Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς: Τό σπίτι

 

.

.

Στέλ­λα Σα­μι­ώ­του Φι­τσά­ι­μονς

 

Τὸ σπί­τι

.

ἶ­δα τὸ σπί­τι νὰ κα­ταρ­ρέ­ει ὅ­ταν ἤ­μουν ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Πρῶ­τα ἄ­κου­σα τὸ θό­ρυ­βο… Βα­θύ, ὑ­πό­κω­φο, στε­να­χτι­κό. Ὕ­στε­ρα εἶ­δα τὴ σκό­νη, τὰ μι­κρὰ μό­ρια τῆς ὕ­λης ὅ­πως ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα πρὶν νὰ ἀγ­γί­ξουν τὴ γῆ μέ­σα στὸ χά­ος τῆς κα­κο­φω­νί­ας τους. Ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν γιὰ νὰ ξα­ναρ­χί­σουν σὲ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­πο­δη. Τὸ χτί­σι­μο, ἡ ἀ­νόρ­θω­ση, ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση.

       Τὸ νέ­ο σπί­τι ἦ­ταν πιὸ με­γά­λο ἀ­πὸ τὸ πα­λιό. Ἔ­κο­ψαν δέν­τρα, ἰ­σο­πέ­δω­σαν παρ­τέ­ρια γιὰ νὰ τὸ βο­λέ­ψουν. Τοῦ ἔ­βα­λαν δεύ­τε­ρο πά­τω­μα ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ ἔ­χει ὁ πα­τέ­ρας γρα­φεῖ­ο, ἡ μη­τέ­ρα ἐρ­γα­στή­ριο γιὰ τὰ κε­ρα­μι­κά της καὶ τὰ παι­διὰ —ἐ­μεῖς— δι­κό τους δω­μά­τιο τὸ κα­θέ­να.

       Τὸ σπί­τι μὲ κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Μιὰ γά­τα ξα­πλω­μέ­νη στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου ρί­χνει κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σπι­τιοῦ χω­ρὶς νὰ τολ­μᾶ νὰ μπεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα. Ἡ μη­τέ­ρα βγαί­νει μὲ ἕ­να κα­λά­θι γε­μά­το πλυ­μέ­να ροῦ­χα. Μὲ βλέ­πει. Ἀ­φή­νει κά­τω τὸ κα­λά­θι καὶ τρέ­χει νὰ μὲ προ­ϋ­παν­τή­σει.

       Στέ­κο­μαι στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καὶ δὲ λέ­ω νὰ κου­νη­θῶ. Μὲ φτά­νει, μὲ ἀγ­κα­λιά­ζει, «Πὼς ἀ­πὸ ΄δῶ», ρω­τά­ει. «Τί ἔκ­πλη­ξη, ἔ­πρε­πε νὰ μὲ εἰ­δο­ποι­ή­σεις πὼς θὰ ἔρ­θεις, νὰ ἑ­τοι­μά­σω φα­γη­τό.»

       Τὸ νέ­ο σπί­τι εἶ­ναι πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρο­νῶν πιά. Πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ νε­ό­χτι­στα, ἡ κω­μό­πο­λη ἔ­χει γί­νει πό­λη, οἱ δρό­μοι ἔ­χουν γε­μί­σει αὐ­το­κί­νη­τα, τα­ξί, λε­ω­φο­ρεῖ­α. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι πα­λιὸ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά. Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­χει γκρι­ζά­ρει, τὰ μά­τια της ἔ­χουν χα­θεῖ μέ­σα σὲ ἄ­πει­ρες μι­κρὲς γραμ­μὲς καὶ κα­φε­τι­ὲς κη­λί­δες. Δὲ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἀν­τη­λια­κό.

       Θέ­λω νὰ κά­τσω στὴν πα­λιὰ πο­λυ­θρό­να τοῦ πα­τέ­ρα, αὐ­τὴ ποὺ κά­πο­τε ἀ­νῆ­κε στὸν δι­κό του πα­τέ­ρα.

       Ἡ μη­τέ­ρα κά­νει κύ­κλους γύ­ρω μου σὰν ἑ­λι­κό­πτε­ρο, βγά­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο, καν­τα­ΐ­φι, μῆ­λα καὶ μπα­νά­νες, πορ­το­κα­λά­δα, μὲ ρω­τᾶ ἂν θέ­λω φρα­πέ, βου­ί­ζει καὶ γουρ­γου­ρί­ζει.

       Ὅ­ταν κά­θε­ται κά­τω τε­λι­κά, βλέ­πω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α στὸ πρό­σω­πό της, τὰ μά­τια της ἔ­χουν χω­θεῖ πιὸ βα­θιὰ μέ­σα στὶς ρυ­τί­δες της.

       «Για­τί ἦρ­θες, λοι­πόν; Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τᾶ μὲ προ­σποι­η­τὴ ἠ­ρε­μί­α.

       Κου­νά­ω τὸ κε­φά­λι, «ὄ­χι», λέ­ω, «δὲν εἶ­μαι κα­λά.»

       Χτυ­πά­ει τὴν πο­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια της.

       «Ἄχ, τί εἶ­ναι, παι­δί μου; Προ­βλή­μα­τα μὲ τὴ δου­λειά; Τὸν Ἀν­τρέ­α;»

       «Θὰ γκρε­μί­σουν τὸ σπί­τι», λέ­ω. «Πρέ­πει νὰ με­τα­κο­μί­σου­με.»

       «Τὸ σπί­τι σας;»

       «Ναί.»

       Μέ­νου­με ἕν­τε­κα χρό­νια στὸ σπί­τι μὲ τὸν Ἀν­τρέ­α καὶ τὰ παι­διά. Τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κα πρω­ι­νὰ βγαί­νου­με στὴ βε­ράν­τα μὲ τὶς μπου­καμ­βί­λι­ες κι ἀ­τε­νί­ζου­με τὴν ἀ­να­το­λή. Τὰ βρά­δια βγαί­νου­με στὸ μπαλ­κό­νι καὶ με­τρᾶ­με τὰ ἀ­στέ­ρια ἢ τὰ σύν­νε­φα. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὰ παι­διὰ παί­ζουν στὴν αὐ­λὴ μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ φύ­γου­με.

       «Ποῦ θὰ ξα­να­βρεῖ­τε τέ­τοι­ο σπί­τι μὲ τέ­τοι­ο ἐ­νοί­κιο;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἡ μη­τέ­ρα. «Σὲ κα­νέ­να δι­α­μέ­ρι­σμα θὰ κλει­στεῖ­τε.»

       Γνέ­φω κα­τα­φα­τι­κά.

       «Πι­στεύ­εις πῶς τὰ σπί­τια ἔ­χουν συ­νεί­δη­ση;» ρω­τά­ω.

       «Τί εἶ­πες;»

       «Τί­πο­τα. Σκέ­φτο­μαι φω­να­χτά.»

       Τὴ φι­λά­ω, ση­κώ­νο­μαι.

       «Φεύ­γεις κι­ό­λας;» μὲ ρω­τᾶ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νη.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ μεί­νω που­θε­νὰ πιά.

       Στα­μα­τῶ μπρο­στὰ στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν μου, «Μή­πως ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μοῦ λύ­σεις τὴν ἀ­πο­ρί­α;» τοῦ ψι­θυ­ρί­ζω.

       Τὸ ἀ­ε­ρά­κι μπαί­νει μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ κά­νει τὴν κουρ­τί­να νὰ χο­ρέ­ψει.

       «Ἂν εἶ­χες στό­μα, θὰ μοῦ ἔ­λε­γες ἂν μπο­ρεῖς νὰ δι­α­βά­σεις στὸ χῶ­μα τὸ πα­ρά­πο­νο τοῦ προ­κα­τό­χου σου», λέ­ω καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νω τὸ βῆ­μα μου πρὶν μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Στέλ­λα Σα­μι­ώ­του Φι­τσά­ι­μονς (Μα­ρού­σι) Ζεῖ στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες, «Ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό το τέ­λος ἑ­νός προ­σώ­που» (μυ­θι­στό­ρη­μα, Ὁ­δὸς Πα­νὸς, 1999). Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Λο­γο­τε­χνι­κὸ Μπι­στρὸ τῆς Στέλ­λας

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: