Κίμων Θεοδώρου: Στεφάνι

.

.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου

.

 

Στε­φά­νι

.

ΕΡΙΜΕΝΑ στὸν προ­θά­λα­μο μι­σὴ ὥ­ρα, βου­τηγ­μέ­νος στὶς σκέ­ψεις μου καὶ σὲ ἕ­ναν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο μιὰ τε­τρά­πα­χη κυ­ρί­α, μοῦ ἔ­ρι­ξε μα­τιὰ βα­ρι­ε­στη­μέ­νη, ἀ­να­στέ­να­ξε καὶ ἔ­σκα­σε μιὰ μι­κρὴ φυ­σα­λί­δα σά­λιου στὴν δε­ξιὰ ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν της. Προ­χώ­ρη­σε μοι­ά­ζον­τας νὰ ἔ­χουν συγ­κα­εῖ τὰ μπού­τια της. Χά­θη­κε περ­νών­τας τὸ ἄ­νοιγ­μα στὸ τέ­λος τοῦ στε­νό­μα­κρου χόλ, ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει μιὰ πόρ­τα, μο­νά­χα ποὺ γιὰ κά­ποι­ον πε­ρί­ερ­γο λό­γο δὲν ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νὰ πόρ­τες. Εἶ­χε δύ­ο φου­σκω­τοὺς μὲ μαῦ­ρο κου­στού­μι κά­τω στὴν εἴ­σο­δο, σὲ ρό­λο φύ­λα­κα, ἀ­να­λο­γί­στη­κα πό­σα λε­φτὰ βγά­ζει γιὰ νὰ ἔ­χει φύ­λα­κες. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, μᾶλ­λον ἀ­πα­ραί­τη­τοι σὲ αὐ­τὸ τὸ λυ­πη­ρὰ ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης. «Ὁ ἑ­πό­με­νος», ἄ­κου­σα μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ λα­ρύγ­γι γριᾶς που­τά­νας μὲ αἱ­μορ­ρο­ΐ­δες ποὺ κα­τε­βά­ζει τρί­α πα­κέ­τα τσι­γά­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα. Ση­κώ­θη­κα. Προ­χώ­ρη­σα στὸ δω­μά­τιο, δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­νά­με­σα σὲ κουρ­τί­νες καὶ τού­λια ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸ τα­βά­νι στὸ πά­τω­μα. «Εἶ­σαι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος γιὰ σή­με­ρα», μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ἀ­να­μέ­νον­τας νὰ κο­λα­κευ­τῶ γιὰ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή. «Τὴν εἶ­δες τὴ χον­τρὴ ποὺ βγῆ­κε; Θέ­λει νὰ βρεῖ καὶ γκό­με­νο», συ­νέ­χι­σε. Θε­ώ­ρη­σα ἀ­πρε­πὲς τὸ νὰ σχο­λιά­ζει ἄλ­λους πε­λά­τες. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Πα­ρα­τή­ρη­σα πὼς ὄν­τως ἔ­μοια­ζε μὲ γριὰ που­τά­να, ἀ­ραι­ὰ ξε­βαμ­μέ­να κο­μο­δι­νὶ μαλ­λιά, ἔν­το­νο βά­ψι­μο στὰ μά­τια καὶ τὰ χεί­λη, βα­θι­ὲς ρυ­τί­δες στὸ δέρ­μα, γυ­α­λι­στε­ρὰ βρα­χι­ό­λια καὶ μπι­χλιμ­πί­δια, κα­θὼς καὶ ἕ­να ἔν­το­νο ἐ­με­τι­κὸ ἄ­ρω­μα. Προ­σπά­θη­σα νὰ κρύ­ψω τὴν ἀ­η­δί­α μου. Δί­χως χρο­νο­τρι­βές, μὲ χέ­ρι ἐ­λα­φρὰ τρε­μά­με­νο, ἔ­βγα­λα τὸ ὅ­πλο ἀ­πὸ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ μου. Σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου πρὶν κα­τα­λά­βει κα­λὰ κα­λὰ τί γί­νε­ται πυ­ρο­βό­λη­σα τι­νά­ζον­τας τὰ μυα­λά της στὸν ἀ­έ­ρα. Εὔ­κο­λα, γρή­γο­ρα, ἀ­θό­ρυ­βα, ὡ­ραῖ­ος ὁ σι­γα­στή­ρας. Ὡ­ραῖ­οι καὶ οἱ φύ­λα­κες, συγ­χα­ρη­τή­ρια. Τὰ λε­φτὰ δὲν ἦ­ταν στὸ σχέ­διο, ἀλ­λὰ δὲν μὲ χά­λα­γαν κα­θό­λου, πέ­τυ­χα μπίν­γκο. Φυ­λοῦ­σε τὴν εἴ­σπρα­ξη τῆς ἡ­μέ­ρας στὸ τε­λευ­ταῖ­ο συρ­τά­ρι τοῦ γρα­φεί­ου ὅ­που κα­θό­ταν. Τὰ μοί­ρα­σα σὲ ὅ­λες τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ γιὰ νὰ μὴ φου­σκώ­νουν πο­λύ

       Πέ­ρα­σα στὸν προ­θά­λα­μο. Βού­λια­ξα στὸν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πα­να­με­λε­τή­σω τὶς ἑ­πό­με­νες κι­νή­σεις. Ὄ­φει­λα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σω τὴν ἔ­ξο­δο, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­ὰν ἔ­φευ­γα ἀ­μέ­σως μπο­ρεῖ οἱ φύ­λα­κες κά­τω νὰ μὲ ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα. Ἀ­πο­χώ­ρη­σα σὰν νὰ μὴ τρέ­χει σύ­κο με­τὰ ἀ­πὸ εἴ­κο­σι λε­πτά. Χαι­ρέ­τι­σα τοὺς φύ­λα­κες, μὲ ἕ­να ὑ­πο­το­νι­κὸ νεῦ­μα, κά­τι ἔ­λε­γαν, στα­μά­τη­σαν τὴν ὥ­ρα ποὺ μὲ εἶ­δαν νὰ κα­τε­βαί­νω, ἀν­τα­πέ­δω­σαν τὸ νεῦ­μα. Κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μουν εἶ­δα τὸν ἕ­ναν νὰ ἀ­νε­βαί­νει στὸ κτί­ριο. Δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε νὰ πέ­σει σὲ θέ­α­μα αἱ­μα­τη­ρό. Ἐ­πι­τά­χυ­να τὸ βῆ­μα μου, ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα μέ­σα στὸν κό­σμο σκο­πεύ­ον­τας νὰ κα­τέ­βω στὸ με­τρὸ δύ­ο τε­τρά­γω­να πα­ρα­κά­τω, ὅ­ταν ἕ­να τα­ξὶ σὰν ἀ­πὸ μη­χα­νῆς θε­ὸς πε­τά­χτη­κε μπρο­στά μου —ἢ ἐ­γὼ μπρο­στά του— κα­θὼς πή­γαι­να νὰ δι­α­σχί­σω τὸ δρό­μο, πα­ρα­λί­γο νὰ μὲ πα­τή­σει, ἄλ­λα­ξα τὸ σχέ­διο, μπού­κα­ρα μέ­σα. «Πή­γαι­νέ με ὅ­που θέ­λεις τα­ξι­τζή», ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψω τὸ κρύ­ο ἀ­στεῖο, ὁ τα­ρί­φας ἔ­μοια­ζε μὲ ἀ­πο­λί­θω­μα δύ­ο χι­λιά­δων ἐ­τῶν —ἀ­σπρι­σμέ­νο ἀ­ραι­ω­μέ­νο κε­φά­λι, γυα­λιὰ μα­τομ­πού­κα­λα, ἀ­σθε­νι­κὴ ἀ­δύ­να­τη κρά­ση, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο που­κά­μι­σο μὲ κί­τρι­νες ρί­γες καὶ προ­πο­λε­μι­κὸ γκρὶ ὑ­φα­σμά­τι­νο παν­τε­λό­νι— ἔ­ρι­ξε ἕ­να γε­λά­κι φα­νε­ρώ­νον­τας ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται μα­σέ­λα. «Κα­τὰ προ­τί­μη­ση πρὸς τὸ Παγ­κρά­τι», συμ­πλή­ρω­σα για­τί ὁ τύ­πος ὄν­τως μπο­ρεῖ νὰ μὲ πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Ἀν­ταλ­λά­ξα­με ἀ­ε­ρο­λο­γί­ες, τὸ εἶ­χα ἀ­νάγ­κη ὥ­στε νὰ ἐ­λα­φρύ­νω τὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς, νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι δὲν ἔ­κα­να κά­τι φο­βε­ρό, ὅ­τι ὁ κό­σμος βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα στὴ θέ­ση του, ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ καὶ οἱ τα­ρί­φες ἔ­χου­νε πάν­το­τε ὄ­ρε­ξη νὰ σὲ πρή­ξουν μὲ τὶς μποῦρ­δες ποὺ ἀ­ρα­διά­ζουν, ἀρ­κεῖ νὰ τοὺς ἐν­θαρ­ρύ­νεις. Κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μὲς τὸ σι­νά­φι τους μᾶς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει μὲ ἕ­να μέν­τιουμ ἀ­στρο­λό­γο λι­γό­τε­ρο, σι­γὰ τὸ σι­νά­φι. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ παν­τρευ­ό­μουν, πῆ­γε λέ­ει σὲ αὐ­τὴ τὴ γριὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸ μέλ­λον. Ἡ γριὰ τῆς εἶ­πε ὅ­τι δὲν θὰ εὐ­τυ­χή­σει καὶ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μὲ παν­τρευ­τεῖ.

      Πάν­τα πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­ες ἀ­η­δί­ες, ἀλ­λὰ θαρ­ροῦ­σα πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ χού­ι σο­βα­ρό, πολ­λὰ τέ­τοι­α γυ­ναι­κεῖ­α χα­ζο­πράγ­μα­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν οἱ ἄν­τρες. Καὶ ὅ­μως. Λά­κι­σε πι­στεύ­ον­τας στὸ μέν­τιουμ. Καὶ ἡ μά­να της τὴ συμ­βού­λε­ψε νὰ μὴν ἀ­γνο­ή­σει τὶς προ­βλέ­ψεις. Αὐ­τὸ τὸ μέν­τιουμ εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, σκέ­φτη­κα. Εἴ­χα­με πά­ρει δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ δά­νει­ο, εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει και­νούρ­για ἔ­πι­πλα καὶ τη­λε­ό­ρα­ση πλά­σμα σα­ράν­τα ἰν­τσῶν, εἴ­χα­με βρεῖ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν ποὺ θὰ ἀ­πο­κτού­σα­με στὸ μέλ­λον, μό­νο βέ­ρες ἔ­με­νε νὰ ἀλ­λά­ξου­με. Ὄ­χι, σί­γου­ρα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σω τὴν ἀ­στρο­λό­γα νὰ κλεί­σει καὶ ἄλ­λο σπί­τι. Ἔ­τσι, πῆ­ρε αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε. Μιὰ σφαί­ρα στὸ κε­φά­λι ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ δεῖ πολ­λὰ ἀ­στρά­κια.

 

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: