Γιάννης Τσίγκρας: Νέκυια Ἤ Τὸ παιδὶ χωρὶς δελφίνια

 

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Νέ­κυι­α

Τὸ παι­δὶ χω­ρὶς δελ­φί­νια

 

ΣΙΚ», ἔ­ξυ­σε τὸ νυ­χά­κι τοῦ πα­ρά­με­σου πά­νω στὸν ἀν­τί­χει­ρα καὶ ὁ μι­κρὸς δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ ποῦ ἦλ­θε ὁ θό­ρυ­βος, ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ κου­ρέ­α ἢ ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά του. «Μιὰ ψεί­ρα ἦ­ταν… μὲ γειά σου, λε­βέν­τη » εἶ­πε ὁ κου­ρέ­ας. Ὁ πι­τσι­ρί­κος στα­μά­τη­σε νὰ θαυ­μά­ζει τὰ δε­κά­δες εἴ­δω­λα ἑ­νὸς ἀ­γνώ­ρι­στου, ὁ­λό­γυ­μνου πλέ­ον κε­φα­λιοῦ του, εἴ­δω­λα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ δυ­ὸ κα­τέ­ναν­τι ἀ­νι­σο­ϋ­ψεῖς κα­θρέ­φτες. Κοί­τα­ξε τὸν πα­τέ­ρα ποὺ δι­ά­βα­ζε ἐ­φη­με­ρί­δα στὸν κα­να­πὲ κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ ση­κω­θεῖ. Ὁ κου­ρέ­ας εἶ­χε πλη­σιά­σει τὸ ρα­φά­κι μὲ τὶς γυά­λες. Ἄλ­λες πε­ρι­εῖ­χαν τρι­αν­τα­φυλ­λό­νε­ρο κι ἄλ­λες βδέλ­λες ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζαν. «Εἴ­χα­με βά­λει κά­πο­τε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς στὸ πό­δι τῆς μα­μᾶς» θυ­μή­θη­κε τὸ παι­δί. «Τὴν ἔ­βλε­πα πῶς φού­σκω­νε κι ἔ­κλαι­γα.»

       «Ἔρ­χε­ται τὸ Κύ­κνος, ὅ­που νά ­’­ναι» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας ἐ­νῶ πλή­ρω­νε τὸν κου­ρέ­α. «Φεύ­γου­με.» O μι­κρὸς κα­τσού­φια­σε. Ἂν καὶ γνώ­ρι­σε ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔρ­χον­ταν ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ἔ­νι­ω­σε ἄ­σχη­μα. Περ­νοῦ­σε πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ, στὰ οἰ­κό­πε­δα μὲ τὶς μι­κρὲς πη­γὲς ποὺ τὸ νε­ρό τους κό­χλα­ζε. Στὶς πη­γὲς αὐ­τές, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ αὐ­γὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἡ μα­μά, ἔ­βρα­ζαν, μὲ τὸ Γιά­ννη τὸ φί­λο του, καὶ τὶς ἀ­κρί­δες ποὺ κα­πά­κω­ναν μὲ τὴ φού­χτα στὰ, κά­τα­σπρα ἀ­πὸ τὸ ἁ­λά­τι, οἰ­κό­πε­δα. Εἶ­χαν ἀ­νοί­ξει ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ που­λοῦ­σαν τὶς βρα­στὲς ἀ­κρί­δες καὶ τὶς πα­σχα­λί­τσες στὰ κο­ρί­τσια. Δὲν τὶς που­λοῦ­σαν, τσάμ­πα τὶς ἔ­δι­ναν. Ἔ­τσι γιὰ νὰ τοὺς χα­μο­γε­λοῦν τὰ κο­ρί­τσια ἀρ­γό­τε­ρα, στὰ Σα­ράν­τα Πλα­τά­νια, στὸ δά­σος ὅ­που ἄ­κου­γαν, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἔ­βλε­παν, τοὺς δρυ­ο­κο­λά­πτες.

       Βέ­βαι­α, καὶ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ μὲ τὸ «Κύ­κνος» θὰ ἦ­ταν ὄ­μορ­φη. Θὰ φυ­σοῦ­σε ἀ­ε­ρά­κι στὸ κα­τά­στρω­μα, ἐ­κεῖ­νος θὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ πα­ρα­πέ­το καὶ θὰ κοι­τοῦ­σε τὴ μπλὲ θά­λασ­σα. Ἡ θά­λασ­σα θὰ ἄ­νοι­γε ξαφ­νι­κά, σὰ νὰ τρα­βοῦ­σε κά­ποι­ος φερ­μου­άρ, καὶ δελ­φί­νια θὰ τι­νά­ζον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα. Θὰ ἔρ­χον­ταν κον­τά, πο­λὺ κον­τὰ στὸ πλοῖ­ο καὶ θὰ ἔ­παι­ζαν μα­ζί του. Ὁ κό­σμος θὰ μα­ζεύ­ον­ταν στὴν ἄ­κρη γιὰ νὰ τὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει καὶ νὰ τὰ χει­ρο­κρο­τή­σει. Αὐ­τὸ του­λά­χι­στον εἶ­χε συμ­βεῖ μὲ τὸν ἐρ­χο­μό τους. Για­τί νὰ μὴ ξα­να­γί­νει;

       Χαι­ρέ­τι­σαν μὲ τὸν πα­τέ­ρα καὶ βγῆ­καν. Κα­τέ­βη­καν στὴν προ­κυ­μαί­α. Ἐ­κεῖ, στὰ παγ­κά­κια τοῦ μι­κροῦ πάρ­κου, ἀ­νά­με­σα στὸ πο­λύ­χρω­μο πλῆ­θος ποὺ πε­ρί­με­νε μὲ βα­λί­τσες καὶ τσάν­τες, ξε­χώ­ρι­σαν τὴ μη­τέ­ρα καὶ τοὺς ἄλ­λους. Μιὰ με­γά­λη χα­ρού­με­νη πα­ρέ­α. Κά­ποι­οι ἦ­σαν γεί­το­νές τους, ἀ­νά­πη­ροι πο­λέ­μου οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, μὲ τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους. Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ πε­ρά­σουν μα­ζὶ τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ λου­τρό­πο­λη. Ἄλ­λοι ἤ­σαν φί­λοι ποὺ γνώ­ρι­σαν στὸ Κέν­τρο Λου­τρο­θε­ρα­πεί­ας, στὸν ὑ­παί­θριο κι­νη­μα­το­γρά­φο ἢ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α κα­τευ­θύν­θη­κε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νεῖ­ο, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου. Κά­θι­σαν στὰ τρα­πε­ζά­κια τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου. Πλά­ι σε ἕ­ναν ἀκ­κορ­ντε­ο­νί­στα μὲ μαῦ­ρα γυα­λιὰ ποὺ κοί­τα­ζε πρὸς τὴ θά­λασ­σα. Ὁ μι­κρὸς πρό­σε­ξε στὴν ταμ­πέ­λα τὸ πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος: ΝΕΚΥΙΑ. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα του τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ μᾶλ­λον δή­λω­νε ἄ­γνοι­α.

       Κά­ποι­ος χά­ι­δε­ψε τὸ παι­δὶ στὸ κε­φά­λι καὶ « μὲ γειά τὸ κού­ρε­μα » τοῦ εὐ­χή­θη­κε. Ἦ­ταν ὁ Τά­κης, ἕ­να φο­βι­κὸ γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο τῆς πα­ρέ­ας. Κά­πο­τε, τὴν ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι ποὺ εἶ­χαν νοι­κιά­σει ὅ­λοι μα­ζί, μιὰ ἐ­ξό­διος πομ­πή —κη­δεύ­ον­ταν ἕ­να πα­λι­κά­ρι ποὺ εἶ­χε πνι­γεῖ, ἀ­νοι­χτά της «ζε­στῆς θά­λασ­σας», ἑ­νὸς ση­μεί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πε­φταν τὰ νε­ρὰ τῶν θερ­μῶν πη­γῶν— ὁ Τά­κης χώ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ντι­βά­νι. «Μή», τσί­ρι­ζε « μή, μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς». Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, στὸ σκο­τά­δι, ἕ­ως τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸν βε­βαί­ω­σαν γε­λών­τας οἱ ἄλ­λοι, ὅ­τι πέ­ρα­σε ὁ χά­ρος, δὲν εἶ­χε πιὰ κα­νέ­να φό­βο.

       Τώ­ρα, ὁ Τά­κης ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος για­τί θὰ ξα­νά­φευ­γαν. Θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε στὴν αὐ­λί­τσα τοῦ παμ­πά­λαι­ου πέ­τρι­νου σπι­τιοῦ του, μὲ τὴν μα­δη­μέ­νη οὐ­α­σιγ­κτώ­να νὰ ση­μα­δεύ­ει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴν κα­θη­συ­χα­στι­κὴ με­ση­με­ρι­ά­τι­κη γκρί­νια τῶν ὀρ­νί­θων. Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ὁ μαῦ­ρος ἱπ­πό­της μὲ τὸ δρε­πά­νι.

       Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­δει­ξε στὸ βά­θος. Τὸ πλοῖ­ο ἔμ­παι­νε στὸ λι­μά­νι. Τὸ πλῆ­θος κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν προ­κυ­μαί­α, μα­ζεύ­ον­τας μπό­γους καὶ βα­λί­τσες. Κά­ποι­οι ἀγ­κα­λι­ά­στη­καν.

       Τὸ ἀ­γό­ρι κοί­τα­ξε καὶ αὐ­τὸ πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Ἔ­νι­ω­θε πα­ρά­ξε­να. Ἕ­νας μι­κρὸς ἀ­έ­ρας φυ­σοῦ­σε ἐν­τός του. Εἶ­δε μό­νο τὸ πά­νω μι­σό του πλοί­ου κι ἔ­νι­ω­σε νὰ πε­τά­ει. Ταυ­τό­χρο­να ἄ­κου­σε μιὰ φω­νὴ νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Σὰν νὰ τὸν προ­ει­δο­ποι­οῦ­σαν γιὰ κά­ποι­ον ἀ­κα­θό­ρι­στο κίν­δυ­νο. Μό­νο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει ποι­ὸς τοῦ μι­λοῦ­σε καὶ τί τοῦ ἔ­λε­γε. Σκι­ὲς ἀ­ει­κί­νη­τες τὸν τύ­λι­γαν. Περ­πα­τοῦ­σε σὲ μιὰ γῆ ὠ­χρή, ἀ­νά­με­σά σε μὸβ λου­λού­δια .

       Ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα σκο­τεί­νια­σαν.

       Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­πε­σε σπα­ρά­ζον­τας στὴν προ­κυ­μαί­α. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χω­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ στρα­βὸ στό­μα τοῦ παι­διοῦ ἐ­νῶ ἡ μάν­α κά­θον­ταν στὰ πό­δια του γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τοὺς σπα­σμούς. Ὁ κό­σμος συγ­κεν­τρώ­θη­κε πε­ρί­ερ­γος.

       «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε» φώ­να­ξε ἡ μά­να. «Σύν­δρο­μο Ε», κα­λυμ­μέ­να ἐ­ξή­γη­σε, γιὰ νὰ μὴ προ­φέ­ρει τὴ φο­βε­ρὴ λέ­ξη, «δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε , σὲ δυ­ὸ λε­πτὰ θὰ τοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει».

       Ὁ τυ­φλὸς ἀκ­κορ­ντε­ο­νί­στας ση­κώ­θη­κε.

       Τὸ πλοῖ­ο σφύ­ρι­ξε.

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).

 

Διαφημίσεις

Φρανσὶν Πρόουζ (Francine Prose): Κολοκύθες

 

 

Φρανσὶν Πρόουζ (Francine Prose)

 

Κο­λο­κύ­θες

(P­u­m­p­k­i­ns)

 

ΓΙΝΕ ἕ­να φο­βε­ρὸ δυ­στύ­χη­μα. Ἕ­να φορ­τη­γὸ γε­μά­το κο­λο­κύ­θες γιὰ τὸ Χα­λο­γου­ὶν μπαί­νει γρή­γο­ρα σὲ μιὰ στρο­φὴ καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ δεῖ ἕ­να ἄλ­λο αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἀ­πε­ρί­σκε­πτα κά­νει μιὰ φουρ­κέ­τα. Μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το βρί­σκε­ται μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα, παν­τρε­μέ­νη, μὲ τρί­α παι­διά, ἡ ὁ­ποί­α πε­θαί­νει με­τὰ τὴ σύγ­κρου­ση τῶν ὀ­χη­μά­των.

       Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς κό­πη­κε τὸ κε­φά­λι. Τὸ κορ­μί της ἐκ­σφεν­δο­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται μὲ τό­ση δύ­να­μη ποὺ τὸ κε­φά­λι της πλα­νᾶ­ται στὸν ἀ­έ­ρα καὶ προ­σγει­ώ­νε­ται σὲ μιὰ στοί­βα ἀ­πὸ χυ­μέ­νες κο­λο­κύ­θες στὸ δρό­μο.

       Ὁ ἄν­τρας της δὲν γνω­ρί­ζει αὐ­τὴ τὴ λε­πτο­μέ­ρεια μέ­χρι τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ὅ­ταν τὸ βλέ­πει στὴν πρω­το­σέ­λι­δη ἱ­στο­ρί­α τῆς το­πι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας.

       Αὐ­τὴ ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα ἀ­γο­ρά­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της γιὰ τα­ξί­δι. Τό­σο πο­λὺ ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν τρα­γω­δί­α ποὺ βγαί­νει βι­α­στι­κὰ ἀ­π’ τὸ τρέ­νο καὶ τη­λε­φω­νεῖ στὸν ἄν­τρα της στὴ δου­λειά. Ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρει τὸ δυ­στύ­χη­μα μὲ τὸ φορ­τη­γό, αὐ­τὸς λέ­ει, «Δυ­στύ­χη­μα μὲ φορ­τη­γὸ μὲ κο­λο­κύ­θες;» ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ πεν­τά­χρο­νος γιὸς τους θὰ ἔ­λε­γε, «Τσί­χλα πά­νω στὸ κα­να­πέ;»

       Ἡ γυ­ναί­κα ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­μει, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας τώ­ρα αὐ­τὸ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει (καὶ ἐ­πει­δὴ ἀ­κο­λου­θεῖ ψυ­χο­θε­ρα­πεί­α, πι­στεύ­ει ὅ­τι ὄν­τως τὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε, γι’ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε ἦ­ταν ἀ­να­στα­τω­μέ­νη!­). Τὸ δυ­στύ­χη­μα συ­νέ­βη λί­γο πο­λὺ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μιᾶς γυ­ναί­κας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἄν­τρας της εἶ­χε ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση ἀλ­λὰ τῆς ἔ­χει ὑ­πο­σχε­θεῖ ὅ­τι ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ βλέ­πει.

       Αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της γνω­ρί­ζει γι’ αὐ­τὸ τὸ δυ­στύ­χη­μα – ἀλ­λὰ ὄ­χι ἀ­πὸ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­κού­γε­ται ἔ­νο­χος. Πι­θα­νὸν νὰ ἦ­ταν μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη του ὅ­ταν συ­νέ­βη, πι­θα­νὸν ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα νὰ τοῦ τη­λε­φώ­νη­σε γιὰ πα­ρη­γο­ριά, ὅ­πως αὐ­τὴ τοῦ τη­λε­φω­νεῖ τώ­ρα. Κα­θὼς ἀρ­χί­ζει νὰ τὸν ρω­τά­ει γι’ αὐ­τό, ὁ ἄν­τρας της δι­α­κό­πτει συ­νε­χῶς γιὰ νὰ ἀ­παν­τή­σει ἐ­ρω­τή­σεις στὸ γρα­φεῖ­ο του.

      Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ ἡ γυ­ναί­κα πη­γαί­νει στὸν θε­ρα­πευ­τή της ἐ­πει­γόν­τως. Τοῦ λέ­ει ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἀ­γό­ρα­σε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ δι­ά­βα­σε γιὰ τὸ φορ­τη­γό, μέ­χρι ὅ­τι τη­λε­φώ­νη­σε στὸν ἄν­τρα της καὶ ὅ­τι αὐ­τὸς ξα­να­έ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ.

       Ὁ θε­ρα­πευ­τὴς λέ­ει ὅ­τι λυ­πᾶ­ται, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει γι’ αὐ­τό. Τῆς λέ­ει ὅ­τι, συμ­πτω­μα­τι­κά, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νεῖς του εἶ­ναι ὁ ἄν­τρας τῆς γυ­ναί­κας ποὺ σκο­τώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γό. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ἡ πό­λη εἶ­ναι μι­κρή. Ὁ θε­ρα­πευ­τὴς λέ­ει ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὴ τὴν τρα­γω­δί­α ἐ­δῶ καὶ δύ­ο μέ­ρες —λό­γῳ πραγ­μα­τι­κῆς κρί­σης, πραγ­μα­τι­κῆς ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης— καὶ εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀ­κού­σει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σὰν ἀ­κό­μα μιὰ δευ­τε­ρεύ­ου­σα πλο­κὴ στὸ συ­νε­χό­με­νο ἐ­ρω­τι­κὸ μπέρ­δε­μα αὐ­τῆς τῆς γυ­ναί­κας.

       Ἡ γυ­ναί­κα ξε­σπά­ει σὲ κλά­μα­τα. Ὁ θε­ρα­πευ­τὴς ζη­τᾶ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἀν­τι­ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ καὶ λέ­ει ὅ­τι ἡ ὅ­λη κα­τά­στα­ση τὸν ἔ­χει κα­τα­βά­λει μὲ τρό­πους ποὺ οὔ­τε κὰν αὐ­τὸς δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ θε­ρα­πευ­τὴς μι­λᾶ στὴ γυ­ναί­κα του γι’ αὐ­τό. Γιὰ ἠ­θι­κοὺς λό­γους πα­ρα­λεί­πει τὰ ὀ­νό­μα­τα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τί εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα, τί εἶ­πε ὁ ἴ­διος καὶ τί συ­νέ­βη.

       Ἐ­κτὸς τοῦ ὅ­τι αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἀν­τὶ νὰ λέ­ει «κο­λο­κύ­θες», λέ­ει «χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα δέν­τρα.»

       «Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα;» ρω­τᾶ ἡ γυ­ναί­κα του.

       «Εἶ­πα Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα;» ἀ­παν­τᾶ αὐ­τός. «Πό­σο ἀ­στεῖ­ο. Ἐν­νο­οῦ­σα κο­λο­κύ­θες.» Φυ­σι­κὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γλωσ­σι­κὸ ὀ­λί­σθη­μα εἶ­ναι μία ἀ­πό­δει­ξη γιὰ ποιὸ λό­γο αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τὸν ἐ­νο­χλεῖ τό­σο.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ κρε­βά­τι, σκέ­φτε­ται σο­βα­ρὰ τὸ λά­θος του. Δὲν περ­νά­ει πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Για­τὶ γιὰ μιὰ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ἡ ἀ­λή­θεια δὲν μέ­νει βυ­θι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ βγαί­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια, σὰν ση­μα­δού­ρα, συν­δε­δε­μέ­νη μὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ συ­χνὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος τὴ ζω­ή του.

       Στὰ πέν­τε ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ μα­γου­λά­δες, μιὰ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐ­ξε­λί­χτη­κε σὲ κά­τι σο­βα­ρό­τε­ρο. Θυ­μᾶ­ται νὰ τρέ­χει στὸ δω­μά­τιο τῶν γο­νι­ῶν του, τὰ μά­γου­λά του νὰ κρέ­μον­ται σὰν σά­κοι σάρ­κι­νοι ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό του. Θυ­μᾶ­ται νὰ πέ­φτει. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος γιὰ μῆ­νες – ἀ­πὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο μέ­χρι τὶς ἀρ­χὲς τοῦ χει­μώ­να. Ὁ συμ­βο­λι­σμὸς εἶ­ναι τό­σο φα­νε­ρός: Χα­λο­γου­ὶν ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε, Χρι­στού­γεν­να ὅ­ταν ἀ­νάρ­ρω­σε.

       Τώ­ρα ἡ γυ­ναί­κα του πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν τὸ προ­σέ­χει. Για­τί νι­ώ­θει, ὅ­πως πο­τὲ πρίν, πό­σο προ­χώ­ρη­σε ἡ ζω­ή του: ὅ­λα τὰ χρό­νια ποὺ τὸν χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὸ πρη­σμέ­νο πρό­σω­πο. Σκέ­φτε­ται πό­σο γλυ­κιὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ πε­ρί­ο­δος, τὸν ρυθ­μὸ ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν, ὕ­πνος, ρα­δι­ό­φω­νο, δρο­σε­ρὰ κον­σερ­βο­ποι­η­μέ­να ἀ­χλά­δια, τὸ βα­σί­λει­ο τῆς ζε­στα­σιᾶς, τὸ βα­σί­λει­ο τοῦ κρύ­ου ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κου­βέρ­τα.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­να­κτᾶ σχε­δὸν ἐ­κεί­νη τὴ θο­λού­ρα τῆς ἀ­σφά­λειας, τῆς σύγ­χυ­σης καὶ τῆς βα­ρε­μά­ρας, ὅ­ταν ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε κοι­τά­ζον­τας τὶς κο­λο­κύ­θες καὶ ξύ­πνη­σε βλέ­πον­τας ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, ὅ­ταν τί­πο­τα δὲν τὸν φό­βι­ζε, οὔ­τε κὰν ὁ χρό­νος, εἶ­χαν τα­κτο­ποι­η­θεῖ ὅ­λα. Με­τὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ ὅ­πως οἱ πλο­κὲς τῶν ὀ­νεί­ρων ποὺ εἶ­ναι ἤ­δη ξε­χα­σμέ­νες ὅ­ταν ξυ­πνά­ει.

 

       Εἶ­ναι σὰν τὴν ἐμ­πει­ρί­α του νὰ τρέ­χει σὲ μιὰ ἐ­θνι­κὴ ὁ­δό, καὶ κά­ποι­α σπα­σμέ­νη πι­να­κί­δα ἢ ἐ­ρει­πω­μέ­νο κα­φε­στι­α­τό­ριο νὰ τοῦ θυ­μί­σει ξαφ­νι­κὰ τὸ πα­ρελ­θόν του, ἀλ­λὰ πρὶν νὰ μπο­ρέ­σει νὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του, ἔ­χουν ἤ­δη προ­σπε­ρά­σει. Ξέ­ρει ὅ­τι ἂν γυ­ρί­σει πί­σω, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­πε­σε στὴν ἀν­τί­λη­ψή του θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ – πα­ρό­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ τὸ δεῖ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του νὰ χά­νε­ται πί­σω του στὸ δρό­μο.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Φρανσὶν Πρόουζ (Francine Prose). Γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Εἶ­ναι με­τα­φρά­στρια καὶ συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των, δι­η­γη­μά­των καὶ παι­δι­κῶν βι­βλί­ων. Ἔ­χει δι­δά­ξει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­νος Εὐ­στα­θί­ου. Φοι­τη­τὴς τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Στέφανος Σταμάτης: Διάλεξη

 

 

 

Στέ­φα­νος Στα­μά­της

 

Δι­ά­λε­ξη

 

ΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ, θὰ σᾶς μι­λή­σω ἀ­πό­ψε γιὰ τὸ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­τε, ἕν’ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα ἔ­ρι­ξ’ ἀ­νά­με­σά σας καὶ γιὰ λί­γο αὐ­τὸ τὸ ξάφ­νια­σμά σας θά ‘­ναι ἡ νί­κη μου. Καὶ κά­τι ἀ­κό­μα: ὅ­λοι θ’ ἀ­να­κα­τέ­ψε­τε τὴ θύ­μη­σή σας, μή­πως τὸ βρεῖ­τε κά­που θαμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ χρό­νια, λη­σμο­νη­μέ­νο. Καὶ κα­θέ­νας ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­σχο­λί­ες του, καὶ μὲ τὸν «πνευ­μα­τι­κόν του ὁ­ρί­ζον­τα» ποὺ λέ­νε, ἄλ­λος μὲ τὴν πυ­ρη­νι­κὴ φυ­σι­κή, ἄλ­λος μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μο­λο­γί­α, ἄλ­λοι μὲ τὴ χη­μεί­α, τὶς τέ­χνες ἢ τὸ ἐμ­πό­ριο, θ’ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται μή­πως συ­νάν­τη­σαν κά­που αὐ­τὸ τὸ βα­ρύ­η­χο ὄ­νο­μα. Ὅ­σο θὰ κρα­τά­ει τὸ ψά­ξι­μο, τὸ ξέ­ρω, ἐ­γὼ ποὺ βρί­σκου­μαι ψη­λό­τε­ρ’ ἀ­πὸ σᾶς, σὲ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ σᾶς, θά ‘­μαι ὁ πρῶ­τος, ὁ ἄρ­χον­τας τῆς πο­ρεί­ας, θὰ τρα­βά­ω τὶς σκέ­ψεις καὶ τὰ μά­τια σας. Μὰ τὸ ψά­ξι­μο δὲ γί­νε­ται νὰ κρα­τή­σει πο­λύ. Γρή­γο­ρα θὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦν οἱ ἐλ­πί­δες σας νὰ βρεῖ­τε, ἂν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Αὐ­τὸ ὅ­μως, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε, δὲ ση­μαί­νει πὼς μπο­ρῶ νὰ σᾶς κα­τη­γο­ρή­σω γιὰ ἔλ­λει­ψη γνώ­σε­ων, ἂς ποῦ­με γιὰ κα­κὴ «ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὴ κα­τάρ­τι­ση». Για­τί, τὸ ξέ­ρω, εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τὸν συ­ναν­τή­σα­τε. Δὲν ἦ­ταν μή­τε πυ­ρη­νι­κὸς φυ­σι­κός, μή­τε οἰ­κο­νο­μο­λό­γος, μή­τε «δι­ε­κρί­θη» στὸ ἐμ­πό­ριο ἢ στὶς τέ­χνες. Ἦ­ταν βέ­βαι­α κά­τι, ὅ­λοι μας κά­τι εἴ­μα­στε, δὲ μπο­ροῦ­σε ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ νὰ ἦ­ταν.­.. τί­πο­τα. Ὄ­χι κά­τι τὸ ξε­χω­ρι­στό, ὅ­λοι μας θὰ ἔ­χου­με ζή­σει πλά­ι σε πρό­σω­πα σὰν κι αὐ­τόν. Μ’ αὐ­τὰ ποὺ σᾶς εἶ­πα, σᾶς φα­νέ­ρω­σα, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κά­τι, ὅ­μως τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω ἐ­γὼ γιὰ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, τὸ κρα­τά­ω ἀ­κό­μα κρυ­φό. Γιὰ τὴν ὥ­ρα τὸ πο­λὺ πο­λὺ νὰ σᾶς φα­νέ­ρω­σα, τί δὲν ἦ­ταν. Ἀ­πο­μέ­νει νὰ μά­θε­τε ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἦ­ταν. Αὐ­τὸ ὅ­μως μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴ σᾶς τὸ πῶ. Ὅ­σο γιὰ νά ‘­τυ­χε νὰ τὸν ξέ­ρε­τε, νὰ τὸν ἔ­χε­τε κά­που στὴ θύ­μη­σή σας, πο­λὺ δύ­σκο­λο, τὸ λέ­ω πά­λι. Θὰ πρέ­πει, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ν’ ἀ­νοί­ξα­τε ἕ­να κα­λο­και­ρι­ά­τι­κο με­ση­μέ­ρι, στὰ χρό­νια τῆς πρώ­της νι­ό­της σας, ἕ­να χον­τρὸ βι­βλί­ο ζη­τών­τας κά­τι σ’ αὐ­τό.­.. Τί; Ἐ­κεῖ­να τὰ πολ­λὰ καὶ θο­λὰ ποὺ γυ­ρί­ζουν μέ­σα μας, τὸν και­ρὸ ποὺ σπαρ­τα­ρά­ει ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη της νὰ χορ­τά­σει τὸν κό­σμο ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται γύ­ρω μας, ἡ ψυ­χή μας. Ἐ­κεῖ­να ποὺ πρό­στα­ζαν οἱ φω­νὲς τῆς νι­ό­της καὶ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Τό­τε θὰ μεί­νει μέ­σα μας ὅ,τι βρε­θεῖ μπρο­στά μας, ἀ­κό­μα κι ἕ­νας κά­ποι­ος με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Βλέ­πω, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κε­φά­λια ποὺ ἀ­στρά­φτουν ἀ­πὸ πε­ρι­ποί­η­ση, νὰ σκύ­βουν τὸ ἕ­να στ’ ἄλ­λο, βλέ­πω κρα­νί­α ὁ­λό­γυ­μνα σὰν κορ­μιὰ κο­λα­σμέ­νων νὰ χα­μη­λώ­νουν καὶ ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε στὸν ὦ­μο ἢ στὸ στῆ­θος ἕ­να στή­ριγ­μα γι’ ἀ­νά­παυ­ση.­.. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν ἀλ­λά­ζω γνώ­μη, δὲ θὰ στα­μα­τή­σω. Θὰ πῶ ὅ,τι ἀ­πο­φά­σι­σα πρὶν πα­ρου­σια­στῶ μπρο­στά σας, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ,τι κρί­νω ἄ­ξιο νὰ μνη­μο­νέ­ψω σὲ σᾶς ἀ­πὸ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Μπο­ρεῖ πιὰ λί­γοι ἀ­πὸ σᾶς, μπο­ρεῖ καὶ κα­νέ­νας νὰ μὴ γυ­ρί­ζει σὲ μέ­να. Για­τί, τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ κα­λά, ἔ­τσι γί­νε­ται κι ἄλ­λες φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ὁ λό­γος δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα γιὰ κά­ποι­ον με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Ὅ­μως ὅ­ποι­ος ἀ­νε­βαί­νει στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο, ἔ­χει μέ­σα του μιὰ μι­κρὴ φλό­γα κι αὐ­τὴ προ­σπα­θεῖ νὰ σκορ­πί­σει κά­τω, στὴ μι­σο­σκό­τει­νη σά­λα. Νὰ τὴν κά­νει ν’ ἀγ­γί­ξει πολ­λοὺς ἢ λί­γους ἢ ἀ­κό­μα κι ἕ­ναν μο­νά­χα. Ἂν βέ­βαι­α βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν ἀ­κοῦ­νε κι αὐ­τὸς ὁ ἕ­νας.­.. Καὶ γι’ αὐ­τὸν τὸν ἕ­ναν, ἂν ὑ­πάρ­χει, ἔ­χω ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ξε­χά­σω τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να κε­φά­λια, ποὺ σα­λεύ­ουν, τὰ κόκ­κι­να χεί­λια ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τὸ δι­πλα­νὸ αὐ­τὶ γιὰ νὰ ξε­φύ­γουν, τὰ γυ­μνὰ κρα­νί­α ποὺ ἔ­γει­ραν κι ἀ­να­παύ­ουν­ται λα­φριὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­να. Πρέ­πει, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ τὰ ξε­χά­σω ὅ­λ’ αὐ­τὰ καὶ μὲ τὴν κα­λύ­τε­ρη φω­νή μου, τὶς κομ­ψό­τε­ρες χει­ρο­νο­μί­ες μου, νὰ φέρ­νω συ­νέ­χεια σὲ τού­τη τὴ σά­λα κά­τι ἀ­πὸ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ.­.. Μὰ εἶ­ναι πιὰ ὥ­ρα νὰ μι­λή­σω ἀ­λη­θι­νὰ γι’ αὐ­τόν. Κι ἀρ­χί­ζον­τας σᾶς λέ­ω πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ πρό­σε­ξαν πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό τους, τὸν κοί­τα­ξε μέ­σα σὲ κα­θρέ­φτη-φα­κό, σὲ φα­κὸ ποὺ με­γα­λώ­νει καὶ τὴ ζω­ὴ γύ­ρω του σ’ ἄλ­λον κα­θρέ­φτη-φα­κό, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ μι­κραί­νουν ὅ,τι στέ­κε­ται ἀν­τί­κρυ τους. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νέ­νας νὰ πεῖ, ὅ­λοι μας τὸ κά­νου­με, ἂς μὴν κρυ­βό­μα­στε. Λο­γα­ρι­ά­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο τ’ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς καρ­φί­τσας στὸ κορ­μί μας, ἀ­πὸ μιὰ λε­πί­δα ποὺ μπαί­νει βα­θιὰ στὴ σάρ­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ. Ὅ­μως μὴ βι­α­στεῖ­τε, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ πεῖ­τε πὼς ἔ­τσι ἔ­νι­ω­θε κι ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Δὲ λο­γά­ρια­σε, αὐ­τὸς ποὺ κρά­τη­σε σπα­θιὰ στὰ χέ­ρια του, τὶς λε­πί­δες, δὲν κρύ­φτη­κε ἀ­πὸ φό­βο μὴ σκί­σει κα­μιὰ τὸ κορ­μί του. Ναί, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ κρά­τη­σε ἄ­φο­βος τὸ σπα­θί, πρό­στα­ξε κα­νό­νια νὰ βρον­τή­σουν κι ἄ­γριους πο­λε­μι­στὲς νὰ χι­μή­ξουν γιὰ σφα­γὴ καὶ χα­λα­σμό.­.. Μὴ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ­τε, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μὴ φω­νά­ξε­τε. Μὴν πεῖ­τε πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τρα­βή­ξω ἀ­πὸ τὰ «ψι­λὰ» τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς μυ­ριά­δες πα­λιοὺς πο­λε­μι­στὲς θέ­λον­τας ἴ­σως νὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ κά­ποι­α ρο­μαν­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τειά του ἢ κά­ποι­ο πο­λε­μι­κό του κα­τόρ­θω­μα. Δὲ θά ‘­κα­να πο­τὲ τέ­τοι­ο πρά­μα, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μπρο­στὰ σὲ τό­σο φω­τι­σμέ­νο ἀ­κρο­α­τή­ριο, ὅ­σο κι ἂν τὰ φῶ­τα τῆς σά­λας εἶ­ναι ὅ­λα σβη­στά.­.. Δὲν ἀ­νέ­βη­κα ἐ­δῶ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Θὰ σᾶς πῶ τὸ σκο­πό μου τε­λει­ώ­νον­τας. Μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὰ κα­τα­φέ­ρω, μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸν ξε­κα­θα­ρί­σω ὁ­λό­τε­λα, ὄ­χι γιὰ νὰ μὴ μά­θε­τε κι ἐ­σεῖς, ὄ­χι γιὰ νὰ σᾶς παι­δέ­ψω, μο­νά­χα ἀ­πὸ ἀ­δυ­να­μί­α μου. Αὐ­τό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ ἀ­πὸ τώ­ρα νὰ μοῦ τὸ συγ­χω­ρή­σε­τε. Εἶ­πα λοι­πὸν πὼς ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ κοί­τα­ξε πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό του. Δὲ μί­λη­σα μ’ ἀ­κρί­βεια, τώ­ρα κα­τά­λα­βα τί ἔ­πρε­πε νὰ πῶ: ἔ­δω­σε πο­λὺ ση­μα­σία στὸν ἑ­αυ­τό του, βρῆ­κε κά­ποι­α στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς του πὼς ἔ­πρε­πε κά­θε πρά­ξη του νὰ ἐ­ξη­γή­σει, νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει. Δὲ μπό­ρε­σε νὰ βα­στά­ξει ἕ­να βά­ρος ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη του ἄ­δι­κα τοῦ φόρ­τω­σαν, θαρ­ρών­τας πὼς ὅ­λοι τὸν ἔ­βλε­παν μ’ αὐ­τὸ τὸ βά­ρος στοὺς ὤ­μους καὶ γε­λοῦ­σαν μα­ζί του ἢ τὸν κα­κο­λο­γοῦ­σαν. Καὶ σί­γου­ρα κά­ποι­α στιγ­μὴ θά ‘­γι­νε ἡ ἔ­κρη­ξη, θὰ ση­κώ­θη­κε νὰ φω­νά­ξει γύ­ρω του, νὰ φω­νά­ξει σ’ ὅ­λη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἂν μπο­ροῦ­σε, πὼς ἄ­δι­κα τὸν φόρ­τω­σαν, δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε, ἂς γύ­ρι­ζαν ν’ ἀ­κού­σουν τὴ φω­νή του καὶ θὰ μά­θαι­ναν τὴν ἀ­λή­θεια.­.. Δύ­στυ­χε με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ! Δύ­στυ­χοι ἀ­μέ­τρη­τοι ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, ποὺ πι­στεύ­ε­τε πὼς οἱ φω­νές σας μπο­ροῦν νὰ νι­κή­σουν τὸ βου­η­τὸ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες τρι­βὲς τῆς ζω­ῆς.­.. Ποι­ός δαί­μο­νας, ποι­ό τε­λώ­νιο, ποὺ θέ­λει νὰ πε­ρι­παί­ξει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α, πη­γαί­νει καὶ τοὺς ψι­θυ­ρί­ζει στ’ αὐ­τὶ νὰ φω­νά­ξουν καὶ στή­νει μπρο­στά τους ἕ­να σκο­πὸ πο­λὺ ψη­λό­τε­ρον ἀ­πὸ τὸ μπό­ι τους; Καὶ τοὺς κά­νει, προ­σέξ­τε το αὐ­τό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ ξε­χνᾶ­νε τὸ φό­ρο κοι­νῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ποὺ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸς σὲ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα; Θά ‘­στε ἕ­τοι­μοι νὰ συμ­φω­νή­σε­τε μα­ζί μου, πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί, γί­νουν­ται πιὰ ἄ­χρη­στοι γιὰ τὸ σύ­νο­λο, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐ­πι­ζή­μιοι, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐμ­πό­δια στὸ ρεῦ­μα ἀ­πὸ τ’ ἀ­μέ­τρη­τα κοι­νὰ ζη­τή­μα­τα, ποὺ σκορ­πά­ει ἀ­νε­ρώ­τη­τα ἀ­νά­με­σα μας ἡ ζω­ή. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κα­τα­λα­βαί­νε­τε, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς. Σὲ κά­τι τέ­τοι­ους, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου σ’ αὐ­τοὺς μο­νά­χα, θὰ ταί­ρια­ζε κεῖ­νο ποὺ εἶ­παν γε­νι­κὰ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο οἱ ὁ­μό­ε­θνοί του: ἕ­να «μά­ται­ο πά­θος». Μά, ποι­ός λί­γο, ποιός πο­λύ, δὲν εἶ­ναι κά­τι τέ­τοι­ο.­.. Ὅ­λοι – μὲ κά­τι μι­κρὸ ἢ με­γά­λο μέ­σα μας, σω­στὸ ἢ λα­θε­μέ­νο ἂν γί­νε­ται νὰ ζυ­γι­στοῦν εὔ­κο­λα ὅ­λ’ αὐ­τά.­.. Μή­πως, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ­ποι­ος ἀ­νε­βαί­νει στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο, πά­νω ἀ­πὸ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να μαλ­λιὰ ἢ γυ­μνὰ κρα­νί­α —συ­γνώ­μην, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ­λα ἔ­χουν πολ­λὴ λάμ­ψη— δὲ φλέ­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο πά­θος, ἕ­να μά­ται­ο στ’ ἀ­λή­θεια πά­θος ποὺ λι­ώ­νει καὶ χά­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ξα­ε­ρι­στῆ­ρες μα­ζὶ μὲ τὶς κου­ρα­σμέ­νες ἢ ἀ­νυ­πό­μο­νες ἀ­νά­σες ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν ἀ­κοῦν ἢ ποὺ ἦρ­θαν γι’ αὐ­τὸ μὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν; Ἂς εἶ­ναι λοι­πόν, μιὰ κι ὅ­λοι μας γυ­ρί­ζου­με σὰ μά­ται­α πά­θη, ἂς γέρ­νου­με κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ σὲ κα­νέ­να με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, για­τί ὅ­λοι μας στὴ θέ­ση του μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­γα­με μιὰ φω­νὴ νὰ μᾶς προ­στά­ζει νὰ μὴν ἀ­φή­σου­με πά­νω μας μιὰν ἄ­δι­κη ντρο­πή. Νὰ μὴν πε­θά­νου­με «σὰν τὰ σκυ­λιά», ὅ­πως ὁ ἥ­ρω­ας ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ και­ροῦ μας ποὺ ὅ­λοι θὰ ξέ­ρε­τε, ἔ­γι­νε καὶ ται­νί­α καὶ παί­ζε­ται τοῦ­τες τὶς μέ­ρες στὴν πό­λη μας, νὰ μὴν ἀ­φή­σου­με τὴν ντρο­πὴ νὰ ζή­σει πί­σω μας. Καὶ πό­σο ὄ­μορ­φο ἀ­λή­θεια θά ‘­ναι γιὰ μᾶς αὐ­τὸ τὸ πά­θος ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ χρό­νια, αὐ­τὸς ὁ ἀ­γώ­νας μας γιὰ τὸ ξέ­πλυ­μα μιᾶς ἄ­δι­κης ντρο­πῆς, νὰ βγεῖ ἀ­πὸ ἕ­να βι­βλί­ο καὶ νὰ πη­δή­σει σὲ μιὰ φλε­γό­με­νη νε­α­νι­κὴ ψυ­χή.­.. Ἂς σκύ­ψου­με λοι­πὸν μὲ κα­τα­νό­η­ση στὸ πά­θος καὶ στὶς φω­νὲς τοῦ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, ὅ­σο κι ἂν μᾶς φαί­νε­ται λί­γο ἀ­στεῖ­ο, ἂς τὸν φέ­ρου­με στὸ νοῦ μας μὲ συμ­πό­νια, μιὰ καὶ βρε­θή­κα­με ὅ­λοι ἐ­δῶ ἀ­πό­ψε, ἐ­σεῖς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο κι ἐ­γὼ στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο.­.. Δυ­ὸ λε­φτά, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μὴ ση­κώ­νε­στε ἀ­κό­μα, μὴν ἀρ­χί­ζε­τε νὰ μι­λᾶ­τε, λί­γη ὑ­πο­μο­νὴ σᾶς ζη­τά­ω.­.. Δυ­ὸ λε­φτὰ καὶ δυ­ὸ λό­για ἀ­κό­μα καὶ πιὰ θὰ σω­πά­σω, συγ­χω­ρεῖ­στε με, συγ­χω­ρεῖ­στε καὶ τὸ σε­βα­στὸ Ἵ­δρυ­μα ποὺ εἶ­χε τὴν κα­κή, ὅ­πως φαί­νε­ται, ἰ­δέ­α ν’ ἀ­νε­βά­σει ἐ­μέ­να ἀ­πό­ψε δῶ πά­νω, δυ­ὸ λε­φτὰ νὰ σᾶς πῶ, για­τί μί­λη­σα, γιὰ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ.­.. Νά, προ­χτὲς ἄ­νοι­ξα ἕ­να βι­βλί­ο πα­ρό­μοι­ο μ’ ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν εἶ­χα βρεῖ κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι τῆς νι­ό­της μου, πα­ρό­μοι­ο μὰ και­νού­ριο. Καὶ πιὰ δὲν τὸν βρῆ­κα, τὸν προ­σπέ­ρα­σε ὁ και­ρός, τὸν ἔ­ρι­ξε σὲ βα­θιὰ σκο­τά­δια, τὸν ξέ­χα­σε – καὶ μα­ζὶ σὰν νὰ προ­σπέ­ρα­σε καὶ μέ­να, νὰ προ­σπέ­ρα­σε τὴ νι­ό­τη μου.­.. Χά­θη­κε πιά, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, χά­θη­κε γιὰ πάν­τα κι ἤ­μουν, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μάρ­τυ­ρας στὸ χα­μό του ἐ­γὼ ποὺ ἔ­νι­ω­σα τὸ πά­θος του ἕ­να κα­λο­καί­ρι τῆς νι­ό­της μου, αὐ­τὸ μο­νά­χα εἶ­χα νὰ σᾶς πῶ, αὐ­τὸ μο­νά­χα μπο­ρεῖ νά ‘­πρε­πε νὰ σᾶς πῶ, πρὶν ἀρ­χί­σε­τε νὰ ση­κώ­νε­στε, νὰ φωνάζετε καὶ νὰ ζητᾶτε ἐξηγήσεις, πρὶν πάψετε νὰ μπορεῖτε νὰ μὲ ἀκοῦτε, ἀξιότιμες κυρίες, ἀξιότιμοι κύριοι…

 

 

Πηγή: με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Ζ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Νυχτερινὴ ἐπαφή (Ἀ­θή­να, 1964).

 

Στέ­φα­νος Στα­μά­της (Φι­λιπ­πιά­δα, 1932-2007). Δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, Ναυ­τι­λια­κά καὶ Μου­σι­κή. Κα­πε­τά­νιος τοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ ναυ­τι­κοῦ, ἱ­δρυ­τὴς ἀ­πὸ τὸ 1985 ναυ­τι­λια­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας καὶ ἀ­πὸ τὸ 1993 γρα­φεί­ου ἐ­νοι­κι­ά­σε­ων σκα­φῶν στὴν Πρέ­βε­ζα. Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1958 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Ἑ­στί­α μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να δει­λι­νό» ὑ­πὸ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Θέ­μος Δε­λή­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ κάμ­πος μὲ τὰ ὄ­νει­ρα (Δί­φρος, Ἀ­θή­να, 1960). Τὴν χρο­νιὰ τοῦ θα­νά­του του κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο του Ἡ στρο­φὴ τῆς Κλε­ο­πά­τρας (Δι­η­γή­μα­τα, Αἰ­γό­κε­ρως, Ἀ­θή­να, 2007).

 

Μάικλ Νάιτ (Michael Knight): Ὁ Ὑπνωτιστής

 

.

.

Μά­ι­κλ Νά­ιτ (M­i­c­h­a­el K­n­i­g­ht)

 .

Ὁ Ὑ­πνω­τι­στής

(T­he M­e­s­m­e­r­i­st)

.

 

ΜΟΥΝ­ΤΥ(1) μό­λις ἐ­πι­βι­βά­στη­κε στὸ S­i­l­v­er S­t­a­r(2) μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὴν Οὐ­ά­σιν­γκτον· ἐ­κεῖ θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ C­r­e­s­c­e­n­t(3) καὶ θὰ τα­ξί­δευ­ε ὅ­λη νύ­χτα. Στὴ Νέα Ὀρ­λε­ά­νη μιὰ μου­σι­κὴ σκη­νὴ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε κά­ποι­ον ὑ­πνω­τι­στὴ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὴν πα­ρά­στα­ση· εἶ­χε ξα­να­παί­ξει ἐ­κεῖ στὸ πα­ρελ­θόν. Στὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί του, ἕ­να κο­ρί­τσι δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ μό­δας. Φο­ροῦ­σε κο­λε­για­κὸ φοῦ­τερ (ΠΑ­ΝΕ­ΠΙ­ΣΤΗ­ΜΙΟ ΤΗΣ ΒΟ­ΣΤΩ­ΝΗΣ ΛΕ­ΣΧΗ ΜΟΥ­ΣΙ­ΚΗΣ ΔΩ­ΜΑ­ΤΙΟΥ) καὶ κά­θε τό­σο μά­ζευ­ε τὴν ἴ­δια πει­σμα­τά­ρι­κη τού­φα πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­φτί της. Ὁ Μούν­τυ εἶ­χε τὸ χά­ρι­σμα νὰ δι­α­βά­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους καί, σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι, ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ κά­ποι­α θλί­ψη, κά­τι οἰ­κεῖ­ο καὶ κον­τι­νὸ στὴν καρ­διά του. Τὸ εἶ­δε στοὺς πε­σμέ­νους ὤ­μους της. Τὸ εἶ­δε στὴν ὑ­πό­νοι­α ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει ἡ φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ φθο­ρὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της. Φέ­ρελ­πις καὶ φο­βι­σμέ­νη. Ἄ­τυ­χη σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ή. Κά­ποι­ος μᾶλ­λον τῆς εἶ­χε ρα­γί­σει τὴν καρ­διὰ και­ρὸ πρίν.

 

       «Μὲ πα­ρα­κο­λου­θεῖς;» εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Δὲν μ’­ἀ­ρέ­σει κα­θό­λου νὰ μὲ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.»

       Ἔ­κλει­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ κι ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸν Μούν­τυ. Μὲ μιὰ κί­νη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του στὴν τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του, τρά­βη­ξε ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ φα­κὸ καὶ τί­να­ξε τὴν ἀ­κτί­να φω­τὸς πά­νω στὴ νο­η­τὴ γραμ­μὴ τοῦ βλέμ­μα­τός της. Κι εἶ­πε: «Κά­θε μῦς στὸ σῶ­μα σου εἶ­ναι χα­λα­ρὸς τώ­ρα. Τρα­βῶ τὰ μά­τια σου τὰ κλει­στὰ μὲ με­τα­ξέ­νια νή­μα­τα.» Τὸ κο­ρί­τσι ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ ἀν­τὶ νὰ μι­λή­σει, σω­ρι­ά­στη­κε στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ­νος μέ­τρη­σε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­πὸ τὸ δέ­κα μέ­χρι τὸ ἕ­να, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ μὲ τὰ χέ­ρια της στραμ­μέ­να πρὸς τὰ πά­νω, κρε­μα­σμέ­να δί­πλα της. Τὸ κε­φά­λι της τι­να­ζό­ταν κα­θὼς τραν­τά­ζον­ταν περ­νών­τας μιὰ γέ­φυ­ρα. Εἶ­χε μιὰ ὄ­ψη ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στης ἔκ­πλη­ξης.

 

       Στὴ Φι­λα­δέλ­φεια, ὁ Μούν­τυ τὴν ὁ­δή­γη­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τῶν ἐν­θου­σι­ω­δῶν ἐ­πι­βα­τῶν κι ἀ­γό­ρα­σε δυ­ὸ εἰ­σι­τή­ρια γιὰ τὴν κλι­νά­μα­ξα μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Κλί­βε­λαντ. Κα­θὼς δι­έ­σχι­ζαν τὴ χώ­ρα μὲς στὸ σκο­τά­δι, ὁ Μούν­τυ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴ ζω­ὴ ποὺ θὰ εἶ­χαν ἀ­πὸ κοι­νοῦ. Τῆς εἶ­πε πὼς πο­τὲ δὲν θὰ ἦ­ταν μό­νη. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τὴν δι­έ­κρι­νε ἡ χά­ρη κι ἡ γο­η­τεί­α. «Θὰ ξα­να­με­τρή­σω», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ὅ­ταν ξυ­πνή­σεις, δὲν θὰ σὲ συν­δέ­ει τί­πο­τα πλέ­ον μὲ τὴ δυ­στυ­χί­α.»

 

       Ὁ Μούν­τυ βρῆ­κε πρω­ι­νὴ δου­λειὰ καὶ νοί­κια­σαν ἕ­να σπί­τι σὲ μιὰ πο­λυ­τε­λέ­στα­τη γει­το­νιὰ χτι­σμέ­νη μὲ τοῦ­βλα καὶ σκιά. Ἦ­ταν χα­ρού­με­νοι γιὰ λί­γο. Ἡ Πη­νε­λό­πη ἔ­κα­νε μα­θή­μα­τα πιά­νου μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα στὸ ἴ­διο οἰ­κο­δο­μι­κὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν κ. Μπέ­ρυ­μαν, ποὺ κά­θε τό­σο στα­μα­τοῦ­σε τὸν Μούν­τυ στὸν δρό­μο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε, «Αὐ­τὴ ἡ Πη­νε­λό­πη σου εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη μα­θή­τρια ποὺ εἶ­χα πο­τέ. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξέ­ρει πιά­νο ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ της.» Ὅ­ταν ὁ και­ρὸς τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἄ­φη­ναν ἀ­νοι­χτὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα κι ὁ Μούν­τυ τὴν ἄ­κου­γε νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται κα­θὼς ἐ­πέ­στρε­φε στὸ σπί­τι τους τὴ νύ­χτα. Στε­κό­ταν στὴν αὐ­λὴ θαυ­μά­ζον­τας τὰ ἁ­πλὰ τοῦ­βλα καὶ τὰ ντε­λι­κά­τα σφεν­δά­μια κι ἔ­νι­ω­θε ἔκ­πλη­κτος, συ­ναι­σθα­νό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ζω­ὴ ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια.

 

       Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ἤ­δη σὲ ἀρ­κε­τὰ κον­τι­νὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὶς με­λω­δί­ες τῆς Πη­νε­λό­πης, ὁ Μούν­τυ δι­έ­κρι­νε ἕ­ναν ξέ­νο νὰ κρυ­φο­κοι­τᾶ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἦ­ταν φθι­νό­πω­ρο καὶ τὰ φύλ­λα ἄλ­λα­ζαν χρῶ­μα στὰ κλα­διά τους. Ὁ Μούν­τυ ἔ­τρε­ξε, φω­νά­ζον­τας ἕ­να φι­λι­κὸ «γειά», κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε φω­να­χτὰ τί ἔ­κα­νε ὁ ἄν­τρας ἐ­κεῖ­νος στὴ βε­ράν­τα του. Ὁ ἄν­τρας χα­μο­γέ­λα­σε μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ Μούν­τυ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλά­βει ὡς­κα­θη­συ­χα­στι­κό.

       «Εἶ­μαι ἰ­δι­ω­τι­κὸς ἐ­ρευ­νη­τής», εἶ­πε. «Ψά­χνω ἕ­να κο­ρί­τσι.» Ἔ­βγα­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὸν χαρ­το­φύ­λα­κά του – ἡ Πη­νε­λό­πη μὲ πρά­σι­νη κορ­δέ­λα στε­ρε­ω­μέ­νη στὸν ὦ­μο της.

       «Τί κέρ­δι­σε;» εἶ­πε ὁ Μούν­τυ.

       «Τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στὸ Ρε­σι­τὰλ Πιά­νου F­a­i­r­f­ax C­o­u­n­t­y(4)», εἶ­πε. «Ἔ­παι­ξε Σο­πέν. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Πη­νε­λό­πη.»

       Ὁ Μούν­τυ τρά­βη­ξε τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ φα­κὸ ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του κι ἄ­να­ψε τὴ δε­σμί­δα φω­τὸς μὲ τὸν γνώ­ρι­μο, ἐ­ξα­σκη­μέ­νο τρό­πο του. Χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή του καὶ εἶ­πε: «Κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χεις κά­νει. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α Πη­νε­λό­πη ἐ­δῶ.»

       «Κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χω κά­νει», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ ἄν­τρας. «Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α Πη­νε­λό­πη ἐ­δῶ.»

       Τὰ μά­τια του γυ­ά­λι­ζαν, τὸ στό­μα του ἔ­χα­σκε. Ἡ φω­το­γρα­φί­α ἔ­πε­σε στρο­βι­λι­ζό­με­νη ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες τῶν δα­κτύ­λων του.

      Ὁ Μούν­τυ εἶ­πε: «Ἴ­σως τὸ ἔ­σκα­σε γιὰ τὴν Ὀν­δού­ρα. Πρέ­πει νὰ πᾶς ἐ­κεῖ καὶ νὰ ρί­ξεις μιὰ μα­τιά.»

       «Ἴ­σως τὸ ἔ­σκα­σε γιὰ τὴν Ὀν­δού­ρα», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ ἄν­τρας. «Πρέ­πει νὰ πά­ω ἐ­κεῖ καὶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιά.»

       Ὁ Μούν­τυ τὸν εἶ­δε νὰ περ­πα­τᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο τρε­κλί­ζον­τας μέ­χρι τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του καὶ νὰ φεύ­γει. Ἔ­σκυ­ψε καὶ σή­κω­σε τὴ φω­το­γρα­φί­α, κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ νὰ τὴν κοι­τά­ζει ἕ­ως ὅ­του ἡ μου­σι­κὴ τῆς Πη­νε­λό­πης ξα­νά­φτα­σε στὰ ἀ­φτιά του, ἕ­νας με­λαγ­χο­λι­κὸς ἦ­χος στὸν εὔ­θραυ­στο ἀ­έ­ρα.

 

       Τὰ Χρι­στού­γεν­να, κά­λε­σαν τὴν κυ­ρί­α Μπέ­ρυ­μαν, ποὺ ζοῦ­σε μό­νη. Με­τὰ τὸ δεῖ­πνο κά­θι­σε δί­πλα στὴν Πη­νε­λό­πη στὸ σκαμ­πὸ τοῦ πιά­νου καὶ ἔ­παι­ξαν μα­ζὶ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κε πιά, τύ­λι­ξαν τὴν κ. Μπέ­ρυ­μαν μὲς στὸ παλ­τό της καὶ τὴν πῆ­γαν σπί­τι μὲ τὰ πό­δια. Στά­θη­καν στὸ κρά­σπε­δο καὶ ἔ­βλε­παν τὸ χι­ό­νι νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κα­πὸ τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τοῦ Μούν­τυ.

       Ἡ Πη­νε­λό­πη εἶ­πε: «Μ’­ἀ­ρέ­σει ἔ­τσι ὅ­πως τὸ χι­ό­νι κα­λύ­πτει καὶ πα­ράλ­λη­λα με­γεθύ­νει τὰ πάν­τα. Ἡ φω­νή μου ἀ­κού­γε­ται τό­σο δυ­να­τὴ τώ­ρα.»

      Ὁ Μούν­τυ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση της, ἄ­φη­σε τὴ σι­ω­πὴ ποὺ δυ­νά­μω­νε νὰ κυ­λή­σει ἀρ­γὰ πί­σω ἀ­πὸ τὰ λό­για της. Φί­λη­σε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ τῆς Πη­νε­λό­πης, τὰ μαλ­λιά της ἦταν ­κρύ­α κι εὔ­θραυ­στα, σκο­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χιό­νι.

       Τῆς εἶ­πε: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες βά­λει τὸ κα­πέ­λο σου.»

       «Ἐν­τά­ξει εἶ­μαι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­λο μὲ νταν­τεύ­εις, Μούν­τυ.»

       Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ τὸν τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα ἔ­λαμ­παν ἀ­νά­με­σα στὶς πα­ρα­με­ρι­σμέ­νες κουρ­τί­νες. Τὸ χι­ό­νι λαμ­πύ­ρι­ζε. Ὁ Μούν­τυ ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν οἱ πα­τη­μα­σι­ές τους θὰ εἶ­χαν κα­λυ­φθεῖ ὣς τὸ πρω­ί.

 

1. Τὸ ὄ­νο­μα Μούν­τυ (στὰ ἀγ­γλι­κὰ “M­o­o­dy”) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν κυ­κλο­θυ­μι­κό, δύ­σθυ­μο ἄν­θρω­πο.

2. Δρο­μο­λό­γιο ἐ­πι­βα­τι­κοῦ τρέ­νου ποὺ κα­λύ­πτει με­γά­λο μέ­ρος τῶν Η­ΠΑ.

3. Ἐ­πι­βα­τι­κὸ τρέ­νο στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ τμῆ­μα τῶν Η­ΠΑ.

4. Κο­μη­τεί­α στὴ Βό­ρεια Βιρ­τζί­νια τῶν Η­ΠΑ.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Μά­ι­κλ Νά­ιτ (M­i­c­h­a­el K­n­i­g­ht). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των, D­i­v­i­n­i­ng R­od καὶ T­he T­y­p­i­st· δύ­ο συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, D­o­g­f­i­g­ht a­nd O­t­h­er S­t­o­r­i­es καὶ G­o­o­d­n­i­g­ht, N­o­b­o­dy· καὶ μί­ας συλ­λο­γῆς μὲ νου­βέ­λες, T­he H­o­l­i­d­ay S­e­a­s­on. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ E­s­q­u­i­re, T­he N­ew Y­o­r­k­er καὶ O­x­ford A­m­e­r­i­c­an. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Τε­νε­σί.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Μιχάλης Μακρόπουλος: Τὸ ψωμὶ καὶ ὁ θεὸς

 

.

Μι­χά­λης Μα­κρό­που­λος

 

Τὸ ψω­μὶ καὶ ὁ Θε­ός

. 

ΥΤΗ εἶ­ναι μιὰ φαν­τα­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν Κλὼντ Λο­ραίν, ὅ­ταν ἀ­κό­μα τα­ξί­δευ­ε καὶ δού­λευ­ε με­ρο­κα­μα­τιά­ρης βο­η­θὸς φουρ­νά­ρη­δων, προ­τοῦ κα­τα­λή­ξει ξα­κου­στὸς ζω­γρά­φος στὴ Ρώ­μη. Σ’ ἕ­να τρί­στρα­το κά­που στὴ Λο­ραί­νη, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ τα­ξι­διοῦ του, συ­ναν­τή­θη­κε μ’ ἕ­να νέ­ο ἄν­τρα, ποὺ ἐ­πί­σης τα­ξί­δευ­ε προ­σφέ­ρον­τας τὶς ζω­γρα­φι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες του, ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν μα­θη­τεί­α του ὡς πα­ρα­γιὸς δί­πλα σ’ ἕ­ναν μά­στο­ρα καὶ τώ­ρα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη κι ἀ­πὸ ἐρ­γα­στή­ρι σὲ ἐρ­γα­στή­ρι. Οἱ δυὸ νέ­οι ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ ὣς τὴν κον­τι­νό­τε­ρη με­γά­λη πό­λη κι ἐ­κεῖ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σουν δου­λειά. Ἔ­τσι, θὰ κου­βέν­τια­ζαν καὶ θά ’­ταν τὸ τα­ξί­δι πιὸ ξε­κού­ρα­στο. Τὸν τε­χνί­τη τὸν ἔ­λε­γαν Ζάν. Ἦ­ταν ὄ­μορ­φη μέ­ρα κι ὁ δρό­μος ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στος. Βλέ­πον­τας τὰ δέν­τρα, ἕ­να πο­τά­μι, τὰ βου­νά, ὁ Ζάν τὰ ἀγ­κά­λια­σε ὅ­λα μὲ μιὰ πλα­τιὰ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ του κι εἶ­πε: «Τὰ βλέ­πεις ὅ­λα αὐ­τά, Κλώντ; Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σ’ τὰ ζω­γρα­φί­σω ἔ­τσι ποὺ θά ’­λε­γες ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νά.»

       «Καὶ τί νὰ τὰ κά­νω ζω­γρα­φι­στά», τοῦ ἀν­τα­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, «ἀ­φοῦ ἔ­χω τὰ ἴ­δια, νὰ στέ­κο­μαι ὅ­πο­τε θέ­λω νὰ τὰ βλέ­πω; Καὶ μά­λι­στα ὄ­χι ἀ­πα­ράλ­λα­χτα, ὅ­πως σὲ μιὰ ζω­γρα­φιά, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ φῶς κι ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ἔ­τσι πού, καὶ μί­α στιγ­μὴ ὅ­λη κι ὅ­λη νὰ κοι­τά­ξω ἀλ­λοῦ καὶ με­τὰ νὰ γυ­ρί­σω τὸ βλέμ­μα μου ἀ­πά­νω τους ξα­νά, ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι ἄλ­λη, για­τὶ ἀ­έ­ρας φύ­ση­ξε, για­τὶ μιὰ σκιὰ ἄλ­λα­ξε, για­τὶ ἕ­να που­λὶ πέ­τα­ξε, για­τὶ ἕ­να σύν­νε­φο πῆ­γε λί­γο πα­ρα­κεῖ».

       «Ὅ­λα στὸν κό­σμο γύ­ρω μας εἶ­ναι προ­σω­ρι­νά», εἶ­πε πει­σμω­μέ­νος τώ­ρα ὁ ζω­γρά­φος, «ἀλ­λὰ στὴ φύ­ση τοῦ Θε­οῦ, ποὺ μὲ τὸ ἔρ­γο μας ὅ­λοι ὑ­πη­ρε­τοῦ­με, πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σι­διά­ζει τὸ ἀ­με­τά­βλη­το, τὸ δια­ρκές, κι ὁ ζω­γρά­φος, δί­νον­τας στὰ πράγ­μα­τα κά­τι ἀ­πὸ τὴ μο­νι­μό­τη­τα τῆς φύ­σης Του, Τὸν δο­ξά­ζει».

       Ὁ Κλὼντ ζή­λε­ψε τώ­ρα τὸ ζω­γρά­φο, ποὺ μὲ τὴν τέ­χνη του ὑ­μνοῦ­σε τὴν ἀ­με­τά­βλη­τη οὐ­σί­α τῶν πραγ­μά­των· ἀ­πὸ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τές τους τὴν πιὸ κον­τι­νὴ στὸ Θε­ό. «Μπο­ρεῖ ζω­γρα­φί­ζον­τας ἐ­σὺ τὰ πράγ­μα­τα νὰ τοὺς δί­νεις κά­τι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τοῦ Κυ­ρί­ου κι ἔ­τσι νὰ Τὸν δο­ξά­ζεις», εἶ­πε, «ἀλ­λὰ τὸ ψω­μὶ εἶ­ναι τὸ σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ποὺ μ’ αὐ­τὸ θρέ­φει τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὄ­χι ἁ­πλῶς κά­τι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση Του, ἀλ­λὰ ὅ,τι πιὸ πο­λύ­τι­μο μᾶς χά­ρι­σε Ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ τὴ φύ­ση Του, ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρο­φὲς ἡ πιὸ ἱ­ε­ρή. Κι ἄς δου­λεύ­ω ἕ­ως καὶ δε­κα­ο­χτὼ ὧ­ρες κι ἄς πρέ­πει, ζυ­μώ­νον­τας, συ­νε­χῶς νὰ ἀ­να­στε­νά­ζω γιὰ νὰ μὴ μοῦ μπαί­νει τὸ ἀ­λεύ­ρι στὰ πνευ­μό­νια, δὲν παύ­ω νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι τὸ ψω­μί, ὁ τρό­πος ποὺ φτι­ά­χνε­ται, εἶ­ναι ἀ­π’ ὅ­λες τὶς με­τα­μορ­φώ­σεις ἡ πιὸ θαυ­μα­στή».

       «Ἀ­να­λο­γί­σου πό­σο θαυ­μα­στὴ εἶ­ναι ἡ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ ἄ­μορ­φου χρώ­μα­τος, μιᾶς χρω­μα­τι­στῆς κη­λί­δας χω­ρὶς νό­η­μα ἢ σχῆ­μα, σὲ εἰ­κό­να τοῦ κό­σμου», εἶ­πε ὁ ζω­γρά­φος.

       Σ’ ὅ­λη τὴ δι­α­δρο­μὴ συ­νέ­χι­σε ὁ κα­θέ­νας νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει μὲ πά­θος τὴν τέ­χνη του καί, φτά­νον­τας στὴν πό­λη, οἱ δρό­μοι τους χώ­ρι­σαν. Ἀλ­λὰ ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς κου­βέν­τας τους τοὺς συν­τρό­φευ­ε ἔ­κτο­τε καὶ τοὺς δυ­ό, ὁ­ρί­ζον­τας κα­θε­νὸς τὸ δρό­μο. Ὁ Κλὼντ ὁ φούρ­να­ρης ἔ­γι­νε ξα­κου­στὸς ὡς ζω­γρά­φος ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ὀ­νο­μα­στούς τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ὅ­σο γιὰ τὸν Ζὰν τὸ ζω­γρά­φο, τὸ ὄ­νο­μά του ξε­χά­στη­κε, για­τί αὐ­τὸς ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ φουρ­νί­ζον­τας ψω­μιά.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μι­χά­λης Μα­κρό­που­λος (Ἀ­θή­να 1965) Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν.  Ἐρ­γά­ζεται ὡς με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἑ­φτὰ βι­βλί­α του. Τελευταίο του βιβλίο τὸ Σπουργίτω καὶ Γράχαμ, δύο νουβέλες (ἐκδ. Γιάννης Πικραμένος, 2012). 

 

Χάντερ Τόμπσον (Hunter S. Thompson): Μεσάνυχτα στὴν παραλιακή

 

 

Χάντερ Τόμπσον (Hunter S. Thompson)

 

Με­σά­νυ­χτα στὴν πα­ρα­λια­κή

(Midnight on the coast highway)

 

Σὲ ὅ­λη μου τὴ ζω­ή, ἡ καρ­διά μου ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­να πράγ­μα ποὺ ἀ­δυ­να­τῶ νὰ κα­το­νο­μά­σω.

Στί­χος ποὺ ξέ­μει­νε, ἀ­πὸ ποί­η­μα ξε­χα­σμέ­νο ἐ­δῶ καὶ και­ρό.

 

ΗΝΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ κι ἀ­φοῦ πλέ­ον ἔ­βλε­πα σπά­νια τοὺς Ἀγ­γέ­λους, μοῦ ‘χε μεί­νει κλη­ρο­νο­μιὰ ἡ με­γά­λη μη­χα­νὴ – δι­α­κό­σια κι­λὰ ἀ­πὸ χρώ­μιο καὶ βα­θύ, κόκ­κι­νο θό­ρυ­βο, ἕ­τοι­μα νὰ τὰ βγά­λεις καὶ νὰ τὰ ἀ­μο­λή­σεις στὴν πα­ρα­λια­κὴ στὶς τρεῖς τὸ πρω­ί, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι οἱ μπά­τσοι πα­ρα­φύ­λα­γαν στὸν 101. Ἡ μη­χα­νὴ εἶ­χε σα­κα­τευ­τεῖ τε­λεί­ως στὸ πρῶ­το τρα­κά­ρι­σμα καὶ χρει­ά­στη­καν κάμ­πο­σοι μῆ­νες γιὰ νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θω­θεῖ. Ἀ­πὸ τό­τε ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ τὴν ὁ­δη­γῶ μὲ ἄλ­λο τρό­πο: θὰ στα­μα­τοῦ­σα νὰ προ­κα­λῶ τὴν τύ­χη μου στὶς στρο­φές, θὰ φο­ροῦ­σα πάν­τα κρά­νος καὶ θὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ πα­ρα­μέ­νω μέ­σα στὰ ὅ­ρια τα­χύ­τη­τας… μοῦ ‘­χαν ἤ­δη ἀ­κυ­ρώ­σει τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ τὸ δί­πλω­μά μου κρε­μό­ταν ἀ­πὸ μιὰ κλω­στή.

       Γιὰ αὐ­τὸ λοι­πὸν κι ἐ­γὼ ἔ­βγαι­να μὲ τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο μό­νο νύ­χτα, σὰν λυ­κάν­θρω­πος, γιὰ κα­μιὰ σο­βα­ρὴ βόλ­τα κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀ­κτῆς. Ξε­κι­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο Γκόλ­ντεν Γκέ­ιτ, θέ­λον­τας ἁ­πλὰ νὰ τρα­βή­ξω με­ρι­κὲς μα­κρι­ὲς στρο­φὲς γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ μέ­σα σὲ με­ρι­κὰ λε­πτὰ εἶ­χα βρε­θεῖ στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν ἦ­χο τῆς μη­χα­νῆς στὰ αὐ­τιά μου, τὸ κύ­μα νὰ σκά­ει στὴν προ­κυ­μαί­α κι ἕ­ναν ὡ­ραῖ­ο, ἄ­δει­ο δρό­μο νὰ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι κά­τω τὴν Σάν­τα Κροὺζ… οὔ­τε ἕ­να βεν­ζι­νά­δι­κο στὰ ἑ­πό­με­να ἑ­κα­τὸ χι­λι­ό­με­τρα. Ὁ μό­νος δη­μό­σιος φω­τι­σμὸς σὲ ὅ­λο τὸ δρό­μο ἦ­ταν ἀ­πὸ ἕ­να δι­α­νυ­κτε­ρεῦ­ον φα­γά­δι­κο, ἐ­κεῖ κά­τω, κον­τὰ στὴν πα­ρα­λί­α Ρο­κα­γου­έ­ι.

       Νύ­χτες χω­ρὶς κρά­νος, χω­ρὶς ὅ­ριο τα­χύ­τη­τας, χω­ρὶς νὰ ἀ­φή­νεις τὸ γκά­ζι στὶς στρο­φές. Ἡ στιγ­μια­ία ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ πάρ­κου ἦ­ταν σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ ἕ­να, ἄ­τι­μο πο­τὸ ποὺ δι­α­λύ­ει τὶς ἀν­τι­στά­σεις ἑ­νὸς ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­με­νου ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ. Ἔ­βγαι­να ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο κον­τὰ στὸ γή­πε­δο πο­δο­σφαί­ρου, στα­μα­τοῦ­σα γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὸ STOP κι ἔ­ρι­χνα μιὰ μα­τιὰ νὰ δῶ μή­πως ἤ­ξε­ρα κα­νέ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­χαν παρ­κά­ρει ἐ­κεῖ ἔ­ξω, μὲς στὰ με­σά­νυ­χτα. στὸν πα­ρά­δρο­μο γα­μι­στρώ­να.

       Κι ὕ­στε­ρα μὲ τὴν πρώ­τη ξε­χνᾶς τὰ ἁ­μά­ξια καὶ ἀ­φή­νεις τὸ κτῆ­νος νὰ ξε­δι­πλω­θεῖ … πε­νῆν­τα πέν­τε, ἑ­βδο­μῆν­τα πέν­τε … με­τὰ δευ­τέ­ρα καὶ σχί­ζεις τὸν ἀ­έ­ρα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ φῶ­τα τῆς Λίν­κολν, χω­ρὶς νὰ νοιά­ζε­σαι γιὰ πρά­σι­να καὶ κόκ­κι­να φα­νά­ρια, πα­ρὰ μό­νο μὴν τυ­χὸν καὶ σκά­σει μύ­τη κά­νας ἄλ­λος πα­λα­βὸς λυ­κάν­θρω­πος γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σει τὴ δι­κή του κούρ­σα. Δὲν ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­πὸ δαύ­τους – καὶ μὲ τρεῖς λω­ρί­δες σὲ μιὰ ἀ­νοι­χτὴ στρο­φή, μιὰ γκα­ζω­μέ­νη μη­χα­νὴ ἔ­χει μπό­λι­κο χῶ­ρο γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει σχε­δὸν ὁ­τι­δή­πο­τε – με­τὰ μὲ τὴν τρί­τη, τὴν τα­χύ­τη­τα ποὺ στὰ σκά­ει γε­ρά, τσιμ­πᾶς τὰ ἑ­κα­τὸν εἴ­κο­σι ἐ­νῶ ὁ ἀ­έ­ρας ἀρ­χί­ζει νὰ οὐρ­λιά­ζει στὰ αὐ­τιά σου καὶ νι­ώ­θεις μιὰ πί­ε­ση στοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τι­ῶν σου, σὰν νὰ βου­τᾶς σὲ νε­ρὸ ἀ­πὸ ψη­λὸ βα­τή­ρα.

       Σκυμ­μέ­νος μπρο­στά, κα­θι­σμέ­νος βα­θιὰ στὴ σέ­λα, μὲ τὰ χέ­ρια γε­ρὰ στὸ τι­μό­νι, κα­θὼς ἡ μη­χα­νὴ ἀρ­χί­ζει νὰ τι­νά­ζε­ται καὶ νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Τὰ πί­σω φῶ­τα τῶν αὐ­το­κι­νή­των στὸ βά­θος ἔρ­χον­ται πιὸ κον­τά, πιὸ γρή­γο­ρα, καὶ ξαφ­νι­κὰ —ζά­α­α­απππ— τὰ προ­σπερ­νᾶς καὶ γέρ­νεις γιὰ μιὰ στρο­φὴ κον­τὰ στὸν ζω­ο­λο­γι­κό, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ δρό­μος ἀ­νοί­γει πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Ἐ­δῶ οἱ ἀμ­μό­λο­φοι εἶ­ναι πιὸ ἐ­πί­πε­δοι καὶ τὶς μέ­ρες ποὺ ἔ­χει ἀ­έ­ρα, ἡ ἄμ­μος ση­κώ­νε­ται κα­τὰ μῆ­κος τῆς λε­ω­φό­ρου καὶ στοι­βά­ζε­ται σὲ σω­ρούς, θα­νά­σι­μους σὰν κη­λί­δες λα­διοῦ… ἄ­με­ση ἀ­πώ­λεια ἐ­λέγ­χου, πέ­φτεις, γλι­στρᾶς καὶ φέρ­νεις τοῦμ­πες στὸ ὁ­δό­στρω­μα. Κι ἴ­σως ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ ἀγ­γελ­τή­ρια τῶν δυ­ὸ ἀ­ρά­δων στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς ἑ­πο­μέ­νης: «Μο­το­συ­κλε­τι­στὴς ἀ­γνώ­στου ταυ­τό­τη­τος σκο­τώ­θη­κε χθὲς τὴ νύ­χτα ὅ­ταν ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἐ­ξε­τρά­πη τῆς πο­ρεί­ας της στὴν Λε­ω­φό­ρο Ι.»

       Ἔ­τσι εἶ­ναι… ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χει ἄμ­μο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἔ­τσι ὁ λε­βι­ὲς βά­ζει τε­τάρ­τη καὶ ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι αὐ­τὸς τοῦ ἀ­έ­ρα. Τὰ δί­νεις ὅ­λα τώ­ρα πιά, ἀ­νε­βά­ζεις μὲ τὸ χέ­ρι τὰ φῶ­τα, ἡ βε­λό­να ἀγ­γί­ζει τὰ ἑ­κα­τὸν ἑ­ξήν­τα καὶ οἱ βολ­βοὶ τῶν μα­τιῶν σου, κα­θὼς καί­γον­ται ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο, πα­σχί­ζουν νὰ δι­α­κρί­νουν τὴ γραμ­μὴ στὸ κέν­τρο τοῦ δρό­μου, σὲ μιὰ προ­σπά­θεια νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να κά­ποι­ο πε­ρι­θώ­ριο στὰ ἀν­τα­να­κλα­στι­κά σου.

       Μὲ τέρ­μα τὸ γκά­ζι ὅ­μως, τὰ πε­ρι­θώ­ρια εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα καὶ χῶ­ρος γιὰ λά­θη δὲν ὑ­πάρ­χει. Ὅ­λα πρέ­πει νὰ γί­νουν σω­στά… καὶ τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ πε­ρί­ερ­γη μου­σι­κή… ὅ­ταν προ­κα­λεῖς τό­σο πο­λὺ τὴν τύ­χη σου μέ­χρι ὁ φό­βος νὰ γί­νει εὐ­φο­ρι­κὴ ἔ­ξα­ψη ποὺ πάλ­λε­ται κα­τὰ μῆ­κος τῶν χε­ρι­ῶν σου. Στὰ ἑ­κα­τὸν ἑ­ξήν­τα, ἴ­σα ποὺ βλέ­πεις, τὰ δά­κρυ­α κυ­λᾶ­νε πρὸς τὰ πί­σω τό­σο γρή­γο­ρα ποὺ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται πρὶν προ­λά­βουν νὰ φτά­σουν στὰ αὐ­τιά σου. Ἀ­κοῦς μό­νο τὸν ἄ­νε­μο καὶ τὸν ὑ­πό­κω­φο βρυ­χηθ­μὸ ποὺ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πὸ τὰ σι­λαν­σι­ὲ πί­σω σου. Πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὴν ἄ­σπρη γραμ­μὴ καὶ προ­σπα­θεῖς νὰ κυ­λᾶς πά­νω της… βγά­ζεις στριγ­γλί­ζον­τας μιὰ δε­ξιά, με­τὰ μιὰ ἀ­ρι­στε­ρὴ καὶ κα­τη­φο­ρί­ζεις τὸν μα­κρὺ λό­φο πρὸς τὴν Πα­σί­φι­κα… κό­βεις λί­γο τώ­ρα, ρί­χνεις μιὰ μα­τιὰ γιὰ τί­πο­τα μπά­τσους, μό­νο ὅ­μως μέ­χρι τὴν ἑ­πό­με­νη σκο­τει­νὴ εὐ­θεί­α καὶ με­τὰ λί­γα ἀ­κό­μα δευ­τε­ρό­λε­πτα στὴν κό­ψη… Ἡ Κό­ψη… Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σεις μὲ κά­ποι­ον τί­μιο τρό­πο μιᾶς καὶ μό­νο ὅ­σοι πῆ­γαν πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τὴ ξέ­ρουν ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ βρί­σκε­ται. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι —οἱ ζων­τα­νοί— εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­παι­ξαν μὲ τὸν ἔ­λεγ­χο μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ ἄν­τε­χαν καὶ με­τὰ τρα­βή­χτη­καν, ἔ­κο­ψαν τα­χύ­τη­τα ἢ τέ­λος πάν­των ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­πρε­πε, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ δι­α­λέ­ξουν με­τα­ξὺ τοῦ Τώ­ρα καὶ τοῦ Ἀρ­γό­τε­ρα.

       Ἀλ­λὰ ἡ Κό­ψη εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ Ἔ­ξω. Ἢ ἴ­σως εἶ­ναι ἐ­δῶ Μέ­σα. Ἡ σύν­δε­ση τοῦ LSD μὲ τὶς μη­χα­νὲς δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο ἀ­τυ­χὲς στε­ρε­ό­τυ­πο τῶν ΜΜΕ. Καὶ τὰ δυ­ὸ ἀ­πο­τε­λοῦν μέ­σο πρὸς ἕ­να σκο­πό, πρὸς τὸν τό­πο τῶν ὁ­ρι­σμῶν.

Σὰν Φραν­τσί­σκο, 1965

  

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Hells An­gels: The Stran­ge­and Ter­rible Sa­ga of the Outlaw Motorcycle Gangs, ὅ­πως ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Songs of the Doomed. Gonzo Papers Vol. 3

 

Χάν­τερ Τόμ­πσον (Hunter S. Thompson) (Κεν­τά­κι, 1937 – Κο­λο­ράν­το 2005). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ξε­κί­νη­σε ὡς ἀ­θλη­τι­κο­γρά­φος. Ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὸς μὲ τὸ βι­βλίο του HellsAngels ὅ­που πε­ρι­γρά­φει τὸν τρό­πο ζω­ῆς τῆς ὁ­μώ­νυ­μης συμ­μο­ρί­ας μο­το­συ­κλε­τι­στῶν μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­ζη­σε ἐ­πὶ ἕ­να χρό­νο. Τὸ συγ­γρα­φι­κὸ ἰ­δί­ω­μα ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε (δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α Γκόν­τζο, ὅ­πως τὸ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε) βα­σί­ζε­ται στὸν πα­ρα­με­ρι­σμὸ τῆς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῆς «ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τας» πρὸς ὄ­φε­λος τῆς πρω­το­πρό­σω­πης ἀ­φή­γη­σης, σὲ βαθ­μὸ ποὺ ἡ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κῶν καὶ ἐ­πι­νο­η­μέ­νων γε­γο­νό­των νὰ κα­θί­στα­ται θο­λή. Τὸ βι­βλί­ο του Fear and loathing in Las Vegas με­τα­φέρ­θη­κε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο ἀ­πὸ τὸν Τέ­ρι Γκί­λιαμ. Αὐ­το­κτό­νη­σε σὲ ἡ­λι­κί­α 67 χρο­νῶν.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ:

 

Ἠλίας Ἀλεβίζος (Ἀθήνα, 1982). Σπούδασε στό ΕΜΠ καὶ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Ἐδιμβούργου.

 

Φωτογραφία: Ὁ Χάντερ Τόμπσον μὲ τὴ μοτοσυκλέτα του.

 

Δημοσθένης Ἀγραφιώτης: Ξέφρενοι ἰοί

.

.

Δη­μο­σθέ­νης Ἀ­γρα­φι­ώ­της

.

Ξέ­φρε­νοι ἰ­οί

.

 ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ἀ­δελ­φὸς Ἀρ­σέ­νιος, πα­σί­γνω­στος γιὰ τοὺς θεί­ους ἐ­ρω­τές του, χά­νε­ται τὰ βρά­δια στὴ μο­να­στη­ρια­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη, μὲ τοὺς σπά­νιους περ­γα­μη­νοὺς κώ­δι­κες καὶ τοὺς πα­πύ­ρους γε­μά­τους ἀ­πο­σπά­σμα­τα εὐ­αγ­γε­λι­κῶν κει­μέ­νων καὶ ἑρ­μη­νει­ῶν. Κα­κὲς γλῶσ­σες λέ­νε πὼς με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα ἀ­κού­γον­ται ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη φω­νὲς θεί­ας ἀ­πό­λαυ­σης καὶ κά­ποι­οι μαρ­τυ­ροῦν τὴν πα­ρου­σί­α πε­ρί­ερ­γων λε­κέ­δων στὶς σπά­νι­ες περ­γα­μη­νές. Ὅ­μως ὁ ἀ­δελ­φὸς Φί­λιπ­πος, ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς μο­νῆς, δὲν ἀ­νη­συ­χεῖ. Τὸ μο­να­στή­ρι ἐ­ξάλ­λου ἔ­χει μα­κρὰ ἱ­στο­ρί­α καὶ ἄ­νε­τα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο. Πρὶν τὸν 17ο αἰ­ώ­να χρη­σί­μευ­ε ὡς κα­ραν­τί­να γιὰ τὴ Γα­λη­νό­τα­τη Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βε­νε­τί­ας καὶ ὡς ἄ­συ­λο γιὰ τοὺς τρε­λούς, ἀ­κό­μη καὶ ὡς φυ­λα­κή. Ἐ­πι­πλέ­ον κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρι­ό­τη­τα τῶν τρο­φί­μων του. Οὔ­τε τὸν ἐν­τυ­πω­σιά­ζει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ροι νε­ό­τε­ροι σὲ ἡ­λι­κί­α ἀ­δελ­φοὶ ἀρ­χί­ζουν νὰ συ­χνά­ζουν τὰ βρά­δια στὴ βι­βλι­ο­θή­κη ἐ­πι­δι­δό­με­νοι σὲ πυ­ρε­τι­κὴ ὁ­μα­δι­κὴ ἀ­να­δί­φη­ση παμ­πά­λαι­ων μου­χλι­α­σμέ­νων κω­δί­κων. Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ γε­νι­κευ­μέ­νη εὐ­φο­ρι­κὴ συ­νου­σί­α, ποὺ μο­να­δι­κό της σκο­πὸ εἶ­χε νὰ ἀ­πο­σπά­σει μὲ κά­θε τρό­πο ἀ­πὸ τὴν (γρα­φι­κὴ) ὕ­λη τὸ πνεῦ­μα, στὸ ὑ­γρὸ καὶ ἀ­νή­λια­γο πε­ρι­βάλ­λον τῆς πε­ρί­κλει­στης αἴ­θου­σας, ἀ­να­δύ­θη­κε ἕ­νας ἰ­ὸς ποὺ τρέ­φε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ με­λά­νι τῶν τυ­πω­μέ­νων βι­βλί­ων καὶ τῶν χει­ρο­γρά­φων. Τὰ βι­βλί­α ἄρ­χι­σαν νά ‘χουν στα­δια­κὰ ἄ­σπρες σε­λί­δες. O ἰ­ὸς με­τα­δό­θη­κε καὶ σ’ ἄλ­λες βι­βλι­ο­θῆ­κες μέ­σῳ τοῦ συ­στή­μα­τος δα­νει­σμοῦ τῶν βι­βλί­ων. Σχε­δὸν κά­θε ἡ­μέ­ρα ἔρ­χον­ταν μη­νύ­μα­τα ὅ­τι οἱ ἄ­σπρες σε­λί­δες αὐ­ξά­νον­ται καὶ ὁ ἰ­ὸς πολ­λα­πλα­σι­ά­ζε­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα. H ἐ­πι­δη­μί­α λευ­κο­ποί­η­σης ἐ­ξα­πλώ­νε­ται ἤ­δη σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν πλα­νή­τη. Ἐ­πι­τρο­πὲς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μων καὶ εἰ­δι­κῶν ἀρ­χει­ο­λό­γων δη­μο­σι­εύ­ουν κα­θη­με­ρι­νὰ στοι­χεῖ­α γιὰ τὸ ρυθ­μὸ ἀ­νά­πτυ­ξης τῆς ἐ­πι­δη­μί­ας. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια ἀν­τα­γω­νί­ζον­ται νὰ βροῦν τὸ φάρ­μα­κο καὶ ἔ­τσι νὰ κα­τα­κτή­σουν τὸ δι­πλὸ Νόμ­πελ τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας. Οἱ βι­βλι­ο­θῆ­κες ἀρ­γο­πε­θαί­νουν. Με­γά­λες ἑ­ται­ρεῖ­ες τῆς Κί­νας σκέ­πτον­ται νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ὅ­λα τα κτί­ρια γιὰ μιὰ νέ­α ἐ­πέν­δυ­ση ἐμ­πο­ρι­κῆς φύ­σης. Πολ­λοὶ πρό­τει­ναν ἡ γρα­φὴ νὰ γί­νε­ται μὲ αἷ­μα ἢ μὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ με­λά­νη (τε­λευ­ταί­ας και­νο­το­μί­ας). Ὁ ἰ­ὸς γιὰ τὴν ὥ­ρα εἶ­ναι ἀ­στα­μά­τη­τος. Ἡ Bibliotheca Marciana στὴ Βε­νε­τί­α ὀρ­γα­νώ­νει τὴν πρώ­τη Biennale τῶν νε­κρῶν βι­βλί­ων καὶ τῶν σπά­νι­ων ἐ­ξω­φύλ­λων-βι­βλι­ο­δε­σι­ῶν. Πολ­λοὶ χαί­ρον­ται για­τὶ νι­ώ­θουν σὰν τὸν Μαλ­λαρ­μὲ μπρο­στὰ στὴ λευ­κὴ σε­λί­δα. Ἄλ­λοι κλαῖ­νε γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια τῆς μνή­μης. Με­ρι­κοὶ χαί­ρον­ται για­τὶ ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα θ’ ἀρ­χί­σει πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Πολ­λοὶ φο­βοῦν­ται ὅ­τι ὁ ἰ­ὸς θὰ με­ταλ­λα­χτεῖ καὶ θὰ ἀρ­χί­σει νὰ “τρώ­ει” καὶ τὸ χαρ­τί. Πα­ρ’ ὅ­λες τὶς ἔ­ρευ­νες δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ δο­θεῖ μιὰ πλή­ρης πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ἰ­οῦ, γνω­στοῦ καὶ ὡς με­λα­νο­χαύ­τη ἢ με­λα­νό­φι­λου, κα­θὼς τὸ DNA ἔ­χει σχέ­ση μὲ ἀ­ριθ­μοὺς καὶ ὄ­χι μὲ γράμ­μα­τα καὶ ἴ­σως ὑ­πα­κού­ει σὲ βι­ο­λο­γι­κὰ προ­γράμ­μα­τα ἄ­γνω­στης προ­έ­λευ­σης. Τὰ μό­να ποὺ ἀν­τι­στέ­κον­ται εἶ­ναι τὰ ψη­φια­κὰ μη­νύ­μα­τα, κι αὐ­τὰ μέ­χρι πό­τε; Ὁ παγ­κό­σμιος συ­να­γερ­μὸς μοιά­ζει ἀ­να­πό­φευ­κτος. Γιὰ τὴν ὥ­ρα ὑ­πάρ­χει πα­νι­κὸς καὶ πα­ρά­λυ­ση. Ἄ­γνω­στο ἂν αὐ­τὸ τὸ μή­νυ­μα θὰ προ­λά­βει νὰ δι­α­βα­στεῖ, ἂν στὸ με­τα­ξὺ δὲν γί­νει βο­ρὰ στοὺς ἀ­δη­φά­γους ἰ­ούς.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Δη­μο­σθέ­νης Ἀ­γρα­φι­ώ­της (Καρ­πε­νή­σι, 1946). Ποι­η­τής, Εἰ­κα­στι­κὸς καλ­λι­τέ­χνης δι­α­μέ­σων (ζω­γρα­φι­κή, φω­το­γρα­φι­κή, δι­α­μέ­σα/in­ter­me­dia, per­for­man­ce/ἐ­πι­τέ­λε­ση, ἐγ­κα­τα­στά­σεις). Συγ­γρα­φέ­ας βι­βλί­ων μὲ δο­κί­μια καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα γιὰ τὴν τέ­χνη, τὴν ἐ­πι­στή­μη/τε­χνο­λο­γί­α, ὑ­γεί­α ὡς κοι­νω­νι­κὸ-πο­λι­τι­στι­κὰ φαι­νό­με­να καὶ τὴ νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τα. Ἀ­το­μι­κὲς καὶ συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­θέ­σεις ζω­γρα­φι­κῆς, φω­το­γρα­φι­κῆς καὶ ὀ­πτι­κῆς/εἰ­κο­νο­σχη­μα­τι­κῆς ποί­η­σης στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Εἰ­δι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὶς συ­ζεύ­ξεις τέ­χνης καὶ νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν-τε­χνο­ε­πι­στή­μης. Ἔκ­δο­ση φυλ­λα­δί­ου τέ­χνης Κλί­να­μεν (1980-90) πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κλί­να­μεν (Ἐκδ. Ἐ­ρα­τώ, 1990-94) καὶ πα­ρα­γω­γὴ βι­βλί­ων – καλ­λι­τε­χνη­μά­των (artists books)  Κλί­να­μεν. Κλί­να­μεν ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ (2001-).