Γιάννης Γιαννουλέας: 0° Fahrenait

 

 

 

Γιάννης Γιαννουλέας

 

Fahrenait

 

ΜΑΡ­ΘΑ, ἀ­φοῦ χτύ­πη­σε τὴν πρω­ι­νὴ κάρ­τα μὲ κα­θυ­στέ­ρη­ση δύο λε­πτῶν, ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­ά­λειμ­μα στὸν τρί­το γιὰ νὰ πεῖ δυ­ὸ κλε­φτὲς κου­βέν­τες στὴν Μα­ρί­α, ἀ­φοῦ δού­λε­ψε ἀρ­κε­τὰ ἀλ­λὰ ὄ­χι πά­ρα πο­λύ, ἀ­φοῦ ἀ­πέρ­ρι­ψε τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τά­σεις τοῦ Γι­ώρ­γου, ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε τοὺς με­ση­με­ρια­νοὺς τί­τλους, ἀ­φοῦ ἔ­σβη­σε τὸ 22ο τσι­γά­ρο, ἀ­φοῦ πλή­ρω­σε τὰ κοι­νό­χρη­στα, κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας καὶ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι τί­πο­τα δὲν εἶ­χε νὰ κά­νει καὶ πὼς τί­πο­τα δὲν εἶ­χε κά­νει τὰ προ­η­γού­με­να 24 χρό­νια.

       Κα­τό­πιν τού­του, ἄρ­χι­σε νὰ συ­γυ­ρί­ζει τὸ σπί­τι.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997).

 

Γιάν­νης Γιαν­νου­λέ­ας (1962). Ἔκα­νε σπουδὲς σκη­νο­θε­σί­ας κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ γύ­ρι­σε τὶς ται­νί­ες: Ἡ ἄλλη πλευ­ρά (1985), ἡ μο­να­δι­κή ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη κι­νη­μα­το­γρα­φικὴ συ­νέ­ντευ­ξη τοῦ πα­λαί­μα­χου ἐπα­να­στά­τη Ἄγι Στί­να (διάρ­κεια 25΄) καὶ Κα­λη­μέ­ρα Μα­νά­γκουα (1987), ἕνα τα­ξι­διω­τικὸ ντο­κι­μα­ντὲρ στὴ Νι­κα­ρά­γουα τῶν Σα­ντι­νί­στας (διάρ­κεια 10΄). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997) καὶ Ἀπροσ­δό­κη­τος κῆπος (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἀ­πό­πειρα, 2006).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει πολ­λὰ κεί­μενα κι­νη­μα­το­γρα­φικῆς καὶ θε­α­τρικῆς κρι­τικῆς σὲ ἐφη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Διατηρεῖ τὸ ἱστολόγιο Lathrometanastis: Τέ­χ­νη – Ἀ­να­τρο­πή – Δη­μι­ουρ­γία.

Διαφημίσεις

Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς: Τό σπίτι

 

.

.

Στέλ­λα Σα­μι­ώ­του Φι­τσά­ι­μονς

 

Τὸ σπί­τι

.

ἶ­δα τὸ σπί­τι νὰ κα­ταρ­ρέ­ει ὅ­ταν ἤ­μουν ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Πρῶ­τα ἄ­κου­σα τὸ θό­ρυ­βο… Βα­θύ, ὑ­πό­κω­φο, στε­να­χτι­κό. Ὕ­στε­ρα εἶ­δα τὴ σκό­νη, τὰ μι­κρὰ μό­ρια τῆς ὕ­λης ὅ­πως ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα πρὶν νὰ ἀγ­γί­ξουν τὴ γῆ μέ­σα στὸ χά­ος τῆς κα­κο­φω­νί­ας τους. Ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν γιὰ νὰ ξα­ναρ­χί­σουν σὲ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­πο­δη. Τὸ χτί­σι­μο, ἡ ἀ­νόρ­θω­ση, ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση.

       Τὸ νέ­ο σπί­τι ἦ­ταν πιὸ με­γά­λο ἀ­πὸ τὸ πα­λιό. Ἔ­κο­ψαν δέν­τρα, ἰ­σο­πέ­δω­σαν παρ­τέ­ρια γιὰ νὰ τὸ βο­λέ­ψουν. Τοῦ ἔ­βα­λαν δεύ­τε­ρο πά­τω­μα ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ ἔ­χει ὁ πα­τέ­ρας γρα­φεῖ­ο, ἡ μη­τέ­ρα ἐρ­γα­στή­ριο γιὰ τὰ κε­ρα­μι­κά της καὶ τὰ παι­διὰ —ἐ­μεῖς— δι­κό τους δω­μά­τιο τὸ κα­θέ­να.

       Τὸ σπί­τι μὲ κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Μιὰ γά­τα ξα­πλω­μέ­νη στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου ρί­χνει κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σπι­τιοῦ χω­ρὶς νὰ τολ­μᾶ νὰ μπεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα. Ἡ μη­τέ­ρα βγαί­νει μὲ ἕ­να κα­λά­θι γε­μά­το πλυ­μέ­να ροῦ­χα. Μὲ βλέ­πει. Ἀ­φή­νει κά­τω τὸ κα­λά­θι καὶ τρέ­χει νὰ μὲ προ­ϋ­παν­τή­σει.

       Στέ­κο­μαι στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καὶ δὲ λέ­ω νὰ κου­νη­θῶ. Μὲ φτά­νει, μὲ ἀγ­κα­λιά­ζει, «Πὼς ἀ­πὸ ΄δῶ», ρω­τά­ει. «Τί ἔκ­πλη­ξη, ἔ­πρε­πε νὰ μὲ εἰ­δο­ποι­ή­σεις πὼς θὰ ἔρ­θεις, νὰ ἑ­τοι­μά­σω φα­γη­τό.»

       Τὸ νέ­ο σπί­τι εἶ­ναι πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρο­νῶν πιά. Πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ νε­ό­χτι­στα, ἡ κω­μό­πο­λη ἔ­χει γί­νει πό­λη, οἱ δρό­μοι ἔ­χουν γε­μί­σει αὐ­το­κί­νη­τα, τα­ξί, λε­ω­φο­ρεῖ­α. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι πα­λιὸ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά. Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­χει γκρι­ζά­ρει, τὰ μά­τια της ἔ­χουν χα­θεῖ μέ­σα σὲ ἄ­πει­ρες μι­κρὲς γραμ­μὲς καὶ κα­φε­τι­ὲς κη­λί­δες. Δὲ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἀν­τη­λια­κό.

       Θέ­λω νὰ κά­τσω στὴν πα­λιὰ πο­λυ­θρό­να τοῦ πα­τέ­ρα, αὐ­τὴ ποὺ κά­πο­τε ἀ­νῆ­κε στὸν δι­κό του πα­τέ­ρα.

       Ἡ μη­τέ­ρα κά­νει κύ­κλους γύ­ρω μου σὰν ἑ­λι­κό­πτε­ρο, βγά­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο, καν­τα­ΐ­φι, μῆ­λα καὶ μπα­νά­νες, πορ­το­κα­λά­δα, μὲ ρω­τᾶ ἂν θέ­λω φρα­πέ, βου­ί­ζει καὶ γουρ­γου­ρί­ζει.

       Ὅ­ταν κά­θε­ται κά­τω τε­λι­κά, βλέ­πω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α στὸ πρό­σω­πό της, τὰ μά­τια της ἔ­χουν χω­θεῖ πιὸ βα­θιὰ μέ­σα στὶς ρυ­τί­δες της.

       «Για­τί ἦρ­θες, λοι­πόν; Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τᾶ μὲ προ­σποι­η­τὴ ἠ­ρε­μί­α.

       Κου­νά­ω τὸ κε­φά­λι, «ὄ­χι», λέ­ω, «δὲν εἶ­μαι κα­λά.»

       Χτυ­πά­ει τὴν πο­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια της.

       «Ἄχ, τί εἶ­ναι, παι­δί μου; Προ­βλή­μα­τα μὲ τὴ δου­λειά; Τὸν Ἀν­τρέ­α;»

       «Θὰ γκρε­μί­σουν τὸ σπί­τι», λέ­ω. «Πρέ­πει νὰ με­τα­κο­μί­σου­με.»

       «Τὸ σπί­τι σας;»

       «Ναί.»

       Μέ­νου­με ἕν­τε­κα χρό­νια στὸ σπί­τι μὲ τὸν Ἀν­τρέ­α καὶ τὰ παι­διά. Τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κα πρω­ι­νὰ βγαί­νου­με στὴ βε­ράν­τα μὲ τὶς μπου­καμ­βί­λι­ες κι ἀ­τε­νί­ζου­με τὴν ἀ­να­το­λή. Τὰ βρά­δια βγαί­νου­με στὸ μπαλ­κό­νι καὶ με­τρᾶ­με τὰ ἀ­στέ­ρια ἢ τὰ σύν­νε­φα. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὰ παι­διὰ παί­ζουν στὴν αὐ­λὴ μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ φύ­γου­με.

       «Ποῦ θὰ ξα­να­βρεῖ­τε τέ­τοι­ο σπί­τι μὲ τέ­τοι­ο ἐ­νοί­κιο;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἡ μη­τέ­ρα. «Σὲ κα­νέ­να δι­α­μέ­ρι­σμα θὰ κλει­στεῖ­τε.»

       Γνέ­φω κα­τα­φα­τι­κά.

       «Πι­στεύ­εις πῶς τὰ σπί­τια ἔ­χουν συ­νεί­δη­ση;» ρω­τά­ω.

       «Τί εἶ­πες;»

       «Τί­πο­τα. Σκέ­φτο­μαι φω­να­χτά.»

       Τὴ φι­λά­ω, ση­κώ­νο­μαι.

       «Φεύ­γεις κι­ό­λας;» μὲ ρω­τᾶ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νη.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ μεί­νω που­θε­νὰ πιά.

       Στα­μα­τῶ μπρο­στὰ στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν μου, «Μή­πως ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μοῦ λύ­σεις τὴν ἀ­πο­ρί­α;» τοῦ ψι­θυ­ρί­ζω.

       Τὸ ἀ­ε­ρά­κι μπαί­νει μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ κά­νει τὴν κουρ­τί­να νὰ χο­ρέ­ψει.

       «Ἂν εἶ­χες στό­μα, θὰ μοῦ ἔ­λε­γες ἂν μπο­ρεῖς νὰ δι­α­βά­σεις στὸ χῶ­μα τὸ πα­ρά­πο­νο τοῦ προ­κα­τό­χου σου», λέ­ω καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νω τὸ βῆ­μα μου πρὶν μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Στέλ­λα Σα­μι­ώ­του Φι­τσά­ι­μονς (Μα­ρού­σι) Ζεῖ στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες, «Ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό το τέ­λος ἑ­νός προ­σώ­που» (μυ­θι­στό­ρη­μα, Ὁ­δὸς Πα­νὸς, 1999). Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Λο­γο­τε­χνι­κὸ Μπι­στρὸ τῆς Στέλ­λας

 

Γιάννης Γιαννουλέας: Σὲ 45 τετραγωνικά

 

 

Γιάννης Γιαννουλέας

 

Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά

 

­ΝΑ ΠΡΩ­Ϊ, ὁ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος ναυα­γὸς ση­κώ­θη­κε μὲ τρε­λὸ καρ­δι­ο­χτύ­πι. Ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­δρά­σει. «Δὲν πά­ει ἄλ­λο.» Ξά­πλω­σε στὴ σκιὰ τοῦ φοί­νι­κα καὶ ἔ­γρα­ψε ἕ­να σύν­το­μο μή­νυ­μα, ποὺ τὸ τύ­λι­ξε καὶ τὸ πα­ρά­χω­σε σ’ ἕ­να μπου­κά­λι. Τὸ ἔ­κλει­σε βι­α­στι­κά, τὸ κοί­τα­ξε γιὰ μιὰ στιγ­μή, γύ­ρι­σε πρὸς τὸ πέ­λα­γος καὶ τὸ πέ­τα­ξε ὅ­σο πιὸ μα­κριὰ εἶ­χε τὴ δύ­να­μη.

       Ἔ­πει­τα πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Τη­γά­νι­σε ἕ­να αὐ­γὸ καὶ πε­ρί­με­νε τρώ­γον­τάς το. Τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν χτύ­πη­σε μέ­χρι ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997).           

 

Γιάν­νης Γιαν­νου­λέ­ας (1962). Ἔκα­νε σπουδὲς σκη­νο­θε­σί­ας κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ γύ­ρι­σε τὶς ται­νί­ες: Ἡ ἄλλη πλευ­ρά (1985), ἡ μο­να­δι­κή ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη κι­νη­μα­το­γρα­φικὴ συ­νέ­ντευ­ξη τοῦ πα­λαί­μα­χου ἐπα­να­στά­τη Ἄγι Στί­να (διάρ­κεια 25΄) καὶ Κα­λη­μέ­ρα Μα­νά­γκουα (1987), ἕνα τα­ξι­διω­τικὸ ντο­κι­μα­ντὲρ στὴ Νι­κα­ρά­γουα τῶν Σα­ντι­νί­στας (διάρ­κεια 10΄). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997) καὶ Ἀπροσ­δό­κη­τος κῆπος (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἀ­πό­πειρα, 2006).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει πολ­λὰ κεί­μενα κι­νη­μα­το­γρα­φικῆς καὶ θε­α­τρικῆς κρι­τικῆς σὲ ἐφη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Διατηρεῖ τὸ ἱστολόγιο Lathrometanastis: Τέ­χ­νη – Ἀ­να­τρο­πή – Δη­μι­ουρ­γία.

 

Άρχοντούλα Διαβάτη: Βραδιάζει

 

 

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

 

 

Βρα­διά­ζει

 

ΗΜΟΤΙΚΟ ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΟ, βρα­δά­κι στὴν Ἀ­ρε­τσοῡ. Τρα­πε­ζά­κια ἔ­ξω κά­τω ἀ­πὸ κα­λα­μέ­νι­ες ὀμ­πρέ­λες μπηγ­μέ­νες στὴν ἄμ­μο. Μπρο­στὰ ἡ θά­λασ­σα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται κι ἀ­πὸ μα­κριὰ ὁ ἀ­πό­η­χος τοῦ λου­να­πάρκ, φω­νές, κλά­μα­τα, γέ­λια, παι­δι­κὰ στριγ­γλί­σμα­τα, φω­νές. Ρὸζ μὼβ ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἴ­σια μπρο­στά, μὲ τὸ φά­ρο ποὺ ἀ­να­βο­σβή­νει κά­θε τό­σο —μιὰ εὔ­θυ­μη πρά­σι­νη ἀ­να­λαμ­πὴ στὸν πέ­τρι­νο λι­με­νο­βρα­χί­ο­να— κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ ἄλ­λος τσι­μεν­τέ­νιος βρα­χί­ο­νας, μπηγ­μέ­νος στὰ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς. Ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ σκο­τει­νιά­ζει, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας βά­φε­ται μπλὲ καὶ βυ­σι­νής. Ἕ­να μι­κρὸ πλοῖ­ο μὲ σβη­σμέ­να φῶ­τα περ­νά­ει καὶ φεύ­γει μα­κριὰ. Ἡ θά­λασ­σα πη­γαι­νο­έρ­χε­ται πάν­το­τε μπρο­στὰ σὲ ζευ­γά­ρια ἡ­λι­κι­ω­μέ­να, παι­διά, μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες ποὺ κα­πνί­ζουν καὶ πα­ρέ­ες συν­τα­ξι­ού­χων ποὺ πί­νουν μπί­ρες ἢ τρῶ­νε χοτ­ντὸγκ. Νι­γη­ρια­νοὶ περ­νᾶν ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι προ­τεί­νον­τας πει­ρα­τι­κὰ σιν­τὶ τε­λευ­ταί­ας ἐ­σο­δεί­ας καὶ νε­α­ρὲς κι­νέ­ζες μὲ ἑ­τε­ρό­κλη­τα ἀν­τι­κεί­με­να σοῦ ἐκ­θέ­τουν χα­μο­γε­λών­τας φτη­νὰ ξυ­πνη­τή­ρια, βεν­τά­λι­ες, φα­κοὺς καὶ φω­το­γρα­φι­κὲς μη­χα­νὲς μιᾶς χρή­σε­ως. Ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο κά­θε τό­σο κα­τε­βαί­νει μὲ θό­ρυ­βο πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας παίρ­νον­τας τὴ στρο­φὴ γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θεῖ στὴ Μί­κρα. Θα­λασ­σι­νὴ αὔ­ρα, δρο­σιὰ σὰν ἁ­πα­λὸ φι­λὶ στοὺς ὤ­μους. Κα­λὰ κά­να­με καὶ ἤρ­θα­με. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη τὰ φῶ­τα ἀ­νά­βουν καὶ τὸ το­πί­ο γί­νε­ται ἀ­γνώ­ρι­στο μπλέ, κόκ­κι­νο, πορ­το­κα­λί – φὼβ ἠ­λε­κτρι­κὲς μο­νο­κον­τυ­λι­ές. Ἕ­νας νε­α­ρὸς ἄν­τρας ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­νέλ­πι­στα ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται κα­τὰ τὰ ντοὺς. Κα­ται­ο­νι­σμὸς τὸ νε­ρὸ ἀ­πὸ ψη­λά, μο­νο­πω­λεῖ ὅ­λα τὰ μά­τια γιὰ λί­γο πά­νω του. Μπαμ­πά­δες μπρὸς-πί­σω μὲ τὸ μι­κρό τους γιὸ ποὺ τοῦ μα­θαί­νουν τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἕ­νας ἀ­μί­λη­τος ἄν­θρω­πος κά­τι ἀ­φή­νει στὸ τρα­πέ­ζι μας. Δι­α­βά­ζω στὸ δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νο ση­μεί­ω­μα. «Τὸ ὄ­νο­μά μου εἶ­ναι Ριζ­βὰν Λούτ­βιντ. Νο­ση­λεύ­τη­κα… δὲν μπο­ρῶ νὰ δου­λέ­ψω… τρί­α παι­διά… Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ.»

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσσαλονίκη) Σπούδασε Νομικὰ καὶ Νεοελληνικὴ Φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο καὶ ἐργάστηκε ὡς καθηγήτρια νο­μικὸς στὴ Δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει ἕνα λογοτεχνικὸ χρονικό Στὴ μάνα τοῦ νεροῦ (Ροδακιὸ). Τελευταῖο της βιβλίο Τὸ ἀλογάκι τῆς Παναγίας (Νησίδες, 2012).

 

Γιάννης Γιαννουλέας: Θὰ σὲ πάρω νὰ φύγουμε

.

.

Γιάννης Γιαννουλέας

 

Θὰ σὲ πάρω νὰ φύγουμε

 

ΙΑ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΗ πρω­ί, ὁ κύ­ριος Πώλ, ἔ­χον­τας δι­α­τε­λέ­σει κα­λὸς σύ­ζυ­γος καὶ γεί­το­νας, σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἄλ­λο δὲν τοῦ μέ­νει πιὰ πα­ρὰ νὰ φύ­γει ὅ­σο πιὸ μα­κριὰ μπο­ροῦ­σε.

       Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, δι­έ­σχι­σε τὸ πλα­κό­στρω­το, πέ­ρα­σε τὴν αὐ­λό­πορ­τα — μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ κα­τη­φό­ρι­σε μὲ στα­θε­ρὸ βῆ­μα τὴ λε­ω­φό­ρο Φοῖ­νιξ, προ­σπέ­ρα­σε τὶς φω­τει­νὲς ἐ­πι­γρα­φὲς καὶ τοὺς ἀ­φη­ρη­μέ­νους συν­τα­ξι­ού­χους.

       Συ­νέ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει μέ­χρι τ’ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὸ πρῶ­το λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὰ ὅ­ρια τῆς πό­λης — ἀ­κρι­βῶς στὴν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση ἀ­π’ τὸ σπί­τι του.

       Ὅ­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἕν­τε­κα μῆ­νες ἀν­τί­κρι­σε ξαφ­νι­κὰ τὴν ὁ­δὸ Φοῖ­νιξ, προ­χώ­ρη­σε ἄ­φω­νος, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα, κρέ­μα­σε τὸ παλ­τό του στὴν ξύ­λι­νη κρε­μά­στρα καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου βρι­σκό­ταν στὸ σπίτι του.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997).

 

Γιάν­νης Γιαν­νου­λέ­ας (1962). Ἔκα­νε σπουδὲς σκη­νο­θε­σί­ας κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ γύ­ρι­σε τὶς ται­νί­ες: Ἡ ἄλλη πλευ­ρά (1985), ἡ μο­να­δι­κή ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη κι­νη­μα­το­γρα­φικὴ συ­νέ­ντευ­ξη τοῦ πα­λαί­μα­χου ἐπα­να­στά­τη Ἄγι Στί­να (διάρ­κεια 25΄) καὶ Κα­λη­μέ­ρα Μα­νά­γκουα (1987), ἕνα τα­ξι­διω­τικὸ ντο­κι­μα­ντὲρ στὴ Νι­κα­ρά­γουα τῶν Σα­ντι­νί­στας (διάρ­κεια 10΄). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997) καὶ Ἀπροσ­δό­κη­τος κῆπος (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἀ­πό­πειρα, 2006).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει πολ­λὰ κεί­μενα κι­νη­μα­το­γρα­φικῆς καὶ θε­α­τρικῆς κρι­τικῆς σὲ ἐφη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Διατηρεῖ τὸ ἱστολόγιο Lathrometanastis: Τέ­χ­νη – Ἀ­να­τρο­πή – Δη­μι­ουρ­γία.

 

Ἀριστοτέλης Νικολαΐδης: Ἡ λεύκα

 

 

 

Ἀ­ρι­στο­τέ­λης Νι­κο­λα­ΐ­δης

 

Ἡ λεύ­κα

 

ΕΝ ΗΤΑΝ ΑΚΡΙΒΩΣ τὸ πρά­σι­νο ἢ τ’ ὀ­ξυ­γό­νο, δὲν ἦ­ταν ἀ­σφα­λῶς ἡ πα­ρου­σί­α τῶν δέν­δρων, τὰ φύλ­λα ποὺ ἀ­να­σαί­νουν, τὰ φύλ­λα ποὺ πέ­φτουν τὸ φθι­νό­πω­ρο μέ­σα στοὺς δρό­μους ἢ τοὺς ὑ­πο­θε­τι­κούς μας κή­πους.

        Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να μό­νο δέν­δρο, μιὰ Λεύ­κα, φουν­τω­μέ­νη καὶ ὑ­ψη­λὴ μὲ φύλ­λα ποὺ θρο­ΐ­ζουν ἀ­ση­μέ­νια, κα­θὼς ἐ­μεῖς κα­θι­σμέ­νοι κά­τω ἀ­π’ αὐ­τὴν σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι κα­φε­νεί­ου τὴ θω­ροῦ­με σι­ω­πη­λοί, μὲ τὴν πλά­τη μας κολ­λη­μέ­νη στὸ ἐ­ρει­σί­νω­το τῆς κα­ρέ­κλας.

       Δὲν εἴ­μα­στε καὶ τό­σο σι­ω­πη­λοί, συ­χνὰ τὰ λέ­με: μνῆ­μες ἀ­πὸ τα­ξί­δια μας καὶ φί­λους μα­κρι­νοὺς ἢ αὐ­τοὺς πο­λὺ κον­τά μας, ἔ­γνοι­ες ἀ­πὸ τρέ­χου­σες κα­τα­στά­σεις, ὅ­ταν ἐρ­χό­μα­στε τὰ θερ­μὰ τοῦ­τα βρά­δια κά­τω ἀ­πὸ τὴν Λεύ­κα μας —ἔ­τσι τὴ νι­ώ­θου­με, δι­κή μας— καὶ βυ­θί­ζου­με τὸ βλέμ­μα στὰ κλα­διά της.

       «Εἶ­ναι σὰν θά­λασ­σα», μοῦ εἶ­πες κά­ποι­α μέ­ρα, «κυ­μα­τί­ζει» καὶ ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­παυ­σα κι ἐ­γὼ νὰ ἐ­ξε­ρευ­νῶ τὶς ἐ­πι­φά­νει­ές της, νὰ τα­ξι­δεύ­ω στὰ κύ­μα­τά της. Εἶ­ναι μιὰ Λεύ­κα βα­θιὰ ρι­ζω­μέ­νη στὸν και­ρό… Ἄ, πό­σο ἀ­πέ­ραν­τη εἶ­ναι ἡ Λεύ­κα τού­τη, τὸ κά­θε φύλ­λο της σὲ με­τα­φέ­ρει σ’ ἄλ­λα φύλ­λα, κλώ­νους, ἀν­τί-κλώ­νους, τὸ θρό­ι­σμά της σοῦ μη­νά­ει ἀ­έ­ρη­δες ἀ­να­πνο­ές, ἀ­πί­θα­νες πνο­ές.

       «Λὲς νὰ τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψουν οἱ ἄλ­λοι;» ρώ­τη­σες κά­ποι­α μέ­ρα.

       «Για­τί ὄ­χι;»

       «Καὶ ὅ­μως ἀμ­φι­βάλ­λω.»

       «Τί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς…»

       «Τί­πο­τε, συμ­φω­νῶ.»

       «Για­τί λοι­πὸν νὰ μὴν τὴν δοῦν καὶ οἱ ἄλ­λοι, θὰ ἦ­ταν τε­λεί­ως τυ­φλοί.»

       «Δη­λα­δή, θέ­λω νὰ πῶ, ἂν βλέ­πουν…»

       « Ὅ,τι βλέ­που­με κι ἐ­μεῖς;»

       «Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς.»

       «Ἀ­σφα­λῶς θὰ βλέ­πουν ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ἄλ­λα φαν­τά­σμα­τα.»

       «Φο­βᾶ­μαι μή­πως δὲν τὴν βλέ­πουν μὲ κα­λὸ μά­τι. Μὴ μὲ πα­ρε­ξη­γεῖς. Δὲν λέ­γω τά­χα­τε πὼς ἔ­γι­νε γιὰ μᾶς ἡ Λεύ­κα τού­τη, ὄ­χι ἀ­γά­πη μου. Ἢ ὅ­τι ἐ­μεῖς μο­νά­χα μπο­ροῦ­με νὰ τὴν δοῦ­με ἀ­λη­θι­νά. Τὴ βλέ­πουν μὰ δὲν τὴν προ­σέ­χουν, ἴ­σως δὲν τὴ θέ­λουν.»

       «Για­τί νὰ μὴν τὴ θέ­λουν;»

       «Ξέ­ρω κι ἐ­γώ, ἕ­να προ­αί­σθη­μα…»

       «Ἔ­λα τώ­ρα, οἱ ξαφ­νι­κές, οἱ ἀ­νε­ξή­γη­τές σου φο­βί­ες. Κοί­τα κα­λύ­τε­ρα τὴ Λεύ­κα, κοί­τα την τώ­ρα ποὺ τὰ φύλ­λα της τρε­μί­ζουν. Θυ­μᾶ­σαι τὸ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο; Θε­έ μου, τί φυλ­λόρ­ροι­α! Ἐ­σὺ δὲν μοῦ ‘­πες ὅ­ταν ἀ­φή­νεις ἔ­στω καὶ πέν­τε λε­πτὰ τὸ βλέμ­μα σου νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς φυλ­λω­σι­ές της, πὼς τό­τε ἠ­ρε­μεῖς; Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ σὲ μέ­να τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α. Τὸ μό­νο εἶ­ναι πὼς κά­ποι­ος πρέ­πει νὰ τὸ πεῖ, νὰ σὲ μυ­ή­σει —ἐ­σύ!— ἂν δὲν τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψεις μο­να­χός σου. Κα­τά­λα­βες; Κά­ποι­ος νὰ τὸ πεῖ, νὰ τὸ προ­φέ­ρει.»

       «Κα­τά­λα­βα…»

       «Θαρ­ρεῖς τὸ ἄγ­χος μας ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ φύλ­λα τό­τε καὶ ὅ­λα γί­νον­ται πιὸ μα­λα­κά, πιὸ οἰ­κεῖ­α. Κά­τι σὰν δεν­δρο­θε­ρα­πεί­α!»

       «Νὰ θε­ρα­πευ­θοῦ­με ὡ­στό­σο ἀ­πὸ τί;»

       «Ἀ­π’ αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ τὸ ὑ­παρ­ξια­κό μας ἄγ­χος, ὢ χό, χό… Κα­τάν­τη­σε σχε­δὸν μιὰ ἀ­στει­ό­τη­τα ἡ ἔκ­φρα­ση τού­τη κι ὅ­μως τὸ ἄγ­χος εἶ­ναι ἐ­κεῖ, σὰν ἄ­σπρη καὶ ἄ­νυ­δρη σα­ραν­τα­πο­δα­ρού­σα. Λοι­πὸν ἂς δοῦ­με λί­γο καὶ τρι­γύ­ρω μας. Ἡ πό­λη χά­λα­σε, σοῦ λέω, μ’ ἐ­νο­χλεῖ.»

       Αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πιὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ ξε­στο­μί­σω. Ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση μοῦ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ και­ρὸ σὰν ἕ­να θαῦ­μα κι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα: ἄς μὴν ἀ­να­λύ­α­με ὁ­λό­τε­λα τὰ πράγ­μα­τα, ἄς βλέ­που­με τὰ θαύ­μα­τα, τὰ θαύ­μα­τα… Κι ἔ­τσι ἀμ­φι­βάλ­λον­τας ὅ­πως πάν­τα, ἤρ­θα­με σ’ αὐ­τὴ τὴν γει­το­νιὰ δὲν ξέ­ρω κι ἐ­γὼ για­τί. Ἐ­δῶ μπο­ρεῖς νὰ περ­πα­τᾶς του­λά­χι­στον. «Ἡ Ἀ­θή­να μοιά­ζει μὲ ἀ­πο­κλει­σμέ­νη πό­λη, ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο πρὸς τὴν πε­ρι­φέ­ρεια, καὶ τα­νά­πα­λιν… Σὲ λί­γο δὲν θὰ ἔ­χει ποὺ νὰ πᾶς, ποὺ νὰ στα­θεῖς», ἔ­λε­γε κά­ποι­ος.

       Ὅ­ταν ἤ­μουν ἔ­φη­βος, θυ­μᾶ­μαι ποὺ βα­δί­ζα­με στὴ λε­ω­φό­ρο Συγ­γροῦ ἴ­σα­με τὴν θά­λασ­σα, μιὰ θά­λασ­σα πό­τε γα­λή­νια, πό­τε φου­σκω­μέ­νη, ἔ­νι­ω­θες ἀ­πὸ μα­κριὰ τὴ δι­ά­θε­σή της.

       «Ἄχ, πῶς μ’ ἀ­ρέ­σει ἡ φου­σκο­θα­λασ­σιά!»

       «Περ­πά­τη­σα σὲ πολ­λοὺς δρό­μους ἀ­πὸ τό­τε, εἶ­δα πολ­λὰ δέν­δρα, πολ­λὲς θά­λασ­σες, ἀν­θρώ­πους…»

       «Πέ­τρες στὶς ἀ­κρο­γι­α­λι­ές.»

       «Πολ­λὰ κτυ­πή­μα­τα, ἔ­χεις δί­κιο: πό­λε­μος, χα­λα­σμοί, τέ­λος ἡ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση, τί φρί­κη! Πῶς ἄλ­λα­ξε λοι­πὸν ἡ πό­λη αὐ­τή. Ἐ­πι­τέ­λους, ἡ ἀ­το­μι­κὴ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α θρι­άμ­βευ­σε στὸ λε­κα­νο­πέ­διο τῆς Ἀτ­τι­κῆς. Οἱ μι­σοὶ πε­ρί­που μὲ τοὺς τοί­χους τους καὶ οἱ ἄλ­λοι μι­σοὶ ποὺ πε­ρι­μέ­νουν τὴν ἴ­δια τύ­χη. Βέ­βαι­α, ὑ­πάρ­χουν καὶ οἱ ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τες πε­ρι­πτώ­σεις… Σι­χαί­νο­μαι τὴν ἰ­δι­ο­κτη­σί­α, σοῦ λέ­ω, ἰ­δί­ως ἐ­δῶ τρι­γύ­ρω μας ποὺ μα­γα­ρί­ζει τὸ το­πί­ο.»

       «Μὴ θί­γεις τὰ ἱ­ε­ρὰ καὶ τὰ ὅ­σια.»

       «Ναί, κα­νέ­νας δὲ φαί­νε­ται νὰ θυ­μᾶ­ται κι ὁ κα­θέ­νας μὲ τὸ κομ­μά­τι του, ὁ κα­θέ­νας μὲ τὸ κα­θί­κι του… Μοῦ φαί­νον­ται ὅ­λοι πάν­τως στρα­βο­κα­θι­σμέ­νοι σ’ αὐ­τὸ τὸν τό­πο. Εἶ­ναι τὸ το­πί­ο, ἴ­σως, ποὺ κά­νει τὰ πράγ­μα­τα πιὸ δύ­σκο­λα, πιὸ φα­νε­ρὸ τὸ ἔγ­κλη­μα;»

       «Γιὰ ποι­ὸ ἔγ­κλη­μα μι­λᾶς;»

       «Μὰ γιὰ τὸ γνω­στό, τὸ πα­σί­γνω­στο βέ­βαι­α ἔγ­κλη­μα. Πῶς νὰ τὸ κα­θο­ρί­σω, ἔ­χει τό­σες μορ­φές, τό­σες πα­ρα­πλα­νή­σεις καὶ πα­ραλ­λα­γές, ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τὸ ἴ­διο, οἱ ρί­ζες του εἶ­ναι βα­θι­ές, ὅ­σο κι αὐ­τῆς τῆς Λεύ­κας.»

       «Μὴν λὲς ἀ­νό­σι­ες λέ­ξεις, φο­βε­ρές!»

       «Θέ­λω νὰ πῶ μπο­ρεῖ κα­μιὰ φο­ρά νὰ ὑ­πο­δυ­θεῖ καὶ τὴ μορ­φὴ μιᾶς Λεύ­κας.»

       «Ὄ­χι, δὲν σοῦ ἔ­μει­νε λοι­πὸν κα­μιὰ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἑ­αυ­τό σου;»

       «Μιᾶς Λεύ­κας ὁ­λό­στη­της… κα­λὰ στη­μέ­νης δη­λα­δή.»

       «Στη­μέ­νης ἀ­πὸ ποι­όν;»

       «Χμ, ἀ­πὸ κά­ποι­ο κύ­κλω­μα ἢ ἔ­στω βρα­χυ­κύ­κλω­μα, μιὰ μη­χα­νὴ του­τέ­στιν. Δὲν σοῦ φαί­νε­ται πε­ρί­ερ­γο πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη μιὰ Λεύ­κα σὰν κι αὐ­τή, χω­ρὶς νὰ τὴν κα­θα­ρί­σουν, χω­ρὶς νὰ τὴν πε­ρι­κό­ψουν κὰν ἢ ἁ­πλού­στα­τα νὰ τὴν κό­ψουν…»

       «Δὲν μ’ ἀ­ρέ­σουν αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ ἀ­στει­ό­τη­τες. Μοῦ ἔρ­χε­ται νὰ κλά­ψω. Δὲν ἔ­νι­ω­σες λοι­πὸν πο­τὲ πραγ­μα­τι­κὰ τὴ σκιά της;»

       «Κα­νο­νι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­πτευ­ό­μα­σθε τὶς σκι­ές.»

       «Δὲν πρέ­πει νὰ μι­λᾶς ἔ­τσι καὶ προ­παν­τὸς μὴ συν­δυά­ζεις τὰ πράγ­μα­τα.»

       «Τὸ ξέ­ρω, μὰ τὸ νι­ώ­θω μέ­σα μου, νι­ώ­θω τὰ δόν­τια τοῦ ἄλ­λου, τὴν πα­χιὰ καὶ γλι­στε­ρή του γλώσ­σα, τὸν χῶ­ρο του, τὸν βό­θρο του, χά, χά, ἀ­έ­ρα!»

       «Μὴ φω­νά­ζεις ἔ­τσι.»

       «Φώ­να­ξα; Νό­μι­σα πὼς ψι­θύ­ρι­σα.»

       «Εἶ­πες ἀ­έ­ρα καὶ ἄρ­χι­σε ἡ Λεύ­κα μας νὰ τρέ­μει!»

       «Ἕ­να πα­ρά­ξε­νο τρέ­μι­σμα.»

       «Φο­βᾶ­μαι.»

       «Τί φο­βᾶ­σαι;»

       «Καῖ­νε, θὰ μᾶς κά­ψουν. Ἄχ, δὲς τὴν Λεύ­κα, νὰ μὴν μι­λᾶ­με, ὅ­μως καὶ πο­λὺ γι’ αὐ­τή, μὴ μᾶς τὴν κά­ψουν…»

       Ση­κώ­θη­κε πά­λι τ’ ἀ­ε­ρά­κι κι ὅ­λα τὰ φύλ­λα τῆς Λεύ­κας, κλα­διὰ καὶ φύλ­λα ἔ­τρε­μαν σ’ ἕ­να θρό­ι­σμα συ­νε­χές, ἕ­να κυ­μά­τι­σμα.

       Κρα­τοῦ­σα στὰ χέ­ρια μου ἕ­να φύλ­λο της, σὰν μιὰ πα­λά­μη μὲ τὶς γραμ­μές της, λε­πτές, σχε­δὸν ἀ­κτι­νω­τές, ἀ­πὸ τὸν μί­σχο στὴν πε­ρι­φέ­ρεια, τί νὰ μαν­τέ­ψεις; Ἀρ­γυ­ρό­χρω­μη ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, πρά­σι­νη ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

       «Σὲ κά­θε φύλ­λο, βλέ­πω τὸ δά­σος καὶ τὸ φεγ­γά­ρι», μοῦ εἶ­πες, «τί φύλ­λα, πό­σα φύλ­λα…»

       «Τί φου­σκο­φυλ­λω­σιά!»

 

 

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος ΣΤ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων ἐξ ἀν­θρώ­πων, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1982.

 

Ἀ­ρι­στο­τέ­λης Νι­κο­λα­ΐ­δης(Μυτιλήνη, 1922-Ἀθήνα, 1996). Ποιητὴς, πεζογράφος, δοκι­μιο­γράφος, μεταφραστής. Σπούδασε Ἰατρική στὸ Πανεπιστήμιο Άθηνῶν μὲ εἰδίκευση στὴν Ψυ­χια­τρική. Πρῶτο του βιβλίο: Διαβαθμίσεις (1952, ποίηση)· ἄλλα βιβλία: Οἱ συνυπάρχοντες (μυθι­στό­ρημα), Ἡ ἐξαφάνιση, (1974,  μυθιστόρημα).

 

Γιάννης Γιαννουλέας: Endless Song

 

 

Γιάννης Γιαννουλέας

 

Endless Song

 .

ΡΟΜ­ΠΕΡΤ μπῆ­κε πο­λὺ εὐ­δι­ά­θε­τος στὸ κα­φέ, προ­χώ­ρη­σε καὶ κά­θι­σε στὴν ἄ­κρη τῆς μπά­ρας – εἶ­χε ραν­τε­βοὺ μὲ τὴ Να­τάσ­σα, ση­μά­δι τῶν με­γά­λων ἀλ­λα­γῶν ποὺ ἔ­βλε­πε κα­θα­ρὰ νὰ ἔρ­χον­ται στὴ ζω­ή του τὸ ἑ­πό­με­νο δι­ά­στη­μα. Πα­ράγ­γει­λε κα­φὲ καὶ χά­ζε­ψε μὲ ἀ­νέ­με­λη ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοὺς ἀν­θρώ­πους γύ­ρω του, ὥ­σπου τὸ βλέμ­μα του στα­μά­τη­σε σ’ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄν­δρα. Ἦ­ταν ἀ­ξύ­ρι­στος, μὲ τὰ λι­γο­στὰ μαλ­λιά του ἀ­να­κα­τε­μέ­να καὶ δὲν ἔ­δει­χνε νὰ βι­ά­ζε­ται κα­θό­λου. Ὁ Ρόμ­περτ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὁ ἄ­γνω­στος δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί.

       Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­νῶ ἡ Να­τάσ­σα —ὄ­μορ­φη ὅ­σο πο­τέ— εἶ­χε ἤ­δη φα­νεῖ ἀ­πὸ τὸ τζά­μι, ὁ πα­ρά­ξε­νος τύ­πος ἄ­φη­σε ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα καὶ φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του. Τὴν ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ δί­πλα του, ὁ Ρόμ­περτ τοῦ ἔ­πι­α­σε τὸν ὦ­μο:

      — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μή­πως γνω­ρι­ζό­μα­στε;

      Στρά­φη­κε καὶ τὸν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια.

      — Εἶ­μαι ὁ ἑ­αυ­τός σας, φί­λε μου, ὅ­πως θὰ εἶ­στε.­.. ἂς ποῦ­με σὲ τριά­ντα χρό­νια ἀ­πὸ τώ­ρα, ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄ­γνω­στος ἄν­δρας μ’ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀρ­γὰ χω­ρὶς νὰ δώ­σει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη ἐ­ξή­γη­ση.

      Αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση στὸν Ρόμ­περτ, τὸ ἔ­σβη­σε ὅ­μως ἀ­π’ τὴ μνή­μη του ἐγ­κα­τα­λείπ­οντας γρή­γο­ρα τὴν προ­σπά­θεια νὰ κα­τα­λά­βει τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε στὸ μυα­λὸ του ἐ­κεῖ­νος ὁ μο­να­χι­κὸς τύ­πος.

      Πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἡ Να­τάσ­σα ἔ­γι­νε Μαί­ρη κι ἔ­πει­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει ἡ Δή­μη­τρα, ἡ Σύλ­βια καὶ ἡ Στέλ­λα, ποὺ ἔ­φυ­γαν κι αὐ­τὲς γιὰ λό­γους τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς ἡ κά­θε μί­α, μπῆ­κε σ’ ἕ­να κα­φέ, πα­ράγ­γει­λε «ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο» καὶ τὸ βλέμ­μα του στα­μά­τη­σε σ’ ἕ­ναν ὄ­μορ­φο νε­α­ρὸ μὲ χα­μο­γε­λα­στὸ πρό­σω­πο ποὺ χά­ζευ­ε γύ­ρω του μὲ μά­τια γε­μά­τα ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α.­..

 

 .

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997).

Γιάν­νης Γιαν­νου­λέ­ας (1962). Ἔκα­νε σπουδὲς σκη­νο­θε­σί­ας κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ γύ­ρι­σε τὶς ται­νί­ες: Ἡ ἄλλη πλευ­ρά (1985), ἡ μο­να­δι­κή ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη κι­νη­μα­το­γρα­φικὴ συ­νέ­ντευ­ξη τοῦ πα­λαί­μα­χου ἐπα­να­στά­τη Ἄγι Στί­να (διάρ­κεια 25΄) καὶ Κα­λη­μέ­ρα Μα­νά­γκουα (1987), ἕνα τα­ξι­διω­τικὸ ντο­κι­μα­ντὲρ στὴ Νι­κα­ρά­γουα τῶν Σα­ντι­νί­στας (διάρ­κεια 10΄). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997) καὶ Ἀπροσ­δό­κη­τος κῆπος (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἀ­πό­πειρα, 2006).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει πολ­λὰ κεί­μενα κι­νη­μα­το­γρα­φικῆς καὶ θε­α­τρικῆς κρι­τικῆς σὲ ἐφη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Διατηρεῖ τὸ ἱστολόγιο Lathrometanastis: Τέ­χ­νη – Ἀ­να­τρο­πή – Δη­μι­ουρ­γία.

.