Γιάννης Τσίγκρας: Νέκυια Ἤ Τὸ παιδὶ χωρὶς δελφίνια

 

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Νέ­κυι­α

Τὸ παι­δὶ χω­ρὶς δελ­φί­νια

 

ΣΙΚ», ἔ­ξυ­σε τὸ νυ­χά­κι τοῦ πα­ρά­με­σου πά­νω στὸν ἀν­τί­χει­ρα καὶ ὁ μι­κρὸς δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ ποῦ ἦλ­θε ὁ θό­ρυ­βος, ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ κου­ρέ­α ἢ ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά του. «Μιὰ ψεί­ρα ἦ­ταν… μὲ γειά σου, λε­βέν­τη » εἶ­πε ὁ κου­ρέ­ας. Ὁ πι­τσι­ρί­κος στα­μά­τη­σε νὰ θαυ­μά­ζει τὰ δε­κά­δες εἴ­δω­λα ἑ­νὸς ἀ­γνώ­ρι­στου, ὁ­λό­γυ­μνου πλέ­ον κε­φα­λιοῦ του, εἴ­δω­λα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ δυ­ὸ κα­τέ­ναν­τι ἀ­νι­σο­ϋ­ψεῖς κα­θρέ­φτες. Κοί­τα­ξε τὸν πα­τέ­ρα ποὺ δι­ά­βα­ζε ἐ­φη­με­ρί­δα στὸν κα­να­πὲ κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ ση­κω­θεῖ. Ὁ κου­ρέ­ας εἶ­χε πλη­σιά­σει τὸ ρα­φά­κι μὲ τὶς γυά­λες. Ἄλ­λες πε­ρι­εῖ­χαν τρι­αν­τα­φυλ­λό­νε­ρο κι ἄλ­λες βδέλ­λες ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζαν. «Εἴ­χα­με βά­λει κά­πο­τε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς στὸ πό­δι τῆς μα­μᾶς» θυ­μή­θη­κε τὸ παι­δί. «Τὴν ἔ­βλε­πα πῶς φού­σκω­νε κι ἔ­κλαι­γα.»

       «Ἔρ­χε­ται τὸ Κύ­κνος, ὅ­που νά ­’­ναι» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας ἐ­νῶ πλή­ρω­νε τὸν κου­ρέ­α. «Φεύ­γου­με.» O μι­κρὸς κα­τσού­φια­σε. Ἂν καὶ γνώ­ρι­σε ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔρ­χον­ταν ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ἔ­νι­ω­σε ἄ­σχη­μα. Περ­νοῦ­σε πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ, στὰ οἰ­κό­πε­δα μὲ τὶς μι­κρὲς πη­γὲς ποὺ τὸ νε­ρό τους κό­χλα­ζε. Στὶς πη­γὲς αὐ­τές, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ αὐ­γὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἡ μα­μά, ἔ­βρα­ζαν, μὲ τὸ Γιά­ννη τὸ φί­λο του, καὶ τὶς ἀ­κρί­δες ποὺ κα­πά­κω­ναν μὲ τὴ φού­χτα στὰ, κά­τα­σπρα ἀ­πὸ τὸ ἁ­λά­τι, οἰ­κό­πε­δα. Εἶ­χαν ἀ­νοί­ξει ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ που­λοῦ­σαν τὶς βρα­στὲς ἀ­κρί­δες καὶ τὶς πα­σχα­λί­τσες στὰ κο­ρί­τσια. Δὲν τὶς που­λοῦ­σαν, τσάμ­πα τὶς ἔ­δι­ναν. Ἔ­τσι γιὰ νὰ τοὺς χα­μο­γε­λοῦν τὰ κο­ρί­τσια ἀρ­γό­τε­ρα, στὰ Σα­ράν­τα Πλα­τά­νια, στὸ δά­σος ὅ­που ἄ­κου­γαν, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἔ­βλε­παν, τοὺς δρυ­ο­κο­λά­πτες.

       Βέ­βαι­α, καὶ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ μὲ τὸ «Κύ­κνος» θὰ ἦ­ταν ὄ­μορ­φη. Θὰ φυ­σοῦ­σε ἀ­ε­ρά­κι στὸ κα­τά­στρω­μα, ἐ­κεῖ­νος θὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ πα­ρα­πέ­το καὶ θὰ κοι­τοῦ­σε τὴ μπλὲ θά­λασ­σα. Ἡ θά­λασ­σα θὰ ἄ­νοι­γε ξαφ­νι­κά, σὰ νὰ τρα­βοῦ­σε κά­ποι­ος φερ­μου­άρ, καὶ δελ­φί­νια θὰ τι­νά­ζον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα. Θὰ ἔρ­χον­ταν κον­τά, πο­λὺ κον­τὰ στὸ πλοῖ­ο καὶ θὰ ἔ­παι­ζαν μα­ζί του. Ὁ κό­σμος θὰ μα­ζεύ­ον­ταν στὴν ἄ­κρη γιὰ νὰ τὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει καὶ νὰ τὰ χει­ρο­κρο­τή­σει. Αὐ­τὸ του­λά­χι­στον εἶ­χε συμ­βεῖ μὲ τὸν ἐρ­χο­μό τους. Για­τί νὰ μὴ ξα­να­γί­νει;

       Χαι­ρέ­τι­σαν μὲ τὸν πα­τέ­ρα καὶ βγῆ­καν. Κα­τέ­βη­καν στὴν προ­κυ­μαί­α. Ἐ­κεῖ, στὰ παγ­κά­κια τοῦ μι­κροῦ πάρ­κου, ἀ­νά­με­σα στὸ πο­λύ­χρω­μο πλῆ­θος ποὺ πε­ρί­με­νε μὲ βα­λί­τσες καὶ τσάν­τες, ξε­χώ­ρι­σαν τὴ μη­τέ­ρα καὶ τοὺς ἄλ­λους. Μιὰ με­γά­λη χα­ρού­με­νη πα­ρέ­α. Κά­ποι­οι ἦ­σαν γεί­το­νές τους, ἀ­νά­πη­ροι πο­λέ­μου οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, μὲ τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους. Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ πε­ρά­σουν μα­ζὶ τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ λου­τρό­πο­λη. Ἄλ­λοι ἤ­σαν φί­λοι ποὺ γνώ­ρι­σαν στὸ Κέν­τρο Λου­τρο­θε­ρα­πεί­ας, στὸν ὑ­παί­θριο κι­νη­μα­το­γρά­φο ἢ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α κα­τευ­θύν­θη­κε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νεῖ­ο, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου. Κά­θι­σαν στὰ τρα­πε­ζά­κια τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου. Πλά­ι σε ἕ­ναν ἀκ­κορ­ντε­ο­νί­στα μὲ μαῦ­ρα γυα­λιὰ ποὺ κοί­τα­ζε πρὸς τὴ θά­λασ­σα. Ὁ μι­κρὸς πρό­σε­ξε στὴν ταμ­πέ­λα τὸ πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος: ΝΕΚΥΙΑ. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα του τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ μᾶλ­λον δή­λω­νε ἄ­γνοι­α.

       Κά­ποι­ος χά­ι­δε­ψε τὸ παι­δὶ στὸ κε­φά­λι καὶ « μὲ γειά τὸ κού­ρε­μα » τοῦ εὐ­χή­θη­κε. Ἦ­ταν ὁ Τά­κης, ἕ­να φο­βι­κὸ γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο τῆς πα­ρέ­ας. Κά­πο­τε, τὴν ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι ποὺ εἶ­χαν νοι­κιά­σει ὅ­λοι μα­ζί, μιὰ ἐ­ξό­διος πομ­πή —κη­δεύ­ον­ταν ἕ­να πα­λι­κά­ρι ποὺ εἶ­χε πνι­γεῖ, ἀ­νοι­χτά της «ζε­στῆς θά­λασ­σας», ἑ­νὸς ση­μεί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πε­φταν τὰ νε­ρὰ τῶν θερ­μῶν πη­γῶν— ὁ Τά­κης χώ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ντι­βά­νι. «Μή», τσί­ρι­ζε « μή, μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς». Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, στὸ σκο­τά­δι, ἕ­ως τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸν βε­βαί­ω­σαν γε­λών­τας οἱ ἄλ­λοι, ὅ­τι πέ­ρα­σε ὁ χά­ρος, δὲν εἶ­χε πιὰ κα­νέ­να φό­βο.

