Άρχοντούλα Διαβάτη: Βραδιάζει

 

 

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

 

Βρα­διά­ζει

 

ΗΜΟΤΙΚΟ ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΟ, βρα­δά­κι στὴν Ἀ­ρε­τσοῡ. Τρα­πε­ζά­κια ἔ­ξω κά­τω ἀ­πὸ κα­λα­μέ­νι­ες ὀμ­πρέ­λες μπηγ­μέ­νες στὴν ἄμ­μο. Μπρο­στὰ ἡ θά­λασ­σα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται κι ἀ­πὸ μα­κριὰ ὁ ἀ­πό­η­χος τοῦ λου­να­πάρκ, φω­νές, κλά­μα­τα, γέ­λια, παι­δι­κὰ στριγ­γλί­σμα­τα, φω­νές. Ρὸζ μὼβ ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἴ­σια μπρο­στά, μὲ τὸ φά­ρο ποὺ ἀ­να­βο­σβή­νει κά­θε τό­σο —μιὰ εὔ­θυ­μη πρά­σι­νη ἀ­να­λαμ­πὴ στὸν πέ­τρι­νο λι­με­νο­βρα­χί­ο­να— κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ ἄλ­λος τσι­μεν­τέ­νιος βρα­χί­ο­νας, μπηγ­μέ­νος στὰ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς. Ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ σκο­τει­νιά­ζει, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας βά­φε­ται μπλὲ καὶ βυ­σι­νής. Ἕ­να μι­κρὸ πλοῖ­ο μὲ σβη­σμέ­να φῶ­τα περ­νά­ει καὶ φεύ­γει μα­κριὰ. Ἡ θά­λασ­σα πη­γαι­νο­έρ­χε­ται πάν­το­τε μπρο­στὰ σὲ ζευ­γά­ρια ἡ­λι­κι­ω­μέ­να, παι­διά, μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες ποὺ κα­πνί­ζουν καὶ πα­ρέ­ες συν­τα­ξι­ού­χων ποὺ πί­νουν μπί­ρες ἢ τρῶ­νε χοτ­ντὸγκ. Νι­γη­ρια­νοὶ περ­νᾶν ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι προ­τεί­νον­τας πει­ρα­τι­κὰ σιν­τὶ τε­λευ­ταί­ας ἐ­σο­δεί­ας καὶ νε­α­ρὲς κι­νέ­ζες μὲ ἑ­τε­ρό­κλη­τα ἀν­τι­κεί­με­να σοῦ ἐκ­θέ­τουν χα­μο­γε­λών­τας φτη­νὰ ξυ­πνη­τή­ρια, βεν­τά­λι­ες, φα­κοὺς καὶ φω­το­γρα­φι­κὲς μη­χα­νὲς μιᾶς χρή­σε­ως. Ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο κά­θε τό­σο κα­τε­βαί­νει μὲ θό­ρυ­βο πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας παίρ­νον­τας τὴ στρο­φὴ γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θεῖ στὴ Μί­κρα. Θα­λασ­σι­νὴ αὔ­ρα, δρο­σιὰ σὰν ἁ­πα­λὸ φι­λὶ στοὺς ὤ­μους. Κα­λὰ κά­να­με καὶ ἤρ­θα­με. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη τὰ φῶ­τα ἀ­νά­βουν καὶ τὸ το­πί­ο γί­νε­ται ἀ­γνώ­ρι­στο μπλέ, κόκ­κι­νο, πορ­το­κα­λί – φὼβ ἠ­λε­κτρι­κὲς μο­νο­κον­τυ­λι­ές. Ἕ­νας νε­α­ρὸς ἄν­τρας ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­νέλ­πι­στα ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται κα­τὰ τὰ ντοὺς. Κα­ται­ο­νι­σμὸς τὸ νε­ρὸ ἀ­πὸ ψη­λά, μο­νο­πω­λεῖ ὅ­λα τὰ μά­τια γιὰ λί­γο πά­νω του. Μπαμ­πά­δες μπρὸς-πί­σω μὲ τὸ μι­κρό τους γιὸ ποὺ τοῦ μα­θαί­νουν τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἕ­νας ἀ­μί­λη­τος ἄν­θρω­πος κά­τι ἀ­φή­νει στὸ τρα­πέ­ζι μας. Δι­α­βά­ζω στὸ δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νο ση­μεί­ω­μα. «Τὸ ὄ­νο­μά μου εἶ­ναι Ριζ­βὰν Λούτ­βιντ. Νο­ση­λεύ­τη­κα… δὲν μπο­ρῶ νὰ δου­λέ­ψω… τρί­α παι­διά… Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ.»

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσσαλονίκη) Σπούδασε Νομικὰ καὶ Νεοελληνικὴ Φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο καὶ ἐργάστηκε ὡς καθηγήτρια νο­μικὸς στὴ Δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει ἕνα λογοτεχνικὸ χρονικό Στὴ μάνα τοῦ νεροῦ (Ροδακιὸ). Τελευταῖο της βιβλίο Τὸ ἀλογάκι τῆς Παναγίας (Νησίδες, 2012).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: