­παν­τά­ω, κα­θὼς θά­βω τὴ μύ­τη μου στὴ γε­μά­τη μὲ βοῦ­λες γού­να τῆς Σα­βά­να. Εἶ­ναι μα­λα­κὴ καὶ ζε­στὴ ὅ­πως τὸ και­νούρ­γιο της ὄ­νο­μα καὶ τὰ γα­τί­σια της μά­τια θυ­μί­ζουν καυ­τὰ ἀ­φρι­κα­νι­κὰ λι­βά­δια καὶ ἁρ­πα­κτι­κὰ δέ­κα φο­ρὲς με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τήν.

       «Ἔ­χου­με τρι­ῶν γά­των – πε­ρί­ο­δο», λέ­ει ὁ Ρό­ι. Ἔ­χει ἕ­να τρό­πο νὰ τὰ κά­νει θά­λασ­σα στὴ σύν­τα­ξη.

       «Τρεῖς νέ­ες γά­τες», λέ­ω καὶ τὸ μο­λύ­βι τοῦ μα­νι­α­σμέ­νου, ὡ­σὰν ταύ­ρου, Ρό­ι ξε­πε­τά­γε­ται ψη­λὰ σὰν παι­χνί­δι γά­τας.

       Ὁ Γό­ης πη­δά­ει ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ γλι­στρά­ει μέ­σα στὸ σταυ­ρό­λε­ξο τοῦ Ρό­ι. Ὅ­μως ἡ ἀν­τί­δρα­ση τοῦ Ρό­ι εἶ­ναι ἄ­γρια καὶ ὁ Γό­ης γρυ­λί­ζει κα­θὼς ὁ Ρό­ι τὸν ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Ἡ Μπέ­λα, ἡ πτη­νο-πα­ρα­τη­ρή­τρια, φέρ­νει τὸ ἕ­να της αὐ­τὶ τρι­γύ­ρω γιὰ νὰ ξέ­ρει πό­τε νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση της. Ὁ Ρό­ι φτυ­α­ρί­ζει τὸ μο­λύ­βι του ἀ­πὸ τὸ πά­τω­μα καὶ τὸ πε­τᾶ πά­νω στὸ σταυ­ρό­λε­ξό του ἀ­η­δι­α­σμέ­νος. Τρεῖς λέ­ξεις νω­ρί­τε­ρα τὰ ἔ­κα­νε μαν­τά­ρα, ἀλ­λὰ δὲν θὰ τὸ ξέ­ρει αὐ­τὸ μέ­χρι νὰ τοῦ τὸ πῶ. Σκουν­τῶ τὴ Σα­βά­να νὰ φύ­γει ἀπ’ τὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ πά­ω γιὰ ντούς.

       Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν δύ­ο ἑ­πό­με­νων βδο­μά­δων, ὁ Ρό­ι τρε­λαί­νε­ται κά­θε φο­ρὰ ποὺ φω­νά­ζω τὶς γά­τες μὲ τὰ νέ­α τους ὀ­νό­μα­τα. Ἀλ­λὰ γί­νε­ται Τοῦρ­κος στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ Σα­βά­να, ὁ Γό­ης καὶ ἡ Μπέ­λα μα­θαί­νουν τὰ ὀ­νό­μα­τά τους τό­σο γρή­γο­ρα. Εἶ­ναι ὅ­λα θέ­μα το­νι­σμοῦ τῆς φω­νῆς, τοῦ λέ­ω.

       Τὴ «βρί­σκω» μὲ τὶς νέ­ες μου γά­τες.

       Λί­γους μῆ­νες με­τὰ γί­νο­μαι σο­φό­τε­ρη. Τὸ ἐ­περ­χό­με­νο κυ­ρια­κά­τι­κο πρω­ι­νὸ δὲν εἶ­ναι ὁ Ρό­ι ποὺ γε­μί­ζει τὸ σταυ­ρό­λε­ξο, εἶ­ναι ἕ­νας νέ­ος ἄν­δρας —κα­λύ­τε­ρος μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ τὶς γά­τες— ὀ­νό­μα­τι Ράλφ.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

PainterPamela-Eikona-01Πά­με­λα Πέ­ιν­τερ (P­a­m­e­laP­a­i­n­t­er). Συγ­γρα­φέ­ας δύ­ο συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των G­e­t­t­i­ngtok­n­owt­heW­e­a­t­h­er, ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο G­L­CA A­w­a­rd, καὶ T­heLo­nga­ndS­h­o­rtS­t­o­ryofit. Ἔ­χει συμ­βά­λει ἐ­πί­σης στὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ βι­βλί­ου W­h­atif? W­r­i­t­i­ngE­x­e­r­c­i­s­esf­orF­i­c­t­i­onW­r­i­t­e­rs. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει βρα­βευ­τεῖ τρεῖς φο­ρὲς μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο P­u­s­h­c­a­rt, τὸ A­g­niR­e­v­i­e­w­’s καὶ τὸ T­heJ­o­hnC­h­e­e­v­erA­w­a­rd. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ ἐ­πὶ σκη­νῆς στὰ W­o­rd T­h­e­a­t­re, S­t­a­ge T­u­r­n­er, καὶ W­e­l­l­f­l­e­et H­a­r­b­or A­c­t­o­rs T­h­e­a­t­re. Μιὰ βρα­βευ­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α της, μὲ τί­τλο «L­ove Hu­rts», ἠ­χο­γρα­φή­θη­κε πρό­σφα­τα σὲ CD N­o­r­t­on. Ἡ P­a­i­n­t­er μέ­νει στὴ Βο­στό­νη καὶ δι­δά­σκει στὸ πρό­γραμ­μα Συγ­γρα­φῆς, Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Ἐκ­δό­σε­ων στὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον. Ἡ και­νού­ρια της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο W­o­u­l­d­n­’ty­oul­i­ketok­n­ow κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2010 ἀ­πὸ τὸ C­a­r­n­e­g­ie M­e­l­l­on U­n­i­v­e­r­s­i­ty P­r­e­ss.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Γιῶργος Ὀρφανός. Φοι­τη­τὴς τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ διάλεξη

 

podium5_

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ δι­ά­λε­ξη

 

05-EpsilonΙΧΑ ΠΡΟΣΚΛΗΘΕΙ στὴν πό­λη Ὠ­μέ­γα γιὰ νὰ δώ­σω μιὰ δι­ά­λε­ξη. Ὅ­ταν ξε­κί­νη­σε τὸ τα­ξὶ ποὺ θὰ μὲ με­τά­φε­ρε στὸ κα­θο­ρι­σμέ­νο μέ­ρος, ἀν­τι­λή­φθη­κα πὼς δὲν εἶ­χα πά­ρει τὰ πρε­σβυ­ω­πι­κά μου γυα­λιά. Πα­ρα­κά­λε­σα τὸν ὁ­δη­γὸ νὰ γυ­ρί­σο­με πί­σω, πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­με μ’ ἀρ­κε­τὴ γκρί­νια, ἀ­νέ­βη­κα στὸ δω­μά­τιό μου, κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο ψά­ξι­μο βρῆ­κα τὴ θή­κη μὲ τὰ γυα­λιά μου στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Εἶ­πα στὸν τα­ξιτ­ζὴ νὰ τρέ­ξει πιὸ γρή­γο­ρα, για­τί εἶ­χα χά­σει ἤ­δη, ἐν­τε­λῶς ἀ­νό­η­τα, γύ­ρω στὰ δέ­κα λε­φτά.

       Φτά­σα­με στὸν προ­ο­ρι­σμό μας ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­νο­νι­σμέ­νη ὥ­ρα. Ἀ­νέ­βη­κα γρή­γο­ρα τὴ σκά­λα καὶ συ­νάν­τη­σα τοὺς ὀρ­γα­νω­τὲς τῆς δι­ά­λε­ξης. Τοὺς χαι­ρέ­τη­σα καὶ συμ­φω­νή­σα­με ν’ ἀρ­χί­σο­με σὲ πέν­τε λε­φτά. Ἀ­να­ζή­τη­σα τὰ γυα­λιά μου γιὰ νὰ δῶ κά­τι στὴν πρό­σκλη­ση, ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ δι­α­τύ­πω­ση τοῦ θέ­μα­τος, καὶ δὲν τὰ βρῆ­κα στὴν τσέ­πη μου. Θυ­μή­θη­κα πὼς σὲ μιὰ στιγ­μή, κα­τὰ τὴ δι­α­δρο­μή, τὰ φό­ρε­σα γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸ χει­ρό­γρα­φο καὶ φαί­νε­ται πὼς ξέ­χα­σα νὰ τὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση τους. Γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μὲ χτυ­ποῦ­σε ἡ ἀ­τυ­χί­α καὶ τώ­ρα τὸ χτύ­πη­μα ἤ­τα­νε σο­βα­ρό­τε­ρο. Ἀ­να­κοί­νω­σα τὸ πράγ­μα στοὺς ὀρ­γα­νω­τές. Μὲ ρώ­τη­σαν ἂν θυ­μό­μουν τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ τα­ξὶ ἢ ἔ­στω τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νῆ­κε. Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Μοῦ εἶ­παν πὼς τὰ γυα­λιὰ πι­θα­νῶς νὰ τά ’­χα­να, ὅ­μως τὸ ζή­τη­μα θὰ τα­χτο­ποι­οῦν­ταν, σί­γου­ρα, μὲ κά­ποι­α ἄλ­λα, δα­νει­κὰ γυα­λιά. Ὅ­λοι οἱ κύ­ριοι τοῦ Συλ­λό­γου προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν νὰ μοῦ προ­σφέ­ρουν τὰ δι­κά τους. Πῆ­ρα τὸ πρῶ­το ζευ­γά­ρι καὶ τὰ δο­κί­μα­σα. Ἔ­νι­ω­σα με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη, για­τί τὰ γράμ­μα­τα τῶν χει­ρο­γρά­φων μου τά ’­βλε­πα γραμ­μέ­να σὲ μιὰν ἄ­γνω­στη γλώσ­σα – πού, βέ­βαι­α, δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω. Τοὺς εἶ­πα πὼς δὲν ἔ­βλε­πα κα­λὰ καὶ δο­κί­μα­σα ἕ­να δεύ­τε­ρο ζευ­γά­ρι. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ γράμ­μα­τα φαί­νον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, πάν­τα ὅ­μως σ’ ἀ­κα­τα­νό­η­τη γλώσ­σα. Τὸ ἴ­διο ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸ τρί­το καὶ μὲ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι. Ἀ­πο­ροῦ­σα μὲ τὸ πα­ρά­δο­ξο φαι­νό­με­νο. Κά­πο­τε, ἐ­πι­τέ­λους, τὰ γράμ­μα­τά μου ἔ­γι­ναν ἀ­να­γνώ­σι­μα. Ὄ­χι πὼς τά ’­βλε­πα γραμ­μέ­να στὴ γλώσ­σα μας, ἀλ­λὰ στὰ γαλ­λι­κά, σὲ μιὰ γλώσ­σα ποὺ στὸ κά­τω κά­τω ἤ­ξε­ρα νὰ δι­α­βά­ζω. Τί θὰ γι­νό­ταν ὅ­μως μὲ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, ποὺ εἶ­χε γε­μί­σει τὴν αἴ­θου­σα καὶ φαι­νό­ταν ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ γιὰ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῆς ἔ­ναρ­ξης;

       Δὲν μοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ τοὺς μι­λή­σω στὰ γαλ­λι­κά. Σί­γου­ρα θὰ βρί­σκον­ταν κάμ­πο­σοι γαλ­λο­μα­θεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βουν. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, σκέ­φτη­κα —μὲ ὑ­περ­βο­λι­κὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, ὁ­μο­λο­γῶ— θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν σι­ω­πη­λά, κι ἄς μὴ μ’ ἐν­νο­οῦ­σαν, ἀ­πὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κύ­ρος μου ὡς κα­θη­γη­τοῦ τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς χώ­ρας. Τὸ πο­λύ, με­ρι­κοί, οἱ πιὸ θρα­σεῖς, νὰ ση­κώ­νον­ταν καὶ νά ’­φευ­γαν.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ βῆ­μα μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μου ἀ­έ­ρα. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸ χει­ρό­γρα­φό μου, εἶ­δα τὴν ἔκ­πλη­ξη στὰ πρό­σω­πα τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων. Δὲν ἄρ­γη­σαν ν’ ἀρ­χί­σουν ν’ ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ται ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, καὶ σὲ λί­γο νὰ συ­νο­μι­λοῦν με­τα­ξύ τους. Ξαφ­νι­κὰ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α κα­θί­σμα­τα ση­κώ­θη­κε καὶ φώ­να­ξε: «Γιὰ Βουλ­γά­ρους μᾶς πε­ρά­σα­τε, κύ­ρι­ε;» Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα πὼς μι­λῶ γαλ­λι­κὰ κι ὄ­χι βουλ­γά­ρι­κα καὶ δὲν φταί­ω ἐ­γὼ ἂν δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὲ κα­τα­λά­βει. Μο­νο­μιᾶς ση­κώ­θη­κε σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μὲ τὰ πρό­σω­πα κόκ­κι­να, ἄρ­χι­σαν νὰ φω­νά­ζουν ὅ­λοι μα­ζί, κα­θέ­νας τὸ δι­κό του, καὶ νὰ κου­νοῦν τὰ χέ­ρια τους πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δὲν ξε­κα­θά­ρι­ζα τί ἔ­λε­γαν, ὅ­μως ἤ­τα­νε φα­νε­ρὸ πὼς ἦ­ταν ὀρ­γι­σμέ­νοι – δὲν ἔ­δει­χναν κα­νε­νὸς εἴ­δους σε­βα­σμό, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να εἶ­χα ὑ­πο­λο­γί­σει. Ἅ­πλω­σα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τοὺς ἠ­ρε­μή­σω καὶ νὰ δώ­σω μιὰν ἐ­ξή­γη­ση, ὅ­μως οἱ πιὸ θυ­μω­μέ­νοι προ­χω­ρού­σα­νε κι­ό­λας πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Κα­τέ­βη­κα ἐ­σπευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ βῆ­μα καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Ἀνέκδοτο διήγημα ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ συγγραφέα.

                                                                                                           

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης(Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τ σῶ­μα τς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­θε­λον­τής (Κί­χλη, 2008).