       Τώ­ρα, ὁ Τά­κης ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος για­τί θὰ ξα­νά­φευ­γαν. Θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε στὴν αὐ­λί­τσα τοῦ παμ­πά­λαι­ου πέ­τρι­νου σπι­τιοῦ του, μὲ τὴν μα­δη­μέ­νη οὐ­α­σιγ­κτώ­να νὰ ση­μα­δεύ­ει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴν κα­θη­συ­χα­στι­κὴ με­ση­με­ρι­ά­τι­κη γκρί­νια τῶν ὀρ­νί­θων. Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ὁ μαῦ­ρος ἱπ­πό­της μὲ τὸ δρε­πά­νι.

       Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­δει­ξε στὸ βά­θος. Τὸ πλοῖ­ο ἔμ­παι­νε στὸ λι­μά­νι. Τὸ πλῆ­θος κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν προ­κυ­μαί­α, μα­ζεύ­ον­τας μπό­γους καὶ βα­λί­τσες. Κά­ποι­οι ἀγ­κα­λι­ά­στη­καν.

       Τὸ ἀ­γό­ρι κοί­τα­ξε καὶ αὐ­τὸ πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Ἔ­νι­ω­θε πα­ρά­ξε­να. Ἕ­νας μι­κρὸς ἀ­έ­ρας φυ­σοῦ­σε ἐν­τός του. Εἶ­δε μό­νο τὸ πά­νω μι­σό του πλοί­ου κι ἔ­νι­ω­σε νὰ πε­τά­ει. Ταυ­τό­χρο­να ἄ­κου­σε μιὰ φω­νὴ νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Σὰν νὰ τὸν προ­ει­δο­ποι­οῦ­σαν γιὰ κά­ποι­ον ἀ­κα­θό­ρι­στο κίν­δυ­νο. Μό­νο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει ποι­ὸς τοῦ μι­λοῦ­σε καὶ τί τοῦ ἔ­λε­γε. Σκι­ὲς ἀ­ει­κί­νη­τες τὸν τύ­λι­γαν. Περ­πα­τοῦ­σε σὲ μιὰ γῆ ὠ­χρή, ἀ­νά­με­σά σε μὸβ λου­λού­δια .

       Ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα σκο­τεί­νια­σαν.

       Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­πε­σε σπα­ρά­ζον­τας στὴν προ­κυ­μαί­α. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χω­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ στρα­βὸ στό­μα τοῦ παι­διοῦ ἐ­νῶ ἡ μάν­α κά­θον­ταν στὰ πό­δια του γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τοὺς σπα­σμούς. Ὁ κό­σμος συγ­κεν­τρώ­θη­κε πε­ρί­ερ­γος.

       «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε» φώ­να­ξε ἡ μά­να. «Σύν­δρο­μο Ε», κα­λυμ­μέ­να ἐ­ξή­γη­σε, γιὰ νὰ μὴ προ­φέ­ρει τὴ φο­βε­ρὴ λέ­ξη, «δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε , σὲ δυ­ὸ λε­πτὰ θὰ τοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει».

       Ὁ τυ­φλὸς ἀκ­κορ­ντε­ο­νί­στας ση­κώ­θη­κε.

       Τὸ πλοῖ­ο σφύ­ρι­ξε.

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: